Μυστικά 14

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Μαξιμίλιαν άνοιξε την πόρτα του δωματίου και παραμέρισε αφήνοντας την Ηρώ να περάσει πρώτη. Εκείνη μπήκε και έριξε μια ματιά περιέργειας στο δωμάτιο. Όντας ντόπια δεν είχε ποτέ φιλοξενηθεί σε δωμάτιο του ξενώνα. Κοίταξε το διπλό κρεβάτι και την ξύλινη ντουλάπα και μετά το βλέμμα της στάθηκε στο μικρό τραπεζάκι όπου βρίσκονταν μερικές εκτυπώσεις δεμένες σε σπιράλ.
-Τελειώσατε και με τη χαρτοδουλειά βλέπω, σχολίασε.
-Ναι, είπε ο Μαξιμίλιαν. Αν δεν ήταν ο καιρός θα είχαμε φύγει.
-Τώρα θα μείνετε και μάλλον για πάνω από μια μέρα.
-Κανένα πρόβλημα για’ μενα, είπε ο Μαξιμίλιαν. Σίγουρα έχω ένα πολύ καλό κίνητρο για να μείνω.
Πλησίασε την Ηρώ και τη φίλησε.
-Να πάρω το μπουφάν σου;
Η κοπέλα κατένευσε και ο Μαξιμίλιαν τη βοήθησε να το βγάλει και μετά το κρέμασε.
-Μόνο ο Μιχάλης θα μπορούσε ίσως να παραπονεθεί για την αλλαγή των σχεδίων μας, είπε καθώς επέστρεφε κοντά στην Ηρώ, αλλά κάτι βρήκε να μελετήσει στην εκκλησία.
-Δεν τελειώσατε;
-Όχι σε αυτήν την εκκλησία, στον ενοριακό ναό. Κάποιο βιβλίο.
-Δεν κάνει τίποτα άλλο ε;
-Συνήθως όχι, μόνο μελετάει και ασχολείται με ό,τι τον ενδιαφέρει.
-Γυναίκες; Τον ενδιαφέρουν ή είναι μισογύνης;
Ο Μαξιμίλιαν κάθισε σε έναν καναπέ και η Ηρώ βολεύτηκε στην αγκαλιά του. Την κοίταξε. Βυθίσθηκε για μια στιγμή στην ομορφιά της και μετά είπε:
-Δεν είναι μισογύνης, όχι. Απλά έχασε εκείνη που αγαπούσε και δεν έψαξε ξανά για άλλη.
-Ούτε για έρωτα; Εννοώ να κάνει έρωτα…
-Όχι, θεωρεί πως δεν είναι κάτι που πρέπει να υπάρχει χωρίς να υπάρχει και συναίσθημα.
-Περίεργος άνθρωπος, αλλά του είμαι ευγνώμων, στάθηκε στην αδερφή μου σαν να δικός της άνθρωπος και δεν πήρε τίποτα για αντάλλαγμα, ούτε εκείνο που θα ήθελε εκείνη να του προσφέρει. Και τη φρόντισε πολύ και νοιάζεται για το μέλλον της.
-Αυτό κάνει όταν δεν μελετάει, είπε ο Μαξιμίλιαν ήσυχα, βοηθάει εκείνους που το χρειάζονται.
-Και εσύ τι κάνεις όταν δεν μελετάς; ρώτησε η Ηρώ κοιτώντας τον στα μάτια.
-Ευχαριστώ το Θεό που μου χάρισε έναν από τους αγγέλους του, απάντησε ο Μαξιμίλιαν φιλώντας την.

Περπατούσαν στο δρόμο βυθιζόμενοι στο χιόνι που τον σκέπαζε. Στην αρχή ήταν αστείο, είχαν ρίξει και μερικές χιονόμπαλες ο ένας στον άλλο, αλλά όσο προχωρούσαν και η κοπιαστική πορεία είχε το τίμημά της δεν είχαν δυνάμεις για περισσότερα πειράγματα.
Με μια κραυγή η Οφήλια έχασε την ισορροπία της και έπεσε πάνω σε ένα σωρό χιόνι. Ο Φίλιππος την πλησίασε καθώς εκείνη ανακαθόταν και γονάτισε μπροστά της.
-Τι έγινε; Σκόνταψες;
-Παραπάτησα.
-Χτύπησες;
-Δεν ξέρω, πονάω στον αστράγαλο του αριστερού ποδιού.
Ο Φίλιππος σήκωσε το παντζάκι της λίγο και κοίταξε το πόδι της. Δεν έδειχνε να έχει χτυπηθεί τουλάχιστον εξωτερικά αλλά μόλις πίεσε τον αστράγαλο η κοπέλα έκανε να τραβήξει το πόδι της.
-Μάλλον κάποιο ελαφρύ διάστρεμμα, είπε ο Φίλιππος που η μακριά ενασχόληση με τον αθλητισμό τον είχε εξοικειώσει με τέτοιους τραυματισμούς.
Διέτρεξε με το δάκτυλό του την περίμετρο του αστραγάλου της και την είδε να κοκκινίζει. Για μια στιγμή νόμισε ότι την πόνεσε αλλά μετά κατάλαβε, αυτό που είχε κάνει δεν απείχε πολύ από χάδι και η Οφήλια δεν ήταν συνηθισμένη σε κάτι τέτοιο, την ήξερε αρκετά για να ξέρει ότι δεν είχε καν φλερτάρει με τον αθώο παιχνιδιάρικο τρόπο των εφήβων. Τράβηξε το χέρι του συνειδητοποιώντας ότι ήταν υπέροχη αίσθηση και ότι είχε απαλό δέρμα σαν βελούδο. Αναρωτήθηκε πως θα ήταν να χαϊδεύσει την πλάτη της ή το μάγουλό της.
Σηκώθηκε όρθιος έχοντας κοκκινίσει ο ίδιος τώρα. Έτεινε το χέρι του στην Οφήλια.
-Για να δούμε αν μπορείς να το πατήσεις.
Η Οφήλια έπιασε το χέρι του και σηκώθηκε αλλά αμέσως παραπάτησε. Ο Φίλιππος της έτεινε το μπράτσο του να κρατηθεί αλλά με τα πρώτα βήματα αποδείχθηκε ότι με τόσο χιόνι στο έδαφος δεν γινόταν να προχωρήσουν έτσι.
-Θα το κάνουμε αλλιώς, είπε ο Φίλιππος.
Πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της και τη συμβούλευσε να πιαστεί από τον ώμο του. Συνέχισαν να περπατάνε αλλά δεν άργησαν να σταματήσουν, μπροστά τους ο δρόμος είχε εξαλειφθεί τελείως από μια μικρή χιονοστιβάδα.

