Κυπαρισσία

Author: Νυχτερινή Πένα /

Είναι μια κωμόπολη στην Μεσσηνία, πρωτεύουσα της επαρχίας Τριφυλίας και νυν του ομώνυμου δήμου, είναι επίσης έδρα της ιεράς μητροπόλεως Τριφυλίας και Ολυμπίας. Έχει 5708 κατοίκους κατά την τελευταία απογραφή. Ωστόσο αυτά είναι τα στοιχεία που μπορεί να βρει κανείς με μια ματιά σε οποιαδήποτε εγκυκλοπαίδεια και δεν λένε πολλά για το ουσιαστικό μέρος του τι είναι μια πόλη.
Η Κυπαρισσία είναι χτισμένη στο νότιο άκρο του κόλπου που φέρει το όνομά της και εκτείνεται από τη θάλασσα ως αρκετά ψηλά στους πρόποδες του όρους Ψυχρού (ή Αιγάλεω). Το τμήμα που βρίσκεται ψηλά είναι γνωστό ως Άνω ή Παλιά Πόλη και έχει χαρακτηρισθεί ως διατηρητέα λόγω των πολλών παραδοσιακών κτισμάτων της.
Η κάτω πόλη είναι μια σύγχρονη κωμόπολη με όλες τις ανέσεις, ξενοδοχεία, καφετέριες, εστιατόρια και ψησταριές, ενώ δε στερείται τις απαραίτητες υπηρεσίες. Προσφέρει χώρους για περίπατο και φυσικά παραλία για μπάνιο, δεδομένου μάλιστα πως βρέχεται από το Ιόνιο που είναι πιο ζεστό μπορεί κανείς να κάνει μπάνιο από νωρίς την άνοιξη ως και αργά στο φθινόπωρο.
Δεν σας κρύβω ότι η Άνω Πόλη είναι η προτίμησή μου, είναι πιο ήσυχη, πιο γραφική, με ωραία σημεία για φαγητό ή καφέ, με δρόμους που προσφέρονται για περπάτημα και με φοβερή θέα, βλέπεις όλη την πόλη και μακριά στην θάλασσα, σε μέρες με καθαρή ατμόσφαιρα ακόμα και ως τη Ζάκυνθο. Από το κάστρο δε είναι ακόμα πιο εντυπωσιακή, οπότε αν βρεθείτε εκεί μην παραλείψετε να το επισκεφθείτε. Μόνο μην επιχειρήσετε να ανεβείτε στον πύργο, απαγορεύεται λόγω της κατάστασής του.
Αλλά το στοιχείο που κάνει ξεχωριστή την Άνω Πόλη είναι η ατμόσφαιρά της, είτε κάνει κάποιος περίπατο, είτε απολαμβάνει ένα δροσερό βραδάκι κάτω από τα δένδρα παίρνοντας τον καφέ ή το δείπνο του είτε απολαμβάνοντας τη θέα από το Κάστρο των Γιγάντων. Και για έναν συγγραφέα που το μυαλό του είναι πάντα στο γράψιμο είναι σίγουρα πηγή έμπνευσης!

Γ όπως Γράψιμο

Author: Νυχτερινή Πένα /

«Χαίρομαι να σε βλέπω ακόμα να γράφεις.» Έγραψε στο σχόλιό της η φίλη μου η Creep. Φαντάζομαι ότι αυτή θα είναι μια διαπίστωση πολλών ανθρώπων για’ μενα και όχι μόνο μέσα στην μπλογκόσφαιρα. Όσοι με γνωρίζουν μάλλον με την συγκεκριμένη ασχολία με συνδέουν, εξαιρούνται φυσικά οι επαγγελματικές γνωριμίες. Και πώς να μην το κάνουν αφού το γράψιμο για εμένα δεν είναι μια απλά ασχολία αλλά τρόπος ζωής που διέπει τα πάντα, τι και πως θα το κάνω, τι θα διαβάσω…
Ποια είναι η δική σας σχέση με το γράψιμο; Του δίνετε τα πάντα; Γράφετε ή όχι; Και όταν γράφετε πόσο πολύ αυτό σας απορροφά; Πολύ; Είναι το μόνο που σκέφτεστε; Ή ο κόσμος γύρω σας σαν τις σειρήνες σας μαγεύει; 

Β όπως Βιβλία

Author: Νυχτερινή Πένα /

Είναι κάτι παραπάνω από γνωστό ότι η ζωή μου περιστρέφεται γύρω από τα βιβλία, να τα γράφω, να τα διαβάζω. Το γράψιμο για εμένα δεν είναι χόμπι, είναι τρόπος ζωής, τίποτα δεν συγκρίνεται με το να δημιουργείς μια ιστορία εκ του μηδενός, να της δίνεις ζωή από τη σκέψη σου. Ύστερα είναι μια μεγάλη απόλαυση να διαβάζεις μια καλογραμμένη ιστορία. Βιβλία λοιπόν όπως και να έχει. Ακόμα και η δουλειά μου έχει βιβλία.
Η δική σας σχέση με τα βιβλία ποια είναι;

Ιστολόγιο του μήνα – Οκτώβριος 2018

Author: Νυχτερινή Πένα /

Το ιστολόγιο που θα δούμε σήμερα δεν με τράβηξε από τίτλο ή από το περιεχόμενο, πριν φτάσω σε αυτό είχα προσέξει το φόντο. Δεν το προσέχω συνήθως αλλά αυτό δεν μπορούσα να μην το κάνω, και αυτό γιατί είναι δίδυμο αδερφάκι της Νυχτερινής Πένας! Ακριβώς το ίδιο! Έτσι το επισκέφθηκα. Τι βρήκα;
Είναι ένα ποιητικό ιστολόγιο με πολλά ποιήματα, τρυφερά, αισθηματικά αλλά και επίκαιρα και γεμάτα αγωνία ή πόνο. Για να ρίξετε μια ματιά στο δίδυμο αδερφάκι, μπορείτε να πάτε εδώ: http://dsvpoems.blogspot.com/

