Μυστικά 10

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Αλέξης άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε το ταβάνι συνειδητοποιώντας ότι δεν ήταν στο δωμάτιό του και αμέσως μετά ότι ήταν ολόγυμνος. Τα γεγονότα της νύχτας ήρθαν στο μυαλό του. Είχε περάσει μερικές ώρες οργιαστικού έρωτα με την Εύη, πρώτα στο χαλί μπροστά στο τζάκι και μετά στο μεγάλο διπλό της κρεβάτι. Δίπλα του η Εύη κοιμόταν, η θέα του γυμνού της κορμιού του έφερε την επιθυμία για μια ακόμα σεξουαλική επαφή αλλά κοίταξε το ρολόι του. Δεν προλάβαινε τώρα, έπρεπε να πάει από το σπίτι και να ετοιμαστεί για το σχολείο.
Η Εύη άνοιξε τα μάτια της, τον κοίταξε και χαμογέλασε.
-Καλημέρα, τι ώρα είναι; ρώτησε με φωνή βραχνή από τον ύπνο.
-Επτάμιση, είπε ο Αλέξης. Πρέπει να ετοιμαστώ. Κοιμήσου εσύ πάλι.
-Θα το κάνω, άργησε λίγο να με πάρει ο ύπνος. Ήμουν σε υπερδιέγερση μετά από την βραδιά μας.
-Ήταν ωραία, είπε ο Αλέξης και σηκώθηκε.
-Έλα πάλι το βράδυ, είπε η Εύη, αύριο δεν έχετε σχολείο.
-Άμα μπορώ να ξεγλιστρήσω, χθες ήταν το γλέντι.
-Καλά χθες δεν είμασταν οι μόνοι που το ευχαριστηθήκαμε, σχολίασε η Εύη, δεν θυμάμαι ποιοι από τους ξένους μας μένουν από κάτω αλλά η κοπελιά έπιασε μια κρυστάλλινη κραυγή στο τελείωμα που θα την ζήλευαν και πριμαντόνες της λυρικής.
-Ναι ε;
-Ναι, καθαρό σαν κρύσταλλο.
-Θα πέρασε καλά.
Ο Αλέξης ήταν ντυμένος τώρα. Έσκυψε και φίλησε την Εύη και βγήκε βιαστικός. Κοντοστάθηκε μόλις βγήκε. Χιόνιζε για τα καλά και σε πολλά σημεία είχε πιάσει χιόνι.
-Να και το πρώτο χιόνι της χρονιάς, μονολόγησε κατευθυνόμενος προς το σπίτι του.

Η Ηρώ άνοιξε τα μάτια της κι βρήκε τον Μαξιμίλιαν να την κοιτάζει.
-Καλημέρα, του είπε. Έχεις πολλή ώρα που ξύπνησες;
-Κάμποση.
-Έπρεπε να με ξυπνήσεις.
-Και να χάσω το θέαμα αυτής της γλυκιάς γαλήνης του προσώπου σου στον ύπνο; Θα μπορούσα να το κοιτώ με τις ώρες.
-Αλήθεια; είπε η Ηρώ και ανασηκώθηκε ακουμπώντας στον αγκώνα της.
-Αλήθεια, είναι πολύ όμορφο, πολύ γλυκό.
Τη φίλησε απαλά στα χείλη.
-Θα σου έφερνα πρωινό στο κρεβάτι αλλά θα σκανδάλιζα τους πάντες, είπε αναστενάζοντας εκείνη, οπότε θα πρέπει να πάμε στην τραπεζαρία.
-Όποτε θες, είπε ο Μαξιμίλιαν.

Ο Αλέξης έφτασε στο σπίτι και άνοιξε την πόρτα περιμένοντας τις επιπλήξεις για το ότι είχε περάσει τη νύχτα έξω από το σπίτι. Αντί των φωνών όμως τον υποδέχθηκε μια σχεδόν απόλυτη ησυχία και παραξενευμένος προχώρησε προς την μεριά που ήταν οι κρεβατοκάμαρες.
Ανακάλυψε κατάπληκτος πως οι γονείς του κοιμούνταν ακόμα και από όσο μπορούσε να δει ήταν γυμνοί, γυμνοί το καταχείμωνο; Τι στο καλό; Αναρωτήθηκε αν είχε επιστρέψει η αδερφή του και έτσι μπήκε στο δωμάτιό της και απέστρεψε το βλέμμα του αμέσως γιατί δεν μπορούσε να είχε πετύχει χειρότερη στιγμή, εκείνη ακριβώς τη στιγμή η Χριστίνα έριχνε από πάνω της το μπουρνούζι με το οποίο είχε βγει από το μπάνιο.
-Νόμιζα ότι ήμουν μόνη, είπε η κοπέλα, πότε ήρθες;
-Μόλις.
-Και μπήκες τελείως αθόρυβα.
-Περίμενα φασαρίες που έλειπα όλη νύχτα, δεν περίμενα ότι θα κοιμούνταν. Έχεις ώρα που ήρθες εσύ;
-Λίγη, δεν με πήραν χαμπάρι, κοιμούνται βαθιά.
-Και γυμνοί. Ρε τρελάθηκε ο κόσμος.
-Τι θα πεις αν σου πω ότι τα ρούχα τους είναι όλα στο πάτωμα κουβάρι; Εντάξει μπορείς να κοιτάξεις.
Ο Αλέξης γύρισε. Η αδερφή του είχε φορέσει εσώρουχα και μια φανέλα και τώρα φορούσε το παντελόνι της.
-Νομίζω ότι οι γονείς μας ξεσαλώσανε τη νύχτα, αν ήταν πιο μικροί θα έλεγα να περιμένουμε αδερφάκι.
-Και μεις το ίδιο δεν κάναμε; Λες να τρελαινόμαστε οικογενειακά;
-Για εκείνους δεν ξέρω αλλά εμείς μάλλον κάναμε κάτι απολύτως φυσιολογικό, είπε η Χριστίνα. Αλλά εσύ με ποια κοιμήθηκες; Αφού δεν έχεις σχέση!
-Ε αυτά ένας κύριος δεν τα αποκαλύπτει! είπε γελώντας ο Αλέξης. Ντύσου καλά, έριξε λίγο χιόνι.

-Μικρή ντύσου καλά, έχει ψιλοχιονίσει έξω, είπε ο Φίλιππος κοιτώντας έξω από το παράθυρο του δωματίου του.
Γύρισε προς τα μέσα, έτοιμος να πάρει την τσάντα του και να φύγει, και το βλέμμα του στάθηκε στις αφίσες του. Ήταν περίεργο αλλά μπορούσε άνετα να φανταστεί την Νάντια Χαράμη ημίγυμνη με την πόρσε ενώ δεν μπορούσε να την φανταστεί στο ρομαντικό ενσταντανέ της δεύτερης. Αντίθετα σε εκείνη τη θέση μπορούσε να σκεφθεί την Οφήλια την οποία θεωρούσε χυδαίο και να σκεφθεί στην πρώτη.
Κούνησε το κεφάλι του και πήγε να συναντήσει την αδερφή του. Κατηφόρισαν στην στάση του λεωφορείου και βρήκαν τους υπόλοιπους να τους περιμένουν, σήμερα είχαν φτάσει τελευταίοι. Κοίταξε την Οφήλια, με την κουκούλα του μπουφάν να σκεπάζει το κεφάλι της έμοιαζε πιο ευάλωτη, ενώ μερικές μπούκλες ανέμιζαν στον άνεμο και γέμιζαν με νιφάδες χιονιού που παρέσερνε. Αν μη τι άλλο ήταν όμορφη σαν άγγελος.

Ο Μιχάλης σήκωσε το βλέμμα του από το βιβλίο του και κοίταξε έξω, το χιόνι ήταν αραιό αλλά σίγουρα δεν ήταν στην πρόβλεψη του καιρού ως χθες. Πήγε στο λάπτοπ του και επέλεξε ένα εικονίδιο. Πληκτρολόγησε το όνομα του χωριού και τον ταχυδρομικό του κώδικα και κοίταξε τον πίνακα που εμφανίστηκε. Συνοφρυώθηκε, ο καιρός θα χειροτέρευε.
Άνοιξε τον browser και έγραψε μια διεύθυνση. Ήταν ένα μετεωρολογικό σάιτ. Κοίταξε τα βαρομετρικά και κούνησε το κεφάλι του. Δεν ήταν απλή καταιγίδα αυτό που ερχόταν, θα ήταν η καταιγίδα με Κ κεφαλαίο. Έπρεπε να μιλήσει με τον Μαξιμίλιαν.
Έριξε μια ματιά στην Μαρία, η κοπέλα κοιμόταν ακόμη, μπορούσε να την αφήσει μόνη της. Πήρε το μπαστούνι του και ξεκίνησε να βρει τον φίλο και αρχηγό του.