Ο Μιχάλης μπήκε στο γραφείο του Ντούντα κρατώντας την τσάντα με το λάπτοπ του. Ο Μαξιμίλιαν είχε ζητήσει από τον δεύτερο να χρησιμοποιήσουν τον υπολογιστή για να στείλουν τα σχετικά με τη δουλειά τους στην Αθήνα και φυσικά εκείνος δεν μπορούσε να αρνηθεί. Στάθηκε ακουμπώντας στο μπαστούνι του κάτω από το εχθρικό βλέμμα του κοινοτάρχη που είπε ξερά:
-Αφού έχεις λάπτοπ τι θες τον υπολογιστή μου;
-Δεν είπα ότι δεν έχουμε υπολογιστές, με τον καιρό αυτό δεν έχουμε ίντερνετ και είπα να ζητήσω το δικό σας ενσύρματο δίκτυο.
-Καλά, είπε ο Ντούντας, θα είμαι έξω.
-Δεν θα αργήσω.
Ο Ντούντας βγήκε στον προθάλαμο κακόκεφος ενώ ο Μιχάλης άνοιγε τον υπολογιστή του αλλά και αυτόν του Ντούντα. Άνοιξε τον περιηγητή του ίντερνετ, είχε τον κλασσικό εξπλόρερ, και αναζήτησε το ιστορικό, βρήκε εύκολα το σάιτ που τόσο πολύ ευχαριστούσε τον κοινοτάρχη και το επέλεξε. Σημείωσε την ηλεκτρονική διεύθυνση και την έστειλε με ένα μήνυμα. Μετά διέγραψε το ιστορικό και αναζήτησε στον σκληρό όλα τα βίντεο και τα διέγραψε. Τώρα η υπόληψη της Φωτεινής Φιούμη ήταν ασφαλής. Για να διατηρήσει τα προσχήματα έκανε τη δουλειά που είπαν. Μόλις τελείωσε αναζήτησε πάλι το σάιτ αλλά του εμφανίστηκε αδυναμία σύνδεσης. Χαμογέλασε, ήταν γρήγορος ο φίλος του, πολύ γρήγορος. Καθάρισε και πάλι το ιστορικό και έκλεισε τον υπολογιστή.
Ευχαρίστησε κεφάτα τον Ντούντα και βγήκε. Στάθηκε έξω στο χιόνι και κοίταξε τον συννεφιασμένο ουρανό. Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει πυκνό.
Προχώρησε στο δρόμο για τον ξενώνα. Μετά στάθηκε αναγκαστικά καθώς ο δρόμος βυθιζόταν στο σκοτάδι.

Ο Ντούντας άνοιξε το ιστορικό και το βρήκε κενό, προφανώς δεν είχε αφήσει ίχνη ο επισκέπτης του, ήταν πολύ προσεκτικός. Άνοιξε το πρόγραμμα περιήγησης και πληκτρολόγησε την διεύθυνση που ήθελε. Τώρα θα έβλεπε η Φωτεινή Φούμη για τι ήταν ικανός.
Το σάιτ δεν υπήρχε. Προφανώς το είχαν κατεβάσει. Χτύπησε το χέρι του στο γραφείο απογοητευμένος. Ευτυχώς είχε αρκετό υλικό μέχρι να ανέβει ξανά το σάιτ ή κάποιο άλλο ανάλογο. Εκεί ήταν και η εκδίκησή του. Πήγε στα βίντεο αλλά ο φάκελος ήταν κενός. Κατάλαβε τι είχε γίνει αν και δεν μπορούσε να φανταστεί το πώς και το γιατί, αλλά μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί.
Χτύπησε με βία το χέρι του στο γραφείο του και πρόφερε μια φοβερή βλαστήμια. Την επόμενη στιγμή κόπηκε το ρεύμα.

Μυστικά 13

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Έβδομο

Ο Ανδρέας Γαζής έλυσε ένα δεμάτι σανό και το άφησε μπροστά στα ζώα του που άρχισαν να τρώνε αμέσως. Βγήκε έξω στο χιονισμένο κτήμα. Λίγο πιο πέρα η γυναίκα του ήταν γονατιστή δίπλα στη γούρνα με το νερό και άνοιγε τη βρύση για να τρέξει νερό και να έχουν τα ζώα να πιούν.
Ήταν από τους πλούσιους του χωριού με πολλά ζώα και κτήματα και είχε μεγαλώσει από μικρός σε μια άνεση που άλλες οικογένειες δεν είχαν. Αυτό σε συνδυασμό με το φύλο του, και την διαπαιδαγώγηση των αγοριών στην επαρχία ότι ο άνδρας είναι άνδρας και απόλυτα κύριος στο σπίτι του, τον είχε κάνει πολύ σκληρό και δεσποτικό.
Κοίταξε τους γοφούς της γυναίκας του όπως περιγράφονταν από το παντελόνι που φορούσε και ένιωσε ερεθισμένος σχεδόν αμέσως. Την πλησίασε με δρασκελιές και καθώς εκείνη έκανε να σηκωθεί την έπιασε από τους ώμους σταματώντας την. Την έγειρε πάνω από τη γούρνα και κατέβασε το παντελόνι της. Εκείνη έκανε να διαμαρτυρηθεί αλλά ένα χτύπημα στην πίσω πλευρά του κεφαλιού τη σιώπησε.
Όχι για πολύ. Μόλις το χέρι του κατέβασε το εσώρουχό της η Άννα αντέδρασε.
-Όχι έτσι Ανδρέα! Δεν είμαι ζώο! Είμαι η…
Δεν πρόλαβε να πει άλλα. Ο Ανδρέας την έριξε κάτω και άρχισε να την χτυπάει και να την κλωτσάει. Η Άννα κουλουριάστηκε σε εμβρυακή στάση για να προστατευτεί από τα χτυπήματα.
-Για όνομα του Θεού, τι κάνεις εκεί άνθρωπέ μου;
Ο Ανδρέας σταμάτησε καθώς ένα εξαιρετικά δυνατό χέρι άρπαξε το δικό του και στράφηκε να δει ποιος ήταν που τον είχε σταματήσει. Βρέθηκε να αντικρίζει τον Κρίστιαν Κέυλαν.

Ο Μιχάλης μπήκε στον προθάλαμο του γραφείου του κοινοτάρχη και στάθηκε ακούγοντας τον Ντούντα να συνομιλεί με μια γυναίκα. Μιας και δεν υπήρχε κανένας άλλος, αφού είχε φύγει η Πηνελόπη, ο Μιχάλης αποφάσισε ότι έπρεπε να περιμένει. Ο Ντούντας και η συνομιλήτριά του μιλούσαν αρκετά δυνατά για να ακούει και είχε συναντήσει πολλούς παλιανθρώπους στη ζωή του για να καταλάβει τι συνέβαινε.
Αποφάσισε ότι αν μπορούσε θα σταματούσε τον εκβιασμό. Συνέχισε να ακούει μέχρι που άνοιξε η πόρτα και βγήκε η Φωτεινή Φούμη η οποία κοκκάλωσε βλέποντάς τον. Εκείνος τη χαιρέτησε με μια κίνηση του κεφαλιού και ρώτησε:
-Μπορώ να δω τον κύριο κοινοτάρχη;
-Να δείτε… ναι βέβαια, είπε η Φωτεινή ακόμα ξαφνιασμένη. Ναι βέβαια, μπορείτε.
-Ευχαριστώ.
Ο Μιχάλης προχώρησε και μετέφερε στον Ντούντα το μήνυμα του Μαξιμίλιαν. Ο Ντούντας το δέχτηκε μάλλον αδιάφορα και είπε ότι ήταν ευπρόσδεκτοι να μείνουν. Ο Μιχάλης τον χαιρέτησε και έφυγε. Δεν πήγε μακριά, έπεσε πάνω σε έναν καυγά.

