Όλοι Οι Δρόμοι Οδηγούν Στην Αγάπη - 8

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο 8


Η Νιόβη διάβαζε το ρόλο της καθισμένη στο γραφείο που είχε στο δωμάτιο της. Είχε σβήσει το φως του δωματίου και διάβαζε με το επιτραπέζιο φωτιστικό στο γραφείο. Τη βοηθούσε να συγκεντρώνεται αυτό, να αφήνει τον κόσμο γύρω της και να ταξιδεύει στον κόσμο του έργου, να ξεχνάει τη Νιόβη Κομνηνού και να γίνεται η ηρωίδα που θα υποδυόταν με τις χαρές και  τις λύπες της, τα προβλήματά της και τις πράξεις της. Απόψε είχε και τη βοήθεια του καιρού που όχι μόνο δεν την καλούσε να βγει έξω αλλά και της κράταγε ένα ρυθμό με τη βροχή που χτυπούσε το τζάμι σαν ένας τεράστιος φυσικός μετρονόμος.
Είχε έναν λόγο παραπάνω για αυτοσυγκέντρωση και μελέτη στο ρόλο αυτό. Ήταν η πρώτη φορά που θα έπαιζε μπροστα σε κανονικό κοινό, θα ήταν η επίσημη πρώτη της σαν ηθοποιός. Έπρεπε να τα πάει καλά, πολύ καλά, αν ήθελε να δει το όνειρό της να γίνεται πραγματικότητα.
Τώρα δεν προσπαθούσε να απομνημονεύσει το ρόλο, τον διάβαζε για να μπει στο πνεύμα, να κατανοήσει την ηρωίδα που θα υποδυόταν και να την εμηνεύσει σαν ένα πραγματικό άτομο, έναν πραγματικό άνθρωπο με σάρκα και οστά και όχι μια χάρτινη φιγούρα.
Τη μελέτη της διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα του δωματίου της. Σηκώθηκε και άνοιξε την πόρτα. Στο άνοιγμά της στεκόταν η Κέητ.
-Καλησπέρα, μπορώ να σου μιλήσω; Αν δεν ενοχλώ...
-Δεν ενοχλείς, Κέητ, έλα μέσα.
Η Νιόβη κάθισε στο κρεβάτι της παραχωρώντας την καρέκλα στην Κέητ.
-Διάβαζα το ρόλο μου, εσύ; Κοίταξες το δικό σου;
-Ναι, είναι όμορφο έργο. Μακάρι να πάμε καλά.
-Θα πάμε, είπε αποφασιστικά η Νιόβη. Τι με ήθελες;
-Ε… Ήθελα να σε ρωτήσω κάτι... Για τον Άνταμ...
Η Κέητ κοκκίνησε και η Νιόβη θυμήθηκε τι της είχε πει η Άλεξ για την Κέητ και τον Άνταμ.
-Ο Άνταμ είναι εντάξει τύπος, είπε στην Κέητ. Από τους πιο συμπαθείς αλλά και αξιόλογους ανθρώπους που ξέρω.
-Ξέρεις αν… Άσε δεν πειράζει.
Η Κέητ σηκώθηκε από την καρέκλα και είπε:
-Μη σε απασχολώ.
Η Νιόβη σηκώθηκε και έπιασε τα χέρια της φίλης της.
-Δεν ξέρω Κέητ αλλά δεν είναι από αυτούς που θα έπαιζαν με τα αισθήματα των άλλων ή θα έλεγαν ψέματα για το τι αισθάνονται, Άκου την καρδιά σου και θα πάνε όλα καλά.
Η Κέητ την ευχαρίστησε και έφυγε. Η Νιόβη με ένα χαμόγελο επέστρεψε στη μελέτη της.

Η Ντήντρα βγήκε από το 99 σε μια κατάσταση ευφορίας. Δεν ήταν μεθυσμένη τόσο ώστε να μη καταλαβαίνει τι συμβαίνει αλλά δεν ήταν και νηφάλια. Τα γεγονότα δεν είχαν τη σωστή προοπτική στο μυαλό της, δεν τα αντιλαμβανόταν όπως θα’ πρεπε. Ο Πάνκχερστ τη συνόδευε όλο το βράδυ και δεν την είχε αφήσει μόνη της σχεδόν καθόλου. Μετά το πρώτο είχαν πιει άλλο ένα ποτό και είχαν χορέψει μαζί.
Τώρα έξω από το κλαμπ στάθηκε ακούγοντας τη βροχή να πέφτει στο στέγαστρο πάνω από το κεφάλι της και νιώθοντας ευτυχισμένη. Πήρε βαθιά ανάσα και μύρισε το νοτισμένο αέρα.
Μια λευκή λιμουζίνα σταμάτησε μπροστά της και ένα από τα φιμέ παράθυρα άνοιξε αποκαλύπτοντας από πίσω τον Κόλιν Πάνκχερστ. Της χαμογέλασε.
-Πάμε να συνεχίσουμε το πάρτι στο σπίτι μου, είπε, θες να έρθεις;
Νηφάλια η Ντήντρα θα έλεγε όχι, δεν τον ήξερε τόσο καλά για να πάει σπίτι του έστω και αν δεν ήταν οι δυο τους. Στην κατάσταση όμως που βρισκόταν είπε απλά ένα «γιατί όχι;» Μπήκε στη λιμουζίνα και κάθησε δίπλα στον Πάνκχερστ που την αγκάλιασε από τους ώμους. Εκείνη αφέθηκε στην αγκαλιά του, ήταν τόσο ευτυχισμένη!
Δεν άργησαν να φτάσουν στο σπίτι που διατηρούσε ο Πάνκχερστ σχεδόν δίπλα σ’ αυτό της αδελφότητας των Αρίστων, Άφησαν τη λιμουζίνα και μπήκαν στο σπίτι.
-Αυτά τα ψηλοτάκουνα με σκοτώνουν, είπε μια κοπέλα βγάζοντας τις γόβες της.
-Αν θες μπορείς να τη μιμηθείς, είπε ο Πάνκχερστ στη Ντήντρα που ασυνήθιστη όπως ήταν σε τέτοια παπούτσια δεν ήθελε πολύ για να πεισθεί, Άφησε το παλτό της στη ράχη μιας πολυθρόνας όπως είχαν κάνει και οι υπόλοιποι και έβγαλε τα παπούτσια της. Το περσικό χαλί στο πάτωμα ήταν απολαυστικά μαλακό κάτω από τα γυμνά της πόδια, Ένα φλας άστραψε κάπου δεξιά της και γυρίζοντας αντίκρισε τον Πάνκχερστ με μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή ανά χείρας.
-Είσαι πολύ όμορφη και δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό.
-Είσαι πολύ ευγενικός.
Ο Πάνκχερστ την πλησίασε.
-Είμαι πολύ ευγενικός με εκείνους που το αξίζουν με τους υπόλοιπους είμαι πολύ σκληρός.


Ο Μιχάλης στεκόταν στη μικρή βεράντα της εξώπορτας του σπιτιού της αδελφότητας και κοίταζε τη βροχή που εξακολουθούσε να πέφτει ορμητική. Ήταν μόνος του, όλοι οι άλλοι κοιμούνταν με την εξαίρεση της Άλεξ που είχε βγει έξω παρά τον καιρό. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί, ένιωθε πως κάτι δεν ήταν όπως έπρεπε. Πως παρέβλεπε κάτι, κάτι που έπρεπε να είχε κάνει και δεν το είχε.
Κοίταξε το σκοτεινό ουρανό.
-Μακάρι να ήξερα, απάντησε στην ανείπωτη ερώτηση μονολογώντας.

Η Ντήντρα δεν συνειδητοποίησε πως έγινε και έμεινε μόνη με τον Πάνκχερστ στο αχνά φωτισμένο σαλόνι. Εκείνος την πλησίασε και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Η Ντήντρα δεν αντιστάθηκε και βρέθηκε κλεισμένη στα μπράτσα του. Εκείνος τη φίλησε και η Ντήντρα ανταποκρίθηκε με θέρμη. Το φιλί τους έγινε πιο ερωτικό αλλά η Ντήντρα ήταν πολύ συνεπαρμένη για να το σταματήσει, δεν αντιστάθηκε όταν ο Πάνκχερστ τράβηξε τη μπλούζα της έξω από τη ζώνη της φούστας της, ούτε όταν το χέρι του πέρασε κάτω από αυτή. Μόνο όταν άγγιξε το στήθος της η Ντήντρα τραβήχτηκε πίσω αλλά ο Πάνκχερστ δεν την άφησε.
-Έφτασες ως εδώ δεν θα κάνεις πίσω τώρα έτσι δεν είναι; της είπε.
-Δεν... Κόλιν δεν έχω... ψέλλισε η Ντήντρα.
-Τι δεν έχεις; ρώτησε μειλίχια ο Πάνκχερστ χωρίς να την αφήσει από τα χέρια του.
-Πρέπει να φύγω, είπε η Ντήντρα με τον πανικό να την κυριεύει.
Με μια βίαιη κίνηση ο Πάνκχερστ έσκισε τη μπλούζα της αποκαλύπτοντας το στήθος της. Δάκρυα εμφανίστηκαν στα μάτια της κοπέλας.
-Σε παρακαλώ, είπε, δεν έχω πάει ακόμα με... Η φωνή της έσβησε και ξέσπασε σε λυγμούς.
Φλας άστραψαν και κάποιος άναψε τα φώτα. Με οδυνηρή έκπληξη η Ντήντρα είδε πως ήταν τριγυρισμένη από την παρέα του Πάνκχερστ.
-Το κοριτσάκι είναι άβγαλτο, είπε εκείνος χλευαστικά και όλοι τους ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια.
Κανένας δεν έδειξε την παραμικρή συμπάθεια. Αρπάζοντας το παλτό της για να κρύψει το μισόγυμνο σώμα της η κοπέλα προχώρησε προς την πόρτα. Δέχθηκε πολλά σπρωξίματα και πολύ περισσότερα πρόστυχα αγγίγματα ως που να φτάσει εκεί. Ξυπόλυτη βγήκε έξω και άρχισε να τρέχει χωρίς να ξέρει και η ίδια που πάει.