Εξιλαστήριο Θύμα 5 - Φινάλε

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Πέμπτο

Βρισκόμασταν στο μεγάλο ξέφωτο με το φρικιαστικό δένδρο που είχα δει στο όνειρό μου τη νύχτα που κοιμήθηκα στο ναό στην Ακροκώμη. Ανάμεσα σε αυτό και εμάς όμως βρίσκονταν σειρές πολεμιστών με πανοπλίες και μακρά δόρατα.
-Για όνομα του Θεού, είπε ο Δάια, τι είναι αυτά τα πράγματα;
Οι πολεμιστές μπροστά μας δεν ανήκαν στη δική μας ή κάποια άλλη φυλή, νεκροκεφαλές μας αντίκριζαν κάτω από τα κράνη και οστέινες γροθιές κρατούσαν τα όπλα.
-Ό,τι και αν είναι αθάνατα δεν είναι! είπε ο Ζήνων. Άνδρες, σε σχηματισμό μάχης.
Οι στρατιώτες, παρά το δέος που ένιωθαν απέναντι στον απόκοσμο αυτό εχθρό, σχημάτισαν γρήγορα το τετράγωνο με τις ασπίδες και τα δόρατα έτοιμα αφήνοντας το Δάια και έμενα με την Αλθέα πίσω. Η κοπέλα κοιτούσε τους τρομερούς αυτούς πολεμιστές με απάθεια σαν να μην ήταν σε θέση να την αγγίξουν ενώ ο Δάια είχε κιτρινίσει και έδειχνε έτοιμος να λιποθυμήσει, θα το είχε βάλει στα πόδια αν μπορούσε να τρέξει.
Η μάχη ήταν σκληρή και αιματηρή, οι πολεμιστές του Ζήνωνα πολέμησαν γενναία και παρότι οι αντίπαλοί τους ήταν φονικοί, δεν δείλιασαν και κατάφεραν να τους νικήσουν. Οι σκελετικοί πολεμιστές ήταν επιδέξιοι σαν να είχαν εκπαιδευθεί στις σχολές της αυτοκρατορίας και πολεμούσαν πειθαρχημένα σαν βετεράνοι εκατό εκστρατειών. Ευτυχώς είχαν ένα αδύνατο σημείο, ήταν το ίδιο εύθραυστοι με τους συνηθισμένους σκελετούς και αν δέχονταν ένα καλό χτύπημα διαλύονταν.
Όταν τελείωσε η μάχη μόνο ο Ζήνων, ο Νικόδημος, ο Σέργιος και ένας ακόμα στρατιώτης είχαν απομείνει, ο τελευταίος μάλιστα με το ένα χέρι σπασμένο να κρέμεται στο πλευρό του.
Τότε το δένδρο μίλησε και πάλι, μια φωνή που είχα ακούσει στο όνειρό μου.
-Ελάτε να πεθάνετε!
Ήταν όπως το είχα ονειρευθεί. Το ίδιο άγριο πρόσωπο, τα ίδια φλογισμένα με μίσος μάτια. Μόνο που τώρα που το έβλεπα και ζωντανό αντιλαμβανόμουν ακόμα περισσότερο το μέγεθος των όσων μάνιαζαν μέσα του αλλά και ότι ήταν αυτό το ον, όποια και αν ήταν η φύση του, που είχε καταλάβει το μαμούκ.
-Είμαι ο νοβελίσιμος Μάξιμος Δάια, απεσταλμένος του αυτοκράτορα…
-Δεν αναγνωρίζω κανέναν αυτοκράτορα! το δέντρο και το φύλλωμα συνταράχτηκε και μια ρίζα πετάχτηκε από το έδαφος σκληρή σαν δόρυ και κοφτερή σαν σπαθί χτύπησε τον τραυματισμένο στρατιώτη κόβοντάς τον στα δύο.
-Τι είσαι; ρώτησα. Πως είναι δυνατόν;
-Είμαι εκείνο που με έκαναν!
-Ποιος; θέλησα να μάθω.
Το δένδρο σείστηκε και πάλι. Ανάμεσα στις ρίζες του φάνηκε ένα ολόκληρο μπαούλο γεμάτο με χρυσά νομίσματα αν και από την απόσταση αυτή δεν μπορούσα να δω τι ακριβώς ήταν και δεν ήθελα να πλησιάσω περισσότερο, ο Δάια όμως δεν είχε τέτοιο ενδοιασμό. Δεν τα έφτασε ποτέ. Μόλις μπήκε κάτω από το συνέχεια κινούμενο φύλλωμα ένα κλαδί χτύπησε το λαιμό του και τον διαπέρασε, ο νοβελίσιμος σωριάστηκε νεκρός και το χώμα τον κατάπιε.
-Πάμε να φύγουμε από’ δω είπε ο Ζήνων.
Ρίζες τινάχτηκαν προς το μέρος μας. Τυλίχτηκαν γύρω από τα πόδια μας και άρχισαν να μας τραβούν. Μόνο την Αλθέα δεν είχαν πιάσει, ούτε καν την είχαν πλησιάσει. Γιατί;
-Στο όνομα του Υψίστου σε προστάζω να αποκαλυφθείς! είπα στο δένδρο.
Αυτή ήταν η πρώτη φράση του αφορκισμού των δαιμόνων αλλά δεν ήταν δαίμονας αυτό που ήταν απέναντί μας. Η ιερή δύναμη του αφορκισμού έφερε ένα αποτέλεσμα ωστόσο, το ανάγκασε να αποκαλύψει τη φύση του.
-Είμαι αυτό που με έκαναν! Έβγαλαν από μέσα τους όλα όσα θεωρούσαν αρνητικά, κακά και άσχημα και τα φόρτωσαν σε’ μενα. Ακόμα και όταν αφαίρεσαν κάτι καλό δεν το έδωσαν σε εμένα, το φόρτωσαν σε εκείνη!
-Ποιοι το έκαναν αυτό; ρώτησα αν και μια σκέψη είχε αρχίσει να παίρνει σχήμα στο μυαλό μου.
-Οι τόσο ευγενείς και ανώτεροι Όλουροι Ιάντες! Με φόρτωσαν με όλα αυτά και μετά με εγκατέλειψαν. Είμαι αυτό που έκαναν! Το μίσος ολοζώντανο και προσωποποιημένο. Και τώρα μόλις θα σκοτώσω εσάς θα είμαι πια τόσο ισχυρός ώστε να μπορώ να ξεπεράσω και το τελευταίο εμπόδιο, θα κινηθώ και θα τους εξοντώσω, πρώτα αυτούς και μετά κάθε τι ζωντανό!
-Οι Όλουροι Ιάντες έχουν χαθεί εδώ και πολλές γενιές, δεν υπάρχει κανείς πια να εκδικηθείς, είπα. Ξέρω τη δύναμή σου, ξέρω ότι μπορείς και τη μεταφέρεις, μέσα σε άλλα έμβια όντα…
-Δεν αρκούν! Πεθαίνουν πολύ γρήγορα με τη δύναμή μου μέσα τους! Αλλά τώρα θα μπορώ να κινηθώ και να αφανίσω…
-Τι να αφανίσεις; έκοψα με τη σειρά μου την θηριώδη οντότητα. Σου είπα ότι οι Όλουροι δεν υπάρχουν πια.
-Θα εξαφανίσω αυτήν πρώτα και μετά κάθε τι ζωντανό!
-Δεν μας αφήνεις επιλογή τότε, είπα, πρέπει να σε καταστρέψουμε.
Το δένδρο άφησε ένα θυμωμένο ουρλιαχτό που πρέπει να ακούστηκε πολλά στάδια μακριά και το έδαφος φούσκωσε καθώς ρίζες κατευθύνονταν προς το μέρος μας. Οι στρατιώτες άρχισαν να χτυπούν τις ρίζες που τινάζονταν από το έδαφος με σκοπό να τους τυλίξουν και να τους πνίξουν. Ενώ εκείνοι πολεμούσαν εγώ, βλέποντας ότι ο αφορκισμός είχε κάποια επίδραση, συνέχισα την απαγγελία.
