Όλοι Οι Δρόμοι Οδηγούν Στην Αγάπη - 5

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο 5


Ο Αλέξανδρος δεν άργησε να φέρει σε πέρας τη δουλειά του στην εταιρία και να πάρει και πάλι το δρόμο για την πανεπιστημιούπολη. Ήθελε να προφτάσει να φτάσει στο σπίτι της αδελφότητας πριν τον Μιχάλη. Η Νιόβη του είχε πει ότι ο φίλος του δεν είχε ακόμη φτάσει. Ήταν στο δρόμο όταν κουδούνισε το κινητό του.
-Ναι, είπε έχοντας το νου του στο δρόμο και μην έχοντας προλάβει να κοιτάξει τον αριθμό του καλούντος στην οθόνη.
-Θα βρεθούμε το βράδυ; ρώτησε η απαλή φωνή της Σιμόν.
-Σίγουρα, που θες να βρεθούμε;
-Ξέρεις το Τριστάνο’ς;
-Ναι, είπε ο Αλέξανδρος.
-Ωραία θα βρεθούμε εκεί. Εννιά είναι καλά;
-Μια χαρά.
-Θα κάνω την κράτηση εγώ, είπε η Σιμόν και πρόσθεσε, ανυπομονώ να σε δω.
Ασυναίσθητα ο Αλέξανδρος πάτησε το γκάζι επιταχύνοντας. Σχεδίαζε ήδη στο μυαλό του την αποψινή βραδιά. Την ονειροπόλησή του διέκοψε το κινητό του.
-Ναι, είπε.
-Γεια σου αγάπη μου, επέστρεψα.
Η Ρεμπέκα! Την είχε ξεχάσει εκείνη.
-Γεια σου Μπέκι, ήταν καλό το ταξίδι σου;
-Μια χαρά, πότε θα σε δω; Δουλεύεις και σήμερα;
-Έχω κάποιες δουλειές, τώρα πάω στη Νιόβη και θα λείψω και το βράδυ.
-Θα λείψεις το βράδυ; είπε η Ρεμπέκα ναζιάρικα. Μπορώ να σε δω τώρα; Να’ ρθω στην αδελφότητα της αδερφής σου;
Ο Αλέξανδρος σκέφθηκε την πιθανότητα αυτή. Σίγουρα είχε το πλεονέκτημα πως θα ικανοποιούσε την Μπέκι και θα του άφηνε το βράδυ ελεύθερο. Θα φερόταν όμως καλά η Ρεμπέκα ή θα έκανε τίποτα απρεπές αν της δινόταν η ευκαιρία όπως αντιπαθούσε την Νιόβη; Η αδερφή του αντιθέτως φερόταν πάντα με τον καλύτερο τρόπο στην Ρεμπέκα.
-Εντάξει, έλα, είπε.
Φτάνοντας στο σπίτι της αδελφότητας  ο Αλέξανδρος πάρκαρε και διαπίστωσε ότι εκείνη την ώρα ερχόταν και ο φίλος του.
-Έχασες το δρόμο; τον πείραξε βγαίνοντας από το αυτοκίνητο.
-Όχι, πήγα στην πρυτανεία τακτοποίησα τα χαρτιά μου, έμαθα ότι ο Ράινχαρτ απουσιάζει στην Ευρώπη και έχω την έγκρισή του να κάνω παράδοση τη Δευτέρα και ερχόμενος εδώ έπαιξα μια καλή παρτίδα σκάκι που φυσικά κέρδισα.
-Σκάκι;
-Ένας αγώνας σιμουλτανέ, είπε ο Μιχάλης και εξήγησε στον φίλο του πως είχε αντιμετωπίσει τον Πάνκχερστ.
-Τον έκανες εχθρό , είπε ο Αλέξανδρος, ας είναι. Πάμε να σου γνωρίσω τη Νιόβη και τους φίλους της. Τα πράγματά σου τα παίρνουμε μετά.
Δεν πρόλαβαν να προχωρήσουν προς το σπίτι μιας και κατέφτασε η Ρεμπέκα που ρίχτηκε πάνω στον Αλέξανδρο και άρχισε να τον φιλάει.
-Εντάξει, Μπέκι, είπε εκείνος.
-Μου έλειψες, του είπε ναζιάρικα.
Υψώνοντας το βλέμμα στον ασυννέφιαστο ουρανό ο Αλέξανδρος την πήρε και πλησίασε τον Μιχάλη που είχε διακριτικά απομακρυνθεί.
-Να σου συστήσω το φίλο μου που ήρθε από την Ευρώπη, είπε στην Ρεμπέκα.
Έκανε τις συστάσεις και εκείνη έτεινε το χέρι της στον Μιχάλη σαν αριστοκράτισσα κυρία της Βικτωριανής εποχής. Εκείνος απτόητος το έπιασε απαλά και το φίλησε σαν να ήταν κάτι που συνηθιζόταν το χειροφίλημα.
-Η Μπέκι παίζει, είπε ο Αλέξανδρος. Αλλά σίγουρα σε συμπάθησε.
-Να μου λείπει.
Η στιχομυθία αυτή ειπωμένη στην μητρική τους γλώσσα ήταν ακατανόητη για την Ρεμπέκα που τους ακολούθησε καθώς πήγαιναν προς το σπίτι. Ο Αλέξανδρος χτύπησε το κουδούνι και τους άνοιξε η Νιόβη. Ο αδερφός της έκανε τις συστάσεις.
-Χαίρω πολύ, είπε η κοπέλα τείνοντας το χέρι ης στο Μιχάλη. Της φάνηκε πως το σκέφτηκε αν θα της έδινε το χέρι του αλλά κατάλαβε πως ήταν ο χρόνος που χρειάστηκε για να αλλάξει χέρι στο μπαστούνι. Της έσφιξε το χέρι σε μια ζεστή χειραψία.
Μπήκαν μέσα και η Νιόβη έπιασε να τον συστήσει στους υπόλοιπους. Ο Μιχάλης συζητούσε για λίγο με τον καθένα θέλοντας να τους γνωρίσει, ειδικά εκείνους που θα είχε στα μαθήματα που θα έκανε όπως ήταν ο Μαξιμίλιαν.

Μετά τον καφέ περπάτησαν και πάλι στο δάσος διηγούμενοι ο ένας στον άλλο ιστορίες από τα παιδικά και σχολικά τους χρόνια. Στρυφνοί καθηγητές, παλιοί συμμαθητές και αγαπημένες αναμνήσεις ξαναζωντάνευαν μέσα από τις ιστορίες τους. Γελούσαν με την καρδιά τους και  γνώριζαν ο ένας τον άλλο μαθαίνοντας για το παρελθόν και τις εμπειρίες που είχαν αποκομίσει απ’ αυτό.
Η Κέητ αισθανόταν πραγματικά ευτυχισμένη, Ένιωθε ελεύθερη να μιλήσει με τον Άνταμ χωρίς να φοβάται την απόρριψη ή την ειρωνεία, αυτό που είχε νιώσει από την αρχή της γνωριμίας της μαζί του έβγαινε αληθινό. Αναρωτιόταν αν σκεφτόταν και ο ίδιος τόσο καλά για εκείνη. Πόσο θα ήθελε να το ξέρει αυτό!
Έφτασαν σε ένα σημείο όπου μια κατολίσθηση είχε δημιουργήσει έναν φυσικό εξώστη που έβλεπε στη θάλασσα. Το αεράκι, πιο δυνατό εδώ ανέμισε τα μαλλιά της κοπέλας. Ο Άνταμ την κοίταξε όπως αγνάντευε τη θάλασσα και με δυσκολία συγκράτησε τον εαυτό του από το να απλώσει το χέρι του και να τα χαϊδέψει. Θύμισε στον εαυτό του πως η Κέητ μπορεί να ήταν φίλη αλλά δεν του είχε δώσει καμία ένδειξη ότι τον έβλεπε σαν κάτι πολύ περισσότερο από έναν φίλο και συμφοιτητή.
-Είναι πολύ όμορφη η θάλασσα, είπε η Κέητ. Ξέρεις δεν έχω μπει ποτέ μου. Ξέρω κολύμπι αλλά δεν έχω κολυμπήσει ποτέ στη θάλασσα, μόνο σε κολυμβητήριο.
-Λογικό για κάποια που μεγάλωσε σε μια πολιτεία πάνω από χίλια μίλια μακριά από τη θάλασσα. Τώρα πια ο καιρός δεν είναι για μπάνιο στη θάλασσα οπότε υπομονή ως το καλοκαίρι.
-Σίγουρα, δεν θα φύγω για διακοπές αν δεν το κάνω.
Ο Άνταμ κοίταξε το ρολόι του.
-Θες να πάμε για φαγητό μόνοι μας ή να πάμε πίσω να φάμε μαζί με τους υπόλοιπους;
-Δεν ξέρω, είπε, ό, τι θέλεις εσύ.