Μυστικά 9

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Πέμπτο

Η Ηρώ ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του Μαξιμίλιαν, ήταν ένα άνετο ζεστό μαξιλάρι και όπως ακουμπούσε μπορούσε να ακούσει το χτύπο της καρδιάς του. Ήταν χαλαρωμένη και ήρεμη, είχε χορτάσει έρωτα, είχε εκτονώσει όλη της την συσσωρευμένη ενέργεια στην σχεδόν άγρια ερωτική της ένωση με τον Βρετανό και τώρα ένιωθε υπέροχα κουρασμένη. Το χέρι του ήταν γύρω από τη μέση της, το άλλο χάιδευε τα πλούσια μαλλιά της, από εκεί κατέβηκε στη γυμνή πλάτη της. Ακόμα και μετά από τόσο έρωτα με οργιαστικές κορυφώσεις ρίγησε με το χάδι. Ήθελε κι άλλο. Ο Μαξιμίλιαν συνέχισε να τη χαϊδεύει, έφερε το χέρι του μπροστά στο πλούσιο, βαρύ στήθος της. Η Ηρώ αναστέναξε ενώ η θηλή της σκλήραινε.
-Το στήθος ήταν πάντα ένα σημείο αναφοράς της γυναικείας θηλυκότητας, είπε ο Μαξιμίλιαν.
-Από αυτό δεν έχω πρόβλημα, είπε χαμογελώντας η Ηρώ, έχω μπόλικο.
-Και όμως δεν είναι το πρώτο πράγμα που προσέχει κανείς πάνω σου, είπε ο Μαξιμίλιαν συνεχίζοντας να τη χαϊδεύει.
-Τα μαλλιά μου ε;
-Παίζουν και αυτά το ρόλο τους αλλά δεν είναι το πρώτο.
-Ποιο είναι τότε; ρώτησε η Ηρώ αληθινά απορημένη.
-Το πρόσωπό σου, ο Μιχάλης θα έλεγε ότι μοιάζεις με Σίβυλλα του Μιχαήλ Άγγελου. Τόσο, γλυκό, όμορφο με μια απαλή τρυφερή ομορφιά.
-Περίεργη παρομοίωση, είπε Ηρώ προσπαθώντας να κρύψει τη ζεστασιά που της έφεραν τα λόγια για την ομορφιά της. Δεν είχε νιώσει ποτέ άσχημη αλλά ούτε και τόσο επιθυμητή. Και μάλιστα από έναν άνδρα τόσο κοσμογυρισμένο που είχε δει γυναίκες από όλα τα έθνη της γης.
-Είναι η συγγραφική φλέβα. Πριν και πρώτα από όλα είναι συγγραφέας.
-Αλήθεια; Αυτό η μητέρα μου δεν θα το πίστευε με τίποτα, όχι ότι θα το εκτιμούσε κιόλας, τον θεωρεί έναν ανάξιο προσοχής σακάτη.
-Καλά θα κάνει να μην τα βάλει μαζί του, γέλασε ο Μαξιμίλιαν, ο τελευταίος που το έκανε το μετάνιωσε οικτρά. Εκτός και αν πειράξει εσένα, τότε θα προλάβω εγώ να την κάνω να το μετανιώσει.
Η δήλωση αυτή έφερε στην Ηρώ μια επιθυμία που ποτέ δεν είχε νιώσει πριν, να μείνει με κάποιον, να δεθεί μαζί του. Τον φίλησε απαλά και μετά ρώτησε:
-Εσύ πως θα με παρομοίαζες αφού αφήνεις τις Σίβυλλες για το συγγραφέα; Τι θα έλεγες για το πρόσωπό μου;
-Ότι είναι αγγελικά όμορφο, είπε ο Μαξιμίλιαν αβίαστα κοιτώντας την στα μάτια, με το πιο καθαρό βλέμμα που είδα ποτέ.
Η Ηρώ χαμογέλασε και εκείνος τη φίλησε ενώ έσφιγγε το σώμα της στο δικό του. Η Ηρώ ένιωσε τη διέγερσή του και μετακίνησε το σώμα της για να τον αφήσει να την κάνει δική του. Κάπου μέσα στην δίνη της ηδονής του ερωτά τους έκανε την ίδια ευχή με τη μητέρα της, αν και ποτέ δε θα το μάθαινε, να αποκτήσει το παιδί του Μαξιμίλιαν Κλέητον.

Η Ηρώ βρισκόταν στον παράδεισο, η Μαρία διέσχιζε την κόλαση. Τα λόγια και η απόφαση της μητέρας της να την διώξει την είχαν κλονίσει ως τα βάθη της εύθραυστης ύπαρξής της. Χαμένη σε μια παραζάλη έτρεχε στα δρομάκια του χωριού. Ήθελε να βγει από το χωριό, να πάει κάπου μόνη, αν και δεν ήξερε που. Το κρύο την περόνιαζε. Αναρωτήθηκε αν η μητέρα της θα μετάνιωνε για τη σκληρότητά της αν την βρίσκανε παγωμένη στο βουνό.
Βγήκε από το χωριό και κατευθύνθηκε προς το παλιό γεφύρι και το ρέμα. Μια ιδέα ήρθε να φωλιάσει στο μυαλό της σαν κακό και μοχθηρό ον. Γιατί να μην τελείωνε με όλα μια και καλή; Γιατί να μην έπεφτε στο ρέμα όπως της συνέστησε η μητέρα της; Τι είχε να περιμένει από τη ζωή πέρα από καταπίεση και θλίψεις; Γιατί να μην τελείωνε μια και έξω;
Με βία έτρεξε προς το γεφύρι. Στάθηκε όταν έφτασε εκεί, παγωμένη και με κομμένη την ανάσα. Ύστερα ετοιμάστηκε να πέσει.

Ο Ντούντας οδηγούσε με άτσαλες κινήσεις για να πάει σπίτι, δεν μπορούσε να ηρεμήσει και να συγκεντρωθεί, ένιωθε ερεθισμένος σαν να είχε περάσει ώρες βλέποντας πορνό και τώρα χρειαζόταν να ξεδώσει. Ένιωθε τον ανδρισμό του να πάλλεται. Και δίπλα του η γυναίκα του έσφιγγε και ξέσφιγγε τα πόδια της, ξεκάθαρο σημάδι ότι ήταν και αυτή ερεθισμένη. Μόλις σταμάτησε το αυτοκίνητο την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε άγρια.
Ολοκλήρωσαν εκεί στη θέση του οδηγού για πρώτη φορά και μετά βγήκαν έξω. Θα είχαν ξανακάνει έρωτα στο καπό του αυτοκινήτου αν δεν είχε αρχίσει να το σκεπάζει το χιόνι και έτσι είχαν πάει μέσα στο σπίτι. Συνεπαρμένοι από το πάθος τους συνέχισαν στην κρεβατοκάμαρα ως που αποκοιμήθηκαν εξαντλημένοι. Αν δεν είχαν τόσο πολύ τυφλωθεί από την ερωτική τους διέγερση θα είχαν προσέξει ότι κανένα από τα παιδιά τους δε βρισκόταν στο σπίτι.