-Πάψε! φώναξε το αλλόκοτο ον μπροστά μας. Δεν είσαι παρά ένας βδελυρός υποκριτής. Αφιερωμένος στο τάγμα σου αλλά η λαγνεία σε λύγισε αμέσως.
Βόγκηξα καθώς ένιωσα τον ίδιο ερωτικό ερεθισμό όπως το βράδυ που είχα κοιμηθεί με την Αλθέα σε βαθμό που να είναι επίπονος.
-Δεν δίνω λόγο σε εσένα βδέλυγμα, είπα, λόγο δίνω μόνο στον Ύψιστο και εμπιστεύομαι τον εαυτό μου στην άβυσσο του ελέους του. Εσύ θα πάψεις θα απέλθεις μακριά και δε θα βλάψεις μήτε άνθρωπο μήτε ζώο από αυτά που περπατούν, πετούν και έρπουν.
Σε απάντηση μια ακόμα ρίζα τινάχτηκε από το έδαφος και τυλίχτηκε γύρω από τα πόδια μου ανεβαίνοντας ταχύτατα στα λαγόνια και τη μέση μου και μετά στο στέρνο μου.
-Οι Όλουροι απέβαλλαν από πάνω τους κάθε τι αρνητικό και το φόρτωσαν σε εμένα. Έγινα το εξιλαστήριο θύμα τους!
-Όχι εσύ, είπε η Αλθέα με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση, εσύ ήσουν απλά το κάθαρμα που αποκάθηρε τα στίγματα του λαού μου. Για να μείνεις για πάντα εδώ θυσιάστηκα να μείνω και εγώ μόνη κοντά σου και ας μην πλησίασα ποτέ αυτό το καταραμένο μέρος. Και θυσίασα την αγάπη και το συναίσθημα για το λόγο αυτό. Όταν ζήτησα από τον άνδρα αυτό να τα νιώσω μια τελευταία φορά μου τα πρόσφερε και δεν οχυρώθηκε πίσω από τους όρκους του. Γι’ αυτό μη μιλάς για λαγνεία άκαρπο κούτσουρο, αυτό που έκανε ήταν κάτι που δεν ένιωσες και ποτέ δεν θα καταλάβεις.
Τα λόγια της συμπλήρωσαν επιτέλους την εικόνα. Με κάποιο τρόπο οι Όλουροι Ιάντες είχαν ανακαλύψει κάποιο τελετουργικό, όπως έλεγε και η περγαμηνή, για να αποβάλλουν όλα τα πάθη με τα οποία πάλευε ο άνθρωπος από την αυγή της δημιουργίας. Τα είχαν φορτώσει όλα στο δένδρο αυτό που απέκτησε ζωή και δύναμη αλλά μαζί και χειρότερα ένστικτα της ανθρώπινης φύσης. Για να ολοκληρωθεί το τυπικό είχαν ζητήσει την εκούσια θυσία της Αλθέας. Στους αιώνες που είχαν περάσει εκείνος ο λαός είχε αφανιστεί από τους εχθρούς του αφήνοντας πίσω την Αλθέα και το καταραμένο δένδρο που γύρευε εκδίκηση. Η θυσία της ήταν που δέσμευε αυτό το ον καθαρού κακού και δεν μπορούσε να μετακινηθεί. Αυτό ήταν αιτία για το μυστήριο που κάλυπτε την περιοχή και εκείνους που είχαν εξαφανιστεί σε αυτή.
-Εις την έρημο έσω πλανώμενο, και μη επιστρέφων. Άπελθε μακριά από άνθρωπο και πόλη κατοικητηρίου, εις οδόν εν η ουκ εστί διαπορευόμενος ουδέ κατοικών, εν τόπω αβάτω και ανύδρω…
Τώρα είχαν απομείνει όρθιοι μόνο ο Νικόδημος και ο Σέργιος και ήταν και οι δύο καταματωμένοι, στα όρια της κατάρρευσης. Συνέχισα τον εξορκισμό. Το δένδρο μάνιασε και συνέχισε την επίθεση, οι δύο στρατιώτες είχαν καταλάβει ότι ίσως μπορούσα να το εξοντώσω και μάχονταν να προστατεύσουν τον εαυτό τους και εμένα από την οργή του.
-Αν πεθάνω θα πεθάνει! βρυχήθηκε το δένδρο. Δεν θα μπορείς να τη βατέψεις ξανά.
Γύρισα και κοίταξα την Αλθέα. Εκείνη ένευσε καταφατικά με το πρόσωπό της γαλήνιο.
-Είναι ώρα να αναπαυθώ, περίμενα τόσο πολύ, είπε απαλά. Κάνε αυτό που πρέπει.
Στράφηκα στο δένδρο και το κοίταξα. Στο απόκοσμο πρόσωπο είχε σχηματιστεί μια γκροτέσκα μάσκα απόλυτης μοχθηρίας. Προχώρησα προς το μέρος του.
-Στο όνομα του Υψίστου, του οποίου είμαι υπηρέτης, το οποίο φοβάται κάθε ον και κάθε δύναμις σε αποτάσσω διαπαντός από τον κόσμο τούτο!
Πέταξα πάνω του το φιαλίδιο με το αγιασμένο νερό. Το δένδρο προσπάθησε να με εμποδίσει αλλά δεν το πέτυχε. Μπορεί να είχε μετατρέψει τα κλαδιά του σε φονικά όπλα αλλά απείχαν πολύ από τα χέρια που θα χρειαζόταν για να σταματήσει την καταστροφή του. Το φιαλίδιο θρυμματίστηκε χτυπώντας στον κορμό του και την επόμενη στιγμή το δένδρο τυλίχτηκε στις φλόγες.
Στράφηκα στην Αλθέα και είδα ότι είχε σωριαστεί στο χορταριασμένο έδαφος. Πήγα κοντά της όσο πιο γρήγορα μπορούσα, όσα είχαν γίνει με είχαν εξαντλήσει και εμένα. Γονάτισα και την πήρα στην αγκαλιά μου.
-Έκανες αυτό που έπρεπε, μου είπε, ήταν μεγάλο το κακό που είχε συγκεντρωθεί εδώ. Θα πολεμήσεις και άλλα πρόσωπά του στο μέλλον.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και μετά είπε:
-Φίλησέ με σε παρακαλώ.
Έσκυψα να τη φιλήσω και την άκουσα να ψιθυρίζει:
-Η χάρη που μου έχει δοθεί είναι τώρα δική σου.
Τα χείλη της χάιδεψαν τα δικά μου και μετά έκλεισε τα μάτια της. Την επόμενη στιγμή το σώμα της διαλύθηκε στο φως, δεν έμεινε τίποτα στα χέρια μου. Γύρισα και κοίταξα το δένδρο, είχε μείνει ένα μαυρισμένο κούτσουρο, είχαν όλα τελειώσει. Εκείνο είχε καταστραφεί και η Αλθέα είχε αναπαυθεί ευλογώντας με, με τα τελευταία της λόγια.
Σηκώθηκα από το έδαφος και κοίταξα γύρω. Ο αποχαιρετισμός της Αλθέα μου είχε αποκαλύψει ποιο θα ήταν το μέλλον μου. Είχα νικήσει ένα κακό αλλά θα υπήρχαν και άλλα να αντιμετωπίσω. Κοίταξα τους δύο στρατιώτες που είχαν επιζήσει από αυτήν την μάχη. Κάτι μου έλεγε ότι θα συνέχιζαν μαζί μου. Πήγα κοντά τους για να ξεκινήσουμε το ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα και του αγώνα μας εναντίον κάθε τέτοιου κακού προστατεύοντας τους αθώους από τις σκοτεινές δυνάμεις.