Μαζεύτηκαν στο μεγάλο δωμάτιο του ισογείου που τους χωρούσε άνετα για να μιλήσουν για τον μαραθώνιο. Εξήγησαν στον νεοφερμένο το κλίμα που είχε δημιουργηθεί εξ’ αιτίας της συμπεριφοράς του Πάνκχερστ και της παρέας του και τα αντικείμενα του μαραθωνίου.
-Η μεγαλύτερη μας έλλειψη είναι στο θεατρικό, είπε η Νιόβη, δεν έχουμε έργο αν και έχουμε θέατρο και σκηνοθέτη.
Ο Αλέξανδρος που καθόταν ακριβώς δίπλα στον Μιχάλη γύρισε και τον κοίταξε.
-Εσύ γράφεις, είπε, θα με εξέπληττε αν δεν είχες κάτι για την  περίσταση.
-Υπάρχει κάτι που δούλεψα στο αεροπλάνο για εδώ αλλά δεν είναι έτοιμο, Έχω γράψει το έργο αλλά μένουν κάποια πράγματα που εξαρτώνται από τη σκηνή και τη διαρρύθμισή της καθώς και από τα άτομα που θα παίξουν. Υπάρχουν κάποιοι δευτερεύοντες ρόλοι που μπορούν να περισκοπούνε ή να επεκταθούν αναλόγως με τα διαθέσιμα άτομα.
-Άρα πρέπει να το κανονίσουμε, είπε η Νιόβη, και να μιλήσεις και με τον Τόμας τον σκηνοθέτη μας.
Η Νιόβη πρόφερε το όνομα του Τόμας με θέρμη αλλά οι υπόλοιποι δεν έδειξαν να το προσέχουν.
-Αύριο ίσως; πρότεινε ο Μιχάλης προσθέτοντας, δεν είδατε όμως ακόμα το έργο μου.
-Εμπιστεύομαι την κρίση του αδερφού μου, αποκρίθηκε η Νιόβη.
Η Ρεμπέκα έκανε μια γκριμάτσα που όμως δεν πρόλαβε να δει κανείς.
-Ωραία, είπε ο Μιχάλης, ποιοι θα λάβουν μέρος στην παράσταση;
Του απάντησαν εν χορώ και ο Μαξιμίλιαν πρόσθεσε στα ονόματα:
-Και ο Άνταμ με την Κέητ.
-Ποιος;
-Δεν τους γνώρισες ακόμα, εξήγησε ο Μαξιμίλιαν, έχουν πάει μια βόλτα στο Μπίτσγουντ. Θα πρέπει να τους πάρω ένα τηλέφωνο να επιστρέψουν.
-Πάρε το δικό μου, του πρότεινε ο Μιχάλης καθώς ο Μαξιμίλιαν έκανε να σηκωθεί.
Ο νεαρός μεταπτυχιακός φοιτητής το πήρε και τηλεφώνησε στον καλύτερο φίλο του.

Το κουδούνισμα του κινητού διέκοψε τη συζήτηση του Άνταμ με την Κέητ και ο Άνταμ το έβγαλε από την τσέπη του για να απαντήσει. Η Κέητ κοίταζε και πάλι τη θάλασσα και εκείνος όσο μιλούσε με τον Μαξιμίλιαν δεν πήρε τα μάτια του από πάνω της. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο της είπε:
-Το θέμα αποφασίστηκε για’ μας. Θέλουν να επιστρέψουμε για να συμμετάσχουμε στα σχέδια για το θεατρικό.
-Εντάξει, είπε η Κέητ.
-Αν θες, μπορούμε να έλθουμε ξανά κάποια στιγμή, το επόμενο Σαββατοκύριακο ίσως.
Η απάντηση της Κέητ ήταν αυθόρμητη και ήρθε αμέσως:
-Θα το ήθελα πολύ.
Επέστρεψαν στο σπίτι της αδελφότητας όπου βρήκαν τους υπόλοιπους να έχουν μετακινηθεί στην κουζίνα όπου συζητούσαν γύρω από το τραπέζι για το θεατρικό μαζί με την μόλις σηκωμένη από το κρεβάτι Άλεξ. Η τελευταία καθόταν μάλιστα πάνω στον πάγκο της κουζίνας μιας και δεν είχαν άλλη θέση ελεύθερη και οι δυο νεοφερμένοι την μιμήθηκαν.
Ο Μιχάλης τους είχε μιλήσει λίγο για το έργο και τώρα συζητούσαν τη διανομή των ρόλων. Οι υπόλοιποι που δεν συμμετείχαν στο έργο παρέμβαιναν στη συζήτηση με πειράγματα και τα πιο ευφάνταστα σχόλια.
Η Ρεμπέκα που καθόταν ανάμεσα στον Αλέξανδρο και τον Μιχάλη σηκώθηκε και αφού ψιθύρισε κάτι στον πρώτο στράφηκε προς τον δεύτερο:
-Συγνώμη να περάσω;
Ο Μιχάλης σηκώθηκε για να περάσει η Ρεμπέκα που στριμώχτηκε ανάμεσα σ’ εκείνον και τον τοίχο για να περάσει. Ενώ ξανακαθόταν ο Μιχάλης είπε στην Νιόβη:
-Φυσικά τίποτα δεν είναι κανονισμένο μέχρι να μιλήσουμε με το σκηνοθέτη. Τόμας τον είπες αν δεν κάνω λάθος.
-Ναι, είπε η κοπέλα. Θα του τηλεφωνήσω απόψε.
-Ωραία.
Η Ρεμπέκα επέστρεψε και στριμώχτηκε ανάμεσα στον Αλέξανδρο και τον Μιχάλη. Καθώς οι υπόλοιποι συζητούσαν και ο Μιχάλης κοίταζε τις σημειώσεις που είχε μπροστά του, η Ρεμπέκα έσκυψε προς το μέρος του:
-Συγνώμη, μου δίνεις το μπουκάλι με το νερό;
Ο Μιχάλης ανέβλεψε για να βρεθεί σε απόσταση αναπνοής από’ κείνη. Της έδωσε το μπουκάλι και στράφηκε πάλι στις σημειώσεις του. Η Ρεμπέκα έριξε μια λοξή ματιά στον Αλέξανδρο που εξηγούσε στη Νιόβη τη συμφωνία για το θέατρο που τους είχε βρει και μετά έκανε την κίνηση της. Ο Μιχάλης είχε το αριστερό χέρι του, αυτό προς την πλευρά της, ακουμπισμένο στο μπαστούνι του. Η Ρεμπέκα χάιδεψε το χέρι του προχωρώντας προς τον καρπό του. Εκείνος γύρισε και την κοίταξε, αν το βλέμμα μπορούσε να σκοτώσει θα είχε πέσει νεκρή κεραυνοβολημένη από την ψυχρότητά του. Δεν της είπε τίποτα, απλά σηκώθηκε με τους άλλους καθώς αυτή η πρώτη τους σύσκεψη λάμβανε τέλος.
-Δεν σου βρήκαμε δωμάτιο, είπε ο Μαξιμίλιαν.
-Θα μπορούσε να πάρει το δωμάτιο δίπλα στο μεγάλο, εκείνο που δεν χρησιμοποιείται, είπε η Κέητ. Δεν θα έχει και τη σκάλα... Σταμάτησε κοκκινίζοντας.
-Ευχαριστώ, της είπε ο Μιχάλης, πολύ ευγενική σκέψη.
-Είναι λίγο μικρό είπε η Νιόβη, αλλά αν θες μπορείς να μείνεις εκεί.

Καθώς το τηλέφωνο καλούσε η Νιόβη άλλαξε χέρι και σκούπισε την ιδρωμένη παλάμη της στο τζιν της. Ποτέ δεν είχε νιώσει τόσο νευρική κάνοντας ένα τηλεφώνημα. «Ηρέμησε, είπε στον εαυτό της, κάνεις σαν κοριτσάκι στο πρώτο του ραντεβού.»
-Ναι; μια γυναικεία φωνή απάντησε στο τηλέφωνο.
-Τον Τόμας θα ήθελα.
«Ποια ήταν αυτή; Ο Τόμας ήταν από το Κοννέκτικατ και έμενε μόνος εδώ στη Βοστώνη. Άρα αυτή ήταν....» Ένιωσε ένα τσίμπημα ζήλιας.
-Ναι, η φωνή του Τόμας ακούστηκε κάπως λαχανιασμένη.
-Καλησπέρα, ελπίζω να μην ενοχλώ.
-Νιόβη! Όχι δεν ενοχλείς. Πες μου.
-Έχουμε ένα έργο, ξέρεις για το θεατρικό μας. Θέλουμε να το συζητήσουμε, πότε θα μπορούσες να έρθεις από’ δω;
Ακολούθησε μια μικρή παύση και μετά ο Τόμας είπε:
-Αύριο το πρωί, κατά τις έντεκα.
-Θα τα πούμε το πρωί τότε.
Η Νιόβη έκλεισε το τηλέφωνο και άρχισε να γελάει, Ένιωθε ευτυχισμένη και δεν ήταν μόνο γιατί προχωρούσαν με το θεατρικό τους.