Ο Μιχάλης κοίταξε το ρολόι του, ήταν περασμένες τρεις. Αρκετά αργά όχι μόνο για εκείνον αλλά και για τον περισσότερο κόσμο. Σπανίως ο ίδιος είχε ξαγρυπνήσει μέχρι αυτήν την ώρα, κυρίως τις φορές που αυτό που έγραφε τον είχε συνεπάρει σε τέτοιο βαθμό που να μην αντιλαμβάνεται το πέρασμα του χρόνου.
Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει και ήταν ο μόνος ήχος που διέκοπτε την σιγαλιά της νύχτας. Στεκόταν και την έβλεπε να πέφτει με τη σκέψη του να προσπαθεί να ξεδιαλύνει τι ήταν αυτό που τον έκανε να νιώθει έτσι.
Ένα αυτοκίνητο πάρκαρε στο δρόμο κοντά στο σημείο που στεκόταν ο ίδιος και μια ψηλόλιγνη σιλουέτα βγήκε από αυτό. Κλείδωσε το αυτοκίνητο με τον χαρακτηριστικό ηλεκτρονικό ήχο και προχώρησε προς το μέρος του. Αναγνώρισε την Άλεξ όταν ήρθε πιο κοντά. Η κοπέλα εκπλάγηκε που τον είδε ξύπνιο.
-Αϋπνίες; ρώτησε ανεβαίνοντας τα λίγα σκαλοπάτια ως την πόρτα.
-Με απασχολεί κάτι και αυτή η ηρεμία με βοηθάει να σκεφτώ, απάντησε ο Μιχάλης.
-Καταλαβαίνω, καληνύχτα.
-Επίσης Άλεξ.
Η Άλεξ μπήκε μέσα κλείνοντας με προσοχή την πόρτα και ο Μιχάλης έμεινε και πάλι μόνος να σκέπτεται.
Η βροχή συνέχιζε ορμητική. Εκείνος ακούμπησε στον έναν από τους ξύλινους στύλους που στήριζαν την οροφή της μικρής βεράντας ανήμπορος να αποδιώξει το κακό προαίσθημα που τον βασάνιζε. Πέρασε αρκετή ώρα ως που να δει κίνηση στο δρόμο μπροστά του. Ήταν μια μοναχική φιγούρα που περπατούσε γρήγορα και το στιγμιαίο πέρασμά της κάτω από μια λάμπα δημοσίου φωτισμού αποκάλυψε πως ήταν μια κοπέλα που προχωρούσε με σκυμμένο το κεφάλι και με τα χέρια τυλιγμένα γύρω από το σώμα της, καθόλου περίεργο με τον καιρό αυτό.Ήταν έτοιμος να την ξεχάσει όταν είδε έκπληκτος την κοπέλα να τρεκλίζει και να σωριάζεται στο πεζοδρόμιο.

Η Ντήντρα δεν ήξερε που πήγαινε, το μόνο που την ένοιαζε ήταν να φύγει μακριά από τον Πάνκχερστ και τους φίλους του. Ήταν τρομαγμένη, πληγωμένη, ντροπιασμένη. Γιατί της το είχαν κάνει αυτό; Δεν είχε πειράξει κανέναν. Δεν είχε ενοχλήσει κανέναν, πάντα προσπαθούσε να περνάει απαρατήρητη. Της άρεσε ο Πάνκχερστ αλλά δεν είχε κάνει ποτέ τίποτα γι’ αυτό. Εκείνος είχε πάρει την πρωτοβουλία, εκείνος της είχε μιλήσει, της είχε δείξει ενδιαφέρον και τελικά την είχε καλέσει στο πάρτι. Με ποιο σκοπό, να την εξευτελίσει; Να κοιμηθεί μαζί της; Και τα δυο, το καταλάβαινε τώρα, αν είχε ενδώσει ο Πάνκχερστ θα την είχε κάνει δική του και μετά θα την είχε ρεζιλεύσει. Γιατί;
Η βροχή την είχε μουσκέψει και όταν το παλτό είχε βαρύνει το είχε αφήσει να πέσει από πάνω της. Δεν είχε το κουράγιο να το κουβαλήσει.  Ήταν παγωμένη αλλά το χειρότερο κρύο ήταν αυτό που ερχόταν από μέσα της.
Άκουγε ακόμα τα γέλια τους να κουδουνίζουν στα αυτιά της, αγόρια αλλά και κορίτσια μαζί που δεν είχαν δείξει καμία συμπάθεια για τον εξευτελισμό της. Μπορούσε να νιώσει το χάδι του Πάνκχερστ όταν νόμιζε ότι νοιαζόταν πραγματικά για εκείνη και το χάδι που την έβγαλε από την ουτοπία της αποκαλύπτοντας τι ήταν αυτό που τον ένοιαζε πραγματικά. Μπορούσε ακόμα να νιώσει τα αγγίγματά τους, στα μπράτσα της καθώς προσπαθούσαν να αγγίξουν το στήθος της, στη γυμνή κοιλιά της και στους γοφούς της. Λάγνα, πρόστυχα αγγίγματα που εξέφραζαν μόνο μια κτηνώδη επιθυμία και την θέληση να την ταπεινώσουν.
Άρχισε να τρίβει με μανία τα μπράτσα της προσπαθώντας να διώξει από πάνω της αυτήν την αίσθηση, Έτριψε τα μπράτσα της και την κοιλιά της και μετά πάλι τα μπράτσα της, αλλά μάταια, εξακολουθούσε να νιώθει τα αγγίγματα αυτά, ένιωθε βρώμικη, μιασμένη.
Δεν άντεχε άλλο, ξεσπώντας σε γοερούς λυγμούς σωριάστηκε στο έδαφος. Δεν την ένοιαζε που έπεσε, ούτε αν θα σηκωνόταν ξανά, Ένα μέρος της επιθυμούσε να μην σηκωθεί ούτως ή άλλως.

Ο Μιχάλης κατέβηκε στην πρασιά μπροστά στο σπίτι και προχώρησε προς την πεσμένη κοπέλα όσο γρήγορα του επέτρεπε το τραύμα του. Η πρώτη του εντύπωση ήταν πως επρόκειτο για μεθυσμένη, όχι ότι είχε σημασία όποια και αν ήταν. Αν χρειαζόταν την βοήθεια του θα την έδινε. Φτάνοντας κοντά της και διακρίνοντας την αμφίεσή της το μυαλό του πήγε σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Γονάτισε δίπλα στην πεσμένη Ντήντρα και την ανασήκωσε. Αντίκρισε το πρόσωπό της που η βροχή είχε καθαρίσει από κάθε ίχνος μακιγιάζ και έδειχνε παιδικό, με τα μεγάλα της μάτια να μαρτυρούν το σοκ που περνούσε. Τα φωτεινά γαλανά μάτια της που το ίδιο πρωινό είχε προσέξει ήταν τώρα μάτια τρομαγμένου παιδιού.
-Σε ξέρω, είπε σιγανά ο Μιχάλης, τι σου συνέβη;
Η Ντήντρα άρχισε να τρέμει βίαια και ο Μιχάλης κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνο από το σοκ αλλά και από το κρύο. Πόση ώρα να είχε περπατήσει έτσι κάτω από τη βροχή; Έβγαλε βιαστικά το πουκάμισό του και την τύλιξε μ’ αυτό. Την κράτησε στην αγκαλιά του ενώ τηλεφωνούσε στο κοντινότερο νοσοκομείο που ήταν το Χόπκινς Μεμόριαλ.
-Έρχεται βοήθεια, της ψιθύρισε παραμερίζοντας τα υγρά μαλλιά από το πρόσωπό της. Κουράγιο.
Το ασθενοφόρο έφτασε γρήγορα και χωρίς αναμμένη σειρήνα, όπως είχε ζητήσει ο Μιχάλης που δεν ήθελε να τραβήξουν την προσοχή. Οι νοσοκόμοι την σήκωσαν απαλά από την αγκαλιά του Μιχάλη και την έβαλαν στο φορείο.
-Τι συνέβη; ρώτησε ο ένας.
-Ιδέα δεν έχω, είπε ο Μιχάλης αν και μια τρομερή υποψία είχε αρχίσει να σχηματίζεται στο μυαλό του. Εδώ την βρήκα, μένω στο σπίτι εκεί πέρα.
Οι νοσοκόμοι σήκωσαν το φορείο. Τη στιγμή που την έβαζαν στο ασθενοφόρο τα μάτια της κοίταξαν το Μιχάλη. Απαντώντας στη ανέκφραστη ερώτησή της εκείνος ακολούθησε τους νοσοκόμους στο όχημα. Καθώς ξεκινούσαν για το νοσοκομείο, το χέρι της κινήθηκε σπασμωδικά πάνω στην κουβέρτα με την οποία την είχαν σκεπάσει. Φοβούμενος ότι μπορεί να ήταν κάποια εκδήλωση σοκ, ο Μιχάλης έσκυψε προς το μέρος της και έπιασε το χέρι της.
-Όλα θα πάνε καλά, της ψιθύρισε.
Η Ντήντρα έψαξε και βρήκε το χέρι του. Το έσφιξε ενώ δάκρυα κυλούσαν από τα όμορφα μάτια της. 

Παζάρι Βιβλίου

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ένα από τα θύματα της κρίσης είναι και το βιβλίο κάτι που είναι μεγάλο κρίμα μιας και ένα από τα καλύτερα πράγματα που μπορεί κάποιος να κάνει είναι να διαβάσει ένα βιβλίο. Ευτυχώς υπάρχουν και οι περιπτώσεις που κάποιος μπορεί να πάρει βιβλία σε μειωμένες τιμές. Μια από αυτές είναι το καθιερωμένο παζάρι βιβλίου στην Αθήνα στην Πλατεία Κοτζιά. Ορίστε και η σχετική ανακοίνωση:
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
23ο ΠΑΖΑΡΙ ΒΙΒΛΙΟΥ 2019
ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΟΤΖΙΑ ΔΗΜΑΡΧΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ
18 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ – 10 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2019
Ανοιχτά καθημερινά, Σάββατα και Κυριακές από τις 9 το πρωί έως τις 9 το βράδυ 200 εκδότες – 500.000 βιβλία – τιμές από 1 €
ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ: ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΚΔΟΤΩΝ ΒΙΒΛΙΟΥ (Σ.ΕΚ.Β.), ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ (ΕΝ.ΕΛ.ΒΙ.), ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΚΔΟΤΩΝ ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (Σ.Ε.Β.Α.)
Το 23ο Παζάρι Βιβλίου 2019 θα πραγματοποιηθεί και φέτος στην Πλατεία Κοτζιά (Δημαρχείο Αθήνας) από τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βιβλίου (Σ.ΕΚ.Β.), την Ένωση Ελληνικού Βιβλίου (ΕΝ.ΕΛ.ΒΙ.) και τον Σύλλογο Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών (Σ.Ε.Β.Α.), υπό την αιγίδα του Δήμου Αθηναίων και με την υποστήριξη του Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων (Ο.Π.Α.Ν.Δ.Α.).
Το φετινό Παζάρι Βιβλίου πραγματοποιείται στο πλαίσιο και με τη στήριξη της διοργάνωσης: Αθήνα 2018 - Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου του Δήμου Αθηναίων.
Από την Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2019 και για είκοσι τέσσερις ημέρες, έως και την Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2019, πραγματοποιείται στην Πλατεία Κοτζιά το μεγαλύτερο και πλέον οργανωμένο Παζάρι Βιβλίου στην πόλη των Αθηνών, με κεντρικό σύνθημα:
«ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΙΝΑΙ Η ΔΥΝΑΜΗ ΣΟΥ»
Το Παζάρι Βιβλίου είναι η θεσμοθετημένη εκδήλωση που διοργανώνεται εδώ και είκοσι τρία έτη, προσφέροντας στο αναγνωστικό κοινό χιλιάδες τίτλους βιβλίων σε πολύ χαμηλές τιμές, που αρχίζουν από μόλις 1 ευρώ! Στο 23ο Παζάρι Βιβλίου 2019, όπως κάθε χρόνο, συμμετέχουν εκδότες από όλη την Ελλάδα (μέλη πρωτοβάθμιων σωματείων), προσφέροντας πάνω από 9.000 τίτλους βιβλίων, σε τιμές, που δεν ξεπερνούν το 30% της αρχικής τους λιανικής τιμής. Σε μία σύγχρονη, υπαίθρια, στεγασμένη και θερμαινόμενη εγκατάσταση, το αθηναϊκό, και όχι μόνο, αναγνωστικό κοινό έχει την ευκαιρία να προμηθευτεί αξιόλογα βιβλία από μία μεγάλη ποικιλία τίτλων, όλων των κατηγοριών και για όλες τις ηλικίες.
Καλούμε όλους τους αναγνώστες να μας επισκεφθούν και να επωφεληθούν, αγοράζοντας αξιόλογα βιβλία σε τιμές έκπληξη!