Έσκυψε πάνω από το πέτρινο παραπέτο και άκουσε το ρέμα να κυλάει βουερό από κάτω. Ο αέρας ανέβαινε ακόμα πιο παγωμένος από εκεί από αυτόν γύρω της και νιφάδες χιονιού κάθονταν στα μαλλιά και το νυχτικό της. Λίγο ακόμα αν έγερνε μπροστά μετά δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα για να αποτρέψει την πτώση. Θα ερχόταν το τέλος και η πολυπόθητη λήθη.
Έσκυψε.
Δυνατά χέρια την άρπαξαν από τη μέση και την τράβηξαν πίσω. Η Μαρία αιφνιδιάστηκε και δεν αντέδρασε, μόνο όταν ήταν πίσω στην ασφάλεια του κέντρου της γέφυρας χτύπησε τα χέρια του αυτόκλητου σωτήρα της κάνοντάς τον να βογκήξει από τον πόνο. Γύρισε να αντικρίσει τον άνθρωπο που είχε ανακατευθεί με τις προθέσεις της και αντίκρισε τον Μιχάλη που κρατούσε το πρόσφατα χτυπημένο χέρι του.
-Αυτό που έκανες ήταν επικίνδυνο, είπε, θα μπορούσες να πέσεις.
-Μεγάλη απώλεια αν έπεφτα.
-Γιατί το λες αυτό; Κανένας άνθρωπος ή σχεδόν κανένας δεν είναι τέτοιος που να μην αξίζει να ζει.
-Εγώ ανήκω σε αυτό το σχεδόν κανένας που είπες, είπε η Μαρία, κάνε σε παρακαλώ μεταβολή, πήγαινε πίσω κοντά στους ανθρώπους που εκτιμούν αυτό που είσαι και άσε με εμένα.
-Γιατί να μην αξίζεις; είπε ο Μιχάλης ήσυχα. Είσαι δολοφόνος; Εγκληματίας;
-Τι λες για το ανώμαλη; είπε η Μαρία που ο χαρακτηρισμός της μητέρας της δεν είχε φύγει από το μυαλό της.
-Ανώμαλη; Επειδή δεν μπορείς να κάνεις παιδί; είπε ο Μιχάλης μπερδεμένος.
-Ανώμαλη γιατί δεν ξέρω τι με έπιασε και έκανα κάτι που δεν είχα ποτέ ξανακάνει. Χαϊδεύτηκα, αυτοϊκανοποιήθηκα. Ανώμαλη μιας και τι θέλω το σεξ; Αφού δεν μπορώ να κάνω παιδί;
Ο Μιχάλης ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει αλλά αποφάσισε ότι δεν ήταν του παρόντος. Έπρεπε να την απομακρύνει από τον κίνδυνο και να φροντίσει για το κρύο.
-Έλα να πάμε κάπου μέσα, είπε, κάνει πολύ κρύο εδώ έξω.
-Δεν πειράζει, είπε η Μαρία, μου κάνει και το κρύο.
-Δεν θέλω να σε κουβαλήσω, θα με εξυπηρετούσε να περπατήσεις.
-Γιατί νοιάζεσαι;
-Γιατί όχι;
-Παράτα με, άσε με να πεθάνω αξιοπρεπώς.
-Δεν υπάρχει αξιοπρέπεια στο θάνατο. Ούτε μπορώ να σε αφήσω να πεθάνεις, δε θέλω να έχω και άλλο αίμα στα χέρια μου. Αρκεί αυτό που έχω.
-Άφησες και κάποια άλλη να πεθάνει;
-Όχι, είπε ο Μιχάλης τραχιά, άφησα άλλον να πεθάνει. Κάποιον που του άξιζε, τον άφησα να τον φάνε οι λύκοι.
Η τραχύτητα της απάντησης έβγαλε την Μαρία από το ντελίριό της. Κοίταξε γύρω της και μετά το Μιχάλη.
-Σε ευχαριστώ, είπε.
Έκανε να φύγει αλλά στάθηκε.
-Κρυώνω, είπε.
Ο Μιχάλης έβγαλε το μπουφάν του και τη σκέπασε.
-Έλα πρέπει να σε πάω μέσα πριν πάθεις υποθερμία.

Η Χριστίνα δεν ήξερε τι ήταν αυτό που της είχε προκαλέσει την ανάγκη για ερωτική επαφή και αυτό που είχε συμβεί με τον Αλέξη την είχε τρομάξει. Στην αγκαλιά του Ρωμανού όμως είχε ξεχάσει κάθε φόβο και ανησυχία. Είχαν κάνει έρωτα πολλές φορές και μετά εκείνη είχε πάρει μια απόφαση πρωτόγνωρή, να περάσει τη νύχτα στην αγκαλιά του. Να μη φύγει αλλά να κοιμηθεί εκεί, και το είχε κάνει.
Είχε αφήσει την γλυκιά ανυπαρξία του ύπνου να την κυριεύσει μετά την ερωτική της ένωση εκεί στην αγκαλιά του αγαπημένου της σίγουρη ότι πιο πολύ από οπουδήποτε αλλού εκεί ανήκε και εκεί έπρεπε να βρίσκεται. Ο Ρωμανός ευτυχισμένος της κράτησε κοντά του απολαμβάνοντας τη ζεστασιά της, και ευχόμενος να μπορούσε να μείνει για πάντα μαζί της.

Ο Μιχάλης οδήγησε την Μαρία στον ξενώνα. Δεν βρήκε κανέναν στην υποδοχή αλλά αυτό δεν αποτελούσε πρόβλημα. Πήρε μόνος το κλειδί και προχώρησε στον ανελκυστήρα, ο ίδιος δεν τους συμπαθούσε καθόλου αλλά η Μαρία δεν ήταν σε θέση να ανέβει από τη σκάλα, ήταν παγωμένη ως το κόκαλο και άκρως εξαντλημένη.
Φτάνοντας στο δωμάτιό του άνοιξε την πόρτα και την οδήγησε μέσα. Πήγε στην ντουλάπα για να πάρει και τις υπόλοιπες κουβέρτες που ο ίδιος δεν χρησιμοποιούσε λέγοντάς της να γδυθεί. Εκείνη το έκανε και όταν επέστρεψε με τις κουβέρτες της είπε να ξαπλώσει και την σκέπασε.
Η Μαρία αφέθηκε να την σκεπάσει και έκλεισε τα μάτια της. Ο Μιχάλης κάθισε δίπλα της. Αναρωτήθηκε τι είχε συμβεί και την είχε φέρει σε αυτήν την κατάσταση. Την είδε να ριγεί.
-Κρυώνεις; ρώτησε.
Η Μαρία ένευσε καταφατικά. Ο Μιχάλης αναρωτήθηκε τι άλλο θα μπορούσε να κάνει για να την ζεστάνει. Τελικά είχε μια ιδέα. Πήγε στο μπάνιο και πήρε από το φαρμακείο ένα μπουκαλάκι με οινόπνευμα. Ξεσκέπασε την κοπέλα και άρχισε να την τρίβει στην πλάτη. Συνέχισε να ριγεί και εκείνος έτριψε και τα χέρια της και τα πόδια της προσπαθώντας να μην προσέχει ότι έτριβε μια νέα γυναίκα με σφριγηλό κορμί. Ύστερα τη σκέπασε πάλι και έσφιξε γύρω της τις κουβέρτες για να την κρατήσει ζεστή.
Κάθισε στο γραφείο του να συνεχίσει τη δουλειά που είχε διακόψει το επεισόδιο με τους παλμούς του. Αναρωτήθηκε αν είχε περάσει αυτό, τώρα ένιωθε καλά. Αφοσιώθηκε στο διάβασμά του.