Το δωμάτιο ήταν σχετικά μικρό αλλά περιλάμβανε ένα διπλό κρεβάτι - κάτι που το έκανε να δείχνει πιο μικρό - ένα κομοδίνο και μια ντουλάπα. Ο Μιχάλης όμως το βρήκε υπεραρκετό και βάλθηκε να τακτοποιήσει τα ρούχα και τα υπόλοιπα πράγματά του, διαδικασία που δεν πήρε πολύ να ολοκληρωθεί.
-Δεν έχεις γραφείο εσύ, είπε ο Αλέξανδρος αλλά μπορείς να χρησιμοποιείς αυτό στο κοινό δωμάτιο.
-Εντάξει, μην ανησυχείς θα βολευτώ, είπε ο Μιχάλης.
-Εντάξει θα τα πούμε το πρωί.
-Αλέξανδρε, είπε ο Μιχάλης, πρέπει να μιλήσουμε.
Ο τόνος της φωνής του φίλου του έκανε τον Αλέξανδρο να συνοφρυωθεί. Ο Μιχάλης δεν ήταν από εκείνους που αστειεύονται πολύ και ήταν σοβαρός αλλά ο τόνος του τώρα ήταν παραπάνω από σοβαρός, κάτι σαν προάγγελος κακής ειδήσεως.
-Τι τρέχει;
-Πρέπει να μιλήσουμε.
-Σ’ ακούω, είπε ο Αλέξανδρος.
-Είναι δύσκολο αυτό που πρέπει να σου πω, είπε ο Μιχάλης , γι’ αυτό θα στο πω μια κ’ έξω. Η Ρεμπέκα... Μου την έπεσε, είναι η κοινώς λεγόμενη έκφραση.
Ο Αλέξανδρος γέλασε ανακουφισμένος.
-Αυτό ήταν;
-Τι εννοείς;
-Περίμενα κάτι πιο σοβαρό φίλε μου.
-Αυτό δεν είναι σοβαρό;
-Όχι. Και ήταν αναμενόμενο ξέρεις.
-Γιατί;
-Το 99 % των ανδρών που συναντούν τη Ρεμπέκα, εμού μη εξαιρουμένου, το πρώτο που προσέχουν είναι το κορμί της - για να το θέσω ήπια - και μετά οτιδήποτε άλλο. Εσύ όταν σου την σύστησα, δεν το έκανες. Ξέρεις πόσο θα την εντυπωσίασε αυτό; Και σου την έπεσε.
Ο Μιχάλης έκατσε στο κρεβάτι του και έτριψε το γόνατο του αριστερού ποδιού ενώ έλεγε:
-Μου την έπεσε επειδή δεν έκανα κάτι που το θεωρώ προσβλητικό για την προσωπικότητα της κάθε κοπέλας;
-Σου την έπεσε για να σε δει να υποκύπτεις στη γοητεία της. Κάνε το.
-Δεν σ’ ενοχλεί καθόλου το γεγονός;
-Καθόλου, η σχέση μου με την Ρεμπέκα βασίζεται σε άλλη βάση. Είναι μαζί μου γιατί είμαι αυτός που είμαι. Είμαι μαζί της γιατί κάνει καλό κρεβάτι.
-Αλέξανδρε! Έκανε αυστηρά ο Μιχάλης.
-Ξέχασα, ξέχασα έκανε απολογητικά ο Αλέξανδρος. Εσύ πιστεύεις ακόμα σε αγνές αγάπες και ρομαντικές στιγμές. Αυτά ίσχυαν κάποτε. Σου συνιστώ να αφήσεις την Μπέκι να παίξει μαζί σου. Θα το απολαύσεις.
-Δεν θα σε πείραζε;
-Όχι, έχω κάνει εξ’ άλλου και’ γω τις μικρές απιστίες μου.
-Δεν υπάρχουν μικρές απιστίες Αλέξανδρε, εάν το κάνεις έχεις προδώσει αυτό που υπάρχει ανάμεσά σας.
-Και πάλι σου λέω ότι αυτά ίσχυαν κάποτε.
-Ισχύουν και τώρα αν ο άνθρωπος θέλει να είναι άνθρωπος, είπε ο Μιχάλης.
-Τέλος πάντων, είπε ο Αλέξανδρος, πρέπει να φύγω. Θα τα πούμε αύριο. Σου εύχομαι καλή διαμονή.
Πήγε στην πόρτα του δωματίου και την άνοιξε. Κοντοστάθηκε πριν βγει.
-Κάνε ότι θες με την Μπέκι, δεν με νοιάζει.

Η Νιόβη είχε βάλει το νυχτικό της και καθόταν στο κρεβάτι της. Είχε ακουμπισμένο στα πόδια της  ένα βιβλίο αλλά δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί να διαβάσει. Ο νους της έτρεχε μακριά, στην ταυτότητα της γυναικείας φωνής που είχε σηκώσει το τηλέφωνο του Τόμας.
«Κάνω σαν κοριτσάκι στο σχολείο που ζηλεύει όποια πλησιάσει τον πρίγκηπά της παρ’ ότι εκείνος αγνοεί ακόμα και την ύπαρξή της, σκέφθηκε.»
Εντάξει ο Τόμας δεν αγνοούσε την ύπαρξή της αλλά δεν υπήρχε και τίποτα μεταξύ τους. Μόνο που όλο και περισσότερο εκείνη ποθούσε να υπάρξει.
Από τις σκέψεις της την έβγαλε ένα χτύπημα στην πόρτα.
-Ανοιχτά είναι.
Η Άλεξ μπήκε στο δωμάτιο ντυμένη για έξοδο.
-Θα βγεις;
-Αφού με ξέρεις, η νύχτα κυλάει στο αίμα μου.
-Καλή διασκέδαση.
-Πέρασα να σου πω δυο πράγματα.
-Τι πράγματα; ρώτησε η Νιόβη που ήξερε πως η Άλεξ ήταν πολύ παρατηρητική και αντιλαμβανόταν πράγματα που οι άλλοι δεν πρόσεχαν.
-Είδες τον Άνταμ και την Κέητ όταν ήρθαν από το Μπίτσγουντ;
-Γιατί;
-Είναι ερωτευμένοι αν και δεν ξέρω πόσο το συνειδητοποιούν.
-Αυτό είναι ευχάριστο. Ο Άνταμ είναι πολύ καλός και ακριβώς ότι χρειάζεται η Κέητ. Ποιο είναι το δεύτερο;
-Ο νέος μας συγκάτοικος είναι κάτι το μοναδικό. Η γκόμενα του αδερφού σου του την έπεσε και την αγνόησε.
-Κάτι πολύ σπάνιο. Περίεργος άνθρωπος και από άλλες απόψεις... Θα πρέπει να πω στον Αλέξανδρο για τη συμπεριφορά της.
-Εντάξει, θα τα πούμε. Α, καλά που το θυμήθηκα. Αν είναι να μιλήσετε για το θεατρικό το πρωί ξυπνήστε με!
Η Άλεξ έφυγε και η Νιόβη αφού έσβησε το φως ξάπλωσε. Σκεφτόταν το θεατρικό τώρα αλλά κάπου μεταξύ ύπνου και ξύπνιου ονειρεύθηκε τον Τόμας.