Τέλος

Εξιλαστήριο Θύμα 4

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Τέταρτο

Η νύχτα πέρασε ήσυχα και ξύπνησα το πρωί με τη μυρωδιά φρεσκοβρασμένου τζάλα, ενός ζεστού ροφήματος που φτιάχναμε και στο μοναστήρι. Ήταν ότι έπρεπε για το κρύο πρωινό. Πήρα με ευγνωμοσύνη την κούπα που μου έδωσε ο Σέργιος και ήπια το ζεστό υγρό απολαμβάνοντας το πλούσιο άρωμά του. Πρόσεξα ότι ο νεαρός στρατιώτης έδωσε μια κούπα στην Αλθέα κοκκινίζοντας.
Τα άλογα άρχισαν να χλιμιντρίζουν ανήσυχα. Κάτι τα τρόμαζε. Και δεν αργήσαμε καθόλου να μάθουμε τι ήταν. Μια αράχνη, η μεγαλύτερη αράχνη που είχα δει ποτέ, είχε το μέγεθος άμαξας και κάθε πόδι της ήταν μεγάλο σαν λόγχη και το ίδιο φονικό καθώς απέδειξε αμέσως διαπερνώντας ένα από τα άλογά μας. Αυτά ήταν που την είχαν τραβήξει εδώ, ήθελε να κορέσει την πείνα της.
-Ας το σκοτώσουμε το σίχαμα, είπε ο Ζήνων.
Επιτέθηκαν περιμετρικά στο τέρας αλλά έδειχνε να τους προλαβαίνει όλους με τα πολυσύνθετα μάτια του. Χτυπούσαν με σπαθιά και τσεκούρια προσπαθώντας να της καταφέρουν κάποιο καίριο πλήγμα. Ένας από τους άνδρες του Ζήνωνα έπεσε νεκρός καθώς το πόδι της αράχνης τον διαπερνούσε και τον κάρφωνε στο έδαφος. Ένας ακόμα πολεμιστής δέχτηκε πλήγμα από την δαγκάνα που οδηγούσε στο στόμα της και τον έκοψε σχεδόν στη μέση.
Με μια κραυγή ο Σέργιος κύλισε στο χώμα και πέρασε κάτω από το σώμα της αράχνης. Με όλη του τη δύναμη κάρφωσε και τα δύο σπαθιά του στην εκτεθειμένη κοιλιά της ενώ εκείνη σκότωνε ακόμα έναν στρατιώτη. Με μια υψίσυχνη κραυγή η αράχνη έπεσε νεκρή. Ο Νικόδημος βοήθησε τον νεαρό προστατευόμενό του να απεγκλωβιστεί από το τεράστιο κουφάρι και να σηκωθεί όρθιος.
-Μια χαρά τα κατάφερες, του είπε.
Μετά τη μάχη οι επιζώντες έσκαψαν τάφους για τους πεσόντες συντρόφους τους. Ενταφιάσαμε τον καθένα τυλιγμένο με το μανδύα του και με τα όπλα του στην αγκαλιά. Ελλείψει ιερέα διάβασα εγώ την νεκρώσιμη ακολουθία και τις ευχές.
Ξεκινήσαμε και πάλι. Η Αλθέα ανέβηκε και πάλι πίσω μου παρότι είχαμε και μερικά άλογα χωρίς αναβάτη. Η αλήθεια ήταν ότι μπορούσα εύκολα να ξεχάσω ότι την είχα μαζί μου αν δεν ένιωθα τα χέρια της στη μέση μου, δεν μιλούσε καθόλου και δεν έκανε κανένα θόρυβο.
Ο νοβελίσιμος μας πίεζε να ταξιδεύουμε πιο γρήγορα και μέσα στην ημέρα δεν σταματήσαμε καθόλου. Είχε αρχίσει να νυχτώνει όταν σταματήσαμε για να ξεκουραστούμε. Κατέβηκα από το άλογο νιώθοντας πιασμένος. Είχαμε βρει για να περάσουμε τη νύχτα τα ερείπια ενός παλιού χτίσματος, πιθανότατα ένα φυλάκιο από τις παλιές μέρες της αυτοκρατορίας, που διέθετε και μια πηγή με τρεχούμενο νερό.
Ετοιμαζόμασταν για ύπνο όταν ακούστηκε φασαρία μέσα από τα δένδρα.
-Τι στα κομμάτια, είπε ο Δάια. Τι είναι πάλι;
Η απάντηση εμφανίστηκε μέσα από τα δένδρα. Ήταν μια δράκα ψηλών, μεγαλόσωμων όντων με μυώδη σώματα και κυρτές πλάτες που ήταν οπλισμένα με τσεκούρια και ρόπαλα.
-Ανασκελάδες! είπε ο Ζήνων και έφτυσε στο χώμα. Την τύχη μου μέσα!
Είχε χρησιμοποιήσει το όνομα που δίνουν στα χωριά στα ταραχοποιά στοιχειά που μπαίνουν στα σπίτια και μαγαρίζουν το γάλα ή κλέβουν τρόφιμα από τα κελάρια αφήνοντας το κρασί να τρέχει, αλλά αυτά εδώ δεν ήταν τέτοια πλάσματα. Ήταν οι συγγενείς τους των βουνών, μια ράτσα βίαιη και επικίνδυνη. Ο Ζήνων μου έκανε νόημα να σταθώ πίσω, κοντά στην πηγή και τις προμήθειες, και η Αλθέα με ακολούθησε. Ο Δάια έσπευσε να μας μιμηθεί. Οι στρατιώτες σχηματίσανε ένα ημικύκλιο μπροστά μας έτοιμοι για μάχη.
Ήταν μια μάχη σύντομη αλλά σκληρή. Αν οι αντίπαλοι είχαν ένα μειονέκτημα ήταν η έλλειψη συντονισμού, δεν πολεμούσαν σαν ομάδα αλλά ο καθένας μόνος του, έτσι πολλές φορές αλληλοεμποδίζονταν επιτρέποντας στους στρατιώτες του Ζήνωνα να τους εξοντώσουν στο τέλος χωρίς να έχουν μεγάλες απώλειες.
-Πρώτα αυτή η τεράστια αράχνη, μετά οι Ανασκελάδες, είπε ο Ζήνων, τι άλλο θα δούμε!
Δεν είχε αποσώσει την φράση του όταν με ένα μουγκρητό ικανό να σηκώσει και νεκρό από τον τάφο, εμφανίστηκε στην άκρη του ξέφωτου, ένα τεράστιο ζώο. Είχα ξαναδεί ένα όμοιο του μια φορά σε ένα χειρόγραφο της βιβλιοθήκης. Ήταν ένα μαμούκ, όπως το αποκαλούσαν οι φυλές πέρα από τα όρη που έτρεμαν τα ξεσπάσματά του. Ήταν ψηλό σαν σπίτι και το ίδιο ογκώδες με τεράστιους χαυλιόδοντες και δέρμα που δύσκολα διαπερνούσε οποιοδήποτε όπλο. Το μουγκρητό του δόνησε και πάλι τον αέρα και τα άλογα χλιμίντρισαν κατατρομαγμένα καθώς το μαμούκ κινήθηκε προς το μέρος τους. Τράπηκαν σε φυγή μέσα στο δάσος και δεν τα είδαμε ποτέ πια.