Το 23ο Παζάρι Βιβλίου 2019, στην Πλατεία Εθνικής Αντίστασης (Κοτζιά), θα λειτουργεί καθημερινά, Σάββατα και Κυριακές από τις 09:00 το πρωί μέχρι και τις 21:00 το βράδυ, από 18 Ιανουαρίου έως και 10 Φεβρουαρίου 2019.

Όλοι Οι Δρόμοι Οδηγούν Στην Αγάπη - 7

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο 7


Ο καιρός άλλαξε απότομα κατά τα ξημερώματα. Ενώ η Κυριακή ήταν ηλιόλουστη με λίγο αεράκι η Δευτέρα ξημέρωσε με καταρρακτώδη βροχή. Η Κέητ ξύπνησε από τον ήχο της βροχής στο τζάμι του παραθύρου της και έμεινε να κοιτάει το μουντό καιρό. Της άρεσε να αγναντεύει τέτοιο καιρό από τη ζεστασιά του κρεβατιού της. Ειδικά σε περιπτώσεις όπως τώρα που ένιωθε ευτυχισμένη.
Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη σκέψη για να ανακαλύψει το λόγο που ένιωθε έτσι. Μετά από το Σαββατιάτικο πρώτο τους ραντεβού ο Άνταμ ήταν πολύ περιποιητικός απέναντί της με αποκορύφωμα το χθεσινό απόγευμα στο θέατρο. Την είχε κρατήσει από το χέρι «για να μην πέσει» και είχε συνεχίσει να το κάνει ως που επέστρεψαν στη σκηνή. Ακόμα μπορούσε να νιώσει το κράτημά του, απαλό αλλά δυνατό και προστατευτικό. Και αν όλα αυτά δεν αποτελούσαν αποδείξεις, αποτελούσαν τουλάχιστον ενδείξεις ότι δεν του ήταν αδιάφορη.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι και άρχισε να ετοιμάζεται για τη σχολή με το μυαλό της στον Άνταμ.

Ο καιρός που άρεσε τόσο στην Κέητ δεν ήταν ευχάριστος στον Μιχάλη. Ξυπνώντας δεν χρειάστηκε κανέναν να του πει ότι ο καιρός είχε αλλάξει, το ένιωθε. Το αριστερό του πόδι ήταν άκαμπτο σαν να μην το αποτελούσε σάρκα και αίμα αλλά χυτοσίδηρος. Το γόνατό του έστελνε τέτοια κύματα πόνου που χρειαζόταν προσπάθεια για να μη φωνάξει, Άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου δίπλα του και πήρε το μικρό μπουκαλάκι με τα χάπια. Ξεβίδωσε το καπάκι και με την ευχή να είναι το τελευταίο που θα χρειαζόταν - μια ευχή που είχε μείνει ανεκπλήρωτη την τελευταία δεκαετία - κατάπιε ένα χάπι, Έμεινε στο κρεβάτι για τα - λίγα ευτυχώς - λεπτά που χρειαζόταν ως που να ενεργήσει το χάπι και μετά σηκώθηκε και άρχισε να ετοιμάζεται. Σήμερα θα παρέδιδε για πρώτη φορά και ήταν ατυχία που αυτή τη μέρα είχε διαλέξει το πόδι του να του θυμίσει την κατάστασή του. Δεν θα ευχαριστιόταν το μάθημα όσο θα ήθελε.
Όταν ήταν έτοιμος άφησε το δωμάτιό του και προχώρησε στην κουζίνα για να συναντήσει τον Μαξιμίλιαν που είχε προσφερθεί από την προηγούμενη να τον πάει στη σχολή.
-Καλημέρα, είπε μπαίνοντας.
-Καφέ; ρώτησε ο Μαξιμίλιαν.
-Όχι, σήμερα, ευχαριστώ, είπε ο Μιχάλης, που δεν μπορούσε να πιει καφέ έχοντας πάρει το χάπι, και στράφηκε στην Νιόβη:
-Θα δεις καθόλου τον Τόμας;
-Δεν έχουμε κοινά μαθήματα σήμερα, είπε η Νιόβη, αλλά αν θέλεις να τον βρω να του πω κάτι...
-Ναι, θέλω να του δώσεις αυτό, είπε ο Μιχάλης και της έδωσε ένα πακέτο σημειώσεων που έβγαλε από το χαρτοφύλακά του.
-Εντάξει, κανένα πρόβλημα, είπε η Νιόβη χαρούμενη που θα είχε έναν καλό λόγο να δει ξανά τον Τόμας.

Μπαίνοντας στην σχολή Ιστορικής Έρευνας - Αρχαιολογίας ο Μιχάλης κοντοστάθηκε. Δεν έφταιγε ο πόνος αυτή τη φορά. Ήταν οι αναμνήσεις που τον σταμάτησαν. Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά που είχε διαβεί αυτήν την πόρτα για να διδάξει και ακόμα περισσότερα από την τελευταία φορά που ήταν φοιτητής, Έριξε μια ματιά στους νεαρούς άνδρες και τις κοπέλες που πηγαινοέρχονταν ή σχημάτιζαν πηγαδάκια και χαμογέλασε. Είχε πολλές καλές αναμνήσεις από τα χρόνια της φοιτητικής του ζωής αλλά και από την προηγούμενη διδακτική του εμπειρία εδώ.
Προχώρησε στο διάδρομο που οδηγούσε στο αμφιθέατρο όπου θα δίδασκε τραβώντας πάνω του αρκετά βλέμματα τόσο εξ’ αιτίας του μπαστουνιού όσο και γιατί ήταν μεγάλος για φοιτητής και νέος για καθηγητής. Δεν τον ενόχλησε αυτό, προχώρησε προς τον προορισμό του αδιαφορώντας για τα βλέμματα. Ο Μαξιμίλιαν είχε προπορευθεί για να βρει θέση.
Μπαίνοντας στο αμφιθέατρο διαπίστωσε πως ήταν σχεδόν γεμάτο, καθόλου περίεργο αν σκεφτόταν κανείς πως ο Ράινχαρτ είχε την τάση να περνάει μόνο τους πολύ καλούς και αυτό δεν ήταν περισσότερο από το 30% των συμμετεχόντων στο μάθημά του. Ο Μιχάλης πήρε τη θέση του στην έδρα και ατένισε το πολυάριθμο ακροατήριό του που ήταν βυθισμένο στη σιωπή. Θυμήθηκε έναν από τους αγαπημένους του συγγραφείς, τον Λεό Μπουσκάλια, που είχε γράψει ότι όταν πρόκειται να μιλήσεις σε μεγάλο κοινό και νιώθεις άβολα γι’ αυτό ψάξε να βρεις μάτια που σε κοιτάζουν με κατανόηση. «Εντάξει σε καταλαβαίνω, δεν πειράζει αν κάνεις και κάποιο λάθος.» Ο Μιχάλης δεν είχε τέτοιο πρόβλημα αλλά από τότε που το είχε διαβάσει κοίταζε πάντα να δει αν μπορούσε να το επιβεβαιώσει. Με έκπληξη είχε διαπιστώσει πως ήταν απαραβίαστος κανόνας και ο Μπουσκάλια είχε δίκιο. Σήμερα τα μάτια αυτά είχαν ένα φωτεινό γαλανό χρώμα και ανήκαν σε μια κοπέλα στην πρώτη σειρά.
Ο Μιχάλης συστήθηκε και πρόσθεσε ότι μαζί θα έκαναν το μάθημα Θέματα Μεσαιωνικής Ιστορίας.
-Ας ξεκινήσουμε από το τι είναι ο Μεσαίωνας, είπε.
-Μια εποχή που οι γυναίκες ήξεραν τη θέση τους! πετάχτηκε ένας φοιτητής που δεν ήταν άλλος από τον Κόλιν Πάνκχερστ.
-Και οι ασεβείς που δεν ήξεραν τη θέση τους και αυθαδίαζαν μιλώντας όταν δεν έπρεπε εκτελούνταν, πρόσθεσε ο Μιχάλης.
Γέλια ακούστηκαν και ο Πάνκχερστ κοκκίνισε από οργή. Σίγουρα δεν του είχε ξαναμιλήσει έτσι καθηγητής, οι περισσότεροι τον είχαν στο απυρόβλητο αν και σίγουρα δεν θα το είχε τολμήσει αυτό στον Ράινχαρτ. Εκείνος δεν σήκωνε τέτοια.
-Ο Μεσαίωνας είναι μια χρονική περίοδος που εκτείνεται από το 330 μ.Χ.  έτος κτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως ως το 1453 που η ίδια πόλη έπεσε στα χέρια των Τούρκων ή από το 476 που έπεσε η δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ως το 1453 που τελείωσε ο Εκατονταετής πόλεμος μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας με νίκη της δεύτερης και χωρίς συνθήκη ειρήνης ή ανακωχής. Θα μου πείτε γιατί μελετάμε μια εποχή που έχει περάσει εδώ και πέντε σχεδόν αιώνες. Είναι γιατί στην περίοδο αυτή ξεκινάνε όλες εκείνες οι αλλαγές που οδηγούν στη σύγχρονη εποχή. Ανακαλύπτεται η τυπογραφία, δημιουργούνται τα πρώτα πανεπιστήμια, ανακαλύπτεται η πυξίδα και εμφανίζονται οι πρώτοι θαλασσοπόροι και πολλά άλλα.
Καθώς μιλούσε ο Μιχάλης παρατήρησε πως αν όχι όλοι οι περισσότεροι παρακολουθούσαν με προσοχή αυτά που έλεγε. Κοίταξε την κοπέλα με τα φωτεινό μάτια, τον παρακολουθούσε με θρησκευτική προσήλωση. Πρόσεξε πως την κοίταζε και ο Πάνκχερστ με ένα βλέμμα που μόνο καλό δεν προμήνυε για’ κείνη.
-Φυσικά οι άνθρωποι του 330 δεν ένιωθαν διαφορετικά απ’ ότι το 329 ούτε βέβαια αυτοί του 1453 ένιωθαν διαφορετικά ένα χρόνο μετά. Οι άνθρωποι δεν ξυπνάνε ένα πρωί λέγοντας; «Τελείωσε ο Μεσαίωνας, ωραία! Αρχίζει η Αναγέννηση!» Θα ήταν πολύ βολικό για’ μας αλλά αυτοί οι διαχωρισμοί βασισμένοι σε σημαντικά γεγονότα είναι τεχνητοί και εξυπηρετούν μόνο τη μελέτη της ιστορίας.
Συνέχισε να μιλάει γενικά στους φοιτητές απέναντί του για την περίοδο του Μεσαίωνα και τις διαιρέσεις του και σκιαγράφησε το περιεχόμενο των μαθημάτων που θα τους παρέδιδε.
Ενώ μιλούσε το βλέμμα του γυρνούσε συχνά στον Πάνκχερστ και κάθε φορά βεβαιωνόταν πως κάτι σκάρωνε. Ο τρόπος που κρυφομιλούσε με την κοπέλα στα δεξιά του και τον νεαρό στα αριστερά του ήταν κακός οιωνός.
-Αυτά για σήμερα, ολοκλήρωσε το πρώτο του μάθημα, για να μείνουμε στα γενικά. Στο επόμενο μάθημα θα μιλήσουμε για το δουκάτο της Νορμανδίας και την κατάκτηση της Αγγλίας. Ελεύθεροι.
Προχώρησε στην έδρα και κάθισε. Θα άφηνε να φύγουν πρώτα οι φοιτητές και μετά θα έφευγε και αυτός. Ο Μαξιμίλιαν πλησίασε στην έδρα.
-Ωραίο μάθημα, είπε, να περιμένω;
-Θα φύγουμε μαζί.