Όλοι Οι Δρόμοι Οδηγούν Στην Αγάπη - 4

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο 4


Η πρώτη σκέψη του Αλέξανδρου ξυπνώντας ήταν πως δεν βρισκόταν σπίτι του, μετά η ανάμνηση των γεγονότων της προηγούμενης νύχτας επέστρεψαν έντονες στο μυαλό του. Μετά από ακόμα ένα ποτό και μια συζήτηση για διάφορα γενικά θέματα η Σιμόν τον είχε ρωτήσει αν θα την πήγαινε σπίτι κάτι που ο Αλέξανδρος ήταν παραπάνω από πρόθυμος να κάνει. Στο αυτοκίνητο η Σιμόν ήταν ιδιαίτερα διαχυτική απέναντί του και όταν έφτασαν στο σπίτι της έκανε προφανές ακόμα περισσότερο τι ήθελε από αυτόν. Ανέβηκαν στο διαμέρισμά της και μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω τους η Σιμόν κόλλησε πάνω του φιλώντας τον με άγριο πάθος. Είχαν κάνει έρωτα και είχαν αποκοιμηθεί αγκαλιασμένοι.
Ακριβώς όπως ήταν και τώρα, ο Αλέξανδρος την είχε στην αγκαλιά του με το κεφάλι της ακουμπισμένο στο στέρνο του. Η Σιμόν κοιμόταν ακόμα, το πρόσωπό της είχε μια έκφραση γαλήνης αλλά και ικανοποίησης. Χάιδεψε τα μαλλιά της ενώ κοίταζε το ρολόι στο κομοδίνο δίπλα τους.
Είχε παρακοιμηθεί, κάτι ασυνήθιστο γι’ αυτόν αλλά απολύτως δικαιολογημένο από την ώρα που είχε καταλήξει να κοιμηθεί. Δεν το μετάνιωνε καθόλου ήταν μια ευχάριστη νύχτα. Του άρεσε πολύ η Σιμόν όσο δεν τον είχε τραβήξει καμία γυναίκα για πολύ καιρό. Χάιδεψε τα μακριά ξανθά μαλλιά της. Εκείνη χαμογέλασε μέσα στον ύπνο της αλλά δεν ξύπνησε.
Ο Αλέξανδρος κοίταξε και πάλι το ρολόι αν και από συνήθεια, ήταν Σάββατο δεν είχε δουλειές να τον πιέζουν. Σάββατο;
-Να πάρει η ευχή! Μονολόγησε, παρά λίγο να το ξεχάσω. Πρέπει να πάω στο αεροδρόμιο.
Είχε ώρα μπροστά του αλλά δεν μπορούσε να καθυστερήσει άλλο. Προσέχοντας να μην ξυπνήσει τη Σιμόν σηκώθηκε από το κρεβάτι και άρχισε να ντύνεται. Η Σιμόν ξύπνησε ενώ εκείνος τελείωνε με το ντύσιμό του. Γύρισε ανάσκελα και τεντώθηκε προσφέροντας στον Αλέξανδρο τη θέα του καλλίγραμμου σώματός της και βάζοντάς τον στον πειρασμό να ξαναγυρίσει στο κρεβάτι.
-Καλημέρα, της είπε.
-Καλημέρα, γιατί σηκώθηκες από τώρα;
-Πρέπει να πάρω από το αεροδρόμιο έναν φίλο που έρχεται από την Ευρώπη.
Η Σιμόν σηκώθηκε και ήρθε κοντά του. Τον αγκάλιασε και ρώτησε:
-Θα σε ξαναδώ;
-Σίγουρα, αρκεί να μου δώσεις το τηλέφωνό σου.
Η Σιμόν του έδωσε έναν αριθμό κινητού τηλεφώνου και ο Αλέξανδρος της έδωσε την επαγγελματική του κάρτα. Ύστερα από ένα παρατεταμένο αποχαιρετιστήριο φιλί την άφησε.
Για καλή του τύχη δεν υπήρχε ιδιαίτερη κίνηση στο δρόμο και έφτασε στο διεθνές αεροδρόμιο Λόγκαν την ώρα που ήθελε. Πάρκαρε στο χώρο στάθμευσης των VIP και προχώρησε στο τέρμιναλ. Προχώρησε στο χώρο των αφίξεων όπου παραλάμβαναν οι επιβάτες τις αποσκευές.
Δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ για να βρει το φίλο του. Πατώντας το ένα πόδι του στο τοιχίο της ταινίας μεταφοράς των αποσκευών ακουμπούσε τον αγκώνα του στο γόνατο και κρατούσε ένα βιβλίο που διάβαζε περιμένοντας να αρχίσει η μεταφορά για να πάρει τις δικές του. Δίπλα του σ’ ένα καρότσι μεταφοράς αποσκευών ήταν ένας μεγάλος χαρτοφύλακας και ένα μαύρο μπαστούνι με χρυσή σφαιρική λαβή. Με ένα χαμόγελο ο Αλέξανδρος τον πλησίασε λέγοντας:
-Υπάρχει περίπτωση να σε δω χωρίς ένα βιβλίο στο χέρι;
Ο φίλος του στράφηκε προς το μέρος του και χαμογέλασε μόλις τον είδε. Ήταν πιο ψηλός και σωματώδης από τον Αλέξανδρο. Είχε καστανά κοντοκομμένα μαλλιά και γαλανά μάτια με ένα επίμονο, διεισδυτικό βλέμμα πίσω από τα απλά γυαλιά με το λεπτό μεταλλικό σκελετό.
-Καμία απολύτως, τι θα’ κανα σε τόσο ταξίδι;
-Θα κοίταζες τη θέα.
-Ποια θέα; Στα 37000 πόδια και νύχτα; Άσε που είχε τόσα σύννεφα που δεν έβλεπες τίποτα άλλο.
-Μέσα στο αεροπλάνο, είπε ο Αλέξανδρος κοιτάζοντας μια κομψή αεροσυνοδό που πέρασε από δίπλα τους.
-Είσαι αδιόρθωτος!
-Και’ συ δεν άλλαξες καθόλου απ’ ότι βλέπω, είπε ο Αλέξανδρος και άλλαξε θέμα: Έχεις πολλές αποσκευές;
-Ένα σακ βουαγιάζ, απάντησε ο Μιχάλης. Να το.
Ο Αλέξανδρος πιο σβέλτος από το φίλο του άρπαξε το σακ βουαγιάζ και το έβαλε στο καρότσι.
-Ασήκωτο είναι, πέτρες έχεις μέσα;
-Όχι, ρούχα και κάποια βιβλία.
-Βιβλία, είπε ο Αλέξανδρος σηκώνοντας το βλέμμα στον ουρανό.
Ξεκίνησαν για το αυτοκίνητο.
-Χαίρομαι που είσαι’ δω Μιχάλη, η Νιόβη το’ χει πάρει πολύ σοβαρά και θα χρειαστεί τη βοήθεια που ξέρω ότι μπορείς να προσφέρεις.
-Εντάξει.
-Και που ξέρεις, ίσως βρεις και κάτι καλό εδώ, Έχει όμορφα κορίτσια η αδελφότητα.
Ένα ελαφρύ χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού ήταν η απάντηση του Μιχάλη.

Η Κέητ μπήκε στην κουζίνα με τη σκέψη ότι μάλλον είχε ξυπνήσει αργά για πρωινό αλλά διαπίστωσε ότι δεν ήταν έτσι. Οι περισσότεροι από τους συγκατοίκους της τώρα έπαιρναν το πρωινό τους ή έπιναν καφέ συζητώντας κυρίως για την πρώτη εβδομάδα μαθημάτων που μόλις είχε τελειώσει. Λιτοδίαιτη καθώς ήταν η Κέητ αρκέστηκε σε ένα ποτήρι γάλα. Κάθισε τυχαία σε μια θέση και βρέθηκε απέναντι στον Άνταμ που συζητούσε με τον  Μαξιμίλιαν.
Χαμογέλασε στον Άνταμ που της ανταπέδωσε το χαμόγελο και την καλημέρισε. Εκείνος είχε τελειώσει το πρωινό του αλλά έκανε παρέα στον Μαξιμίλιαν που έτρωγε ακόμα. Ο μεγαλόσωμος φίλος του έτρωγε πάντα ένα χορταστικό πρωινό και ένα καλό γεύμα αλλά σπανιότατα δείπνο.
-Λοιπόν Κέητ, τι σχέδια έχεις για σήμερα; ρώτησε ο Άνταμ. Είναι το πρώτο σου Σάββατο στη Βοστώνη, έτσι δεν είναι;
-Ναι, απάντησε η Κέητ, και ειλικρινά δεν ξέρω τι να κάνω. Μάλλον θα ασχοληθώ με εκείνη την εργασία που μας έβαλε στην Ηθική.
-Αυτό μπορείς να το κάνεις και αύριο, είπε ο Άνταμ, αλλά δεν θα περάσεις μέσα το πρώτο σου ελεύθερο πρωινό στη Βοστώνη, Έχεις πάει στο Χάιχαμ; Στο εθνικό πάρκο του Μπίτσγουντ;
-Όχι, είπε η Κέητ αλλά δεν...
-Εγώ πάντως κερνάω καφέ, είπε ο Άνταμ. Τι λες;
Η Κέητ δεν ήξερε πραγματικά τι να πει. Είχε συμπαθήσει τον Άνταμ και θα ήθελε να πάει για καφέ μαζί του αλλά δεν ήξερε αν θα έπρεπε να δεχθεί αυτήν την πρόσκληση να πάνε οι δυο τους. Θα ήταν ένα είδος πρώτου ραντεβού και δεν ήξερε αν ήθελε να δώσει στον Άνταμ την εντύπωση πως δέχεται ότι υπήρχε κάτι μεταξύ τους.
-Οι δυο μας; Με τη μηχανή; είπε τελικά.
-Ναι, αν σε ενοχλεί η μηχανή θα δανειστούμε το αυτοκίνητο του κυρίου από ‘δω, είπε ο Άνταμ χτυπώντας φιλικά το μπράτσο του Μαξιμίλιαν.
-Όχι, η μηχανή είναι εντάξει, είπε η Κέητ, μην κλείσουμε και τον Μαξ μέσα.