Ο Ανδρέας Γαζής δεν θα ανεχόταν ποτέ να του πει ένας ξένος τι να κάνει με τη γυναίκα του. Μόλις πέρασε το πρώτο ξάφνιασμα γύρισε να επιτεθεί στον ενοχλητικό αλλά πήρε ένα μάθημα που δεν περίμενε. Ο Κρίστιαν τον άρπαξε και τον τίναξε στο έδαφος σαν σακί με πατάτες. Ο Ανδρέας βόγκηξε αν και το χιόνι έκανε την πτώση σχεδόν ανώδυνη. Σηκώθηκε όρθιος ακριβώς την στιγμή που ο αδερφός του περνούσε από το δρόμο.
Αν ο Ανδρέας ήταν επιθετικός, ο Αργύρης ήταν επικίνδυνος. Χωρίς να διστάσει τράβηξε ένα παλούκι από το φράχτη του κτήματος και προχώρησε στα νώτα του Κρίστιαν. Το σήκωσε με σκοπό να του καταφέρει ένα γερό χτύπημα αλλά δεν πρόλαβε. Ένα μπαστούνι προσγειώθηκε με βία πάνω στον καρπό του χεριού του κάνοντάς τον να ουρλιάξει. Ο Κρίστιαν τον άκουσε και γύρισε, τον είδε να κρατάει με το γερό χέρι το χτυπημένο και το παλούκι στα πόδια του και κατάλαβε. Του έριξε μια γροθιά που τον έστειλε να κυλιστεί στο χιόνι ενώ ο Μιχάλης παρακολουθούσε ατάραχος.
-Ευχαριστώ, φίλε, είπε ο Κρίστιαν.
Ο Μιχάλης του έδειξε να προσέχει πίσω του που είχε σηκωθεί ο Ανδρέας αλλά εκείνος δεν επιτέθηκε πάλι αλλά άρχισε να φωνάζει τραβώντας την προσοχή. Μαζεύτηκε γρήγορα ένα πλήθος γύρω τους. Οι περισσότεροι ήταν άνδρες του χωριού αλλά μαζεύτηκαν και μερικές γυναίκες και κατέφτασαν και οι δικοί τους. Ο Μαξιμίλιαν πλησίασε τον Κρίστιαν.
-Τι έγινε εδώ πέρα;
-Ο φίλος σου μου επιτέθηκε, είπε έξαλλος ο Ανδρέας.
-Δεν σου επιτέθηκα, εσύ μου επιτέθηκες, είπε ο Κρίστιαν. Απλά σε σταμάτησα.
-Επιτέθηκα γιατί ανακατεύτηκες στα οικογενειακά μου!
Ο Μαξιμίλιαν στράφηκε στον Κρίστιαν υψώνοντας ερωτηματικά ένα φρύδι και εκείνος του έδειξε την ακόμα κουλουριασμένη στο έδαφος Άννα.
-Χτυπούσε τη γυναίκα του.
Εκείνη τη στιγμή κατέφτασε ο Ντούντας και μαζί του ο χωροφύλακας.
-Τι έγινε εδώ, είπε ο υπαξιωματικός και το βλέμμα του σταμάτησε στην πεσμένη Άννα. Ποιος την χτύπησε;
-Ο κύριος από δω, είπε ο Κρίστιαν και διηγήθηκε τι είχε γίνει.
Ο χωροφύλακας έριξε μια ματιά στον Ντούντα περιμένοντας οδηγίες. Ο Ντούντας το σκέφθηκε. Δεν τον ένοιαζαν οι ξένοι και γι’ αυτόν ο άνδρας ήταν σίγουρα αφεντικό στο σπίτι αλλά το θέμα είχε πάρει διαστάσεις και ο Ανδρέας Γαζής το παράκανε.
-Πάρε τον στο κρατητήριο, και θα δούμε τι θα γίνει, εξαρτάται και από την Άννα μόλις συνέλθει.
-Κι’ αυτόν; ρώτησε ο χωροφύλακας δείχνοντας τον Αργύρη.
-Άσε ήσυχο τον αδερφό μου, δεν έκανε τίποτα! βρυχήθηκε ο Ανδρέας.
-Θα τον μηνήσετε; ρώτησε ο Ντούντας τον Κρίστιαν.
-Όχι, είπε εκείνος. Στο κάτω κάτω της γραφής αυτός έσπευσε να βοηθήσει τον αδερφό του.
Η Φωτεινή πλησίασε την Άννα και γονάτισε δίπλα της. Ο Κρίστιαν πλησίασε επίσης.
-Θα την πάω σπίτι, σας ευχαριστώ που την προστατέψατε, είπε η Φωτεινή.
-Παρακαλώ, δεν χρειάζεται, είπε ο Κρίστιαν και έσκυψε να σηκώσει την Άννα. Το έκανε με μεγάλη ευκολία και μετά ρώτησε:
-Που πάμε;
Καθώς διαλυόταν το πλήθος ο Μαξιμίλιαν πλησίασε τον Μιχάλη που κοιτούσε τη Φωτεινή.
-Είμαι σίγουρος ότι το καταδιασκέδασες όλο αυτό.
-Με ξέρεις αρκετά καλά, είπε ο Μιχάλης με ένα χαμόγελο. Αλλά είναι και άλλα πράγματα στα οποία πρέπει να βάλω το χέρι μου νομίζω.
-Κι άλλη κακοποιημένη σύζυγος;
-Όχι, άλλος παλιάνθρωπος όμως. Θα χρειαστεί να πω ψέματα αλλά χρειάζομαι και τη βοήθειά σου.
-Ό,τι θες, είμαι σίγουρος ότι αξίζει τον κόπο. Πάμε όμως μέσα γιατί το χιόνι πυκνώνει όπως βλέπεις.