Ο Πάνκχερστ πλησίασε την κοπέλα με τα φωτεινά μάτια που είχε προσέξει ο Μιχάλης και της είπε φιλικά - με έναν τόνο που αν η Νιόβη τον άκουγε δεν θα πίστευε ότι ανήκε σ’ εκείνον:
-Καλημέρα Ντήντρα, πως σου φάνηκε το μάθημα;
-Είναι καλός, άκουσα πως είναι ο μόνος που έχει καταφέρει να αποσπάσει άριστα από τον Ράινχαρτ, είπε ντροπαλά η κοπέλα κοιτώντας προς την έδρα που καθόταν ο Μιχάλης.
Ήταν μια μάλλον κανονικού ύψους κοπέλα με μακριά ξανθά μαλλιά, γλυκό προσωπάκι πάνω στην αλλαγή από παιδικό σε γυναικείο στο οποίο δέσποζαν τα γαλανά μάτια της και σώμα με σχηματισμένες τις γυναικείες καμπύλες.
-Τέλος πάντων, είπε ο Πάνκχερστ, δεν ήθελα να σου μιλήσω για το μάθημα βασικά. Απόψε θα κάνω ένα πάρτι στο 99 για την αρχή του ακαδημαϊκού έτους. Ήθελα να σε καλέσω, αν δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις...
-Ε... Εμένα;
-Ναι, είπε ο Πάνκχερστ. Θα σε περιμένω.
-Εντάξει, είπε η Ντήντρα.
Ο Πάνκχερστ απομακρύνθηκε. Αν η κοπέλα έβλεπε το χαμόγελό του σίγουρα θα το ξανασκεφτόταν να βρεθεί στο ίδιο δωμάτιο μαζί του όχι να πάει σε πάρτι του.

Η Νιόβη είχε τον απαραίτητο χρόνο για να αναζητήσει τον Τόμας μετά το δεύτερο μάθημα της ημέρας. Ήταν ήδη μεσημεράκι, μιας και τα δυο μαθήματα ήταν τρίωρα, και βρήκε τον Τόμας στην καφετέρια της σχολής όπου είχε πάει με την παρέα του για ένα πρόχειρο γεύμα. Όταν τον πλησίασε η Νιόβη συζητούσε με την παρέα του αποτελούμενη μόνο από αγόρια. Λίγο πιο πέρα κάθονταν μερικά κορίτσια που κοιτούσαν τον Τόμας με ιερή προσήλωση σαν να ήταν αυτός ο σκοπός της ζωής τους. Ήταν κάτι που την εκνεύριζε, εντάξει ο Τόμας ήταν όμορφος άνδρας αλλά έπρεπε να τον ακολουθούν παντού και να κάθονται να τον κοιτάζουν ή - το πιο ανόητο ακόμα - να αναστενάζουν όταν περνούσε;
Πλησίασε στο τραπέζι του Τόμας και των φίλων του. Εκείνος την είδε πριν του μιλήσει και ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του.
-Νιόβη! Πως από’ δω;
-Καλημέρα - ή μάλλον καλησπέρα - Τόμας. Μπορώ να σου μιλήσω;
-Έλα, κάθισε.
-Θα προτιμούσα ιδιαιτέρως, είπε η Νιόβη.
Ο Τόμας δίστασε για μια στιγμή και μετά σηκώθηκε από τη θέση του.
-Θα σας δω στο εργαστήριο, είπε στους φίλους του και ακολούθησε την Νιόβη έξω από την καφετέρια.
Η κοπέλα έψαξε για ένα ήσυχο μέρος που θα μπορούσαν να μιλήσουν και τελικά κατέληξε πως η καλύτερη επιλογή ήταν ο διάδρομος που περνούσε πίσω από την καφετέρια και οδηγούσε στην βιβλιοθήκη της σχολής. Τον οδήγησε εκεί και στράφηκε να τον κοιτάξει.
-Τόμας...
-Είμαι όλος δικός σου, την έκοψε εκείνος κάνοντάς την να εύχεται να ήταν αλήθεια αυτό και στέλνοντας το μυαλό της σε καθόλου αθώες σκέψεις πράξεων που συνήθως πραγματοποιούνται σε κρεβατοκάμαρες.
-Ο Μιχάλης μου έδωσε αυτό για’ σενα, είπε η Νιόβη.
-Ευχαριστώ.
Ο Τόμας έριξε μια γρήγορη ματιά στις σελίδες και η Νιόβη είχε την άνεση να τον παρατηρήσει με την ησυχία της. Τα μαλλιά του έπεφταν στο μέτωπό του και του έδιναν μερικές φορές την εικόνα ενός σκανταλιάρικου αγοριού. Τα μάγουλα και το σαγόνι του είχαν αρχίσει να σκουραίνουν από τα γένια, πρέπει να ήταν αξύριστος κάνα δυο μέρες. Είχε μια γρατζουνιά στο λαιμό του, πως την είχε αποκτήσει άραγε; Εκείνη τη στιγμή σήκωσε το βλέμμα από τα χαρτιά και την κοίταξε.
-Είναι αυτά που είπαμε να αλλάξουμε χθες.
-Θα τα καταφέρουμε; Τι λες; ρώτησε η Νιόβη.
-Φυσικά! είπε ο Τόμας, Έμαθα ότι ο Πάνκχερστ παίζει εκ του ασφαλούς. Θα παίξουν το πλέον κλασσικό έργο. Ρωμαίος και Ιουλίτα. Είναι δίκοπο μαχαίρι, παίζεις με έργο που είναι αγαπητό και το ξέρουν όλοι αλλά και έχουν όλοι κάποια εικόνα γι’ αυτό στο μυαλό τους.
-Ελπίζω να έχεις δίκιο, είπε η Νιόβη.
-Έχω, είπε ο Τόμας, πρέπει να πηγαίνω έχω μάθημα. Θα τα πούμε αύριο.
Η Νιόβη του χάρισε ένα χαμόγελο και  τον άφησε.

Ο Μιχάλης και ο Μαξιμίλιαν κατέβαιναν τη σκάλα από τον όροφο που βρίσκονταν τα γραφεία της πρυτανείας στο ισόγειο, Άκουσαν φωνές και γέλια και αντελήφθησαν πως ερχόταν ο Πάνκχερστ με την συνηθισμένη πολυπληθή παρέα του, Έφτασαν δίπλα τους τη στιγμή που ο Έλληνας κατέβαινε ένα σκαλοπάτι στηριζόμενος στο μπαστούνι του, Ένιωσε ένα σπρώξιμο στην πλάτη την ίδια στιγμή που κάποιος κλωτσούσε από πίσω το μπαστούνι του. Έχασε την ισορροπία του και θα’ χε κατρακυλήσει στη σκάλα αν δεν προλάβαινε να ρίξει το χαρτοφύλακα που κρατούσε και να αρπαχτεί από την κουπαστή της σκάλας. Δεν απέφυγε να πέσει στα γόνατα κάτι που έστειλε μια θάλασσα πόνου, σαν να είχε πάρει φωτιά το νευρικό του σύστημα, να τον διατρέξει και χρειάστηκε όλη του την αυτοκυριαρχία για να μην ουρλιάξει. Ο Πάνκχερστ στάθηκε από πάνω του.
-Είσαστε καλά κύριε καθηγητά; Ήταν ένα ατύχημα, λυπάμαι. Πρέπει να είσαστε προσεκτικός. Οι φοιτητές, σαν νέοι, είναι πάντα ορμητικοί, κατέληξε με έναν τόνο που έκανε προφανές πως δεν λυπόταν καθόλου αλλά αντιθέτως το διασκέδαζε.
Έτεινε το χέρι του στον Μιχάλη αλλά εκείνος το αγνόησε και σηκώθηκε όρθιος κρατημένος από την κουπαστή της σκάλας. Ο Πάνκχερστ και η παρέα του συνέχισαν το δρόμο τους.
-Επίτηδες το’ κάνε το καθίκι, είπε ο Μαξιμίλιαν. Για την απάντηση στο μάθημα.
-Και γιατί τον νίκησα στο σκάκι. Σίγουρα με γνώρισε τώρα που με ξαναείδε. Αφού θέλει πόλεμο θα τον έχει. Ακόμα και αν δεν επρόκειτο να σας βοηθήσω με τον μαραθώνιο τώρα θα το έκανα μόνο και μόνο για να πάρει το μάθημά του ο Πάνκχερστ.
Ο Μαξιμίλιαν έδωσε στον Μιχάλη το μπαστούνι του.
-Είσαι καλά; Έχεις γίνει κατάχλομος.
-Έχω περάσει και χειρότερα, έλα πάμε. Πρέπει να μιλήσω με τη Νιόβη.

Η Ντήντρα Κάρτερ διέσχισε το δρόμο και πλησίασε την είσοδο του κλαμπ 99 με δισταγμό. Δεν ήταν άτομο που συνήθιζε να πηγαίνει σε κλαμπ και επιπλέον η πρόσκληση από τον Κόλιν Πάνκχερστ ήταν απρόσμενη. Ποτέ ως τώρα δεν της είχε δώσει την παραμικρή σημασία ή έτσι τουλάχιστον είχε καταλάβει εκείνη και ξαφνικά την καλούσε σε πάρτι. Δεν είχε αρνηθεί γιατί της άρεσε και είχε κολακευθεί από το ενδιαφέρον του.
Δεν γνώριζε πολλά για τον Πάνκχερστ πέρα από το γεγονός ότι τον εκτιμούσαν οι καθηγητές του και ότι ήταν εξαιρετικά δημοφιλής. Δυστυχώς για εκείνη δεν είχε βρεθεί ποτέ μπροστά σε μια από τις συνηθισμένες του διασκεδάσεις όπως αυτή που είχε θύμα την Κέητ ή σε μια επίθεση όπως αυτήν στον Μιχάλη και αγνοούσε το ποιόν του.
Στην είσοδο του κλαμπ οι δυο γορίλες τη σταμάτησαν και ζήτησαν το όνομά της. Ακούγοντάς το ο ένας της άνοιξε την πόρτα και τη συνόδευσε μέσα. Στο φουαγιέ την περίμενε ο οικοδεσπότης της.
-Καλώς ήρθες Ντήντρα, είπε ο Πάνκχερστ. Είσαι πολύ όμορφη απόψε, περισσότερο απ’ ότι συνηθώς.
-Ευχαριστώ, είπε δειλά η κοπέλα.
Ο Πάνκχερστ τη συνόδεψε στο εσωτερικό του κλαμπ. Πολλά κεφάλια γύρισαν να τους κοιτάξουν και παρ’ ότι η Ντήντρα δεν ήταν άσχημη αυτό συνέβαινε γιατί ήταν με τον Πάνκχερστ. Εκείνος την οδήγησε στο μπαρ.
-Ένα... Τι θα πάρεις; στράφηκε στην Ντήντρα.
-Μμμ, δεν ξέρω, είπε εκείνη, εσύ τι θα πρότεινες;
Δεν ήταν συνηθισμένη στα αλκοολούχα ποτά αλλά δεν ήθελε να το δείξει, να μη φανεί άβγαλτη στον Πάνκχερστ.
-Ένα κοκτέιλ για τη Ντήντρα, είπε ο οικοδεσπότης της, σαν το δικό μου.
Η κοπέλα πήρε το ποτήρι από το μπάρμαν και δοκίμασε το κεχριμπαρένιου χρώματος ποτό, Έκαψε τον λαιμό της αλλά δεν το’ δειξε αποφασισμένη να κάνει καλή εντύπωση στον Πάνκχερστ.