Μυστικά 8

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Μιχάλης άφησε ένα βογκητό. Με τα όσα είχε περάσει μέσα στα χρόνια είχε μάθει να είναι ανθεκτικός στον πόνο και ειδικά στον πονοκέφαλο. Αλλά αυτός που ένιωθε τώρα ήταν εξαιρετικά αφύσικος. Δεν είχε νιώσει άλλη φορά έτσι, σαν να πάλλονταν τα μηνίγγια του, σαν κάτι να τα σφυροκοπούσε από μέσα για να βγει έξω.
Έφερε το δεξί χέρι στον καρπό του αριστερού και μέτρησε τους σφυγμούς του. Δεν χρειαζόταν σοφία για να καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο σφυγμός ήταν έντονος, τον καταλάβαινε άνετα, και πολύ γρήγορος. Σε δεκαπέντε δευτερόλεπτα είχε 34 σφυγμούς. Ακολουθώντας την συνήθη τακτική πολλαπλασίασε επί τέσσερα για να τους ανάγει σε ένα λεπτό, 136 στο λεπτό. Πάνω από το διπλάσιο φυσιολογικό. Είχε ξανασυμβεί, είχε μετρήσει στο παρελθόν 133 σε ένα λεπτό, αλλά ήταν σε μια κατάσταση εξαιρετικής πίεσης, τώρα ήταν ήρεμος, είχε περάσει ένα ήσυχο βράδυ διαβάζοντας. Τι ήταν που είχε ξαφνικά επιταχύνει τους ρυθμούς του; Είχε μπει στη διαδικασία να πάθει εγκεφαλικό;
Χτύπησε με το δείκτη και τον αντίχειρα την ράχη της μύτης του αλλά χωρίς το αποτέλεσμα που θα ήθελε. Δεν αιμορράγησε. Άφησε το γραφείο που καθόταν και πήγε στο μπάνιο να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Όπως το περίμενε το αριστερό μάτι δεν ήταν πλέον λευκό, είχε γεμίσει αίμα. Επέστρεψε στο δωμάτιο, έμενε μια λύση όσο και αν ήταν επώδυνη. Έπρεπε να χάσει αίμα για να ελαττωθεί η πίεση. Αφού η μύτη δεν του έκανε τη χάρη θα κατέφευγε σε ένα πιο βίαιο μέτρο.
Άνοιξε το πλαϊνό τσεπάκι στο σακίδιό του και έβγαλε ένα στιλέτο με πτυσσόμενη λεπίδα και ένα κουτί πρώτων βοηθειών και με αυτά πήγε στο μπάνιο. Πίεσε το μοχλίσκο του στιλέτου που απελευθέρωνε τη λεπίδα και μετά την κλείδωσε στη σωστή θέση. Με σταθερό χέρι έκανε μια τομή στον καρπό του αριστερού χεριού του, αρκετά βαθιά για να αιμορραγήσει αλλά όχι τόσο ώστε να χρειαστεί ράμματα. Έβαλε το χέρι του κάτω από τη βρύση και την άνοιξε κανονίζοντας το νερό να είναι χλιαρό, αυτό θα απέτρεπε την πήξη του αίματος στην πληγή και την παύση της αιμορραγίας.
Το νερό γινόταν κόκκινο όπως έτρεχε στο νιπτήρα αλλά η πίεση άρχισε να μειώνεται στο κεφάλι του και ο πόνος να υποχωρεί. Τράβηξε το χέρι του από τη βρύση και άρχισε να το επιδένει. Ήταν εύκολο να επιδέσει το σημείο αυτό, όπως είχε μάθει και στο παρελθόν σε ένα ατύχημα, και γι’ αυτό το είχε επιλέξει τώρα.
Μέτρησε τους σφυγμούς του πάλι. 78, είχαν αρχίσει να πέφτουν. Αναρωτήθηκε τι είχε συμβεί. Αποφάσισε να βγει για λίγο περπάτημα και να το σκεφθεί. Ντύθηκε πιο ζεστά και άφησε το δωμάτιό του. Κατεβαίνοντας στην υποδοχή είδε κάτι αναπάντεχο, η νύχτα προφανώς δεν είχε ακόμα εξαντλήσει τα περίεργά της.

Ο Αλέξης άφησε την αδερφή του και πήρε το δρόμο για τον ξενώνα όπου έμεναν οι ξένοι. Δεν ήταν τυχαία η επιλογή, ήθελε να δει την Εύη, την ιδιοκτήτριά του. Καθώς πήγαινε εκεί το μυαλό του γύρισε στην πρώτη τους πριβέ συνάντηση.
Την ήξερε από μικρό παιδί όπως και σχεδόν όλους στο χωριό. Αλλά θυμόταν περισσότερο την πρώτη φορά που είχαν βρεθεί οι δύο τους. Η Εύη Λάζου ήταν δέκα χρόνια πιο μεγάλη, όταν εκείνος ήταν στην αρχή της εφηβείας εκείνη ήταν μια κοπέλα στο άνθος της νιότης της. Ήταν φίλη της μητέρας του παρά τη διαφορά ηλικίας τους και είχε έρθει σπίτι να δούνε κάτι φορέματα. Δοκιμάζοντας ένα την είχε δει κρυφά ο Αλέξης γυμνή μόνο με ένα μικροσκοπικό εσώρουχο. Από εκείνη τη στιγμή έγινε η φαντασίωσή του, άλλα αγόρια φαντασιώνονταν μοντέλα ή ηθοποιούς, εκείνος όμως προτιμούσε την Εύη. Ούτε καν ήξερε πόσες φορές είχε αυνανιστεί με την εικόνα της γυμνής Εύης στο μυαλό του.
Η σκέψη του αυνανισμού τον έκανε να σταματήσει για μια στιγμή, ο ερεθισμός ήταν αφόρητος. «Ούτε βιάγκρα τέτοιο πράγμα ρε φίλε,» σκέφθηκε και έτριψε ασυναίσθητα τον ερεθισμένο ανδρισμό του. Λίγο έλειψε να τελειώσει εκεί που στεκόταν. Με ένα βογγητό συνέχισε το δρόμο του.
Ακριβώς επειδή η φαντασίωσή του ήταν πιο προσιτή από των άλλων αγοριών του συνέβη να πραγματοποιηθεί. Σε ένα γιορτινό τραπέζι στο σπίτι του η Εύη που πρόσεξε τα βλέμματα που της έριχνε τον πήρε στο δωμάτιό του και τον μύησε στον κόσμο του έρωτα. Καθώς ήταν ένας γεροδεμένος έφηβος ήταν ελκυστικός και γι’ αυτή και το ότι αποδείχθηκε χωρίς αναστολές στο κρεβάτι της ταίριαξε. Δεν τους ξαναείδε κανείς όλη τη βραδιά στη γιορτή.
Τώρα ήταν φίλοι με προνόμια, αν ήθελαν σεξ βρίσκονταν χωρίς να είναι δεσμευτικό για κάποιον από τους δύο να μην έχει και άλλες σεξουαλικές επαφές. Στις τουριστικές εποχές η Εύη κοιμόταν και με άλλους, ο Αλέξης από πλευράς του είχε πάει και με μερικές συμμαθήτριες, αλλά κυρίως κοιμούνταν μαζί.
Ο Αλέξης μπήκε στον ξενώνα φουριόζος. Η Εύη βρισκόταν στον πάγκο της υποδοχής και τακτοποιούσε μερικά κλειδιά στην κλειδοθήκη πίσω της. Ακούγοντας την πόρτα γύρισε. Ένα χαμόγελο διαγράφηκε στα σαρκώδη χείλη της μόλις είδε ποιος είναι. Έκανε το γύρο του πάγκου και τον αγκάλιασε. Εκείνος τη φίλησε ορμητικά ενώ τα χέρια του κατέβαιναν στους γοφούς της.
-Χαίρεσαι που με βλέπεις να υποθέσω, είπε εκείνη ενώ ανακάλυπτε τον ερεθισμό του.
Τον τράβηξε στο σκοτεινό σαλόνι με σκοπό να πάνε στον καναπέ κοντά στο τζάκι αλλά δεν έφτασαν εκεί. Ολοκλήρωσαν στηριγμένοι στον τοίχο.
Χαμένοι στον πόθο τους δεν αντελήφθησαν τον Μιχάλη που βγήκε. Απορροφημένος εκείνος στο πρόβλημα που τον απασχολούσε δεν έδωσε σημασία στο ζευγάρι αν και το κατέγραψε στη μνήμη του. Πριν βγει καλά καλά στο δρόμο εκείνος, ο Αλέξης και η Εύη ξάπλωναν στο χαλί μπροστά στο τζάκι για να συνεχίσουν.