Το λεωφορείο του ΚΤΕΛ πήγαινε αργά στην επαρχιακή οδό. Ο Αλέξης στεκόταν δίπλα στο δρόμο και κοίταζε το δρόμο όπως αποκαλυπτόταν στα φώτα του οχήματος. Το κρύο ήταν δριμύτατο τώρα και το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτει. Ο Αλέξης έριξε μια ματιά πίσω, οι φίλοι και οι συγχωριανοί του ήταν οι μόνοι επιβάτες στο λεωφορείο.
Ο Φίλιππος ήταν καθισμένος λίγο πιο πίσω σε ένα κάθισμα με την Οφήλια και μιλούσαν. Ο Αλέξης ύψωσε ένα φρύδι, συνήθως η Οφήλια καθόταν με την αδερφή του Φιλίππου. Η Αγγελική τώρα καθόταν πίσω από τον οδηγό και κοίταζε από το παράθυρό της έξω τη σκοτεινιά. Ωραία κοπέλα όπως την έβλεπε προφίλ.
Πιο πίσω κάθονταν οι δύο μαθητές γυμνασίου και πίσω πίσω στη γαλαρία η αδερφή του είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά του Ρωμανού. Σίγουρα ταίριαζαν, μακάρι να το έβλεπαν και οι γονείς τους. Όταν είχε ανακαλύψει αυτήν την σχέση είχε και ο ίδιος σταθεί αρνητικός αλλά είχε μετά συνειδητοποιήσει ότι δεν είχε καμία αξία μια έχθρα δεκαετιών που δεν τους άγγιζε – ή δεν θα τους άγγιζε αν δεν είχαν οι γονείς τους τέτοια έχθρα.
Ο Αλέξης το πρόσεξε πρώτος και αμέσως μετά και ο οδηγός, ο δρόμος είχε αρχίσει να αλλάζει χρώμα, από το μαύρο της ασφάλτου να γίνεται άσπρος, πρώτα άσπρες γραμμές, μετά άσπρα μπαλώματα και ύστερα όλο και μεγαλύτερη επιφάνεια να είναι άσπρη. Ο δρόμος είχε πιάσει χιόνι. Ο οδηγός σταμάτησε καθώς μπροστά τους ο δρόμος άρχισε να παρουσιάζει και μικρά βουναλάκια χιόνι.
-Πρέπει να σταματήσω, είπε ο οδηγός, θα ήταν επικίνδυνο να συνεχίσω. Και για’ μενα και για’ σας.
-Εντάξει μάγκες! φώναξε ο Αλέξης. Φαίνεται ότι θα κάνουμε τον υπόλοιπο δρόμο πεζοί.
Μαζεύτηκαν στην πόρτα του λεωφορείου.
-Μήπως να σας πάρω πίσω; είπε ο οδηγός. Κάτι θα κάνουμε για τη διαμονή σας.
-Μπα, είπε ο Φίλιππος, είναι Παρασκευή, δεν έχουμε σχολείο αύριο. Καλύτερα να πάμε σπίτι.
-Θα χρειαστεί να περπατήσετε.
-Μαθημένοι είμαστε, είπε ο Αλέξης και συμφώνησαν οι υπόλοιποι.
-Εντάξει παιδιά, καλό δρόμο και να προσέχετε, είπε ο οδηγός και άνοιξε την πόρτα του λεωφορείου.
Η διαφορά από τη σχετική ζέστη του λεωφορείου στην κρύα ατμόσφαιρα έξω τους έκανε όλους να κουκουλωθούν καλά με κασκόλ και κουκούλες πριν ξεκινήσουν το δρόμο για το χωριό. Πίσω τους το λεωφορείο έκανε με δυσκολία αναστροφή και έφυγε πίσω από το δρόμο που είχε έρθει.

Ο Μιχάλης σήκωσε το βλέμμα του από το βιβλίο που διάβαζε και κοίταξε έξω τις πυκνές νιφάδες του χιονιού που στροβιλίζονταν με το δυνατό αέρα. Ακούμπησε το βιβλίο στο τραπέζι και πήγε στο λάπτοπ του. Κοίταξε την πρόβλεψη του καιρού και συνοφρυώθηκε. Δεν ήταν απλή καταιγίδα, ήταν μια άγρια χιονοθύελλα και θα έμεναν περισσότερο από όσο υπολόγιζαν εδώ.
Δεν τον πείραζε, είχε πολλά να ασχοληθεί και εδώ όπως είχε και όπου και αν πήγαινε. Άσχετα αν τα περισσότερα βρίσκονταν μέσα σε ένα δωμάτιο και έναν υπολογιστή. Ακόμα και εδώ είχε βρει να ασχοληθεί με κάτι που του είχε τραβήξει την προσοχή και ας είχε γίνει πάνω από εβδομήντα χρόνια πριν. Επέστρεψε στο βιβλίο αλλά δεν πρόλαβε να ξαναρχίσει το διάβασμα. Τον διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα.
-Εμπρός, είπε και κάθισε σε μια καρέκλα.
Η πόρτα άνοιξε και μπήκε η Κλωντίν. Του χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο.
-Καλώς την, είπε ο Μιχάλης, πως από δω;
-Ήθελα να σου μιλήσω, είπε η Γαλλίδα.
-Ακούω.
Την κοίταξε προσεκτικά, η κοπέλα ακτινοβολούσε ευτυχία.
-Ήθελα να σε ευχαριστήσω που σύστησες στον Μαξιμίλιαν να έρθουμε στην αποστολή αυτή. Δεν ξέρω τι έγινε χθες αλλά έβγαλε το καλύτερο σε’ μενα και τον Έρικ, κάναμε έρωτα όλη νύχτα και επιτέλους ομολογήσαμε τι νιώθουμε. Και είναι και η Μαρία.
-Τι η Μαρία;
-Πέρασα σήμερα αρκετές ώρες μαζί της, είναι σαν να απέκτησα την αδερφή που ποτέ δεν είχα. Και τα δύο οφείλονται σε εσένα που μας έφερες εδώ.
-Δεν κάνει τίποτα, και χαίρομαι που συμπαθείς την Μαρία, είσαι το πρότυπο που χρειάζεται.
-Λες ε;
-Ναι, είσαι αυτό που θέλει να γίνει, μπορείς να την εμπνεύσεις σε πολλά πράγματα.
-Μου είπε ότι της υποσχέθηκες ότι θα τη βοηθήσεις και εσύ.
-Πράγματι.
-Θα είναι καλό να φύγει από’ δω και να ανοίξει τα φτερά της, είπε η Κλωντίν. Και γι’ αυτό ήθελα να σε δω, να σε ευχαριστήσω και να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για αυτήν την κοπέλα.

Μυστικά 12

Author: Νυχτερινή Πένα /

-Η φιλοσοφική αντιμετώπιση του Ράσελ ήταν τελείως διαφορετική. Σύμφωνα με το δικό του μοντέλο θεώρησης των πραγμάτων…
Η φιλοσοφία ήταν ανιαρό μάθημα για τον Φίλιππο, ευτυχώς που ήταν μόνο μια φορά την εβδομάδα. Καθόταν στο θρανίο του κοιτώντας τον καθηγητή προσπαθώντας να κρύψει την ανία του. Τον γλίτωσε το ξερό χτύπημα του κουδουνιού που σήμανε το τέλος της σχολικής μέρας.
Σηκώθηκε και άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του. Στο διάδρομο βρήκε να τον περιμένει η Αγγελική.
-Τι θα κάνουμε; τη ρώτησε.
-Κάτσε να μαζευτούν και οι υπόλοιποι και θα δούμε.
Ήταν Παρασκευή και τις Παρασκευές δεν γυρνούσαν νωρίς από το σχολείο, είχαν κάποια φροντιστήρια το απόγευμα και επέστρεφαν με το τελευταίο ΚΤΕΛ. Αυτό ίσχυε για τους οκτώ μαθητές λυκείου και δύο του γυμνασίου. Οι άλλοι δύο του γυμνασίου και οι έξι του δημοτικού θα επέστρεφαν κανονικά το μεσημέρι.
-Πάμε να τους βρούμε.
Βρήκαν τον Ρωμανό με τη Χριστίνα στην αγκαλιά του και τον Αλέξη παραδίπλα στο μεγάλο χολ της εισόδου και περίμεναν να μαζευτούν όλοι.
-Σουβλάκια ή πάμε για Mac Donald;
-Δεν ξέρω, θα πάω μια βόλτα στο πάρκο να ξεθολώσω, είπε η Οφήλια, θα σας δω στο φροντιστήριο μετά.
-Εσείς; είπε ο Αλέξης στον Φίλιππο και την Αγγελική. 
Ο Φίλιππος πήγε να συμφωνήσει αλλά μια διακριτική σπρωξιά από την αδερφή του τον σταμάτησε.
-Θα δούμε, είπε.
Ενώ ο Αλέξης πληροφορούσε τους υπόλοιπους για την πρότασή του ο Φίλιππος στράφηκε στην Αγγελική.
-Τι; Έχεις άλλη ιδέα;
Η Αγγελική ένευσε προς το μέρος της Οφήλια.
-Ε τι συμβαίνει με την Οφήλια;
-Να πάμε μαζί της, είπε η Αγγελική.
-Ας έρθει μαζί μας.
-Φίλιππε! έκανε επιτακτικά αν και χαμηλόφωνα η Αγγελική. Η Οφήλια προφανώς κάνει οικονομία, ξέρω ότι τα οικονομικά τους δεν είναι καλά.
-Κανένα πρόβλημα, είπε ο Φίλιππος, θα την κεράσουμε. Χωρίς να γίνει λόγος…
-Όχι! τον έκοψε η αδερφή του. Άσε την να κρατήσει την στάση που εκείνη θέλει. Εξάλλου είναι μια ευκαιρία για να την δεις χωρίς πολύ κόσμο τριγύρω.
-Σωστό και αυτό.
-Και όταν είστε μαζί θα μπορείς να την προσέχεις και να την φροντίζεις, είπε η Αγγελική με ένα χαμόγελο.
-Μάλλον θα πάω καμιά βόλτα να ξεσκάσω, είπε ο Φίλιππος.