Όλοι Οι Δρόμοι Οδηγούν Στην Αγάπη - 6

Author: Νυχτερινή Πένα /

λιτό φόρεμα και τα ανάλογα παπούτσια.
Αφού βεβαιώθηκε ότι όλα ήταν όπως τα ήθελε άφησε το δωμάτιό της και κατέβηκε στο ισόγειο. Οι περισσότεροι βρίσκονταν στην κουζίνα και το κοινό δωμάτιο. Κατευθύνθηκε προς το δεύτερο και μπαίνοντας αναζήτησε με το βλέμμα τον Μιχάλη. Τον εντόπισε καθισμένο στο μικρό γραφείο που υπήρχε στο δωμάτιο δίπλα στο μικρό χολ που οδηγούσε στο δωμάτιό του να συζητάει με τον Άνταμ και τον Μαξιμίλιαν.
-Καλημέρα, είπε πλησιάζοντας.
-Καλημέρα, είπε ο Μιχάλης και της έτεινε μια σειρά από εκτυπωμένες σελίδες δεμένες σε σπιράλ. Χάρη στα παιδιά από’ δω έχουμε το έργο περασμένο σε υπολογιστή και είναι εύκολο να κάνουμε αντίγραφα. Αυτό είναι το δικό σου.
Η Νιόβη πήρε το αντίγραφο και το κοίταξε. Στην πρώτη σελίδα έγραφε τον τίτλο με καλλιγραφικά γράμματα «Ο Δρόμος Της Αγάπης» και στην πάνω δεξιά άκρη της σελίδας ο Μιχάλης είχε σημειώσει χειρόγραφα το όνομά της και αυτό του ρόλου της - Φιντέλια.
-Έχουμε φτιάξει ένα αντίγραφο για κάθε ρόλο και ένα για τον σκηνοθέτη μας, της εξήγησε.
-Αν χρειαστούμε κι άλλα δεν έχουμε παρά να τα εκτυπώσουμε, συμπλήρωσε ο Μαξιμίλιαν.
Ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας και η Νιόβη έσπευσε να ανοίξει κοιτώντας το ρολόι της. Ο Τόμας είχε έρθει λίγο πιο νωρίς από την ώρα που είχαν πει. Ανοίγοντας τη πόρτα ωστόσο διαπίστωσε πως δεν ήταν ο Τόμας αλλά ο Αλέξανδρος με τη Ρεμπέκα.
-Καλημέρα Νιόβη, είπε ο Αλέξανδρος, ήρθα εγκαίρως έτσι;
-Ναι ο Τόμας δεν έχει έρθει ακόμα.
Ο Αλέξανδρος είχε περάσει τη νύχτα του στο διαμέρισμα της Σιμόν και είχε επιστρέψει στο δικό του μόνο το πρωί. Είχε κάνει ένα μπάνιο και είχε αλλάξει ρούχα. Η Ρεμπέκα δεν ήταν καθόλου περίεργη για το πως είχε περάσει τη νύχτα - είχε συμβεί να περάσει τη νύχτα στην εταιρία σε περιπτώσεις χρηματιστηριακών κρίσεων στην Ευρώπη που η διαφορά ώρας απαιτούσε να δουλέψει νύχτα - και είχε ζητήσει μόνο να την πάρει μαζί του.
-Ο φίλος μου έπιασε δουλειά βλέπω, είπε ο Αλέξανδρος προσέχοντας τι κρατούσε η αδερφή του.
-Ναι, και του είμαι ευγνώμων, είπε η Νιόβη. Όπως και σ’ εσένα που τον έφερες εδώ.
Προχώρησαν στο κοινό δωμάτιο όπου είχαν μαζευτεί οι περισσότερο τώρα. Η Νιόβη τους μοίρασε τα αντίγραφα του έργου και άρχισαν να το μελετούν μιας και ως τώρα δεν ήξεραν παρά τα γενικά που τους είχε πει την προηγούμενη ο Μιχάλης. Τώρα είχαν το έργο σχεδόν ολοκληρωμένο αν εξαιρούσε κανείς κάποιες σκηνικές οδηγίες που χρειαζόταν να ξέρουν την ακριβή διαμόρφωση της σκηνής για να τις κανονίσουν.
Το κουδούνι ακούστηκε και πάλι και η Νιόβη πήγε να ανοίξει. Αυτή τη φορά ήταν όντως ο Τόμας που κρατούσε ένα πανέμορφο κόκκινο τριαντάφυλλο και της το πρόσφερε.
-Για την πρωταγωνίστριά μας, είπε.
-Ευχαριστώ, είπε η Νιόβη, πως ξέρεις όμως ότι εγώ θα παίξω τον πρωταγωνιστικό ρόλο;
-Κάθε τι άλλο θα με απογοήτευε. Όταν σε πρωτοείδα να παίζεις στη σχολή ξέρεις τι σκέφτηκα; Αυτή η κοπέλα είναι γεννημένη ηθοποιός και δεν με διέψευσες, πραγματικά το έχεις μέσα σου.
-Ευχαριστώ, είπε αμήχανη από τον έπαινο η κοπέλα και τον οδήγησε στο δωμάτιο που βρίσκονταν οι υπόλοιποι για να κάνει συστάσεις.
-Λοιπόν; Τι ανεβάζουμε; ρώτησε ο Τόμας αφού η Νιόβη τον σύστησε σε όσους δεν τον ήξεραν από τη σχολή. Είχε καθίσει δίπλα στην Νιόβη που κρατούσε ακόμα το τριαντάφυλλο.
-Είναι ένα αισθηματικό έργο, είπε ο Μιχάλης και του έτεινε το αντίγραφο που του είχε ετοιμάσει. Μπορώ να σου πω τα βασικά και μετά το διαβάζεις με την ησυχία σου.
-Σ’ ακούω.
-Στο Μεσαιωνικό βασίλειο της Γαλλίας ο βασιλιάς πιέζει το μοναχογιό του και διάδοχο να παντρευτεί για να εξασφαλισθεί η γραμμή της διαδοχής. Εκείνος όμως δεν το επιθυμεί μιας και στις νεαρές γόνους των αριστοκρατικό οικογενειών δεν βρίσκει καμία που να του κινεί το ενδιαφέρον. Τις βρίσκει όλες κοινές και άμυαλες, ρηχές. Σε μια κυνηγετική εξόρμηση συναντά μια κοπέλα που τον γοητεύει με το πνεύμα αλλά και την ομορφιά της. Αρχίζει να πηγαίνει στο δάσος συχνά και γρήγορα έχουμε ένα ειδύλλιο. Αποφασίζει να την παρουσιάσει στους γονείς του στο μεγάλο χορό που γίνεται για το ιωβηλαίο του πατέρα του. Εκεί δημιουργείται ένα πρόβλημα. Η κοπέλα του είχε παρουσιαστεί σαν κόμισσα Αλίν, στο χορό η κόμισσα Ραμόνα Γκενζ αποκαλύπτει πως του έχει πει ψέματα και δεν είναι αυτή που λέει. Καθώς το να παρουσιαστεί κανείς ως ευγενής ενώ δεν είναι, τιμωρείται με θάνατο η Φιντέλια -αυτό είναι το πραγματικό όνομά της- καταδικάζεται σε θάνατο. Ο πρίγκηπας είναι διχασμένος, από τη μια την αγαπάει από την άλλη είναι θυμωμένος που του είπε ψέματα και ο νόμος είναι νόμος. Την κατάσταση θα σώσει η άφιξη του άρχοντα Μαξιμίλιαν του Λαντρέ μεγάλου νομοθέτη που μπορεί να ερμηνεύσει το νόμο και συμβαίνει να ξέρει κάποια πράγματα που οι υπόλοιποι αγνοούν. Δίνονται οι απαραίτητες εξηγήσεις και έχουμε το φινάλε με ένα φιλί του Γουίλλιαμ και της Φιντέλια.
-Ωραίο, είναι είπε ο Τόμας και έχει στοιχεία για καταπληκτική δραματουργία. Πείτε μου για τους ρόλους.
Μίλησαν αρκετή ώρα για τον κάθε ρόλο και το άτομο που θα τον ερμήνευε. Η Νιόβη παρ’ ότι άκουγε με προσοχή τα λεγόμενα έπιασε ουκ ολίγες φορές τον εαυτό της να κοιτάζει τον Τόμας.
-Μπορούμε να δούμε το θέατρο; ρώτησε στο τέλος ο νεαρός σκηνοθέτης.
-Ναι, είπε ο Αλέξανδρος. Μόνο να κανονίσουμε πως θα πάμε.
-Εγώ, μπορώ να πάρω άλλον ένα, είπε ο Τόμας. Ποιο είναι το θέατρο;
-Εκείνο στην Κόνκορντ και Μέην, είπε η Νιόβη.
-Θα’ ρθεις μαζί μου; της πρότεινε ο Τόμας.

Ο Τόμας οδηγούσε ένα σπορ αυτοκίνητο με πτυσσόμενη οροφή που ήταν διθέσιο και γι’ αυτό είχε πει πως μπορούσε να πάρει μόνο έναν. Ήταν σχεδόν οι πρώτοι που ξεκίνησαν, τους πέρασαν μόνο ο Άνταμ και η Κέητ με τη μηχανή. Η Νιόβη στη διαδρομή είχε όλη την άνεση να παρατηρεί τον Τόμας καθώς εκείνος οδηγούσε και έκανε ελιγμούς μέσα στην Κυριακάτικη κίνηση. Τον συμπαθούσε από την αρχή της γνωριμίας τους σαν συμφοιτητές στη σχολή, για το σοβαρό και μετρημένο χαρακτήρα του αλλά και γιατί ήταν θαρραλέος και αποφασιστικός άνθρωπος που δεν δίσταζε να πάρει πρωτοβουλίες.
Δίσταζε να το ομολογήσει ακόμα και στον εαυτό της πως την έλκυε και σαν άνδρας. Της άρεσε πολύ, το συνειδητοποιούσε πλήρως τώρα πια αλλά φοβόταν να αφεθεί σε αυτό που ένιωθε. Δεν ήξερε τι σκεφτόταν ο Τόμας για’ κείνη και αν υπήρχε κάποια στη ζωή του - ποια ήταν η κοπέλα που είχε απαντήσει στο τηλέφωνό του;
-Ένα εκατομμύριο για τις σκέψεις σου, είπε ο Τόμας . Και μη μου πεις ότι σκεφτόσουν το έργο γιατί είχες μια έκφραση πολύ ονειροπόλα για τόσο πρακτικά θέματα.
-Κι όμως, είπε η Νιόβη περνώντας τα δάκτυλα μέσα από τα μαλλιά της που ανέμιζαν καθώς το αυτοκίνητο έτρεχε στο δρόμο. Σκεφτόμουν πόσο υπόχρεοι σου είμαστε.
-Μην το λες αυτό, είπε ο Τόμας και η Νιόβη ανάσανε ανακουφισμένη που είχαν απομακρυνθεί από το πραγματικό περιεχόμενο των σκέψεων της, ξέρεις πόσο μου αρέσει να σκηνοθετώ. Εξ’ άλλου άσε να κερδίσουμε πρώτα και μετά με ευχαριστείς.
-Εγώ πάντως νιώθω υπόχρεη.
-Δεν χρειάζεται, είπε ο Τόμας, γι’ αυτό είναι οι φίλοι.
Άπλωσε το χέρι του και έσφιξε το δικό της στέλνοντας ένα πρωτόγνωρο ρίγος να διατρέξει την σπονδυλική της στήλη.