Η Μαρία ένιωθε περίεργα. Ένιωθε σαν να είχε καθίσει κοντά στο σώμα του καλοριφέρ πολύ ώρα και ζεσταινόταν αφόρητα. Την ίδια στιγμή το δέρμα της ήταν ευχάριστα δροσερό και το αίμα σφυροκοπούσε στα μηνίγγια της σαν να είχε πιει πολύ. Και όμως είχε πιει μόνο κόκα κόλα.
Στο σπίτι επικρατούσε σιωπή, όλοι είχαν αποσυρθεί πια, καλεσμένοι και ξένο προσωπικό είχαν φύγει, οικοδέσποινα και το δικό τους προσωπικό είχε πάει για ύπνο αν και είχαν κάτω από τη σκέπη τους και έναν ξένο. Διακριτικά είναι η αλήθεια, η Ηρώ είχε πάρει στο δωμάτιό της τον Μαξιμίλιαν και φυσικά δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για το τι θα έκαναν τώρα.
Ένιωσε το δέρμα της να μυρμηγκιάζει και το στήθος της κάπως βαρύ. Ανασήκωσε το νυχτικό της και έφερε τα χέρια της στα στήθη της. Οι θηλές αντέδρασαν αμέσως ερεθισμένες. Ακολουθώντας το ένστικτο της χάιδεψε απαλά με το κέντρο της παλάμης διαγράφοντας κύκλους. Το χάδι δεν καταπράυνε αυτό που ένιωθε, το έκανε χειρότερο. Κατέβασε το ένα χέρι από το στήθος στην κοιλιά της, ασυναίσθητα το έφερε στο εσώρουχό της και κάτω από αυτό. Εκεί που ποτέ ένας άνδρας δεν την είχε αγγίξει, χάιδευσε την ήβη της και μετά τα δάκτυλά της άγγιξαν την μαλακή σάρκα στο κέντρο της γυναικείας της ύπαρξης. Ένα σιγανό βογγητό βγήκε από τα χείλη της καθώς αγγιζόταν. Τα δάκτυλά της γλίστρησαν μέσα της κόβοντάς της την ανάσα. Αλλά η αίσθηση ήταν ταυτόχρονα τόσο ευπρόσδεκτη, ηδονική, κίνησε τα δάκτυλά της και η κάψα φούντωσε στέλνοντας ρίγη σε όλο το σώμα της. Συνέχισε την κίνηση με πιο γρήγορο ρυθμό, ένιωσε ένα συναίσθημα που ποτέ δεν είχε πριν βιώσει. Σαν κάτι να θέριευε μέσα της, ένα κύμα που φούσκωνε και που ήθελε να ξεσπάσει, θα ήταν τόσο ευχάριστο να συμβεί και… Ο οργασμός ήταν σχεδόν βίαιος, συντάραξε το σώμα της αφήνοντάς την ξέπνοη να πασχίζει να πάρει μια ανάσα. Βόγκηξε δυνατά.
Η πόρτα του δωματίου άνοιξε και μπήκε η Αδαμαντία Σκληρού. Η Μαρία τράβηξε βιαστικά το χέρι της και προσπάθησε να κατεβάσει το νυχτικό της αλλά ήταν αργά. Η μητέρα της είχε καταλάβει τι έκανε και την κοίταζε με αηδία.
-Είσαι ανώμαλη, δήλωσε με απέχθεια, η αδερφή σου έχει άνδρα στο κρεβάτι της και ζήλεψες ε; Εκείνη όμως μπορεί να δώσει καρπό, εσύ είσαι ένα άχρηστο κούτσουρο, γιατί να σε καρπίσει ένας άνδρας, γιατί να σε ακουμπήσει καν;
-Όχι δεν είναι ότι ζήλεψα την Ηρώ… Δεν ξέρω τι μου συνέβη…
-Έξω από το σπίτι μου! Διέταξε κοφτά η Αδαμαντία. Έξω τώρα!
-Τέτοια ώρα; Που να πάω; Μητέρα… Εδώ είναι το σπίτι μου… Δεν έχω που να πάω.
-Δεν με νοιάζει! Δρόμο! Χάσου στο βουνό… Πνίξου στο Βοϊδόρεμα…
Με ασταθείς κινήσεις η Μαρία σηκώθηκε από το κρεβάτι και προχώρησε προς την πόρτα του δωματίου.
-Σε παρακαλώ μητέρα.
-Θες να σε σύρω έξω; είπε η Αδαμαντία σκληρά.
Η Μαρία βγήκε στο διάδρομο και προχώρησε στην έξοδο του σπιτιού σαν μέσα σε ένα κακό όνειρο. Στην πόρτα κοντοστάθηκε.
-Δεν έχω που να πάω.
-Στα τσακίδια, είπε η Αδαμαντία και την έσπρωξε έξω. Ή αν θες σε εκείνον τον σακάτη, μπορεί να χρειάζεται μια σαν εσένα για να μην ευχαριστιέται μόνος. Δρόμο!
Παραζαλισμένη η Μαρία έφυγε τρέχοντας.

Η Αγγελική είχε μόλις ξαπλώσει όταν άκουσε ένα χτύπημα στην πόρτα και μπήκε ο αδερφός της. Κοντοστάθηκε στο σκοτάδι και είπε σιγανά:
-Κοιμάσαι μικρή;
-Όχι, τι τρέχει;
-Σκεφτόμουν αυτά που είπες το μεσημέρι.
-Να μην πηγαίνεις με την κάθε μια;
-Και το άλλο ότι υπάρχει μια καλή κοπέλα, η Οφήλια.
-Ε ναι υπάρχει.
-Δεν είναι μόνο το θέμα αν υπάρχει, Αγγελική μου, είναι και να ενδιαφέρεται, ξέρεις.
-Η Οφήλια ενδιαφέρεται, άνοιξε τα μάτια σου!
-Και εσύ που το ξέρεις; Στο είπε;
-Όχι βρε χαζέ, είπε και ανασηκώθηκε η κοπέλα. Αλλά αν τη δεις να σε κοιτάζει θα το καταλάβεις.
-Λες ε;
-Πρόσεξέ την αύριο.
-Εντάξει, καληνύχτα αδερφούλα.
-Καληνύχτα Φίλιππε… Α και που’ σαι… Της αρέσουν τα κούκις.

Μυστικά 7

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Τέταρτο

Η Ηρώ κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη και μετά χαμογέλασε. Το είδωλό της της το ανταπέδωσε όπως και το πονηρό κλείσιμο του ματιού. Είχε βάλει ένα επίσημο λευκό φόρεμα, όχι πολύ κοντό για να σκανδαλίσει τη μάνα της, ούτε και μακρύ όμως, ήταν ένα που της πήγαινε και κολάκευε. Από την πρώτη στιγμή που είχε δει τον Μαξιμίλιαν είχε νιώσει μια ακατανίκητη έλξη για εκείνον. Στην αρχή ήταν καθαρά σεξουαλική αλλά μετά τις ώρες που είχαν περάσει μαζί το απόγευμα ένιωθε ότι είχε βρει κάποιον ξεχωριστό και για χάρη του και μόνο είχε απόψε ντυθεί τόσο καλά… Και ίσως θα γδυνόταν κιόλας.
Τις σκέψεις τις διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα του δωματίου της.
-Ναι! είπε.
Η Μαρία μπήκε στο δωμάτιο. Φορούσε ένα απλό παντελόνι και ένα πουκάμισο.
-Α ντύθηκες καλά βλέπω, είπε στην αδερφή της.
-Ναι, είπε η Ηρώ, εσύ όχι;
-Γιατί; Για να μας επιδεικνύει η μητέρα; Ή μήπως εγώ… Τέλος πάντων. Εσύ καρδιά μου ντύσου. Υπάρχει ένας άνδρας που σε περιμένει κάτω.
-Θα μπορούσε και εσένα, μην αφήνεις την μητέρα μας να σε καταρρακώνει.
-Το κακό είναι ότι δε λέει κάτι που δεν έχω σκεφθεί Ηρώ, και όπως βλέπεις δεν πέφτει και έξω.
-Στην εκκλησία όμως εγώ άλλο κατάλαβα, είπε η Ηρώ, και να σε πληροφορήσω ότι ο Μαξιμίλιαν τον έχει σε εκτίμηση. Είναι ένας αξιόλογος άνθρωπος.
-Το ξέρω, μίλησα μαζί του και μετά. Με σύστησε σε μια κοπέλα της ομάδας τους, φοβερή! Θα ήθελα να ήμουν τόσο θαρραλέα και ανεξάρτητη! Τι νόημα έχει; Θα φύγουν αύριο.
-Και ποιος μας εμποδίζει να κρατήσουμε επαφή; Μαρία, πρέπει να βγεις από το καβούκι σου. Να πάψεις να υποχωρείς. Και αρχίζουμε από τώρα, πήγαινε να βάλεις κάτι πιο επίσημο και θηλυκό.
-Όχι, δεν χρειάζεται.
-Τι είπαμε μόλις;
-Να μην υποχωρώ, ε δεν υποχωρώ.
Η Ηρώ γέλασε με ένα κρυστάλλινο γέλιο και η αδερφή της τη μιμήθηκε.
-Δεν έχεις άδικο αλλά εμένα να με ακούς. Πήγαινε και θα έρθω και’ γω να δούμε τι θα βάλεις.