Η Φωτεινή Φούμη ανοιγόκλεισε τα μάτια της συνειδητοποιώντας ότι στεκόταν πάνω από μισή ώρα ακουμπισμένη στο νεροχύτη με το βλέμμα της απλανές στα ντουλάπια και το μυαλό της χαμένο σε σκέψεις. Όσο ήταν τα παιδιά στο σπίτι είχε καταφέρει να κρύψει την ταραχή της αλλά μετά είχε αφεθεί σε έναν κυκεώνα σκέψεων.
Είχε όμως τελικά καταλήξει σε μια απόφαση. Για τα παιδιά της θα ήταν πάντα η αγαπημένη τους μητέρα, αν είχε παίξει σε μια πορνοταινία στα νιάτα της δεν θα είχε καμία σημασία. Ο Στέφανος θα εκπλησσόταν αλλά δεν θα κλόνιζε τη σχέση τους. Εκεί που θα γινόταν σάλος, ο οποίος πιθανότατα θα τους ανάγκαζε και να αλλάξουν τόπο διαμονής, ήταν το χωριό. Δεν θα έπαυαν να το συζητούν και να την κουτσομπολεύουν, να χλευάζουν εκείνη και το Στέφανο και σίγουρα αυτό θα προκαλούσε καυγάδες που μπορεί να έμπλεκαν το σύζυγό της.
Αλλά δεν θα υπέκυπτε σε έναν αισχρό εκβιασμό από τον Ντούντα, ανάθεμα στην ώρα που είχε ανακαλύψει αυτό το μυστικό της! Ξεκίνησε να πάει να τον βρει και να του πει τι είχε αποφασίσει.

-Εντάξει τελειώσαμε, ας τα μεταφέρουμε όλα στα αυτοκίνητα. Μιχάλη, πήγαινε να ενημερώσεις τον δήμαρχο ότι ολοκληρώσαμε και είμαστε έτοιμοι να φύγουμε.
Ο Μιχάλης ένευσε στον Μαξιμίλιαν ότι άκουσε και βγήκε από την εκκλησία με προορισμό το κοινοτικό γραφείο.
-Δεν είναι δήμαρχος, μόνο κοινοτάρχης, είπε με ένα χαμόγελο η Ηρώ.
-Το ίδιο μας κάνει, είπε ο Μαξιμίλιαν γελώντας.
Βγήκαν από την εκκλησία, τώρα το χιόνι σχημάτιζε ένα παχύ στρώμα παντού.
-Μαξιμίλιαν, είπε ο Κρίστιαν, να πάω μπροστά να δω το δρόμο;
-Ναι, είπε ο Μαξιμίλιαν, αλλά να προσέχεις ε; Δυνάμωσε το χιόνι.
-Πάντα.
-Ναι ξέρω.
-Τι δεν οδηγώ εγώ προσεκτικά; Με πληγώνεις!
Ο Κρίστιαν ανέβηκε στη μηχανή και έφυγε γκαζώνοντας στην εθνική οδό μόλις προσπέρασε το ΚΤΕΛ που είχε φέρει τους νεότερους από τους μαθητές πίσω.

Η Φωτεινή χαιρέτησε την Πηνελόπη, την γραμματέα του Ντούντα, και μόνη υπάλληλο στο κοινοτικό γραφείο και μετά τη ρώτησε αν μπορούσε να μιλήσει με τον Ντούντα. Εκείνη σηκώθηκε και πήγε στο γραφείο του και ανήγγειλε την επισκέπτρια. Τα μάτια του κοινοτάρχη έλαμψαν και μετά κρύβοντας τη χαρά του κοίταξε έξω από το παράθυρο.
-Ο καιρός χειροτερεύει, καλύτερα να πας σπίτι Πηνελόπη.
-Ευχαριστώ κύριε πρόεδρε. Καλό απόγευμα.
-Στο καλό, μόλις είσαι έτοιμη να φύγεις πες στην κυρία να περάσει.
-Εντάξει.
Η γραμματέας δεν χρειάστηκε παρά δύο με τρία λεπτά για να μαζέψει το γραφείο της και να πάρει τα πράγματά της, μετά ένευσε στην Φωτεινή να περάσει μέσα.
-Φαντάζομαι ήρθες να μου πεις ότι θα μου πουλήσεις το οικόπεδο.
-Κάθε άλλο, είπε η Φωτεινή, Θα το κρατήσω αυτό το οικόπεδο όσα και να πεις, ό,τι και να κάνεις!
-Αλήθεια; Και η ταινία;
-Η οικογένειά μου θα καταλάβει.
-Ο Στέφανος θα σε κοιτάει με άλλο μάτι σίγουρα. Και θα αναρωτιέται αν σε έχουν γλείψει και άλλοι και…
Η Φωτεινή χαστούκισε τον Ντούντα.
-Άφησέ μας ήσυχους καθίκι, δεν θα υποκύψω στον εκβιασμό.
-Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό, είπε μανιασμένα ο Ντούντας. Τώρα θα πάρω όχι μόνο αυτό που θέλω αλλά και θα σε εξευτελίσω σε όλο το χωριό.