Ο Αλέξανδρος έβαλε τα πράγματα του Μιχάλη στην πίσω θέση και δεν μπόρεσε να μην παρατηρήσει το μπαστούνι του.
-Μου θυμίζεις τους Λονδρέζους κυρίους του προηγούμενου αιώνα, τον Φιλέα Φονγκ ας πούμε.
-Ταιριαστό μιας και έκανα και’ γω το γύρο του κόσμου. Το χρειάζομαι στις μέρες με υγρασία Αλέξανδρε.
Ο Αλέξανδρος απέστρεψε ένοχα το βλέμμα, ήταν ο κύριος υπεύθυνος του γεγονότος ότι ο φίλος του κούτσαινε. Ήταν κάτι που εκείνος έδειχνε να μην το θυμάται αλλά ο ίδιος δεν το ξεχνούσε ποτέ. Βλέποντας στο αεροδρόμιο ότι περπατώντας κούτσαινε ελάχιστα είχε χαρεί αν και φαινόταν ότι ακόμα υπήρχε πρόβλημα.
-Πες μου νέα από την Ελλάδα, έχω τρία χρόνια να πάω. Εσύ με τι ασχολείσαι;
Ενώ ο Μιχάλης του διηγούταν διάφορα πράγματα για κοινούς φίλους και γνωστούς ο Αλέξανδρος οδηγούσε με κατεύθυνση την πανεπιστημιούπολη. Τη συζήτησή τους διέκοψε το κουδούνισμα του κινητού του Αλέξανδρου.
-Ναι, είπε ανοίγοντας το κινητό ενώ έκοβε ταχύτητα.
Μίλησε λίγο και μετά το έκλεισε.
-Έχουμε πρόβλημα, ανακοίνωσε στο Μιχάλη.
-Τι συμβαίνει;
-Πρέπει να πάω στην εταιρία, προέκυψε ένα θέμα με κάποια συμφωνία που χειρίζομαι εγώ. Δεν θα πάρει πολύ αλλά πρέπει να πάω.
-Εντάξει δεν είμαστε μακριά τώρα πια. Αν δεν σε πειράζει να έχεις τα πράγματά μου πίσω θα πάω στην πρυτανεία για τα χαρτιά μου και’ συ στη δουλειά σου και  θα βρεθούμε στο σπίτι της αδελφότητας οπότε μου τα φέρνεις εκεί.
-Είσαι σίγουρος; Για’ μένα δεν είναι πρόβλημα.
-Αλέξανδρε κουτσαίνω, δεν είμαι ανάπηρος!
-Εντάξει τότε, θα τα πούμε εκεί.

Η Κέητ ανέβηκε στο δεύτερο όροφο του σπιτιού τρέχοντας. Κοντοστάθηκε έξω από την πόρτα του δωματίου της και μετά συνέχισε στο διάδρομο για να χτυπήσει μια πόρτα λίγο πιο πέρα. Η Νιόβη, γιατί την δική της πόρτα χτύπησε η Κέητ, άνοιξε αμέσως.
-Καλημέρα.
-Καλημέρα Νιόβη. Αν έχεις λίγο χρόνο χρειάζομαι τη βοήθεια σου.
-Σε τι; ρώτησε με γνήσιο ενδιαφέρον η Νιόβη.
-Θα σου φανεί χαζό, είπε η Κέητ, αλλά να... Με κάλεσε ο Άνταμ για καφέ και θα ήθελα τη γνώμη σου για το τι να φορέσω.
Η Νιόβη χαμογέλασε με κατανόηση.
-Έλα πάμε να δούμε τι θα φορέσεις.

Το εθνικό πάρκο του Μπίτσγουντ είναι μια μεγάλη δασώδης έκταση που συνδυάζει την ευχαρίστηση ενός περίπατου στο δάσος με τη βόλτα στην ακρογιαλιά μιας και μεγάλο μέρος του είναι παράκτιο με τα δένδρα να φτάνουν σχεδόν ως τη θάλασσα. Σχεδόν σε ολόκληρο το πάρκο, πέρα από τα σημεία εισόδου δηλαδή, απαγορευόταν η κυκλοφορία οχημάτων κάνοντας το ιδανικό για περίπατο χωρίς την έννοια απρόσεκτων οδηγών. Υπήρχαν αρκετές καφετέριες διάσπαρτες στο πάρκο συμπληρώνοντας την ειδυλλιακή εικόνα.
Ο Άνταμ ξεκινούσε τώρα το τρίτο έτος του στη σχολή και είχε εξερευνήσει αρκετά το πάρκο για να ξέρει όλα τα καλά σημεία του, Έτσι ήξερε που να πάει με την Κέητ παρ’ ότι δεν είχε ξανάρθει εδώ με κοπέλα. Στα δυο προηγούμενα έτη που βρισκόταν στη Βοστώνη είχε έρθει πολλές φορές για περίπατο ή για να απομονωθεί και να σκεφθεί. Πολλές φορές είχε έρθει εδώ για να διαβάσει κάτω από την σκιά των δένδρων. Δεν είχε έρθει ωστόσο ποτέ με κοπέλα μιας και στα δυο αυτά χρόνια δεν είχε υπάρξει κάτι σοβαρό στη ζωή του πέρα από κάποιες γνωριμίες που είχαν ωστόσο παραμείνει απλές γνωριμίες.
Όταν η Κέητ κατέβηκε από το δωμάτιό της έλαμπε αν και αυτό δεν οφειλόταν στην αλλαγή της εμφάνισής της όσο στη διάθεση της. Είχε φορέσει μπλούζα και παντελόνι, πιο καλά από αυτά που φορούσε καθημερινά στη σχολή, και παπούτσια κατάλληλα για περπάτημα. Η μεγάλη αλλαγή ήταν στη διάθεσή της. Το χαμόγελο που δεν έλειπε συνήθως από τα χείλη της ήταν τώρα πιο έντονο, πιο φωτεινό. Ήταν χαρούμενη και, όσο και αν δεν ήταν άνθρωπος που εξωτερίκευε τα αισθήματά της, φαινόταν πώς ένιωθε. Ο Άνταμ ένιωσε μια πρωτόγνωρη αίσθηση ικανοποίησης που ήταν εκείνος η αιτία μιας τέτοιας χαράς.
Η διαδρομή ως το πάρκο ήταν εύκολη μιας και δεν είχε πολύ κίνηση και μπορούσε και ο ίδιος να κάνει μερικούς ελιγμούς τώρα που η Κέητ είχε συνηθίσει τη μηχανή, Άφησαν τη μηχανή στο χώρο παρκαρίσματος της εισόδου και προχώρησαν πεζοί κάτω από τη δροσερή σκιά των δένδρων.
-Έρχεσαι συχνά εδώ; ρώτησε η Κέητ.
-Ναι, είπε ο Άνταμ, έρχομαι εδώ να σκεφθώ όταν κάτι με απασχολεί και να κάθομαι στο δωμάτιό μου δεν ωφελεί ή όταν θέλω να αλλάξω περιβάλλον. Είναι καλό μέρος για διάβασμα, ειδικά στις εξετάσεις που θα’ χει πιάσει και η ζέστη.
-Είναι πολύ ωραία. Είπε η Κέητ.
-Δεν έχετε τέτοια δάση στην Μινεσότα;
-Έχουμε δάση αλλά δεν είναι τόσο προσιτά και σε’ μας εκεί ο καιρός δεν βοηθάει για εκδρομές, έχουμε βαρύ χειμώνα και διαρκεί πολύ.
-Πόσο πολύ;
-Από τον Οκτώβριο ως το Μάιο.
-Είναι πολύ, παραδέχθηκε ο Άνταμ. Γι’ αυτό ήρθες ανατολικά; Για να γλιτώσεις από το κρύο;
Η Κέητ γέλασε. Το γέλιο της ήταν κελαρυστό σαν το νερό που τρέχει από μια πηγή και το ίδιο ευχάριστο να το ακούει κανείς.
-Όχι, είπε τελικά η κοπέλα. Το κρύο το έχουμε συνηθίσει εκεί. Απλά έχει καλή σχολή για το αντικείμενό μας εδώ. Εσύ; Πως βρέθηκες εδώ; Δεν έχει πανεπιστήμιο ολόκληρη Νέα Υόρκη;
-Έχει αλλά μιας και ήταν και ο αδερφός μου εδώ είπα να προτιμήσω τη Βοστώνη.
-Έχεις αδερφό εδώ;
-Αποφοίτησε τον Ιούνιο από το ΜΙΤ με άριστα.
-Άριστα, είπε η Κέητ με θαυμασμό, θα πρέπει να είναι πολύ καλός!
-Είναι, απάντησε ο Άνταμ, μια βαριά κληρονομιά για’ μένα που πρέπει να αποδείξω πως είμαι το ίδιο καλός αν όχι καλύτερος.
Η Κέητ στάθηκε και γύρισε να τον κοιτάξει.
-Σε πιέζουν να αποδείξεις κάτι τέτοιο;
Το βλέμμα της μαρτυρούσε γνήσιο ενδιαφέρον και ο Άνταμ ένιωσε ελεύθερος να της μιλήσει ειλικρινά.
-Δεν μου το λένε άμεσα αλλά αφήνουν να εννοηθεί έμμεσα πως θα είναι μια απογοήτευση για εκείνους αν δεν τα καταφέρω σαν το Πήτερ. Μην με παρεξηγείς, δεν είναι κακοί γονείς. Μας αγαπάνε και δεν μας στερήσανε ποτέ τίποτα. Είναι όμως δέσμιοι μιας συγκεκριμένης νοοτροπίας και δεν μπορούν να την αποβάλλουν.
-Δεν είναι σωστό για’ σένα και είναι καταπιεστικό, είπε η Κέητ για να προσθέσει με ένα χαμόγελο, αλλά δεν ανησυχώ. Σίγουρα θα θριαμβεύσεις και θα πάρεις το πτυχίο με άριστα.
-Ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη, είπε ο Άνταμ. Εσύ έχεις αδέρφια;
-Ναι, δυο μικρότερες αδερφές. Ξέρεις το πιο δύσκολο πράγμα ήταν να τις αποχαιρετήσω στο αεροδρόμιο ξέροντας πως θα κάνουμε μήνες να ξανασυναντηθούμε. Μου λείπουν πολύ.
-Καταλαβαίνω, και’ γω ένιωθα κάπως μόνος εδώ στην αρχή παρ’ ότι είχα τον Πήτερ.
-Μοναξιά, είπε σιγανά η Κέητ, τη φοβάμαι σχεδόν περισσότερο από κάθε τι άλλο. Το πρώτο μου βράδυ στη Βοστώνη μόνο που δεν έκλαιγα, ένιωθα απαίσια. Μετά βρέθηκε η Νιόβη στο δρόμο μου και όλα άλλαξαν. Με δεχθήκατε τόσο θερμά...
Ο Άνταμ την κοίταζε όσο μιλούσε, ήταν πολύ ευαίσθητη και αυτό του δημιουργούσε μια επιθυμία να την προστατεύσει αν και δεν ήξερε από τι. Από τη σκληρότητα του κόσμου ίσως...
-Γι’ αυτό υπάρχουν οι αδελφότητες ξέρεις, της είπε, για να βρίσκεις παρέα, φίλους, να μην είσαι μόνη.
-Ναι αλλά εγώ σας έφερα και ένα πρόβλημα, είπε η Κέητ.
-Αν αναφέρεσαι στον Πάνκχερστ…
-Σ’ αυτόν, είπε δυστυχισμένα η Κέητ.
-Μη σε απασχολεί αυτό, είχαμε και πριν τις διαφορές μας με τον ηλίθιο απλά το περιστατικό το δικό σου έγινε η αφορμή για να ξεκαθαρίσουμε το που στεκόμαστε ως προς αυτόν τον κρετίνο και τους ακόλουθούς του. Μην το σκέφτεσαι λοιπόν.
Του χάρισε ένα γλυκό χαμόγελο που του δημιούργησε την τρελή επιθυμία να τη φιλήσει. Αντί γι’ αυτό της είπε:
-Υποσχέθηκα να κεράσω καφέ, έλα από’ δω. Πάμε να τηρήσω την υπόσχεσή μου.
Είχαν προχωρήσει αρκετά συζητώντας μέσα στο πάρκο και το μόνο που ακουγόταν ήταν το κελάηδημα των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων από το αεράκι που φυσούσε. Οι ήχοι της πόλης, φρένα και κόρνες αυτοκινήτων, φωνές από βιαστικούς οδηγούς και καυγάδες είχαν χαθεί δίνοντας τους την αίσθηση πως ήταν μόνοι οι δυο τους στον κόσμο.
Μέσα από τα δένδρα φάνηκε ένα μικρό ξέφωτο του δάσους με μια καφετέρια. Κάθισαν σε ένα τραπέζι και παρήγγειλαν σε έναν ιδιαίτερα εξυπηρετικό σερβιτόρο. Εκτός από τους δυο τους υπήρχε μόνο άλλο ένα ζευγάρι αυτήν την ώρα στην καφετέρια.
-Είναι ωραία, είπε η Κέητ, αυτό το μέρος σε γαληνεύει.
-Πράγματι, απάντησε ο Άνταμ που εκείνη τη στιγμή σκεφτόταν πως τίποτα δεν θα μπορούσε ποτέ να τον γαληνέψει περισσότερο από τα γαλανά της μάτια.