Η Αδαμαντία Σκληρού είχε καθίσει στην κορυφή του τραπεζιού. Δεξιά και αριστερά της είχε βάλει τις κόρες της. Δίπλα στην Ηρώ καθόταν ο Μαξιμίλιαν Κλέητον. Δίπλα στην Μαρία ο πατέρας Σαμουήλ και μετά οι υπόλοιποι καλεσμένοι ως που στην άλλη άκρη του τραπεζιού καθόταν ο Ντούντας ως ο τοπικός άρχοντας.
Ο ιερέας είπε την ευχή για το δείπνο και ξεκίνησαν να τρώνε. Για λίγο οι συζητήσεις περιεστράφησαν στα εδέσματα και τις ικανότητες των μαγειρισσών που τα είχαν ετοιμάσει. Μετά πέρασαν σε άλλα διάφορα θέματα από το κρύο που είχε πιάσει ξαφνικά μέχρι τις εργασίες των ξένων.
-Θα γράψετε κάνα βιβλίο; είπε Ντούντας. Θα μας κάνετε διάσημους
-Μπα δεν νομίζω, είπε ο Μαξιμίλιαν, εκτός και αν βρούμε κάτι που θα το δικαιολογεί ή αν ο Μιχάλης αποφασίσει να το κάνει, τα βιβλία είναι ο τομέας του. Και από τις δύο πλευρές, και τα γράφει και τα διαβάζει.
Ο Μαξιμίλιαν και η Ηρώ μπορεί να έπαιρναν μέρος στις συζητήσεις αλλά στην πραγματικότητα δεν είχαν μάτια παρά μόνο ο ένας για τον άλλο. Ο Μαξιμίλιαν κατέβασε το χέρι του από το τραπέζι και το πέρασε κάτω από το τραπεζομάντηλο όπου συνάντησε το γόνατο της Ηρώς. Παραμέρισε το φόρεμά της και χάιδευσε τη σφιχτή σάρκα της ανεβαίνοντας την μέσα πλευρά του μηρού της. Η Ηρώ τον κοίταξε και χαμογέλασε ενθαρρυντικά.
Προς μεγάλη απογοήτευση και των δύο αναγκάστηκε να σταματήσει καθώς η Αδαμαντία πρότεινε να γεμίσουν τα ποτήρια για να κάνουν μια πρόποση. Με τη σειρά της εκείνη δεν πρόλαβε να κάνει την πρόποση. Στην πόρτα της μεγάλης σάλας παρουσιάστηκε η υπηρέτριά της συνοδευόμενη από το Μιχάλη που κρατούσε ένα μεγάλο βιβλίο. Εκείνος πλησίασε τον Μαξιμίλιαν.
-Συγνώμη για τη διακοπή, είπε, πρέπει να δείξω κάτι στον Μαξιμίλιαν. Δε θα σας διακόψω για πολύ.
Πλησίασε τον Μαξιμίλιαν και έκανε λίγο χώρο για να ακουμπήσει το βιβλίο, οι συνδαιτημόνες τον διευκόλυναν μετακινώντας μια καράφα με κρασί, μια κανάτα με νερό αλλά και μια κόκα κόλα. Ο Μιχάλης άνοιξε το βιβλίο και έδειξε ένα σημείο. Ο Μαξιμίλιαν διάβασε με προσοχή.
-Είχες δίκιο λοιπόν, είπε ο Μιχάλης, ήταν όντως δωρεά αδερφών Αψαράδων στην εικόνα.
Μάζεψε το βιβλίο και ετοιμάστηκε να φύγει.
-Πιείτε κάτι μαζί μας, είπε η Μαρία φιλικά. Λίγο κρασί;
-Δεν πίνω, λίγο νερό μόνο.
-Λίγη κόκα κόλα; πρότεινε η κοπέλα.
-Εντάξει.
Του γέμισε ένα ποτήρι και ήπιαν όλοι στην πρόποση της Αδαμαντίας Σκληρού για κάθε ευτυχία και επιτυχία. Μόλις ήπιε άφησε το ποτήρι του και βγήκε. Το τραπέζι συνεχίστηκε με καλή διάθεση και αφθονία εδεσμάτων και ποτών.
Ο Μαξιμίλιαν έφερε το χέρι του κάτω πάλι και συνέχισε το χάδι στην Ηρώ. Εκείνη το απολάμβανε με όλο της το είναι. Άρπαξε μια πετσέτα και την έφερε βιαστικά μπροστά στο πρόσωπό της σαν να ήθελε να φτερνιστεί, δεν ήθελε τίποτα, ήταν όμως το μόνο που προλάβαινε να κάνει για να πνίξει ένα βογκητό απόλαυσής καθώς ο Μαξιμίλιαν έφερνε το δάκτυλο του να χαϊδεύσει ανάμεσα στα πόδια της κατά μήκος του λεπτού της εσώρουχου.
-Σε λίγο, του ψιθύρισε, μόλις το διαλύσουμε θα βρεθούμε εμείς οι δύο…
Δεν ολοκλήρωσε τη φράση της αλλά έκλεισε τα πόδια της κρατώντας το χέρι του ανάμεσά τους πάνω στη σάρκα της ενώ ένιωθε τους χυμούς της να αναβλύζουν.

Ο Αλέξης έτρωγε με όρεξη, πάντα έτρωγε με όρεξη αλλά σήμερα είχε περάσει μια κουραστική μέρα οπότε ένας λόγος παραπάνω και ειδικά με τόσα εκλεκτά φαγητά. Ακόμα και μια περίεργη αίσθηση ζέστης που ένιωθε εδώ και λίγη ώρα δεν τον είχε εμποδίσει να ευχαριστηθεί το φαγητό.
Άπλωσε το χέρι του να πιάσει ένα στρογγυλό ψωμάκι από το πανέρι με τα ψωμάκια αλλά αυτό ξεγλίστρησε και κατέληξε στην ποδιά της αδερφής του. Με έναν μορφασμό έκανε να το πιάσει και το χέρι του βρήκε το πόδι της. Έμεινε ξαφνικά κοκαλωμένος. Τράβηξε το χέρι του αργά σαν να είχε ακουμπήσει ένα επικίνδυνο θηρίο που φοβόταν μην ξυπνήσει και όχι την αδερφή του. Την κοίταξε μην ξέροντας τι περίμενε να δει στα μάτια της, ίσως τη σύγχυση που είχε νιώσει ο ίδιος καθώς την ακουμπούσε και ένιωθε την επιθυμία να την χαϊδεύσει και όχι αδερφικά αλλά καθαρά ερωτικά να προχωρήσει πιο πάνω στο πόδι της.
Αντίκρισε την ίδια σύγχυση όντως. Συνειδητοποίησε ότι η Χριστίνα είχε φέρει το σώμα της πιο μπροστά στο κάθισμα κάνοντας την πλάτη πίσω ενστικτωδώς προσφέροντας το σώμα της στο χάδι του.
-Δεν είμαι μεθυσμένος, της είπε ψιθυριστά, δεν ήπια καθόλου απόψε.
-Ούτε εγώ, είπε η Χριστίνα. Τι έγινε μόλις τώρα;
-Δεν έχω ιδέα αλλά λέω να πάω σπίτι… Ή κάπου αλλού.
-Αλλού; Που αλλού;
-Σε κάποια… Θέλω…
Η Χριστίνα κούνησε το κεφάλι της. Ένιωθε το ίδιο. Ήταν ερεθισμένη όπως το απόγευμα στο λεωφορείο στην αγκαλιά του Ρωμανού. Στη σκέψη και μόνο ένα ρίγος τη διέτρεξε.
-Θα πάω στο Ρωμανό, είπε.
-Είσαι τρελή; ρώτησε ο Αλέξης ρίχνοντας μια βιαστική ματιά γύρω ελέγχοντας ποιος μπορεί να τους είχε ακούσει.
-Πρέπει.
Ο Αλέξης ένευσε και σηκώθηκε από τη θέση του. Συνειδητοποίησε ότι ήταν πολύ ερεθισμένος. Ο ανδρισμός του ασφυκτιούσε στο στενό επίσημο παντελόνι του. Πλησίασε τον πατέρα του.
-Λέμε να φύγουμε με την Χριστίνα.
-Εντάξει, είπε ο Ντούντας.
Οι πιο πολλοί είχαν αρχίσει να φεύγουν αλλά εκείνος ήθελε να μιλήσει λίγο με την Αδαμαντία Σκληρού για δουλειές.
Τα δυο αδέρφια βγήκαν στο κρύο βράδυ, νιφάδες χιονιού είχαν αρχίσει να στροβιλίζονται στον νυχτερινό ουρανό.
-Να κάτι που δεν πρόβλεψε η ΕΜΥ, είπε ο Αλέξης.
Προχώρησαν προς την πλατεία του χωριού. Εκεί οι δρόμοι τους χώρισαν. 