-Έχουμε πρόβλημα, είπε ο Κρίστιαν σταματώντας μπροστά στον Μαξιμίλιαν με ένα εντυπωσιακό φρενάρισμα που αντί για σκόνη σήκωσε ένα σύννεφο από νιφάδες χιονιού. Ο δρόμος άρχισε να κλείνει, δεν θα μπορέσουμε να περάσουμε.
-Αυτό αλλάζει τα σχέδιά μας λίγο, είπε ο Μαξιμίλιαν. Θα πρέπει να παραμείνουμε εδώ. Αφήστε τον εξοπλισμό στα αυτοκίνητα, πάρτε μόνο τα πράγματά σας. Θα γυρίσουμε στον ξενώνα.
-Να ενημερώσουμε τον Μιχάλη, είπε ο Κρίστιαν, τι θα πει στον δήμαρχο.
Ο Μαξιμίλιαν έβγαλε το κινητό από μια τσέπη του μπουφάν που φορούσε και πληκτρολόγησε τον αριθμό του φίλου του ενώ δίπλα του η Ηρώ παρά το κρύο ένιωθε μια πρωτόγνωρη ζεστασιά, δε θα χρειαζόταν να αποχωριστεί ακόμα τον Μαξιμίλιαν.

Μυστικά 11

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Έκτο

-Άννα!
Η Άννα Γαζή – Διγέρη βγήκε από το δωμάτιο της μικρής Αγγελικής.
-Ναι Ανδρέα μου, είπε ήσυχα φοβούμενη μην επισύρει την οργή του ή μην αποφασίσει πάλι να την κακοποιήσει.
-Πάω κάτω στο χωράφι να δω τι κάνουν τα ζώα και μετά θα πάω στο άλλο το μισιακό. Θα σου τηλεφωνήσω να μου φέρεις τα δεμάτια κάτω.
-Εντάξει, είπε η Άννα.
Ο Ανδρέας βγήκε και εκείνη συνέχισε τις δουλειές. Αυτό που είχε ζητήσει ο άνδρας της δεν ήταν δύσκολο, πάντα τον βοηθούσε και με τις δουλειές των χωραφιών. Αναρωτιόταν πότε είχε αλλάξει και γιατί, είχε γίνει πιο βίαιος, πιο απότομος στα πάντα.
Αναστέναξε και πήγε να ετοιμάσει το πλυντήριο για αργότερα. Θα άφηνε να γυρίσουν από τα χωράφια που θα είχαν σίγουρα λερωμένα ρούχα.

Ο Μιχάλης χτύπησε την πόρτα του αρχοντικού της οικογένειας Σκληρού έτοιμος να αντιμετωπίσει την Αδαμαντία Σκληρού και τα σίγουρα δηκτικά σχόλιά της αλλά του άνοιξε η υπηρέτρια.
-Αναζητώ τον σερ Μαξιμίλιαν, της είπε τυπικά, νομίζω είναι εδώ.
Ήταν σίγουρος ότι εκεί θα ήταν αφού δεν ήταν στο δωμάτιό του και δεν ήταν και στην εκκλησία. Η υπηρέτρια τον κάλεσε να την ακολουθήσει και τον οδήγησε στην τραπεζαρία όπου η Ηρώ και ο Μαξιμίλιαν έπαιρναν πρωινό.
-Μιχάλη, είπε ο Μαξιμίλιαν, πως από δω;
-Έχουμε ένα πρόβλημα, είπε ο Μιχάλης, δεν ξέρω αν κοίταξες έξω από το παράθυρο αλλά ρίχνει χιόνι και σύμφωνα με την πρόβλεψη του καιρού οι επιλογές μας είναι δύο. Ή φεύγουμε τώρα ή ολοκληρώνουμε τις εργασίες μας και διακινδυνεύουμε να αποκλειστούμε εδώ.
Ο Μαξιμίλιαν το σκέφθηκε για μια στιγμή.
-Όχι, θα ολοκληρώσουμε την εργασία μας. Αν μετά δεν μπορέσουμε να φύγουμε θα μείνουμε, έχουμε για να πληρώσουμε τον ξενώνα αν μη τι άλλο.
Ο Μιχάλης χαμογέλασε, χαιρέτησε τον Μαξιμίλιαν και την Ηρώ και έφυγε.
-Περίεργος άνθρωπος, σχολίασε η κοκκινομάλλα κοπέλα.
-Είναι αφοσιωμένος σε αυτό που κάνει, ό,τι και αν είναι αυτό που κάνει κάθε φορά.
-Είναι μόνος ε;
-Ναι, είναι. Σε αυτό το θέμα δεν στάθηκε πολύ τυχερός στη ζωή του. Αντίθετα με τον υποφαινόμενο.
Έγειρε και τη φίλησε στα χείλη ενώ η Ηρώ συνειδητοποιούσε τι της είχε πει και μια θέρμη πήγασε από μέσα της που έβαψε τα μάγουλά της κόκκινα.