Για τον Κόλιν Πάνκχερστ η μετριοφροσύνη ήταν μια αρετή για αυτούς που είχαν λόγο να είναι ταπεινοί. Ο ίδιος συνήθιζε να διακηρύσσει την ανωτερότητά του σε οποιοδήποτε αντικείμενο και αν την είχε και δεν άφηνε τους άλλους να ξεχνάνε ποιος είναι. Είχε έναν δυσάρεστο τρόπο να το θυμίζει ειδικά σε εκείνους που του χρωστούσαν κάποια χάρη ή εκδούλευση.
Ήταν ένας ψηλός νεαρός άνδρας με καστανά μαλλιά και καστανά μάτια. Ντυνόταν πάντα ακριβά, περισσότερο για την δυνατότητα επίδειξης που αυτό του προσέφερε παρά λόγω γούστου. Ξόδευε αφειδώς λεφτά για αυτούς που θεωρούσε «κύκλο» του και έτσι δεν έπαυε ποτέ να είναι περιτριγυρισμένος από κόλακες και τσιράκια. Πολλοί ήταν αυτοί που γι’ αυτόν τον λόγο πάσχιζαν να μπουν στην αδελφότητα των Αρίστων.
Αυτό το Σαββατιάτικο πρωινό ο Πάνκχερστ βγήκε από το σπίτι που στέγαζε την αδελφότητα των Αρίστων ντυμένος με μια κολεγιακή μπλούζα και ένα παντελόνι που κόστιζαν κανά δυο μισθούς ενός μέσου εργαζόμενου και συνοδευόμενος από δυο κοπέλες της αδελφότητας - μια δεξιά και μια αριστερά του - απ’ αυτές που η Άλεξ καυστικά αποκαλούσε κούκλες με πολύ σιλικόνη και καθόλου μυαλό.
Ο Πάνκχερστ είχε διοργανώσει έναν σκακιστικό αγώνα σιμουλτανέ στην πρασιά έξω από το σπίτι της αδελφότητας. Θα αντιμετώπιζε δώδεκα αντιπάλους σε ισάριθμες σκακιέρες. Οι αντίπαλοί του ήταν ήδη στις θέσεις τους. Ο ίδιος έπαιζε με τα λευκά όπως γίνεται πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις για να έχει την πρώτη κίνηση.
-Καλή τύχη Κόλιν, τιτίβισαν χαρούμενα οι κοπέλες και τον φίλησαν στα μάγουλα.
-Δεν χρειάζεται, απάντησε αυτάρεσκα αυτός, όπως πάντα θα κάνω δώδεκα στα δώδεκα.
Οι δυο γυναίκες πήγαν στους θεατές ενώ ο Πάνκχερστ προχώρησε στον πρώτο του αντίπαλο. Κίνησε δυο τετράγωνα το πιόνι μπροστά στη βασίλισσα και προχώρησε στον επόμενο. Ο πρώτος παίκτης θα έπρεπε να κάνει την κίνησή του ως που ο Πάνκχερστ να επιστρέψει σ’ αυτόν έχοντας κάνει μια κίνηση σε όλες τις παρτίδες.

Φτάνοντας στον τελευταίο αντίπαλο ο Πάνκχερστ κρυφογέλασε. Ο τύπος με το μπαστούνι και το συνηθισμένο παρουσιαστικό φαινόταν εύκολος αντίπαλος... Μισή ώρα αργότερα αναγκαζόταν να γείρει το βασιλιά του στη σκακιέρα στην κλασσική κίνηση αποδοχής της ήττας. Είχε νικήσει τους έντεκα και είχε χάσει από τον τελευταίο του αντίπαλο. 