-Εγώ και η γλώσσα μου η μεγάλη! είπε ο Ζήνων φουρκισμένος.
Τα μαμούκ είναι δύσκολο να σκοτωθούν, ένα από τα πιο τρωτά σημεία τους είναι ο λαιμός, τόσο από κάτω όσο και από πάνω. Όπως όμως στεκόταν μπροστά μας καμία από τις δύο αυτές επιλογές δεν έδειχνε να είναι δυνατή χωρίς να σκοτωθούν πολλοί από τους άνδρες. Αποφάσισα ότι ίσως μπορούσα να δοκιμάσω μια διαφορετική προσέγγιση.
Μέρος της μοναστικής εκπαίδευσης είναι η εκμάθηση της επαφής και όπου είναι δυνατό της επικοινωνίας με όλα τα ζωντανά που έφτιαξε ο Ύψιστος. Έτσι ίσως θα μπορούσα να πείσω το μαμούκ αν μην επιτεθεί αλλά να στραφεί κάπου αλλού. Μιας και παρά το τεράστιο μέγεθός του είναι χορτοφάγος αυτός ο φαιός γίγαντας δεν αποτελούσαμε πιθανή τροφή οπότε θα έπρεπε να είναι πιο εύκολο να στρέψω αλλού την προσοχή του.
Πέρασα μπροστά από τους στρατιώτες και στάθηκα στο δρόμο του μαμούκ. Εκείνο με κοίταξε με τα μικρά μαύρα μάτια του και βρυχήθηκε ξανά. Άπλωσα το χέρι μου προς την τεράστια μουσούδα του ενώ κρατούσα το βλέμμα μου στα μάτια του.
-Είσαι και εσύ δημιούργημα του Υψίστου, είπα απαλά, δεν θα θέλουμε να σου κάνουμε κακό, πήγαινε στην…
Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω, το μαμούκ σωριάστηκε μπροστά μου και μετά από έναν βίαιο σπασμό έμεινε ακίνητο, νεκρό. Καθώς το κοίταζα το φως έσβησε από τα μάτια του και μαζί του φάνηκε σαν μια διάνοια να αποτραβήχτηκε μέσα από το τεράστιο πλάσμα.
-Δεν ξέρω πως το έκανες αυτό αδερφέ, είπε ο Ζήνων, αλλά μας γλίτωσες από πολλές απώλειες.  
-Δεν το έκανα εγώ, απάντησα, σκοπός μου ήταν να το ησυχάσω. Δεν ξέρω τι συνέβη.
-Ας του συνέβη ότι θέλει, αρκεί που γλιτώσαμε από δαύτο, είπε ο Δάια.
Οι άνδρες του Ζήνωνα θάψανε τους πεσόντες συντρόφους τους και εγώ διάβασα τις ευχές για την ανάπαυσή τους. Κανένας δεν θα ένιωθε καλά να κοιμηθεί κοντά στους τάφους των συντρόφων τους και στο κουφάρι του μαμούκ οπότε αποφασίσαμε να προχωρήσουμε λίγο και να κατασκηνώσουμε λίγο μακρύτερα.
Σταματήσαμε σε ένα στενό ξέφωτο, λίγο μεγαλύτερο από ένα βαθούλωμα του εδάφους ανάμεσα σε μερικά αιωνόβια, πανύψηλα δένδρα. Δεν είχαμε πλέον παρά μόνο ότι είχαμε πάνω μας και τα λιγοστά εφόδια που είχαν προλάβει να ξεφορτώσουν οι στρατιώτες από τα άλογα πριν τα χάσουμε. Ανάψαμε φωτιά και καθίσαμε γύρω της. Φάγαμε ένα λιτό δείπνο και παρότι δεν πολυμιλούσαμε κανένας δεν έδειχνε πρόθυμος να αποσυρθεί για ύπνο. Πέρα από το μικρό μας ξέφωτο το δάσος έδειχνε μεγάλο και τρομακτικό, ήταν μια παρηγοριά η φωτιά και η ανθρώπινη παρουσία. Τελικά ο Ζήνων όρισε τους σκοπούς και οι υπόλοιποι πήγαμε για ύπνο.
Ξάπλωσα στην κυρτή επιφάνεια του εδάφους ανάμεσα στις ρίζες μιας τεράστιας οξιάς και σκεπάστηκα με το μανδύα μου. Η Αλθέα ξάπλωσε κοντά μου. Ενώ βολεύονταν και οι υπόλοιποι για να περάσουν τη νύχτα, η κοπέλα μου είπε:
-Φοβάμαι πολύ.
-Θα τα καταφέρουμε, της είπα προσπαθώντας να την ενθαρρύνω.
Μετακινήθηκε πιο κοντά μου και το σώμα της άγγιξε το δικό μου. Έκλεισα τα μάτια μου προσπαθώντας να το αγνοήσω και να κοιμηθώ. Γύρω μας όλοι εκτός των σκοπών κοιμούνταν.
-Δεν θα γυρίσουμε όλοι, είπε η Αλθέα, φοβάμαι ότι αυτή είναι η τελευταία μας νύχτα σε αυτόν τον κόσμο πριν το Επέκεινα.
Άνοιξα τα μάτια μου και την κοίταξα. Άπλωσα το χέρι μου καθησυχαστικά στον ώμο της και αποδείχθηκε λάθος κίνηση. Η Αλθέα χώθηκε στην αγκαλιά μου. Πέρασε τα χέρια της γύρω από το λαιμό μου και με φίλησε απαλά στα χείλη.
Όταν μπήκα στο μοναστήρι και ενδύθηκα το μοναχικό σχήμα ήμουν νέος αλλά όχι τόσο ώστε να μην έχω γευθεί την ηδονή της ερωτικής πράξης με μια γυναίκα, ακόμα και αν ήταν χρόνια πριν δεν είχα ξεχάσει τη γεύση του φιλιού, το άρωμα του γυναικείου στήθους, την ζεστασιά του γυναικείου κορμιού πάνω στο δικό μου. Την κοίταξα στα μάτια και είδα πόσο ανάγκη το είχε και μετά τη φίλησα απολαμβάνοντας τη γλυκύτητα του φιλιού της.
Κάναμε έρωτα και μετά την κράτησα στην αγκαλιά μου ως που φάνηκε το πρώτο φως της αυγής. Τότε μόνο με αποχωρίστηκε και άρχισε να ντύνεται. Σύντομα ξεκινήσαμε και πάλι να ταξιδεύουμε στο δάσος. Βγήκαμε σε ένα μεγάλο ξέφωτο και εκεί μας υποδέχτηκε μια παγερή φωνή:
-Καλώς ήρθατε στον τόπο του θανάτου σας.