Ο Μιχάλης επέστρεψε στον ξενώνα και στο δωμάτιό του. Μπήκε και στάθηκε καθώς αντίκριζε την Μαρία ολόγυμνη να στέκεται δίπλα στο κρεβάτι. Η κοπέλα έμεινε το ίδιο έκπληκτη και έψαξε να βρει κάτι να σκεπάσει τη γύμνια της αλλά μετά σταμάτησε.
-Δε θυμάμαι να γδύθηκα άρα εσύ με έγδυσες. Οπότε με έχεις δει ήδη γυμνή και είναι μάταιο τώρα να θέλω να κρυφτώ, είπε μελαγχολικά.
-Ναι, έπρεπε να σε ζεστάνω, είπε ο Μιχάλης και μετά χτύπησε το μέτωπο με το χέρι του. Και πήγα σπίτι σου! Έπρεπε να σκεφθώ να σου φέρω ρούχα. Τι βλακεία.
Η Μαρία γέλασε.
-Δεν πειράζει, θα τηλεφωνήσω στην Ηρώ να μου φέρει.
-Ως τότε σκεπάσου να μην κρυώσεις, είπε ο Μιχάλης και πήγε να καθίσει στο γραφείο.
Η Μαρία χώθηκε στο κρεβάτι πάλι.
-Να σε ρωτήσω κάτι; είπε.
-Τι; ρώτησε ο Μιχάλης κοιτώντας την οθόνη του λάπτοπ που είχε ανοιχτό μπροστά του.
-Κάναμε έρωτα;
-Όχι, είπε ξαφνιασμένος ο Μιχάλης, πως το σκέφθηκες αυτό;
-Θυμάμαι αμυδρά να μου τρίβεις τα πόδια και να αναρωτιέμαι αν θα ανέβεις πιο πάνω. Είχα νιώσει πάλι κάτι να… πώς να το πω…
Η κοπέλα σταμάτησε και χαμογέλασε, αλλά ήταν ένα χαμόγελο πικρίας.
-Ακόμα και γυμνή στα χέρια ενός άνδρα…
-Θες να μου πεις τι έγινε και κατέληξες στο γεφύρι αλλόφρων;
Η Μαρία τον κοίταξε. Ντρεπόταν για το πώς είχε βρεθεί σε αυτήν την κατάσταση και το πώς εκείνη τη στιγμή είχε τόσο πολύ χαθεί στην αποδοκιμασία της μάνας της ώστε να μη σκέφτεται καθαρά. Αλλά ο άνδρας αυτός την είχε σώσει και από την αρχή της γνωριμίας τους της είχε φερθεί με εκτίμηση και αξιοπρέπεια.
-Χθες το βράδυ μετά το δείπνο ένιωθα τελείως παράξενα, αλλόκοτα…. δεν ξέρω πώς να το περιγράψω. Ήμουν σε υπερδιέγερση και κατέληξα να χαϊδεύομαι.
Η Μαρία κοκκίνισε αλλά ο Μιχάλης την άκουγε χωρίς κανένα σχόλιο και πήρε το θάρρος να συνεχίσει.
-Ήταν τόσο ευχάριστη η αίσθηση που δεν μπορούσα να σταματήσω και έφτασα σε οργασμό. Μπορεί τεχνικά να μην είμαι αλλά στην πράξη είμαι παρθένα, ήταν μια αίσθηση που δεν είχα ξανανιώσει και δεν μπόρεσα να κρατηθώ, βόγκηξα. Με άκουσε η μητέρα μου και μπήκε. Με έβρισε και με έδιωξε από το σπίτι.
-Καλά σίγουρα την σόκαρες, είναι παλαιών αρχών και το βρήκε άκρως πρόστυχο αυτό που έκανες. Αλλά όχι να σε διώξει, έπρεπε να μιλήσετε.
-Μου είπε να πάω να χαθώ… Έτσι αποφάσισα να δώσω ένα τέλος. Αν δεν ήσουν εσύ θα ήμουν νεκρή.
-Χαίρομαι που ήμουν εκεί.
Η Μαρία πρόσεξε το χέρι του με τον επίδεσμο και ρώτησε:
-Αυτό πως το έπαθες; Δεν το είχες χθες.
-Αυτή ήταν η δική μου περιπέτεια της νύχτας αλλά σε αυτήν χρωστάς τη ζωή σου, δεν θα ήμουν εκεί για να σε σώσω αν δεν είχε συμβεί πρώτα αυτή.
-Σε ευχαριστώ που δεν με άφησες να πέσω. Και που μου φέρθηκες τόσο καλά.
-Δεν χρειάζεται, είπε ο Μιχάλης, έκανα αυτό που έπρεπε.
-Είσαι καλός άνθρωπος, είπε η Μαρία, μακάρι να είχα κάποιον πιο πριν στη ζωή μου σαν εσένα, θα ήταν διαφορετικά.
-Ποτέ δεν είναι αργά για να φτιάξεις τη ζωή σου, να αλλάξεις ό,τι δεν σου αρέσει. Θέλω να σκεφθείς τι θέλεις να κάνεις και θα σε βοηθήσουμε κ’ εμείς. Αγγλικά ξέρεις;
-Ναι ξέρω.
-Ωραία, χρήσιμο αυτό.
-Μου επιτρέπεις να σε ρωτήσω κάτι;
-Ελεύθερα.
-Χθες είπες ότι είχε αίμα στα χέρια σου και δεν ήθελες άλλο; Ποιου αίμα;
-Πριν από πολλά χρόνια άφησα έναν άνθρωπο ονόματι Μανώλη Στάμο να τον φάνε οι λύκοι.
-Δεν θα μπορούσε να ξεφύγει;
-Όχι, τον είχα πυροβολήσει στα χέρια και στα πόδια. Εξάλλου η μυρωδιά από το αίμα ήταν που τους τράβηξε εκεί.
Η Μαρία ανατρίχιασε σύγκορμη αλλά η φωνή της ήταν σταθερή όταν ρώτησε. Τον κοίταζε στα μάτια.
-Ήταν ένας πρώτης τάξεως παλιάνθρωπος, ανακατεμένος σε πολλά. Σκότωσε στο τέλος την κοπέλα που αγαπούσα.
-Ω λυπάμαι, λυπάμαι πολύ! φώναξε η Μαρία και ξεχνώντας ότι ήταν γυμνή τινάχθηκε όρθια από το κρεβάτι για να πάει κοντά του. Συγνώμη που σου το θύμισα.
Ο Μιχάλης την κοίταξε.
-Έχει περάσει καιρός, είπε απλά και σηκώθηκε. Πρέπει να φροντίσουμε για τα ρούχα σου.
Η Μαρία τον κοίταξε προσεκτικά.
-Θα μπορούσες να είσαι κυνικός, μετά από αυτό που σου έτυχε, μισάνθρωπος. Θα μπορούσες να αδιαφορήσεις και να με αφήσεις να πέσω. Αλλά δεν το έκανες. Σε ευχαριστώ πολύ.
Τον αγκάλιασε. Ήταν ζεστή από τα σκεπάσματα και το δέρμα της απαλό. Ο Μιχάλης έκανε να τραβηχτεί αλλά η Μαρία δεν τον άφησε. Της άρεσε στην αγκαλιά του, ένιωθε ασφαλής, σίγουρη. Πίεσε το σώμα της πάνω του, έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του. Ένιωσε το σώμα του να αντιδρά.
-Συγνώμη, ψέλλισε ο Μιχάλης.
-Γιατί; Επειδή είσαι άνδρας και αντιδράς σαν φυσιολογικός άνδρας.
Ο Μιχάλης της άφησε και έκανε πίσω.
-Είσαι συναισθηματικά φορτισμένη, δεν είναι μια απόφαση που πρέπει να πάρεις τώρα.
-Είσαι αλήθεια πολύ ασυνήθιστος άνθρωπος, είπε η Μαρία.
-Μου το λένε αυτό συχνά αν και για άλλους λόγους, είπε ο Μιχάλης, τηλεφώνησε στην αδερφή σου να σου φέρει ρούχα. Αν δεν θέλεις να αντιμετωπίσεις τη μητέρα σου ακόμη είσαι ελεύθερη να παραμείνεις εδώ όσο θέλεις. Αν δεν σε πειράζει να μείνεις λίγο μόνη, πρέπει να πάω να συνεχίσω τη δουλειά μου.
-Θα είμαι εντάξει, είπε η κοπέλα.
Ο Μιχάλης την άφησε και βγήκε.

Μυστικά 10

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Αλέξης άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε το ταβάνι συνειδητοποιώντας ότι δεν ήταν στο δωμάτιό του και αμέσως μετά ότι ήταν ολόγυμνος. Τα γεγονότα της νύχτας ήρθαν στο μυαλό του. Είχε περάσει μερικές ώρες οργιαστικού έρωτα με την Εύη, πρώτα στο χαλί μπροστά στο τζάκι και μετά στο μεγάλο διπλό της κρεβάτι. Δίπλα του η Εύη κοιμόταν, η θέα του γυμνού της κορμιού του έφερε την επιθυμία για μια ακόμα σεξουαλική επαφή αλλά κοίταξε το ρολόι του. Δεν προλάβαινε τώρα, έπρεπε να πάει από το σπίτι και να ετοιμαστεί για το σχολείο.
Η Εύη άνοιξε τα μάτια της, τον κοίταξε και χαμογέλασε.
-Καλημέρα, τι ώρα είναι; ρώτησε με φωνή βραχνή από τον ύπνο.
-Επτάμιση, είπε ο Αλέξης. Πρέπει να ετοιμαστώ. Κοιμήσου εσύ πάλι.
-Θα το κάνω, άργησε λίγο να με πάρει ο ύπνος. Ήμουν σε υπερδιέγερση μετά από την βραδιά μας.
-Ήταν ωραία, είπε ο Αλέξης και σηκώθηκε.
-Έλα πάλι το βράδυ, είπε η Εύη, αύριο δεν έχετε σχολείο.
-Άμα μπορώ να ξεγλιστρήσω, χθες ήταν το γλέντι.
-Καλά χθες δεν είμασταν οι μόνοι που το ευχαριστηθήκαμε, σχολίασε η Εύη, δεν θυμάμαι ποιοι από τους ξένους μας μένουν από κάτω αλλά η κοπελιά έπιασε μια κρυστάλλινη κραυγή στο τελείωμα που θα την ζήλευαν και πριμαντόνες της λυρικής.
-Ναι ε;
-Ναι, καθαρό σαν κρύσταλλο.
-Θα πέρασε καλά.
Ο Αλέξης ήταν ντυμένος τώρα. Έσκυψε και φίλησε την Εύη και βγήκε βιαστικός. Κοντοστάθηκε μόλις βγήκε. Χιόνιζε για τα καλά και σε πολλά σημεία είχε πιάσει χιόνι.
-Να και το πρώτο χιόνι της χρονιάς, μονολόγησε κατευθυνόμενος προς το σπίτι του.