Ο Αλέξανδρος είχε πάρει στο αυτοκίνητό του τον Μιχάλη, που καθόταν στη θέση του συνοδηγού, και την Ρεμπέκα που καθόταν πίσω.
-Πόσο σου στοίχισε το θέατρο, ρώτησε ο Μιχάλης.
-Έχει σημασία; Ήθελα να βοηθήσω την αδερφή μου - σ’ αυτό το σημείο η Ρεμπέκα έκανε μια γκριμάτσα σαν να έκανε εμετό αλλά οι δυο μπροστινοί της δεν την είδαν - και το έκανα.
Η Ρεμπέκα έσκυψε μπροστά και είπε στο αυτί σχεδόν του Μιχάλη:
-Εσύ πόσα θα πάρεις;
-Αλήθεια δεν το συζητήσαμε αυτό, πήρε το λόγο ο Αλέξανδρος.
-Δεν θέλω αμοιβή Αλέξανδρε, μόνο τα έξοδά μου θα καλύψεις όπως είπαμε.
-Τόσο ανιδιοτελής, είπε η Ρεμπέκα και έσκυψε ακόμα πιο κοντά του. Τα χείλη της χάιδεψαν το μάγουλό του. Ήταν ένα χάδι που περιείχε απτή την πρόκληση αλλά ο Μιχάλης την αγνόησε. Η σωματική έλξη δεν ήταν αρκετή για εκείνον για να σχετισθεί με μια γυναίκα. Άπλωσε το χέρι του για να τη σπρώξει πίσω και εκείνη το έπιασε και το έφερε στα χείλη της. Θα είχε ακολουθήσει μια πιο βίαιη αντίδραση εκ μέρους του αν ο Αλέξανδρος δεν έλεγε εκείνη τη στιγμή:
-Αυτό είναι, φτάσαμε.

Το θέατρο δεν ήταν από τα μεγαλύτερα της πρωτεύουσας της Μασαχουσέτης, κάθε άλλο, αλλά αυτό δεν ενδιέφερε την Νιόβη όπως δεν την ένοιαζε ότι το θέατρο που είχε νοικιάσει για το δικό του έργο ο Πάνκχερστ ήταν μεγαλύτερο. Αυτή τη στιγμή ένιωθε πως λίγα πράγματά είχαν σημασία πέρα από αυτό που ζούσε τώρα, Ένα θέατρο δικό της για να ανέβει στη σκηνή σαν πρωταγωνίστρια! Κοίταξε τις τακτικές σειρές των αναπαυτικών καθισμάτων, τα σκοτεινά θεωρεία και τέλος το αντικείμενο των ονείρων της, τη σκηνή. Η βελούδινη αυλαία ήταν κατεβασμένη αλλά αυτό δεν εμπόδιζε την νεαρή εκκολαπτόμενη ηθοποιό να φανταστεί τον εαυτό της εκεί πάνω να υποκλίνεται στο χειροκρότημα ενός ενθουσιασμένου κοινού.
Γύρισε να μιλήσει στον Τόμας και διαπίστωσε με έκπληξη πως εκείνος την κοιτούσε.
-Τι; ρώτησε μονολεκτικά για να κρύψει την αμηχανία της.
-Σε ζηλεύω, είπε απαλά εκείνος. Ξέρω πως νιώθεις, η πρώτη φορά που μπαίνεις στο θέατρο σαν ηθοποιός ή σκηνοθέτης ή όποιο άλλο μέρος της δουλειάς και όχι σαν θεατής είναι μοναδική. Ποτέ δεν χάνει τη μαγεία του αλλά η πρώτη φορά παραμένει ξεχωριστή. Αυτό το συναίσθημα δεν επαναλαμβάνεται. Απόλαυσέ το τώρα.
Η Νιόβη προχώρησε προς τη σκηνή, Άκουσε πίσω της τις συζητήσεις των υπολοίπων μα δεν έδινε προσοχή. Εκείνη στιγμή ήταν μόνο αυτή και το μεγάλο της όνειρο. Στάθηκε μπροστά στη σκηνή. Κοίταξε τη στιλβωμένη επιφάνειά της και τις τρεις εισόδους που διέθετε. Ατένισε το σκοτάδι πίσω από αυτές τις εισόδους, που οδηγούσαν στα παρασκήνια και τα καμαρίνια, και φαντάστηκε τον εαυτό της να βγαίνει στη σκηνή στην πρώτη της εμφάνιση στο θεατρικό, στην πρώτη της επίσημη εμφάνιση σαν ηθοποιός.
Πήγε στην άκρη όπου υπήρχαν σκαλιά για να ανέβει στη σκηνή και ανέβηκε. Γύρισε και κοίταξε τους υπόλοιπους που θαύμαζαν το θέατρο. Τώρα είχαν έρθει οι περισσότεροι και το θέατρο αντηχούσε από φωνές και συζητήσεις.
Γύρισε και κοίταξε τη σκηνή και περίφερε το βλέμμα της σ’ αυτή. Ήταν... εκστατική. Ήταν κοντινότερη περιγραφή σ’ αυτό που αυτή τη στιγμή ένιωθε. Πήρε βαθιά ανάσα, ένιωθε υπέροχα, σαν να είχε ξαναγεννηθεί.
-Και μόνο για την έκφραση που έχεις αυτή τη στιγμή αξίζουν τα λεφτά που έδωσα για το θέατρο, ψιθύρισε στο αυτί της ο Αλέξανδρος.
-Αχ, Αλέξανδρε, είπε η Νιόβη και τον αγκάλιασε. Δάκρυα συγκίνησης κύλισαν στα μάγουλα της.
-Έλα, έλα, είπε ο Αλέξανδρος, μην κλαις κούκλα μου. Γι’ αυτό είναι τα μεγαλύτερα αδέρφια.
-Σ’ ευχαριστώ, Αλέξανδρε.
Ο Τόμας ανέβηκε στη σκηνή και κοίταξε γύρω με την κριτική ματιά του επαγγελματία.
-Μπορούμε να δούμε και τα παρασκήνια; ρώτησε.
-Ναι, είπε ο Αλέξανδρος, μόνο λίγο προσοχή γιατί είναι κάπως σκοτεινά.
Δεν είχε άδικο, καθώς μόνο λίγα φώτα ήταν αναμμένα οι χώροι πίσω από τη σκήνη και ο διάδρομος για τα καμαρίνια ήταν μισοσκότεινοι έως σκοτεινοί.
-Λοιπόν προσφέρεται για χώρος ενός μυστηριώδους εγκλήματος, τι λες; πείραξε τον φίλο του ο Αλέξανδρος. Θα γράψεις ένα; Άνετα μπορείς να φανταστείς φόνους εδώ στα σκοτεινά.
-Ή ξελογιάσματα, πρόσθεσε η Ρεμπέκα που την επόμενη στιγμή σκόνταψε και έπεσε κάτω.
-Έγκλημα και τιμωρία, σχολίασε ο Μιχάλης στη μητρική του γλώσσα φέρνοντας ένα χαμόγελο στα χείλη του Αλέξανδρου αλλά και της Νιόβης.
Μερικά βήματα πιο πίσω ο Άνταμ έπιασε από το χέρι την Κέητ.
-Για να μη σκοντάψεις και’ συ, είπε αλλά δεν ξεγέλασε κανέναν.
Ούτε την Κέητ που τον έπιασε από το χέρι προθυμότατα.

Επέστρεψαν από το θέατρο ενθουσιασμένοι. Κάθισαν στο μεγάλο δωμάτιο συζητώντας και κάνοντας σχέδια για την παράσταση που θα έδιναν. Ο Μιχάλης και ο Τόμας συζητούσαν και συμπλήρωναν τις τελευταίες σκηνικές λεπτομέρειες ενώ οι υπόλοιποι γύρω τους μιλούσαν για τους ρόλους και το πως θα τους ερμήνευαν.
-Λέω την Παρασκευή να κάνουμε την πρώτη μας πρόβα, είπε ο Τόμας. Δεν περιμένω φυσικά να έχετε μάθει το ρόλο σας απέξω. Περιμένω να τον έχετε διαβάσει και να τον ερμηνεύσετε από μέσα για να σας δώσω τις πρώτες οδηγίες.
-Θα πρέπει να είναι λίγο αργά για να έχουμε τελειώσει με τα μαθήματα, παρατήρησε ο Μαξιμίλιαν.
-Ναι, κατά τις 19:30;
-Νομίζω πως θα είναι εντάξει.
Είχε βραδιάσει ως που να τελειώσουν με όσα είχαν να πουν. Μαζεύτηκαν στην κουζίνα για ένα γερό δείπνο μιας και με τα πολλά είχαν παραλείψει να φάνε ένα κανονικό γεύμα το μεσημέρι.
-Στην επιτυχία μας! έκανε την πρόποση η Νιόβη και όλοι ήπιαν σ’ αυτό.