Όλοι Οι Δρόμοι Οδηγούν Στην Αγάπη - 3

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο 3


Μαζεύτηκαν όλοι στο μεγάλο κοινό δωμάτιο του ισογείου για να καταστρώσουν τα σχέδιά τους. Κάποια από τα αντικείμενα του μαραθώνιου ήταν ατομικά άλλα ήταν ομαδικά, Έπρεπε να αποφασίσουν ποιοι θα επωμίζονταν το δύσκολο έργο των ατομικών προσπαθειών, ποιοι και με ποιο τρόπο θα συμμετείχαν στις ομαδικές προσπάθειες. Ο μόνος παριστάμενος εκτός των μελών της αδελφότητας ήταν ο Αλέξανδρος.
Η συζήτηση με τα επιχειρήματα υπέρ και κατά της κάθε επιλογής διανθισμένη με πολλά πειράγματα κράτησε ως το δείπνο που το πήραν εκεί συζητώντας.
-Ποιοι είναι οι κριτές; ρώτησε η Κέητ.
-Μια επιτροπή καθηγητών, απάντησε ο Μαξιμίλιαν, ένας από κάθε σχολή, συνήθως ο αρχαιότερος.
-Έχω κακά νέα πάνω σ’ αυτό, είπε ο Άνταμ. Ο Ράινχαρτ θα πραγματοποιήσει το μεγάλο του όνειρο και φοβάμαι πως είναι οι γνωριμίες του Πάνκχερστ που του το εξασφάλισαν.
-Δεν μας ενδιαφέρει, είπε η Νιόβη, εμείς θα παίξουμε τίμια και θα δείξουμε τουλάχιστον αυτό στον Πάνκχερστ, ότι είμαστε έντιμοι.
-Εξ’ άλλου θα έχουμε και’ μείς μια βοήθεια, είπε ο Αλέξανδρος. Ο βοηθός του Ράινχαρτ είναι φίλος, με δική μου πρόταση τον δέχθηκε η πρυτανεία και συμφώνησε  και ο Ράινχαρτ, μιας και θα του επιτρέψει να κάνει αυτό που θέλει.
-Και θα μας βοηθήσει;
-Ναι.
Η Νιόβη κοίταξε με αγάπη τον αδερφό της. Παρά τις υποχρεώσεις του είχε αφιερώσει χρόνο για να τη βοηθήσει, πέρα από τα έξοδα. Μέχρι και θέατρο για το έργο τους είχε βρει.
-Νομίζω πως τα καλύψαμε όλα, είπε.
-Δεν βρήκαμε σκηνοθέτη, είπε η Κέητ, για το έργο.
Η Νιόβη συνειδητοποίησε πως το πιο καινούριο μέλος της παρέας είχε δίκιο. Και ξαφνικά ήξερε σε ποιον να προτείνει αυτό το πόστο. Απαγορευόταν να ζητήσει τη βοήθεια κάποιου από άλλη αδελφότητα ή κάποιου επαγγελματία. Ο Τόμας δεν ήταν τίποτα από αυτά τα δύο. Θα έπρεπε να το φροντίσει αυτό.
-Έχω κάποιον κατά νου, είπε η Νιόβη.

Ο Μαξιμίλιαν πλησίασε τον Άνταμ:
-Λέω να βγω μια βόλτα θα έρθεις;
-Μπα, θα πάω για ύπνο, είπε ο Άνταμ. Ο Λήμαν άρχισε τα καλά τα περσινά από τώρα, εργασία για το προσκύνημα του Τσόζερ.
-Σε συμπονώ, είπε ο Μαξιμίλιαν. Θα τα πούμε το πρωί.

-Θα σε δω αύριο; ρώτησε η Νιόβη τον αδερφό της καθώς τον συνόδευε στην εξώπορτα.
-Ναι, τώρα θα με βλέπεις συχνά με τη δουλειά που ανοίξαμε είπε εκείνος και χαμογέλασε. Α! Παραλίγο να το ξεχάσω! Ποιο είναι το καλύτερο ξενοδοχείο της περιοχής; Πρέπει να φροντίσω για την εγκατάσταση του Μιχάλη.
-Ίσως θα ήθελε να μείνει εδώ μαζί μας, είπε η Κέητ που ήταν μαζί τους.
-Είναι καθηγητής, είπε η Άλεξ που ετοιμαζόταν να βγει, γιατί να θέλει κάτι τέτοιο;
-Είναι βοηθός καθηγητή, απάντησε ο Αλέξανδρος και ταυτόχρονα και μεταπτυχιακός φοιτητής. Θα τον ρωτήσω τι θέλει.

Ο Αλέξανδρος άνοιξε τα μάτια του και έριξε μια νυσταγμένη ματιά γύρω του. Ήταν μόνος του στο κρεβάτι και στο δωμάτιο, γεγονός αξιοπερίεργο μιας και η Ρεμπέκα δεν ήταν του πρωινού ξυπνήματος. Αναρωτώμενος πως είχε γίνει αυτό το θαύμα τεντώθηκε στο κρεβάτι και μετά ανακάθισε πάνω στη ώρα για να δει να πραγματοποιείται ένα δεύτερο. Η Ρεμπέκα έμπαινε στο δωμάτιο τυλιγμένη στη ρόμπα της και φέρνοντάς του ένα δίσκο με πρωινό. Αυτό και αν ήταν πρωτοφανές!
-Πρωινό στο κρεβάτι, είπε, με κακομαθαίνεις.
Η Ρεμπέκα ακούμπησε τον δίσκο στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι και έκατσε κοντά του, τον αγκάλιασε και του ψιθύρισε:
-Είναι ο τρόπος μου για να ζητήσω συγνώμη, δεν έπρεπε να μιλήσω έτσι χθες. Αλλά να... δεν θέλω να σε μοιράζομαι, ζηλεύω.
-Χαζούλα, την πείραξε ενώ τη χάιδευε ο Αλέξανδρος, δεν με μοιράζεσαι. Αυτή είναι η αδερφή μου, εσύ.....
-Ελπίζω το ίδιο πολύτιμη, τον έκοψε η Ρεμπέκα ρίχνοντας από πάνω της τη ρόμπα που φορούσε.
Ο Αλέξανδρος δεν απάντησε μόνο την τράβηξε κοντά του και το πρωινό ξεχάστηκε προς το παρόν.