Η Ηρώ άνοιξε τα μάτια της κι βρήκε τον Μαξιμίλιαν να την κοιτάζει.
-Καλημέρα, του είπε. Έχεις πολλή ώρα που ξύπνησες;
-Κάμποση.
-Έπρεπε να με ξυπνήσεις.
-Και να χάσω το θέαμα αυτής της γλυκιάς γαλήνης του προσώπου σου στον ύπνο; Θα μπορούσα να το κοιτώ με τις ώρες.
-Αλήθεια; είπε η Ηρώ και ανασηκώθηκε ακουμπώντας στον αγκώνα της.
-Αλήθεια, είναι πολύ όμορφο, πολύ γλυκό.
Τη φίλησε απαλά στα χείλη.
-Θα σου έφερνα πρωινό στο κρεβάτι αλλά θα σκανδάλιζα τους πάντες, είπε αναστενάζοντας εκείνη, οπότε θα πρέπει να πάμε στην τραπεζαρία.
-Όποτε θες, είπε ο Μαξιμίλιαν.

Ο Αλέξης έφτασε στο σπίτι και άνοιξε την πόρτα περιμένοντας τις επιπλήξεις για το ότι είχε περάσει τη νύχτα έξω από το σπίτι. Αντί των φωνών όμως τον υποδέχθηκε μια σχεδόν απόλυτη ησυχία και παραξενευμένος προχώρησε προς την μεριά που ήταν οι κρεβατοκάμαρες.
Ανακάλυψε κατάπληκτος πως οι γονείς του κοιμούνταν ακόμα και από όσο μπορούσε να δει ήταν γυμνοί, γυμνοί το καταχείμωνο; Τι στο καλό; Αναρωτήθηκε αν είχε επιστρέψει η αδερφή του και έτσι μπήκε στο δωμάτιό της και απέστρεψε το βλέμμα του αμέσως γιατί δεν μπορούσε να είχε πετύχει χειρότερη στιγμή, εκείνη ακριβώς τη στιγμή η Χριστίνα έριχνε από πάνω της το μπουρνούζι με το οποίο είχε βγει από το μπάνιο.
-Νόμιζα ότι ήμουν μόνη, είπε η κοπέλα, πότε ήρθες;
-Μόλις.
-Και μπήκες τελείως αθόρυβα.
-Περίμενα φασαρίες που έλειπα όλη νύχτα, δεν περίμενα ότι θα κοιμούνταν. Έχεις ώρα που ήρθες εσύ;
-Λίγη, δεν με πήραν χαμπάρι, κοιμούνται βαθιά.
-Και γυμνοί. Ρε τρελάθηκε ο κόσμος.
-Τι θα πεις αν σου πω ότι τα ρούχα τους είναι όλα στο πάτωμα κουβάρι; Εντάξει μπορείς να κοιτάξεις.
Ο Αλέξης γύρισε. Η αδερφή του είχε φορέσει εσώρουχα και μια φανέλα και τώρα φορούσε το παντελόνι της.
-Νομίζω ότι οι γονείς μας ξεσαλώσανε τη νύχτα, αν ήταν πιο μικροί θα έλεγα να περιμένουμε αδερφάκι.
-Και μεις το ίδιο δεν κάναμε; Λες να τρελαινόμαστε οικογενειακά;
-Για εκείνους δεν ξέρω αλλά εμείς μάλλον κάναμε κάτι απολύτως φυσιολογικό, είπε η Χριστίνα. Αλλά εσύ με ποια κοιμήθηκες; Αφού δεν έχεις σχέση!
-Ε αυτά ένας κύριος δεν τα αποκαλύπτει! είπε γελώντας ο Αλέξης. Ντύσου καλά, έριξε λίγο χιόνι.

-Μικρή ντύσου καλά, έχει ψιλοχιονίσει έξω, είπε ο Φίλιππος κοιτώντας έξω από το παράθυρο του δωματίου του.
Γύρισε προς τα μέσα, έτοιμος να πάρει την τσάντα του και να φύγει, και το βλέμμα του στάθηκε στις αφίσες του. Ήταν περίεργο αλλά μπορούσε άνετα να φανταστεί την Νάντια Χαράμη ημίγυμνη με την πόρσε ενώ δεν μπορούσε να την φανταστεί στο ρομαντικό ενσταντανέ της δεύτερης. Αντίθετα σε εκείνη τη θέση μπορούσε να σκεφθεί την Οφήλια την οποία θεωρούσε χυδαίο και να σκεφθεί στην πρώτη.
Κούνησε το κεφάλι του και πήγε να συναντήσει την αδερφή του. Κατηφόρισαν στην στάση του λεωφορείου και βρήκαν τους υπόλοιπους να τους περιμένουν, σήμερα είχαν φτάσει τελευταίοι. Κοίταξε την Οφήλια, με την κουκούλα του μπουφάν να σκεπάζει το κεφάλι της έμοιαζε πιο ευάλωτη, ενώ μερικές μπούκλες ανέμιζαν στον άνεμο και γέμιζαν με νιφάδες χιονιού που παρέσερνε. Αν μη τι άλλο ήταν όμορφη σαν άγγελος.

Ο Μιχάλης σήκωσε το βλέμμα του από το βιβλίο του και κοίταξε έξω, το χιόνι ήταν αραιό αλλά σίγουρα δεν ήταν στην πρόβλεψη του καιρού ως χθες. Πήγε στο λάπτοπ του και επέλεξε ένα εικονίδιο. Πληκτρολόγησε το όνομα του χωριού και τον ταχυδρομικό του κώδικα και κοίταξε τον πίνακα που εμφανίστηκε. Συνοφρυώθηκε, ο καιρός θα χειροτέρευε.
Άνοιξε τον browser και έγραψε μια διεύθυνση. Ήταν ένα μετεωρολογικό σάιτ. Κοίταξε τα βαρομετρικά και κούνησε το κεφάλι του. Δεν ήταν απλή καταιγίδα αυτό που ερχόταν, θα ήταν η καταιγίδα με Κ κεφαλαίο. Έπρεπε να μιλήσει με τον Μαξιμίλιαν.
Έριξε μια ματιά στην Μαρία, η κοπέλα κοιμόταν ακόμη, μπορούσε να την αφήσει μόνη της. Πήρε το μπαστούνι του και ξεκίνησε να βρει τον φίλο και αρχηγό του.