Μυστικά 6

Author: Νυχτερινή Πένα /

Η Ηρώ σήκωσε την κούπα και με τα δύο χέρια και ήπιε λίγο από τον ζεστό καφέ. Κοίταξε τον άνδρα απέναντί της και χαμογέλασε. Ήξερε ότι είχε αισθησιακό χαμόγελο και το εκμεταλλευόταν, τα σαρκώδη χείλη της και τα ίσια δόντια της της έδιναν ένα τέλειο που χαμόγελο που είχε κάνει πολλούς άντρες να πέσουν στα πόδια της.
Απέναντί της ο Μαξιμίλιαν ανταπέδωσε το χαμόγελο. Η Ηρώ παρακολουθούσε τις κινήσεις του. Της άρεσε ο τρόπος που είχε. Ήταν δυνατός και σίγουρος για τον εαυτό του. Καθώς άφηνε εκείνος την κούπα του η Ηρώ πρόσεξε τα νεύρα στο πάνω μέρος του χεριού του. Δυνατό χέρι, ανθρώπου με εμπειρίες. Σκέφθηκε αυτό το χέρι στην επίπεδη κοιλιά της, να κατεβαίνει και να περνάει κάτω από το εσώρουχό της. Στη σκέψη μια ευχάριστη ανατριχίλα διαπέρασε το σώμα της.
Όταν η μητέρα της έφυγε από την εκκλησία, η Ηρώ παρέμεινε. Παρακολούθησε με ενδιαφέρον τους αρχαιολόγους να στήνουν εξοπλισμό και να μελετούν τα πάντα, την τοιχοποιία, το δάπεδο, την αντοχή του και την κατάσταση από δομικής πλευράς. Κάποια στιγμή που ο Μαξιμίλιαν ήταν ανεβασμένος σε μια σκάλα και μελετούσε μια από τις πιο ψηλά ζωγραφισμένες αγιογραφίες ζήτησε ένα φως. Εκείνη προσφέρθηκε να του πάει ένα και όταν το πήρε ο Μαξιμίλιαν έριξε μια ματιά και στο πλούσιο ντεκολτέ της, μετά τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και της έκλεισε το μάτι. Ύστερα πήρε το φως και συνέχισε τη δουλειά του, ήταν ένα ειδικό φως σε μορφή στήλης για να μην επηρεάζει τα μνημεία και να αναπαριστά το φως της ημέρας επιτρέποντας τη σωστή εκτίμηση των χρωμάτων και των τεχνικών λεπτομερειών.
Όταν της το έδωσε πίσω, κατεβαίνοντας από τη σκάλα, τη ρώτησε αν είχε χρόνο να πιούν μαζί έναν καφέ και έτσι είχαν βρεθεί στην καφετέρια που βρισκόταν στο ισόγειο του μεγάλου ξενώνα του χωριού.
-Παρακολούθησες με ενδιαφέρον την εργασία μας, είπε ο Μαξιμίλιαν. Σε ενδιαφέρει η αρχαιολογία;
-Η αρχαιολογία όχι, με ενδιαφέρει όμως η τέχνη, από την αρχιτεκτονική ως την αγιογραφία και όλα τα ενδιάμεσα, η ζωγραφική, η μουσική.
-Α μάλιστα, έχεις σπουδάσει σχετικά;
-Πλάκα θα μου κάνεις, δε γνώρισες τη μητέρα μου; Φαντάζεσαι να με έστελνε στην καλών τεχνών ή να σπουδάσω ιστορία της τέχνης; Μια φορά με χαστούκισε επειδή είχα γράψει μερικά χάικου. Θα είχα φάει κι άλλες αλλά τη σταμάτησε ο πατέρας μου, ζούσε ακόμη τότε.
-Δυνάστης η κυρία Σκληρού δηλαδή.
-Αν δεν ήταν η οικονομική κρίση και μπορούσα να βρω δουλειά θα είχα φύγει. Και θα έπαιρνα και τη Μαρία μαζί μου γιατί η μάνα μου θα την τρελάνει κάποια μέρα έτσι που της φέρεται.
-Κατάλαβα, γράφεις ακόμα χάικου;
-Ναι, είπε η Ηρώ με ένα κοκκίνισμα στα μάγουλα που την έκανε να μοιάζει με Σίβυλλα του Μιχαήλ Άγγελου. Αλλά δεν τα δείχνω σε άλλους. Γιατί; Γράφεις και’ συ;
-Όχι, δεν θα το έλεγα, είπε ο Μαξιμίλιαν χαμογελώντας, ο συγγραφέας της ομάδας είναι ο Μιχάλης αλλά μην του τα δείξεις αν είναι ερωτικά, δεν είναι πολύ το στυλ του τελευταία. Θα ήθελα να δω τι γράφεις, είμαι σίγουρος ότι θα είναι καλό.
-Μπορεί να στα δείξω. Αν με επισκεφθείς σπίτι μια μέρα. Αλήθεια πόσο θα μείνετε εδώ;
-Μεθαύριο θα φύγουμε λογικά.
-Να βιαστώ να σε καλέσω τότε, είπε με ένα χαμόγελο η Ηρώ.