Όλοι Οι Δρόμοι Οδηγούν Στην Αγάπη - 5

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο 5


Ο Αλέξανδρος δεν άργησε να φέρει σε πέρας τη δουλειά του στην εταιρία και να πάρει και πάλι το δρόμο για την πανεπιστημιούπολη. Ήθελε να προφτάσει να φτάσει στο σπίτι της αδελφότητας πριν τον Μιχάλη. Η Νιόβη του είχε πει ότι ο φίλος του δεν είχε ακόμη φτάσει. Ήταν στο δρόμο όταν κουδούνισε το κινητό του.
-Ναι, είπε έχοντας το νου του στο δρόμο και μην έχοντας προλάβει να κοιτάξει τον αριθμό του καλούντος στην οθόνη.
-Θα βρεθούμε το βράδυ; ρώτησε η απαλή φωνή της Σιμόν.
-Σίγουρα, που θες να βρεθούμε;
-Ξέρεις το Τριστάνο’ς;
-Ναι, είπε ο Αλέξανδρος.
-Ωραία θα βρεθούμε εκεί. Εννιά είναι καλά;
-Μια χαρά.
-Θα κάνω την κράτηση εγώ, είπε η Σιμόν και πρόσθεσε, ανυπομονώ να σε δω.
Ασυναίσθητα ο Αλέξανδρος πάτησε το γκάζι επιταχύνοντας. Σχεδίαζε ήδη στο μυαλό του την αποψινή βραδιά. Την ονειροπόλησή του διέκοψε το κινητό του.
-Ναι, είπε.
-Γεια σου αγάπη μου, επέστρεψα.
Η Ρεμπέκα! Την είχε ξεχάσει εκείνη.
-Γεια σου Μπέκι, ήταν καλό το ταξίδι σου;
-Μια χαρά, πότε θα σε δω; Δουλεύεις και σήμερα;
-Έχω κάποιες δουλειές, τώρα πάω στη Νιόβη και θα λείψω και το βράδυ.
-Θα λείψεις το βράδυ; είπε η Ρεμπέκα ναζιάρικα. Μπορώ να σε δω τώρα; Να’ ρθω στην αδελφότητα της αδερφής σου;
Ο Αλέξανδρος σκέφθηκε την πιθανότητα αυτή. Σίγουρα είχε το πλεονέκτημα πως θα ικανοποιούσε την Μπέκι και θα του άφηνε το βράδυ ελεύθερο. Θα φερόταν όμως καλά η Ρεμπέκα ή θα έκανε τίποτα απρεπές αν της δινόταν η ευκαιρία όπως αντιπαθούσε την Νιόβη; Η αδερφή του αντιθέτως φερόταν πάντα με τον καλύτερο τρόπο στην Ρεμπέκα.
-Εντάξει, έλα, είπε.
Φτάνοντας στο σπίτι της αδελφότητας  ο Αλέξανδρος πάρκαρε και διαπίστωσε ότι εκείνη την ώρα ερχόταν και ο φίλος του.
-Έχασες το δρόμο; τον πείραξε βγαίνοντας από το αυτοκίνητο.
-Όχι, πήγα στην πρυτανεία τακτοποίησα τα χαρτιά μου, έμαθα ότι ο Ράινχαρτ απουσιάζει στην Ευρώπη και έχω την έγκρισή του να κάνω παράδοση τη Δευτέρα και ερχόμενος εδώ έπαιξα μια καλή παρτίδα σκάκι που φυσικά κέρδισα.
-Σκάκι;
-Ένας αγώνας σιμουλτανέ, είπε ο Μιχάλης και εξήγησε στον φίλο του πως είχε αντιμετωπίσει τον Πάνκχερστ.
-Τον έκανες εχθρό , είπε ο Αλέξανδρος, ας είναι. Πάμε να σου γνωρίσω τη Νιόβη και τους φίλους της. Τα πράγματά σου τα παίρνουμε μετά.
Δεν πρόλαβαν να προχωρήσουν προς το σπίτι μιας και κατέφτασε η Ρεμπέκα που ρίχτηκε πάνω στον Αλέξανδρο και άρχισε να τον φιλάει.
-Εντάξει, Μπέκι, είπε εκείνος.
-Μου έλειψες, του είπε ναζιάρικα.
Υψώνοντας το βλέμμα στον ασυννέφιαστο ουρανό ο Αλέξανδρος την πήρε και πλησίασε τον Μιχάλη που είχε διακριτικά απομακρυνθεί.
-Να σου συστήσω το φίλο μου που ήρθε από την Ευρώπη, είπε στην Ρεμπέκα.
Έκανε τις συστάσεις και εκείνη έτεινε το χέρι της στον Μιχάλη σαν αριστοκράτισσα κυρία της Βικτωριανής εποχής. Εκείνος απτόητος το έπιασε απαλά και το φίλησε σαν να ήταν κάτι που συνηθιζόταν το χειροφίλημα.
-Η Μπέκι παίζει, είπε ο Αλέξανδρος. Αλλά σίγουρα σε συμπάθησε.
-Να μου λείπει.
Η στιχομυθία αυτή ειπωμένη στην μητρική τους γλώσσα ήταν ακατανόητη για την Ρεμπέκα που τους ακολούθησε καθώς πήγαιναν προς το σπίτι. Ο Αλέξανδρος χτύπησε το κουδούνι και τους άνοιξε η Νιόβη. Ο αδερφός της έκανε τις συστάσεις.
-Χαίρω πολύ, είπε η κοπέλα τείνοντας το χέρι ης στο Μιχάλη. Της φάνηκε πως το σκέφτηκε αν θα της έδινε το χέρι του αλλά κατάλαβε πως ήταν ο χρόνος που χρειάστηκε για να αλλάξει χέρι στο μπαστούνι. Της έσφιξε το χέρι σε μια ζεστή χειραψία.
Μπήκαν μέσα και η Νιόβη έπιασε να τον συστήσει στους υπόλοιπους. Ο Μιχάλης συζητούσε για λίγο με τον καθένα θέλοντας να τους γνωρίσει, ειδικά εκείνους που θα είχε στα μαθήματα που θα έκανε όπως ήταν ο Μαξιμίλιαν.

Μετά τον καφέ περπάτησαν και πάλι στο δάσος διηγούμενοι ο ένας στον άλλο ιστορίες από τα παιδικά και σχολικά τους χρόνια. Στρυφνοί καθηγητές, παλιοί συμμαθητές και αγαπημένες αναμνήσεις ξαναζωντάνευαν μέσα από τις ιστορίες τους. Γελούσαν με την καρδιά τους και  γνώριζαν ο ένας τον άλλο μαθαίνοντας για το παρελθόν και τις εμπειρίες που είχαν αποκομίσει απ’ αυτό.
Η Κέητ αισθανόταν πραγματικά ευτυχισμένη, Ένιωθε ελεύθερη να μιλήσει με τον Άνταμ χωρίς να φοβάται την απόρριψη ή την ειρωνεία, αυτό που είχε νιώσει από την αρχή της γνωριμίας της μαζί του έβγαινε αληθινό. Αναρωτιόταν αν σκεφτόταν και ο ίδιος τόσο καλά για εκείνη. Πόσο θα ήθελε να το ξέρει αυτό!
Έφτασαν σε ένα σημείο όπου μια κατολίσθηση είχε δημιουργήσει έναν φυσικό εξώστη που έβλεπε στη θάλασσα. Το αεράκι, πιο δυνατό εδώ ανέμισε τα μαλλιά της κοπέλας. Ο Άνταμ την κοίταξε όπως αγνάντευε τη θάλασσα και με δυσκολία συγκράτησε τον εαυτό του από το να απλώσει το χέρι του και να τα χαϊδέψει. Θύμισε στον εαυτό του πως η Κέητ μπορεί να ήταν φίλη αλλά δεν του είχε δώσει καμία ένδειξη ότι τον έβλεπε σαν κάτι πολύ περισσότερο από έναν φίλο και συμφοιτητή.
-Είναι πολύ όμορφη η θάλασσα, είπε η Κέητ. Ξέρεις δεν έχω μπει ποτέ μου. Ξέρω κολύμπι αλλά δεν έχω κολυμπήσει ποτέ στη θάλασσα, μόνο σε κολυμβητήριο.
-Λογικό για κάποια που μεγάλωσε σε μια πολιτεία πάνω από χίλια μίλια μακριά από τη θάλασσα. Τώρα πια ο καιρός δεν είναι για μπάνιο στη θάλασσα οπότε υπομονή ως το καλοκαίρι.
-Σίγουρα, δεν θα φύγω για διακοπές αν δεν το κάνω.
Ο Άνταμ κοίταξε το ρολόι του.
-Θες να πάμε για φαγητό μόνοι μας ή να πάμε πίσω να φάμε μαζί με τους υπόλοιπους;
-Δεν ξέρω, είπε, ό, τι θέλεις εσύ.

Μαζεύτηκαν στο μεγάλο δωμάτιο του ισογείου που τους χωρούσε άνετα για να μιλήσουν για τον μαραθώνιο. Εξήγησαν στον νεοφερμένο το κλίμα που είχε δημιουργηθεί εξ’ αιτίας της συμπεριφοράς του Πάνκχερστ και της παρέας του και τα αντικείμενα του μαραθωνίου.
-Η μεγαλύτερη μας έλλειψη είναι στο θεατρικό, είπε η Νιόβη, δεν έχουμε έργο αν και έχουμε θέατρο και σκηνοθέτη.
Ο Αλέξανδρος που καθόταν ακριβώς δίπλα στον Μιχάλη γύρισε και τον κοίταξε.
-Εσύ γράφεις, είπε, θα με εξέπληττε αν δεν είχες κάτι για την  περίσταση.
-Υπάρχει κάτι που δούλεψα στο αεροπλάνο για εδώ αλλά δεν είναι έτοιμο, Έχω γράψει το έργο αλλά μένουν κάποια πράγματα που εξαρτώνται από τη σκηνή και τη διαρρύθμισή της καθώς και από τα άτομα που θα παίξουν. Υπάρχουν κάποιοι δευτερεύοντες ρόλοι που μπορούν να περισκοπούνε ή να επεκταθούν αναλόγως με τα διαθέσιμα άτομα.
-Άρα πρέπει να το κανονίσουμε, είπε η Νιόβη, και να μιλήσεις και με τον Τόμας τον σκηνοθέτη μας.
Η Νιόβη πρόφερε το όνομα του Τόμας με θέρμη αλλά οι υπόλοιποι δεν έδειξαν να το προσέχουν.
-Αύριο ίσως; πρότεινε ο Μιχάλης προσθέτοντας, δεν είδατε όμως ακόμα το έργο μου.
-Εμπιστεύομαι την κρίση του αδερφού μου, αποκρίθηκε η Νιόβη.
Η Ρεμπέκα έκανε μια γκριμάτσα που όμως δεν πρόλαβε να δει κανείς.
-Ωραία, είπε ο Μιχάλης, ποιοι θα λάβουν μέρος στην παράσταση;
Του απάντησαν εν χορώ και ο Μαξιμίλιαν πρόσθεσε στα ονόματα:
-Και ο Άνταμ με την Κέητ.
-Ποιος;
-Δεν τους γνώρισες ακόμα, εξήγησε ο Μαξιμίλιαν, έχουν πάει μια βόλτα στο Μπίτσγουντ. Θα πρέπει να τους πάρω ένα τηλέφωνο να επιστρέψουν.
-Πάρε το δικό μου, του πρότεινε ο Μιχάλης καθώς ο Μαξιμίλιαν έκανε να σηκωθεί.
Ο νεαρός μεταπτυχιακός φοιτητής το πήρε και τηλεφώνησε στον καλύτερο φίλο του.