Εξιλαστήριο Θύμα 3

Author: Νυχτερινή Πένα /


Κεφάλαιο Τρίτο

Ξεκινήσαμε με το πρώτο φως της αυγής κινούμενοι πλέον στο μεγάλο δάσος που καλύπτει την οροσειρά του Κρίκου. Λίγο πριν βγει ο ήλιος περάσαμε το τελευταίο φυλάκιο στα σύνορα, είχαμε βγει από την αυτοκρατορία στην περιοχή που αποκαλούσαμε γενικά η ερημιά. Μόνο κάποιες νομαδικές φυλές ζούσαν εδώ με πολύ περισσότερες να προτιμούν την πεδιάδα πέρα από τα βουνά.
Τώρα που είχαμε αφήσει τα σύνορα πίσω μας ο Δάια δεν φαινόταν να αμφιβάλλει για το ποιος ήταν ο σωστός δρόμος και που έπρεπε να πάμε. Έβγαζε και συμβουλευόταν το χειρόγραφο, για το οποίο είχα ακούσει, συχνά.
Το μεσημέρι σταματήσαμε για λίγο όπως και την προηγούμενη μέρα και φάγαμε καθισμένοι σε ένα μικρό ξέφωτο. Είχαμε μόλις ξεκινήσει όταν βρέθηκε μπροστά μας το πιο αναπάντεχο θέαμα, μια κοπέλα. Ήταν μόνη, χωρίς όπλα, υποζύγιο ή οτιδήποτε άλλο εκτός από τον χιτώνα που φορούσε, έναν ποδήρη σε άλικο κόκκινο που μου θύμιζε τις παλιές τοιχογραφίες στο μοναστήρι. Σίγουρα δεν έμοιαζε με τις γυναίκες των νομάδων. Είχε απαλά χαρακτηριστικά, μακριά καστανά μαλλιά και λεπτό νευρώδες σώμα.
-Ποια είσαι και τι κάνεις εδώ; ρώτησε ο Δάια κοφτά.
-Ζω εδώ, ήταν η απάντησή της με απαλή, μελωδική φωνή.
-Θα έρθεις μαζί μας, μπορεί να μας είσαι χρήσιμη, είπε ο Δάια. Δρουγγάριε, φρόντισέ το.
Ο Ζήνων μόρφασε σαν να του είχε αναθέσει κάποιο επαχθές καθήκον και μετά είπε:
-Αδερφέ, πάρε την πισωκάπουλα.
-Είναι αντίθετο με τους κανόνες, είπα αλλά με έκοψε λέγοντας:
-Και αυτοί είναι στρατιώτες. Θες να την εμπιστευτώ σε αυτούς; Χώρια που μπορεί να χρειαστεί να πολεμήσουν. Εσύ δεν έχεις τέτοιο θέμα.
Αναγκαστικά υποχώρησα και την πήρα στο άλογο πίσω μου, το άλογο δεν δυσανασχέτησε καθόλου, σαν να μην ζύγιζε τίποτα η νέα αναβάτης του. Ένιωσα τα χέρια της να με πιάνουν στη μέση και προσπάθησα να μη σκέφτομαι ότι ανήκαν σε μια όμορφη, νέα γυναίκα.
-Δεν θα είμαι βάρος, είπε εκείνη σιγανά.
-Πως σε λένε; τη ρώτησα.
-Αλθέα, είπε.
Δεν την ρώτησα τίποτα και εκείνη δεν ξαναμίλησε. Κάποια στιγμή ένιωσα το κεφάλι της στην πλάτη μου, είχε ακουμπήσει και είχε αποκοιμηθεί.
Σταματήσαμε για το βράδυ σε ένα σημείο όπου το μονοπάτι ήταν κάπως που φαρδύ και καθίσαμε γύρω από τη φωτιά που απόψε ήταν ακόμα πιο απαραίτητη με το κρύο που είχε πιάσει.
-Μπορώ να δω το χειρόγραφο αυτό; ρώτησα τον Δάια.
Εκείνος μου το έδωσε με ένα υπεροπτικό χαμόγελο. Κατάλαβα το γιατί αμέσως μόλις το κοίταξα. Ήταν γραμμένο στα Λαετανικά, την αρχαία γλώσσα της αυτοκρατορίας, ελάχιστοι μπορούν να τα διαβάσουν τώρα πια αλλά δυστυχώς για τον νοβελίσιμο ήμουν ανάμεσά τους.
Ήταν ένα χρονικό που μιλούσε για τους Όλορους Ιάντες, ένα λαό που είχε ζήσει στην περιοχή αυτή αιώνες πριν. Λεγόταν πως ήταν ένας λαός τίμιος και εργατικός με τα υψηλότερα επίπεδα προόδου, τόσο σαν πολιτισμός όσο και ατομικά, που είχε δει ποτέ κανείς. Είχαν προοδεύσει στην ποίηση και όλες τις τέχνες και ζούσαν σε αρμονία με τη φύση και όλα της τα όντα. Τους εξαφάνισαν οι Χουσίτες στην πρώτη τους εισβολή στην αυτοκρατορία χωρίς να μείνει τίποτα να τους θυμίζει.
Στο χειρόγραφο αναφερόταν το τελετουργικό της καθάρσεως με το οποίο οι Όλουροι απεκδύονταν κάθε τι που έφθειρε τον άνθρωπο, θυμό, μνησικακία και μίσος, λαγνεία, πλεονεξία ακόμα και την περιέργεια και το φόρτωμα σε ένα και μόνο φορέα καθώς και την εξιλαστήρια θυσία που επισφράγιζε την όλη τελετή. Ήταν η βάση για την πνευματική ανάπτυξη του λαού αυτού.
Από τις σημειώσεις στο περιθώριο του χειρόγραφου κατάλαβα ότι ο νοβελίσιμος είχε μεταφράσει μόνο μέρος του κειμένου και ειδικά εκείνο που μιλούσε για το πώς έφτανε κανείς στον τόπο που ζούσαν οι Όλουροι Ιάντες.
-Εκεί πάμε; ρώτησα. Να βρούμε τον τόπο των Ιάντων; Τι μας λέει ότι εκεί είναι αυτό που ζητάμε.
-Είναι ένα καλό μέρος για να ξεκινήσουμε, είπε ο Δάια. Και αν δεν βρούμε την αιτία του κακού θα γυρίσουμε όλοι πλούσιοι. Υπάρχει αμύθητος θησαυρός από χρυσάφι και πολύτιμους λίθους εκεί.
-Τέτοιοι θησαυροί δεν είναι ποτέ αφύλακτοι, είπα.
Ο Δάια με κοίταξε για μια στιγμή.
-Διάβασες τίποτα τέτοιο εκεί;
-Όχι, είπα.
-Δώσε μου το χειρόγραφο, είπε ο νοβελίσιμος και εγώ το έκανα.

Εξιλαστήριο Θύμα 2

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Δεύτερο

Η Ακροκώμη διέθετε έναν μεγάλο λιθόκτιστο ναό. Δεν συγκρινόταν με τον καθεδρικό της Άιλα ή με το καθολικό του μοναστηριού μου αλλά ήταν ένας μεγάλος και προσεγμένος ναός. Μπήκα και κάθισα σε ένα στασίδι αφήνοντας το πνεύμα μου να ησυχάσει σ’ αυτόν τον χώρο της προσευχής, ό,τι ακριβώς χρειαζόμουν μετά από ένα κοπιαστικό ταξίδι και το θόρυβό του.
Σηκώθηκα μετά από λίγο και διάβασα το απόδειπνο και το μεσονυχτικό και ετοιμάστηκα για ύπνο. Βγήκα στο νάρθηκα για να κοιμηθώ. Έβγαλα το ράσο μου και το άφησα πάνω σε ένα στασίδι, με το παντελόνι και την πουκαμίσα που φορούσα ξάπλωσα με μαξιλάρι το σάκο μου και σκεπασμένος το μανδύα μου.