Η Νιόβη μπήκε βιαστική στη μικρή αίθουσα όπου γινόταν το μάθημα της καθηγήτριας Νοξ, είχε αργήσει και οι περισσότερες θέσεις ήταν πιασμένες. Κατευθύνθηκε προς τα πίσω καθίσματα όπου μπορούσε να δει μερικές άδειες θέσεις. Είχε μόλις καθίσει όταν μπήκε η καθηγήτρια και μ’ ένα κοφτό καλημέρα κατευθύνθηκε προς την έδρα.
Για να παρακολουθήσει κανείς το Τεχνική Προετοιμασία Σκηνής 3 δεν χρειαζόταν μόνο να αγαπάει αυτό που κάνει και ακλόνητη αποφασιστικότητα για να το πετύχει, απαιτείτο και αστείρευτη υπομονή. Η Κλεμεντίνη Νοξ παρέδιδε το αντικείμενό της σαν να ήταν μηχανικά προγραμματισμένη γι’ αυτό. Μιλούσε με έναν μονότονο τρόπο χωρίς να υψώνει ποτέ τη φωνή της ή να αλλάζει στο ελάχιστο η εκφορά των λέξεων ακόμα και όταν μιλούσε για τα πλέον ενδιαφέροντα θέματα. Ευτυχώς που το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά αλλιώς μαζί με τη ζέστη θα’ ταν αδύνατο κανείς να αντισταθεί στον πειρασμό ενός υπνάκου.
Η Νιόβη το’ βρισκε όλο και πιο δύσκολο να παρακολουθήσει παρ’ ότι ήξερε πια εκ πείρας ότι είχε να κάνει με την πλέον στρυφνή καθηγήτρια και ένα από τα πιο δύσκολα μαθήματα της σχολής. Η παράδοση της Νοξ ήταν σχεδόν αυτολεξεί από το βιβλίο του μαθήματος - που το είχε γράψει η ίδια - και δεν επέτρεπε ερωτήσεις παρά μόνο στο τέλος της.
Όσο φιλότιμα και να προσπαθούσε να κρατήσει την προσοχή της εστιασμένη στα λόγια της καθηγήτριας έπιασε τον εαυτό της να συλλογίζεται το μαραθώνιο και ένα από τα αντικείμενα που ήταν δική της δουλειά να οργανώσει, το θεατρικό έργο. Κάποια από τα μέλη της αδελφότητας ήταν στη δραματική σχολή και θα έπαιζαν στο έργο ενώ αρκετοί άλλοι είχαν προσφερθεί να βοηθήσουν με μικρότερους ρόλους ή άλλα καθήκοντα.
Δυο προβλήματα βασάνιζαν την Νιόβη μαζί με τη μονότονη απαγγελία της καθηγήτριας από την έδρα. Το πρώτο ήταν ότι δεν είχε αποφασίσει για το έργο, κάτι που θα έπρεπε να γίνει γρήγορα, και δεύτερον θα’ πρεπε να βρει σκηνοθέτη. Μπορούσε και η ίδια να διευθύνει μια ερασιτεχνική παράσταση αλλά με τις ετοιμασίες που έκανε ο Πάνκχερστ για το δικό του έργο δεν μπορούσε να το πάρει αψήφιστα, Έπρεπε να είναι κάτι το ξεχωριστό το έργο της δικής της αδελφότητας. Γι’ αυτό ήθελε να μιλήσει στον Τόμας αλλά έχοντας αργήσει δεν πρόλαβε να το κάνει πριν αρχίσει το μάθημα.
Ασυναίσθητα κοίταξε προς το μέρος του συμφοιτητή της. Αν εκείνη αγωνιζόταν να κρατήσει την προσοχή της εστιασμένη στην παράδοση του μαθήματος ο Τόμας είχε παραδοθεί αμαχητί. Σχεδίαζε σε ένα μπλοκ με γρήγορες κινήσεις, κάποιος που θα τον έβλεπε από μια απόσταση - όπως η καθηγήτρια Νοξ - θα νόμιζε πως κρατάει σημειώσεις για το μάθημα. Η Νιόβη τεντώθηκε, περίεργη να δει τι ζωγράφιζε ο Τόμας. Διαπίστωσε πως ο συμφοιτητής της δεν σχεδίαζε απλά αφηρημένα σχέδια όπως κάνουμε όταν βαριόμαστε αλλά  έφτιαχνε κάτι με προσοχή στη λεπτομέρεια. Γρήγορα κατάλαβε πως ο Τόμας σχεδίαζε μια σκηνή με όλες τις λεπτομέρειες.
Επιτέλους το μάθημα τελείωσε και η Νιόβη σηκώθηκε γρήγορα από τη θέση της.
-Τόμας μπορώ να σου πω λίγο;
-Ναι, είπε ο Τόμας λίγο ξαφνιασμένος. Γνωρίζονταν με την Νιόβη και την εκτιμούσε σαν μια καλή φοιτήτρια και υποδειγματική ηγέτη, η αδελφότητα των Λευκών ήταν από τις καλύτερες χάρη στην καθοδήγησή της, αλλά δεν είχαν πολλά σχετικά πέρα από τα συνηθισμένα ανάμεσα σε δυο άτομα που έχουν πολλά κοινά μαθήματα. Πλησίασε τη Νιόβη που έβαζε την τσάντα της στον ώμο της.
-Θα έχεις ακούσει για το μαραθώνιο των αδελφοτήτων, ξεκίνησε η κοπέλα.
-Φυσικά, και για την κόντρα σου με τον Πάνκχερστ.
-Που το ξέρεις; Εννοώ για την κόντρα με τον Πάνκχερστ.
-Το διαλαλεί αυτός, πως θα σας κάνει σκόνη.
Η Νιόβη ένιωσε το θυμό της να φουντώνει, ο κρετίνος ο Πάνκχερστ το παρατραβούσε!
-Γι’ αυτό ήθελα να σου μιλήσω. Στο μαραθώνιο περιλαμβάνεται και ένα θεατρικό έργο. Θέλω να σου προτείνω να αναλάβεις τη σκηνοθεσία του δικού μας.
Ήταν μια έκπληξη για τον Τόμας. Όταν του ζήτησε η Νιόβη να μιλήσουν περίμενε κάτι πιο καθημερινό και συνηθισμένο, Ίσως και μια πρόφαση και μόνο για να του μιλήσει όπως έκαναν πολλές. Όμως δεν ήταν κάτι τέτοιο, α αντιθέτως ήταν μια πολύ σοβαρή πρόταση. Επέπληξε τον εαυτό του, έπρεπε να το περιμένει, η Νιόβη ήταν πολύ ανεξάρτητη για κάτι τέτοιο. Φυσικά και θα είχε κάποιο λόγο για να του ζητήσει να μιλήσουν.
Σκέφτηκε την πρότασή της. Ήταν πολύ κολακευτικό που τον είχε σκεφθεί και τον εμπιστευόταν με κάτι τόσο σημαντικό για τον αγώνα που θα είχε με τον Πάνκχερστ. Ήταν επίσης μια δελεαστική πρόταση, να προετοιμάσει σ’ όλες τις μικρές και μεγάλες της λεπτομέρειες μια παράσταση και μετά να τη διευθύνει μπροστά σε κοινό. Να το κάνει μόνος του. Να είναι εκείνος που θα αποφασίζει και να είναι δική του η ευθύνη για την επιτυχία ή την καταστροφή. Τολμούσε να το κάνει;
-Τι έργο θα ανεβάσετε; ρώτησε.
-Δεν έχουμε σκεφθεί ακόμα κάτι, είπε η Νιόβη, είμαστε ανοιχτοί σε προτάσεις.
-Μμ, θα πρέπει να αποφασίσετε γρήγορα.
-Θες να ξέρεις για να μου απαντήσεις, ε;
-Όχι, είπε ο Τόμας παίρνοντας την απόφασή του, αλλά για να ετοιμάσουμε αυτά που χρειάζονται και να κάνουμε πρόβες πρέπει να ξέρουμε το έργο.
-Ναι, σωστά. Θα το κανονίσουμε σύντομα, είπε η κοπέλα. Όταν το έχουμε θα σου πω.
-Δεν με κατάλαβες, χαμογέλασε ο Τόμας, δεν είναι εκεί το θέμα. Πρέπει να ξέρουμε για να ετοιμαστούμε όχι για να αποφασίσω εγώ. Εγώ την πήρα την απόφασή μου. Θα το κάνω όποιο και αν είναι το έργο.
-Αλήθεια;
-Ε ναι, παιδιά είμαστε;
-Ευχαριστώ Τόμας, φώναξε η Νιόβη.
Ήταν τόση η ανακούφισή της που είχε δεχθεί που - πριν συνειδητοποιήσει τι έκανε - τον αγκάλιασε σφικτά. Τον άφησε σχεδόν αμέσως κοκκινίζοντας.
-Ευχαριστώ και πάλι, είπε και βιάστηκε να βγει από την αίθουσα.
Ο Τόμας την ακολούθησε με το βλέμμα.
-Πολύ την πάω αυτήν την κοπέλα, μονολόγησε.


Η Ρεμπέκα έφυγε το μεσημέρι για Νέα Υόρκη και ο Αλέξανδρος είχε το βράδυ δικό του. Αφού πέρασε από την αδελφότητα για να κανονίσει τα της διαμονής του Μιχάλη, ο φίλος του είχε αποφασίσει να μείνει στο σπίτι της αδελφότητας, αποφάσισε να πάει μόνος του για ένα ποτό.
Διάλεξε το Ζινκ, ένα κλαμπ αρκετά μακριά από το πανεπιστήμιο που μάζευε πάντα πολύ κόσμο. Καθώς ήταν Παρασκευή βράδυ, και προχωρημένο βράδυ μάλιστα, το κλαμπ ήταν γεμάτο. Ο Αλέξανδρος πέρασε τους δυο «γορίλες» στην είσοδο και προχώρησε στο εσωτερικό του. Η μουσική τον τύλιξε στη μαγεία του ρυθμού της καθώς πλησίαζε το μπαρ. Ο μπάρμαν τον χαιρέτησε μα οικειότητα, ο αδερφός της Νιόβης ήταν συχνός πελάτης εδώ.
Πήρε το ποτό του και έριξε μια ματιά τριγύρω. Μια γυναίκα τράβηξε την προσοχή του. Ήταν ψηλή, με καλλίγραμμο σώμα - ούτε αδύνατο αλλά ούτε γεμάτο - και  όμορφο πρόσωπο. Φορούσε ένα μαύρο φόρεμα που την κολάκευε και έκανε έντονη αντίθεση με τη λευκή επιδερμίδα της. Είχε μακριά ξανθά μαλλιά και γαλανοπράσινα μάτια. Στράφηκε προς το μέρος του και εκείνος κοίταξε το ρολόι του για να μην καρφωθεί πως την μελετούσε.
Αυτήν την ώρα ο Μιχάλης θα έπαιρνε το αεροπλάνο για εδώ. Λάθος! Δεδομένης της διαφοράς ώρας ο φίλος του ήταν ήδη μερικές ώρες στο αεροπλάνο. Θα ήταν κάπου πάνω από τον Ατλαντικό τώρα.
Όταν σήκωσε το βλέμμα του από το ρολόι του είδε τη γυναίκα με το μαύρο φόρεμα μπροστά του.
-Καλησπέρα, είπε εκείνη. Φαίνεσαι για άνθρωπος που έχει ανάγκη μια παρέα απόψε.
Η φωνή της ήταν μελωδική, πολύ ευχάριστη στο άκουσμα. Πρέπει να ήταν από την Ευρώπη.
-Είμαι άνθρωπος που σιχαίνεται να τα πίνει μόνος, είπε και της έκανε νόημα να καθίσει δίπλα του. Αλέξανδρος Κομνηνός, συστήθηκε.
-Σιμόν Σέρμαν, είπε εκείνη καθώς καθόταν δίπλα του.

Η Νιόβη ετοιμαζόταν για ύπνο. Ήταν η πρώτη στιγμή της ημέρας που είχε μείνει μόνη της και η σκέψη της γύρναγε στον Τόμας. Όταν τον είχε αγκαλιάσει είχε νιώσει κάπως περίεργα, ήταν  κάτι που δεν μπορούσε να το εκφράσει εύκολα με λόγια. Αναστάτωση; Αιφνιδιασμό νιώθοντας αισθήματα που δεν ήξερε ότι είχε;
Δεν ήξερε τι απ’ όλα. Και δεν είχε σημασία, ακόμα ένιωθε την θέρμη του σώματος του, μύριζε το άρωμά του. Από την ονειροπόλησή της την έβγαλε ένα χτύπημα στην πόρτα, Άνοιξε και αντίκρισε την Κέητ που κρατούσε ένα βιβλίο που η ίδια της είχε δανείσει νωρίτερα για μια εργασία.
-Ευχαριστώ Νιόβη.
-Τίποτα, καληνύχτα Κέητ.
-Καληνύχτα Νιόβη, όνειρα γλυκά.
Καθώς η Νιόβη ετοιμαζόταν να ξαπλώσει χαμογέλασε, σίγουρα θα ήταν γλυκά απόψε τα όνειρά της.