Το κουδούνισμα του κινητού διέκοψε τη συζήτηση του Άνταμ με την Κέητ και ο Άνταμ το έβγαλε από την τσέπη του για να απαντήσει. Η Κέητ κοίταζε και πάλι τη θάλασσα και εκείνος όσο μιλούσε με τον Μαξιμίλιαν δεν πήρε τα μάτια του από πάνω της. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο της είπε:
-Το θέμα αποφασίστηκε για’ μας. Θέλουν να επιστρέψουμε για να συμμετάσχουμε στα σχέδια για το θεατρικό.
-Εντάξει, είπε η Κέητ.
-Αν θες, μπορούμε να έλθουμε ξανά κάποια στιγμή, το επόμενο Σαββατοκύριακο ίσως.
Η απάντηση της Κέητ ήταν αυθόρμητη και ήρθε αμέσως:
-Θα το ήθελα πολύ.
Επέστρεψαν στο σπίτι της αδελφότητας όπου βρήκαν τους υπόλοιπους να έχουν μετακινηθεί στην κουζίνα όπου συζητούσαν γύρω από το τραπέζι για το θεατρικό μαζί με την μόλις σηκωμένη από το κρεβάτι Άλεξ. Η τελευταία καθόταν μάλιστα πάνω στον πάγκο της κουζίνας μιας και δεν είχαν άλλη θέση ελεύθερη και οι δυο νεοφερμένοι την μιμήθηκαν.
Ο Μιχάλης τους είχε μιλήσει λίγο για το έργο και τώρα συζητούσαν τη διανομή των ρόλων. Οι υπόλοιποι που δεν συμμετείχαν στο έργο παρέμβαιναν στη συζήτηση με πειράγματα και τα πιο ευφάνταστα σχόλια.
Η Ρεμπέκα που καθόταν ανάμεσα στον Αλέξανδρο και τον Μιχάλη σηκώθηκε και αφού ψιθύρισε κάτι στον πρώτο στράφηκε προς τον δεύτερο:
-Συγνώμη να περάσω;
Ο Μιχάλης σηκώθηκε για να περάσει η Ρεμπέκα που στριμώχτηκε ανάμεσα σ’ εκείνον και τον τοίχο για να περάσει. Ενώ ξανακαθόταν ο Μιχάλης είπε στην Νιόβη:
-Φυσικά τίποτα δεν είναι κανονισμένο μέχρι να μιλήσουμε με το σκηνοθέτη. Τόμας τον είπες αν δεν κάνω λάθος.
-Ναι, είπε η κοπέλα. Θα του τηλεφωνήσω απόψε.
-Ωραία.
Η Ρεμπέκα επέστρεψε και στριμώχτηκε ανάμεσα στον Αλέξανδρο και τον Μιχάλη. Καθώς οι υπόλοιποι συζητούσαν και ο Μιχάλης κοίταζε τις σημειώσεις που είχε μπροστά του, η Ρεμπέκα έσκυψε προς το μέρος του:
-Συγνώμη, μου δίνεις το μπουκάλι με το νερό;
Ο Μιχάλης ανέβλεψε για να βρεθεί σε απόσταση αναπνοής από’ κείνη. Της έδωσε το μπουκάλι και στράφηκε πάλι στις σημειώσεις του. Η Ρεμπέκα έριξε μια λοξή ματιά στον Αλέξανδρο που εξηγούσε στη Νιόβη τη συμφωνία για το θέατρο που τους είχε βρει και μετά έκανε την κίνηση της. Ο Μιχάλης είχε το αριστερό χέρι του, αυτό προς την πλευρά της, ακουμπισμένο στο μπαστούνι του. Η Ρεμπέκα χάιδεψε το χέρι του προχωρώντας προς τον καρπό του. Εκείνος γύρισε και την κοίταξε, αν το βλέμμα μπορούσε να σκοτώσει θα είχε πέσει νεκρή κεραυνοβολημένη από την ψυχρότητά του. Δεν της είπε τίποτα, απλά σηκώθηκε με τους άλλους καθώς αυτή η πρώτη τους σύσκεψη λάμβανε τέλος.
-Δεν σου βρήκαμε δωμάτιο, είπε ο Μαξιμίλιαν.
-Θα μπορούσε να πάρει το δωμάτιο δίπλα στο μεγάλο, εκείνο που δεν χρησιμοποιείται, είπε η Κέητ. Δεν θα έχει και τη σκάλα... Σταμάτησε κοκκινίζοντας.
-Ευχαριστώ, της είπε ο Μιχάλης, πολύ ευγενική σκέψη.
-Είναι λίγο μικρό είπε η Νιόβη, αλλά αν θες μπορείς να μείνεις εκεί.

Καθώς το τηλέφωνο καλούσε η Νιόβη άλλαξε χέρι και σκούπισε την ιδρωμένη παλάμη της στο τζιν της. Ποτέ δεν είχε νιώσει τόσο νευρική κάνοντας ένα τηλεφώνημα. «Ηρέμησε, είπε στον εαυτό της, κάνεις σαν κοριτσάκι στο πρώτο του ραντεβού.»
-Ναι; μια γυναικεία φωνή απάντησε στο τηλέφωνο.
-Τον Τόμας θα ήθελα.
«Ποια ήταν αυτή; Ο Τόμας ήταν από το Κοννέκτικατ και έμενε μόνος εδώ στη Βοστώνη. Άρα αυτή ήταν....» Ένιωσε ένα τσίμπημα ζήλιας.
-Ναι, η φωνή του Τόμας ακούστηκε κάπως λαχανιασμένη.
-Καλησπέρα, ελπίζω να μην ενοχλώ.
-Νιόβη! Όχι δεν ενοχλείς. Πες μου.
-Έχουμε ένα έργο, ξέρεις για το θεατρικό μας. Θέλουμε να το συζητήσουμε, πότε θα μπορούσες να έρθεις από’ δω;
Ακολούθησε μια μικρή παύση και μετά ο Τόμας είπε:
-Αύριο το πρωί, κατά τις έντεκα.
-Θα τα πούμε το πρωί τότε.
Η Νιόβη έκλεισε το τηλέφωνο και άρχισε να γελάει, Ένιωθε ευτυχισμένη και δεν ήταν μόνο γιατί προχωρούσαν με το θεατρικό τους.

Το δωμάτιο ήταν σχετικά μικρό αλλά περιλάμβανε ένα διπλό κρεβάτι - κάτι που το έκανε να δείχνει πιο μικρό - ένα κομοδίνο και μια ντουλάπα. Ο Μιχάλης όμως το βρήκε υπεραρκετό και βάλθηκε να τακτοποιήσει τα ρούχα και τα υπόλοιπα πράγματά του, διαδικασία που δεν πήρε πολύ να ολοκληρωθεί.
-Δεν έχεις γραφείο εσύ, είπε ο Αλέξανδρος αλλά μπορείς να χρησιμοποιείς αυτό στο κοινό δωμάτιο.
-Εντάξει, μην ανησυχείς θα βολευτώ, είπε ο Μιχάλης.
-Εντάξει θα τα πούμε το πρωί.
-Αλέξανδρε, είπε ο Μιχάλης, πρέπει να μιλήσουμε.
Ο τόνος της φωνής του φίλου του έκανε τον Αλέξανδρο να συνοφρυωθεί. Ο Μιχάλης δεν ήταν από εκείνους που αστειεύονται πολύ και ήταν σοβαρός αλλά ο τόνος του τώρα ήταν παραπάνω από σοβαρός, κάτι σαν προάγγελος κακής ειδήσεως.
-Τι τρέχει;
-Πρέπει να μιλήσουμε.
-Σ’ ακούω, είπε ο Αλέξανδρος.
-Είναι δύσκολο αυτό που πρέπει να σου πω, είπε ο Μιχάλης , γι’ αυτό θα στο πω μια κ’ έξω. Η Ρεμπέκα... Μου την έπεσε, είναι η κοινώς λεγόμενη έκφραση.
Ο Αλέξανδρος γέλασε ανακουφισμένος.
-Αυτό ήταν;
-Τι εννοείς;
-Περίμενα κάτι πιο σοβαρό φίλε μου.
-Αυτό δεν είναι σοβαρό;
-Όχι. Και ήταν αναμενόμενο ξέρεις.
-Γιατί;
-Το 99 % των ανδρών που συναντούν τη Ρεμπέκα, εμού μη εξαιρουμένου, το πρώτο που προσέχουν είναι το κορμί της - για να το θέσω ήπια - και μετά οτιδήποτε άλλο. Εσύ όταν σου την σύστησα, δεν το έκανες. Ξέρεις πόσο θα την εντυπωσίασε αυτό; Και σου την έπεσε.
Ο Μιχάλης έκατσε στο κρεβάτι του και έτριψε το γόνατο του αριστερού ποδιού ενώ έλεγε:
-Μου την έπεσε επειδή δεν έκανα κάτι που το θεωρώ προσβλητικό για την προσωπικότητα της κάθε κοπέλας;
-Σου την έπεσε για να σε δει να υποκύπτεις στη γοητεία της. Κάνε το.
-Δεν σ’ ενοχλεί καθόλου το γεγονός;
-Καθόλου, η σχέση μου με την Ρεμπέκα βασίζεται σε άλλη βάση. Είναι μαζί μου γιατί είμαι αυτός που είμαι. Είμαι μαζί της γιατί κάνει καλό κρεβάτι.
-Αλέξανδρε! Έκανε αυστηρά ο Μιχάλης.
-Ξέχασα, ξέχασα έκανε απολογητικά ο Αλέξανδρος. Εσύ πιστεύεις ακόμα σε αγνές αγάπες και ρομαντικές στιγμές. Αυτά ίσχυαν κάποτε. Σου συνιστώ να αφήσεις την Μπέκι να παίξει μαζί σου. Θα το απολαύσεις.
-Δεν θα σε πείραζε;
-Όχι, έχω κάνει εξ’ άλλου και’ γω τις μικρές απιστίες μου.
-Δεν υπάρχουν μικρές απιστίες Αλέξανδρε, εάν το κάνεις έχεις προδώσει αυτό που υπάρχει ανάμεσά σας.
-Και πάλι σου λέω ότι αυτά ίσχυαν κάποτε.
-Ισχύουν και τώρα αν ο άνθρωπος θέλει να είναι άνθρωπος, είπε ο Μιχάλης.
-Τέλος πάντων, είπε ο Αλέξανδρος, πρέπει να φύγω. Θα τα πούμε αύριο. Σου εύχομαι καλή διαμονή.
Πήγε στην πόρτα του δωματίου και την άνοιξε. Κοντοστάθηκε πριν βγει.
-Κάνε ότι θες με την Μπέκι, δεν με νοιάζει.

Η Νιόβη είχε βάλει το νυχτικό της και καθόταν στο κρεβάτι της. Είχε ακουμπισμένο στα πόδια της  ένα βιβλίο αλλά δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί να διαβάσει. Ο νους της έτρεχε μακριά, στην ταυτότητα της γυναικείας φωνής που είχε σηκώσει το τηλέφωνο του Τόμας.
«Κάνω σαν κοριτσάκι στο σχολείο που ζηλεύει όποια πλησιάσει τον πρίγκηπά της παρ’ ότι εκείνος αγνοεί ακόμα και την ύπαρξή της, σκέφθηκε.»
Εντάξει ο Τόμας δεν αγνοούσε την ύπαρξή της αλλά δεν υπήρχε και τίποτα μεταξύ τους. Μόνο που όλο και περισσότερο εκείνη ποθούσε να υπάρξει.
Από τις σκέψεις της την έβγαλε ένα χτύπημα στην πόρτα.
-Ανοιχτά είναι.
Η Άλεξ μπήκε στο δωμάτιο ντυμένη για έξοδο.
-Θα βγεις;
-Αφού με ξέρεις, η νύχτα κυλάει στο αίμα μου.
-Καλή διασκέδαση.
-Πέρασα να σου πω δυο πράγματα.
-Τι πράγματα; ρώτησε η Νιόβη που ήξερε πως η Άλεξ ήταν πολύ παρατηρητική και αντιλαμβανόταν πράγματα που οι άλλοι δεν πρόσεχαν.
-Είδες τον Άνταμ και την Κέητ όταν ήρθαν από το Μπίτσγουντ;
-Γιατί;
-Είναι ερωτευμένοι αν και δεν ξέρω πόσο το συνειδητοποιούν.
-Αυτό είναι ευχάριστο. Ο Άνταμ είναι πολύ καλός και ακριβώς ότι χρειάζεται η Κέητ. Ποιο είναι το δεύτερο;
-Ο νέος μας συγκάτοικος είναι κάτι το μοναδικό. Η γκόμενα του αδερφού σου του την έπεσε και την αγνόησε.
-Κάτι πολύ σπάνιο. Περίεργος άνθρωπος και από άλλες απόψεις... Θα πρέπει να πω στον Αλέξανδρο για τη συμπεριφορά της.
-Εντάξει, θα τα πούμε. Α, καλά που το θυμήθηκα. Αν είναι να μιλήσετε για το θεατρικό το πρωί ξυπνήστε με!
Η Άλεξ έφυγε και η Νιόβη αφού έσβησε το φως ξάπλωσε. Σκεφτόταν το θεατρικό τώρα αλλά κάπου μεταξύ ύπνου και ξύπνιου ονειρεύθηκε τον Τόμας.