Ήταν ένα μεγάλο δένδρο, δεν αναγνώριζα το είδος, με φαρδύ κορμό και γερά κλαδιά που κοσμούνταν από ένα εντυπωσιακό φύλλωμα. Δεν φυσούσε αλλά το φύλλωμά του αυτό ανέμιζε μανιασμένα σαν να βρισκόταν σε καταιγίδα. Το πλησίασα και το ένιωσα. Αυτή η μανία που συντάρασσε το δένδρο δεν ήταν αποτέλεσμα καμίας καταιγίδας, προερχόταν από μέσα του. Στο κορμό του σχηματίστηκε ένα πρόσωπο, ήταν τραχύ και λιτό σαν τα πρόσωπα που σχεδιάζουν τα παιδιά όταν μαθαίνουν να ζωγραφίζουν. Τα μάτια του όμως ήταν κόκκινα σαν αίμα και εκεί μέσα φώλιαζε μια συνείδηση γεμάτη μίσος. Μίσος προς κάθε τι ζωντανό. Μια διάθεση για καταστροφή και αιματοχυσία.
-Τι είσαι; είπα πιο πολύ σαν συλλογισμό παρά σαν ερώτηση.
-Είμαι ο Όλεθρος, είμαι η Καταστροφή, απάντησε το δένδρο. Ελάτε να πεθάνετε!
Τινάχτηκα, ξύπνησα βαριανασαίνοντας. Μου πήρε κάμποσο να ηρεμήσω. Τι ήταν αυτό; Κάποια προειδοποίηση; Ένας εφιάλτης απλά;
Σηκώθηκα και φόρεσα το ράσο μου. Πήγα μέσα στο ναό και πάλι και γονάτισα να προσευχηθώ. Έμεινα εκεί και για τον όρθρο και μετά πήγα να συναντήσω τους στρατιώτες στο σταυροδρόμι.
Ήμουν πρώτος αλλά δεν άργησαν να καταφτάσουν. Ανέβηκα στο άλογο μου και ξεκινήσαμε. Παρατήρησα ότι ο Δάια ήταν κακόκεφος και ακόμα πιο λιγομίλητος από συνήθως.
-Τι έπαθε; ρώτησα τον Νικόδημο.
Ο παλαίμαχος στρατιώτης έκανε το κλασσικό νόημα με τον αντίχειρα που υποδηλώνει κάποιον που πίνει.
-Ναι πήγε να παραβγεί με τον Ζήνωνα στο πόσο κρασί μπορεί να στομαχιάσει, είπε ο νεαρός αγένειος στρατιώτης που ήταν προστατευόμενος του Νικοδήμου.
-Πάψε μικρέ, είπε εκείνος, θες να φας το κεφάλι σου;
Αλλά οι ανώτεροι στην κεφαλή της μικρής μας φάλαγγας δεν φαίνονταν να ακούν και έτσι ο νεαρός συνέχισε.
-Ήπιαν πολύ αλλά ο Ζήνωνας είναι μαθημένος να πίνει ακόμα και στα χειρότερα καταγώγια της Άιλα, o νοβελίσιμος μόνο τα πιο ραφινάτα κρασιά έτσι μέθυσε άσχημα και τώρα πληρώνει το τίμημα από την κραιπάλη.
-Ξέρω ένα βοτάνι για να τον βοηθήσει, είπα, μόλις σταματήσουμε το μεσημέρι θα το φροντίσω.
Το μεσημέρι η στάση μας ήταν ίσα για να πάρουν μια ανάσα τα άλογα και να φάμε κάτι και’ μεις. Δεν πρόλαβα να ετοιμάσω το βοτάνι για τον Δάια κάτι που μάλλον δεν δυσαρέστησε τους στρατιώτες οι οποίοι διασκέδαζαν βλέποντάς τον μαζεμένο και λιγομίλητο.
Σταματήσαμε για τη νύχτα μόλις άρχισε να σκοτεινιάζει. Ο Ζήνων έβαλε σκοπούς και οι υπόλοιποι άνδρες ανέλαβαν τη φωτιά και το φαγητό καθώς και τα άλογα, τα ξεφόρτωσαν και φρόντισαν να ποτιστούν και να φάνε. Μετά από λίγο μαζευτήκαμε κοντά στη φωτιά όλοι. Φάγαμε συζητώντας, με τους στρατιώτες να ανταλλάσσουν πειράγματα μερικά για το προηγούμενο βράδυ στο καπηλειό. Ίσως επειδή δεν ήμουν ιερέας αλλά μόνο μοναχός δεν είχαν δυσκολία να μιλάνε παρουσία μου για τα κατορθώματά τους με τις γυναίκες.
Μετά το φαγητό μερικοί από τους στρατιώτες επιδόθηκαν σε εξάσκηση με τα όπλα. Ο νεαρός προστατευόμενος του Νικοδήμου είχε την ικανότητα να μάχεται με δύο σπαθιά. Νίκησε τον αντίπαλό του και ο Νικόδημος πήγε από πίσω και ακούμπησε το σπαθί του στο λαιμό του.
-Και είσαι νεκρός, είπε.
-Έι, αυτό δεν είναι τίμιο! διαμαρτυρήθηκε ο νεαρός.
-Δεν είπε κανείς ότι η μάχη διεξάγεται τίμια, Σέργιε, είπε ο νικημένος αντίπαλος, πρέπει να έχεις το νου σου πάντα στα νώτα σου. Ειδικά εκεί που πάμε τώρα.
-Κανείς δεν ξέρει τι θα βρούμε εκεί.
Κούνησα το κεφάλι μου συμφωνώντας. Ο Δάια το αντιλήφθηκε και μου είπε:
-Φοβάσαι αδερφέ;
-Είμαι αφιερωμένος στην υπηρεσία του Υψίστου, άρχοντα, αυτό δε σημαίνει ότι βιάζομαι να πεθάνω.
-Θα εκτελέσουμε την αποστολή μας, είπε με στόμφο και θα γυρίσουμε ήρωες.
Τα λόγια του δεν με βοήθησαν να ησυχάσω. Αφού όλοι εκτός από τους σκοπούς κοιμήθηκαν πήγα λίγο παράμερα και γονάτισα να προσευχηθώ. Ήμουν σίγουρος ότι θα χρειαζόμουν τη βοήθεια του Θεού πριν τελειώσει αυτή η περιπέτεια.