Ο Ρωμανός φίλησε την Χριστίνα στα χείλη, εκείνα άνοιξαν αφήνοντας τη γλώσσα του να αναζητήσει τη δική της σε ένα ερεθιστικό ερωτικό παιχνίδι. Τον ένιωσε να ερεθίζεται όπως ήταν καθισμένη στην αγκαλιά του στην γαλαρία του λεωφορείου που τους πήγαινε πίσω στο χωριό. Πίεσε το σώμα της πάνω του παιχνιδιάρικα, ο Ρωμανός την κράτησε εκεί ενώ συνέχιζαν να φιλιούνται. Το χέρι του γλίστρησε χαμηλά από το γοφό της και το έφερε ανάμεσα στα πόδια της. Αντίθετα με εκείνον εκείνη φορούσε φόρμα και ο Ρωμανός ήξερε που να τη χαϊδεύσει. Η Χριστίνα προσπάθησε να πνίξει ένα βογκητό ευχαρίστησης και έσκυψε στο λαιμό του Ρωμανού.
Τον φίλησε άγρια, σίγουρα θα του άφηνε σημάδι αλλά δεν την ένοιαζε, ήθελε να δώσει μια διέξοδο σε αυτό που ένιωθε. Η αυθόρμητη κίνηση από το σώμα του προς το δικό της τη γέμισε με μια λαχτάρα που τώρα δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί, να γίνει δική του, να κάνει έρωτα μαζί του ως που να μείνουν και οι δυο ξέπνοοι αλλά χορτασμένοι από την αμβροσία του έρωτα και το νέκταρ του πάθους, γυμνοί και αγκαλιασμένοι με τα μέλη τους ακόμη μπλεγμένα.
Ο Ρωμανός και η Χριστίνα ήταν ζευγάρι από την τρίτη γυμνασίου, πάνω από δύο χρόνια τώρα, και ήταν σίγουροι πια πως αποτελούσαν το ιδανικό ζευγάρι ο ένας για τον άλλο. Ταίριαζαν απόλυτα, σε απόψεις, γούστα και προτιμήσεις. Από το πώς έβλεπαν τη ζωή και τα σχέδια για το μέλλον ως την μουσική που προτιμούσαν και τα φαγητά που τους άρεσαν. Μπορεί να ακουγόταν κλισέ να πει ότι ήταν σαν μια ψυχή χωρισμένη σε δύο σώματα αλλά ήταν ακριβώς έτσι. Το ένιωθε τόσο πολύ αυτό η Χριστίνα που με το χαρτζιλίκι της είχε φτιάξει το καλοκαίρι ένα μενταγιόν στην πόλη που έγραφε: δύο σώματα, μια ψυχή, και το φορούσε πάντα.
Η Χριστίνα έγειρε και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του αγοριού της. Έκλεισε τα μάτια της.
-Αισθάνομαι τόσο ωραία. Γιατί να υπάρχει αυτή η ανόητη βεντέτα και να μην μπορούμε να πούμε ότι είμαστε ερωτευμένοι και θέλουμε να είμαστε μαζί;
-Δεν ξέρω ματάκια μου, απάντησε ο Ρωμανός χαϊδεύοντάς την. Εδώ δε λένε πιο πολλά πέρα από το ότι έγινε κάτι κακό παλιότερα.
-Τι να έγινε; Κανάς φόνος;
-Κανείς δε μιλάει γι’ αυτό, μια φορά πήγα να πάρω λόγια από τον πατέρα μου και με χαστούκισε, είπε ο Ρωμανός. Δεν το έχει ξανακάνει ποτέ.
-Εντάξει, μόνο ένα χαστούκι; Εμένα μου έριξε πιο πολλές και είπε να μην του ξαναμιλήσω για προδότες και φονιάδες.
-Τι στα κομμάτια εννοούσε; ρώτησε ο Ρωμανός και φίλησε το λαιμό της.
-Μμμ… Αυτό να το κάνεις, μου αρέσει πολύ.
-Μακάρι να μπορούσαμε…
-Θα κοιτάξω να βρεθούμε σύντομα και να είμαστε μόνοι, είπε η Χριστίνα και χαμογέλασε.
Είχαν ολοκληρωμένες σχέσεις με τον Ρωμανό, ήταν σίγουροι ότι ήταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλο τόσο πολύ που δεν έβλεπαν λόγο να μην το κάνουν. Και είχαν διαπιστώσει ότι είχαν μια εκπληκτική χημεία που έκανε την ερωτική τους πράξη σχεδόν εκστατική.
-Ψιτ, εσείς οι δύο συμμαζευτείτε, τους είπε σιγανά ο Φίλιππος που καθόταν λίγο πιο μπροστά, φτάνουμε.

-Θα μπορούσαμε μήπως να καλέσουμε τον σερ Μαξιμίλιαν για δείπνο; ρώτησε η Ηρώ καθώς κοιτούσε έξω από το παράθυρο της κουζίνας ενώ έπεφτε η νύχτα. Η Αδαμαντία Σκληρού ξαφνιάστηκε αλλά δεν το έδειξε καθώς επέβλεπε την υπηρέτρια που μαγείρευε. Όμως άρχισε αμέσως να κάνει σχέδια και υπολογισμούς, της παρουσιαζόταν η τέλεια ευκαιρία.
-Ναι βεβαίως, είπε, πολλή καλή ιδέα. Μπορείς να καλέσεις και άλλα μέλη της αποστολής αν θες, να μη νιώσει άβολα, τον δικό μας καθηγητή ας πούμε. Μόνο τον σακάτη να μην καλέσεις και ας τον συμπαθεί η αδερφή σου. Προφανώς βλέπει ομοιότητες.
-Ξέρεις η Μαρία δεν είναι ανάπηρη και αν δεν τη μείωνες συνέχεια θα είχε ανοίξει τα φτερά της και θα είχε κάνει οικογένεια.
-Ίσως, ίσως, είπε η Αδαμαντία μη θέλοντας τώρα να μαλώσει με την κόρη της. Όχι τώρα που θα μπορούσε να πετύχει αυτό που ήθελε. Άντε άντε, πήγαινε αν είναι να το κάνεις απόψε το δείπνο, είπε.
Η Ηρώ βγήκε και η Αδαμαντία χαμογέλασε, δεν είχε τίποτα εύθυμο το χαμόγελό της. Ύστερα ξεκίνησε και εκείνη για το φαρμακείο, χρειαζόταν κάτι για το σχέδιό της, ευτυχώς που είχαν φαρμακείο παρότι το χωριό τους ήταν μικρό.

Τελικά κατέληξαν σε έναν αρκετά μεγάλο αριθμό καλεσμένων μιας και ο Δημήτρης είχε την ίδια ιδέα και για να μην κάνουν δύο διαφορετικά δείπνα αναγκάζοντας τους ξένους τους να μοιραστούν αποφάσισαν να κάνουν ένα κοινό στο αρχοντικό της Αδαμαντίας Σκληρού, απλά ο Ντούντας έφερε και τις δικές του υπηρέτριες να βοηθήσουν αυτήν της Αδαμαντίας. Άφησε εκείνη να κανονίσει τα οργανωτικά και εκείνος ανέλαβε τα κρεατικά του μενού.

Η Μαρία μπήκε στην εκκλησία των Παμμεγίστων Ταξιαρχών αναζητώντας τον πατέρα Σαμουήλ. Είχε πάει πρώτα στον Άγιο Νικόλαο αλλά δεν ήταν εκεί αφού είχαν ολοκληρώσει τις εργασίες για την ημέρα οι αρχαιολόγοι, και έτσι τον αναζήτησε στην εκκλησία του χωριού που ήταν στο όνομα των αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ κάτι που είχε να κάνει και με το όνομα του χωριού.
Μόλις είχε τελέσει τον εσπερινό και καθόταν στο μικρό γραφείο του ναού που χρησίμευε και ως εξομολογητήριο, με τον Μιχάλη που είχε μπροστά του ανοιγμένο ένα μεγάλο βιβλίο που έδειχνε πραγματικά παλιό.
-Καλησπέρα, είπε δειλά. Ευλογείτε πάτερ.
-Ο Κύριος, είπε ο γηραιός ιερέας.
Ο Μιχάλης την χαιρέτησε και στράφηκε και πάλι στο βιβλίο του.
-Πάτερ, είπε η Μαρία, σας ήθελα για δύο πράγματα. Το πρώτο είναι πως η μητέρα μου σας καλεί απόψε για δείπνο. Έχει καλέσει και τους ξένους μας.
-Αλήθεια; είπε ο Μιχάλης και η κοπέλα δαγκώθηκε καθώς θυμήθηκε την ρητή προειδοποίηση της μητέρας της ότι εκείνος δεν ήταν καλεσμένος. Πρέπει να ενημερώσω τον Μαξιμίλιαν;
-Το ανέλαβε η Ηρώ.
-Α εντάξει τότε, είπε ο Μιχάλης και ξαναγύρισε στο διάβασμά του.
-Το δεύτερο είναι ότι θέλω να εξομολογηθώ.
-Άρα εγώ πρέπει να σας αφήσω, είπε ο Μιχάλης. Πάτερ μπορώ να δανειστώ το βιβλίο;
-Ναι βέβαια, θα τα πούμε αύριο.
-Την ευχή σου πάτερ.
-Στο καλό, μεθ’ ημών ο Θεός.

Η Αδαμαντία Σκληρού κοίταξε τη μεγάλη τραπεζαρία ικανοποιημένη, το μεγάλο τραπέζι καλυμμένο με το λευκό δαντελωτό τραπεζομάντηλο στέναζε κάτω από το βάρος των πιατικών και των ασημικών. Θα έκανε καλή εντύπωση και ακόμα πιο σπουδαία θα αποκτούσε αυτό που τόσο πολύ ήθελε. Και ήταν τυχερή, τα σχέδιά της είχαν βρει πεδίο δράσης και την ευνοούσε ακόμα και η τύχη από την πλευρά της κόρης της, όχι μόνο ήθελε τον Μαξιμίλιαν Κλέητον αλλά ήταν και στις γόνιμες μέρες της.
Το κουδούνι που χτύπησε την απέσπασε από τις σκέψεις της. Οι πρώτοι καλεσμένοι είχαν φτάσει.