Εξιλαστήριο Θύμα 1

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Πρώτο

«Το δάσος της Μαύρης Δρυός στο όρος Ψυχρό, το πιο ανατολικό και ψηλό της οροσειράς του Κρίκου, σκιάζεται από κάποιο μεγάλο κακό, κανένας δεν τολμάει να ταξιδέψει εκεί, ακόμα και τα άγρια θηρία το αποφεύγουν.»
Έκλεισα τον τόμο και τον απέθεσα με προσοχή στο ράφι της βιβλιοθήκης ανάμεσα στους άλλους ογκώδεις αδερφούς του. Η μυρωδιά του χαρτιού και της μελάνης πλανιόταν στον αέρα κάνοντας το χώρο που στέγαζε τη βιβλιοθήκη του μοναστηριού ακόμα πιο μοναδικό από όσο ήδη τον ένιωθα. Αυτό το χρονικό των πρώιμων χρόνων της αυτοκρατορίας ήταν μοναδικό όπως και πολλά άλλα από τα χειρόγραφα εδώ.
Θα μπορούσα να περάσω όλη μου τη ζωή εδώ και πραγματικά αυτό έκανα αφήνοντας τη μελέτη και την φροντίδα των χειρόγραφων μόνο για τα θρησκευτικά καθήκοντά μου και τις λίγες ανάγκες του σώματος σε φαγητό και ύπνο.
Με ένα τρίξιμο η μεγάλη δίφυλλη πόρτα της βιβλιοθήκης άνοιξε και ένας νεαρός δόκιμος μπήκε μέσα σχεδόν τρέχοντας. Στάθηκε μπροστά μου βαριανασαίνοντας.
-Αδερφέ Μιχαήλ, είπε ασθμαίνοντας, η αγιότης του, ο ηγούμενος, ζήτησε να τον συναντήσετε στο αρχονταρίκι.
-Εντάξει, αδερφέ, θα πάω αμέσως.
Βγήκα από τη βιβλιοθήκη και προχώρησα προς το αρχονταρίκι, το σαλόνι στο οποίο ο ηγούμενος δεχόταν τους επισκέπτες της μονής. Πρόσεξα ότι στο προαύλιο βρίσκονταν πολλά άλογα και στρατιώτες ένα γύρω καθισμένους στα πεζούλια. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα στο αρχονταρίκι.
-Ευλογείτε, είπα στον ηγούμενο.
-Ο Ύψιστος, είπε εκείνος και μου ένευσε να μπω και να καθίσω. Στο αρχονταρίκι καθισμένοι αντίκρυ στον ηγούμενο ήταν δύο άνδρες. Ο ένας φορούσε έναν πολυτελή μανδύα, ο άλλος θώρακα και άλικο χιτώνιο, αξιωματικός του στρατού.
-Αδερφέ, είπε ο ηγούμενος, η εξοχότης του, ο νοβελίσιμος Μάξιμος Δάια, ένευσε προς τον καλοντυμένο, θα ηγηθεί μιας σημαντικής αποστολής στο όρος Ψυχρό. Θα τον συνοδεύσει ο δρουγγάριος Ζήνων και οι άνδρες του αλλά έκρινε απαραίτητο να έχει μαζί του και έναν λόγιο και μορφωμένο άνδρα μιας και υπάρχουν πολλά που δεν ξέρουμε για την περιοχή.
-Με τιμάει η εμπ… ξεκίνησα αλλά με έκοψαν.
-Ρωτήσαμε στο πανσπουδαστήριο της Άιλα, είπε ο Μάξιμος Δάια κοφτά, και εκείνοι μας παρέπεμψαν σε σένα. Θα έρθεις μαζί μας. Είναι απόφαση του αυτοκράτορα να λυθεί αυτό το θέμα.
Κοίταξα τον ηγούμενο που μου ένευσε στην κλασσική προτροπή της μοναστικής υπακοής. Πήρα μια βαθιά ανάσα και συγκατένευσα. Ο Μάξιμος Δάια δέχτηκε την αποδοχή μου με ένα νεύμα και μετά είπε:
-Ετοιμάσου για το ταξίδι γρήγορα. Θα πρότεινα να βγάλεις και το ράσο, δεν προσφέρεται για το ταξίδι αυτό.
-Το απαγορεύουν οι κανόνες, είπα και βγήκα.
Δεν μου πήρε πολύ να ετοιμαστώ. Ακόμα ένα ράσο, μερικά ρούχα και ένας μανδύας για τον ύπνο ήταν ό,τι θα έπαιρνα μαζί μου. Τα έβαλα μέσα σε έναν απλό σάκο και τον φορτώθηκα στον ώμο, πήρα το ραβδί οδοιπορίας μου και επέστρεψα στην αυλή. Ο νοβελίσιμος Δάια και ο δρουγγάριος Ζήνων με περίμεναν έφιπποι όπως και οι άνδρες του δεύτερου.
-Είναι μεγάλο το ταξίδι για να το κάνετε πεζός πάτερ, είπε ο δρουγγάριος. Έχουμε ένα επιπλέον άλογο.
-Δεν είμαι ιερωμένος, είπα, είμαι απλά μοναχός.
-Η σωστή προσφώνηση είναι αδερφέ, είπε ο μέσα από τα δόντια του ο Δάια κάνοντας τον αξιωματικό να κοκκινίσει θιγμένος.
Ανέβηκα στο άλογο και πήρα θέση στο τέλος της φάλαγγας μαζί με τους τελευταίους στρατιώτες της. Με δέχτηκαν φιλικά και καθώς ξεκινούσαμε προσφέρθηκαν να μοιραστούν μαζί μου τις προμήθειές τους. Δέχτηκα λίγο ψωμί και ένα κομμάτι από κίτρινο κεφαλοτύρι μιας και δεν ήταν μέρα νηστείας.
-Τι λες ότι θα βρούμε εκεί πέρα; είπε ένας στρατιώτης με μακριά μαύρα γένια που το όνομά του ήταν Νικόδημος.
-Δεν έχω ιδέα, ομολόγησα, αλλά όποιος σκέφθηκε την αποστολή αυτή φοβάται τι μπορεί να υπάρχει εκεί έξω και αποφάσισε να συμπεριλάβει και κάποιον μη στρατιωτικό που να ξέρει να αντιμετωπίσει ό,τι δεν είναι αντιμετωπίσιμο σε μάχη. Αλήθεια ξέρουμε πως έγινε αυτό και πήραν απόφαση να ασχοληθούν με κάτι που είναι εκεί αιώνες;
-Ο Δάια το πρότεινε στον αυτοκράτορα αφού βρήκε ένα χειρόγραφο σχετικό και εκείνος δέχθηκε. Αν πετύχει με την εύνοια που έχει θα γίνει πανίσχυρος.
-Και τότε μπορεί να εποφθαλμιά και το θρόνο, είπε ένας στρατιώτης τόσο νεαρός που ακόμα δεν είχε αρχίσει να βγάζει γένια αλλά είχε μακριά μαλλιά πιασμένα σε κοτσίδα.
-Σιγά μικρέ, είπε ο Νικόδημος, θες να σε ακούσει και να έχεις μπελάδες;
Το ταξίδι μας ως την Ακροκώμη δεν παρουσίασε κανένα πρόβλημα αν και όσο πηγαίναμε ανατολικά όλο και αραίωνε η κίνηση στο δρόμο. Η Ακροκώμη δεν είχε τυχαία αυτό το όνομα, ήταν η τελευταία κωμόπολη πριν τα βουνά και τα σύνορα. Υπήρχαν μερικά χωριουδάκια ακόμα πιο πέρα αλλά ο δικός μας δρόμος δεν περνούσε από κάποιο από αυτά.
Σταματήσαμε σε ένα πανδοχείο μπαίνοντας στην Ακροκώμη. Πρόθυμοι σταβλίτες κατέφτασαν για τα άλογα και ο νοβελίσιμος όπως και οι στρατιώτες προχώρησαν προς το μεγάλο κτίσμα από το οποίο ακουγόταν μια οχλοβοή. Η πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας άνδρας αγκαλιά με μια γυναίκα ελάχιστα πιο ντυμένη από όταν την γέννησε η μάνα της. Απέστρεψα το βλέμμα και αφίππευσα.
-Θα σας συναντήσω το πρωί εδώ, είπα.
-Δεν θα καταλύσεις εδώ, αδερφέ; ρώτησε ο Νικόδημος.
-Όχι, θα πάω στο ναό της κωμόπολης αυτής και θα σας συναντήσω το πρωί στο σταυροδρόμι που μόλις περάσαμε.
Δεν μου άρεσαν τα καπηλειά και τα χάνια του είδους αυτού και παρότι δεν θα ήταν δύσκολο να αποφύγω τους πειρασμούς προτίμησα να αφήσω για λίγο τους στρατιώτες συντρόφους μου. Θα ένιωθαν και οι ίδιοι πιο άνετα να κάνουν αυτό που ήθελαν την τελευταία βραδιά που θα περνούσαν κάτω από στέγη και με γυναικεία συντροφιά.

The Dark Door Opens

Author: Νυχτερινή Πένα /

Στη συνέχεια του Eclipse Of The Kai, ο Μοναχικός Λύκος πρέπει να φτάσει στο βασιλιά και να τον ενημερώσει για το χαμό όλων των υπολοίπων πολεμιστών. το ταξίδι ως την πρωτεύουσα Χόλμγκαρντ δεν είναι μια εύκολη υπόθεση όμως. Ανάμεσα στον νεαρό πολεμιστή και τον προορισμό του βρίσκονται πολλά εμπόδια, φυσικά και μη και μαζί τους ολόκληρος ο στρατός των Αρχόντων του Σκότους που έχει εισβάλει στη χώρα, θα τα καταφέρει να υπερπηδήσει όλα τα εμπόδια;
Μια περιπέτεια φαντασίας με ζωντανές περιγραφές και μια ενδιαφέρουσα κοσμοπλασία. Για τους φίλους του φάντασι και τους λάτρεις των βιβλιοπαιχνιδιών.