Ο Αιώνιος Πόλεμος

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο στρατιώτης Γουίλλιαμ Μαντέλα είναι από τους πρώτους που στέλνονται στην σύγκρουση μεταξύ της γης και των εξωγήινων του αστερισμού του Ταύρου. Οι μάχες είναι σύντομες και βίαιες αλλά το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Επειδή τα ταξίδια στο διάστημα γίνονται με άλματα μέσα από καταρρέοντες αστέρες τα χρόνια που περνάνε για τη γη είναι πολύ περισσότερα από όσα για τον ταξιδιώτη. Έτσι μετά την πρώτη εκστρατεία επιστρέφει σε έναν κόσμο τόσο αλλαγμένο που το μόνο που του είναι πια οικείο είναι ο στρατός και η εκστρατεία κατά των Ταυριανών.

Μια καλή ιστορία από τον Τζο Χάλντεμαν που με έναν πόλεμο στο μέλλον μιλάει για το εδώ και τώρα, την πολλές φορές παρανοϊκή λογική του στρατού, τη σκληρότητα του πολέμου αλλά και την αποξένωση του βετεράνου από την κοινωνία για την οποία πολέμησε. Είναι ωστόσο μια ιστορία που διαβάζεται εύκολα και αποφεύγει να σου κάνει κήρυγμα. 

Ημερολόγιο Συγγραφέα 1

Author: Νυχτερινή Πένα /

Το 2016 πλέον είναι παρελθόν και το 2017 απλώνεται μπροστά μας. Πριν προχωρήσουμε σε σχέδια για το νέο έτος ας δούμε τι αποκομίσαμε από εκείνο που έφυγε πια.
Το 2016 ήταν μια πλούσια συγγραφικά χρονιά. Πέτυχα τους στόχους που είχα θέσει στην αρχή, ολοκλήρωσα τα έργα που μου κληροδότησε το 2015 και ξεκίνησα το τρίτο μυθιστόρημα φαντασίας. Έγραψα βέβαια και άλλα πράγματα. Έφτασα τα 55 έργα σε αυτή τη χρονιά, 315000 λέξεις περίπου. Έξι μυθιστορήματα, ένα πολύ μεγάλο και πέντε πιο μικρά, έντεκα διηγήματα, ένα αστυνομικό, ένα θρησκευτικό, τρία επιστημονικής φαντασίας, τρία φαντασίας και τρία ιστορικά, πέντε δοκίμια, ένα θρησκευτικό και τέσσερα πάνω στη συγγραφή, δύο αυτοβιογραφικά έργα και μια αυτοβιογραφία μου, μια συλλογή κειμένων και τα κείμενα του ιστολογίου, και είκοσι οκτώ ποιητικά. Μια καλή σοδιά. Από αυτά μόλις τα τρία δεν ολοκληρώθηκαν.
Για το 2017 τώρα. Δεν ξέρω πόσα έργα θα φτάσω, είναι αδύνατη η πρόβλεψη αλλά θα βάλω κάποιους κύριους στόχους.
Ο πρώτος και πιο δύσκολος είναι να ολοκληρώσω μέσα στο έτος τον Πύργο έχει 70000 λέξεις λείπουν άλλες 110000 περίπου, εντάξει με 9000 κάθε μήνα μπορώ να το πετύχω.
Ο δεύτερος είναι ο πιο φιλόδοξος στόχος, να ολοκληρώσω την Επιχείρηση και να δοκιμάσω να την εκδώσω.
Ο τρίτος στόχος είναι ένας εύκολος, να ολοκληρώσω το αστυνομικό, αυτό θα γίνει εντός του μήνα.
Ο τέταρτος στόχος, και αναλόγως το τι θα κάνει η Επιχείρηση, θα είναι η επόμενη αποστολή της ομάδας.
Σίγουρα θα γράψω πάλι κάποια διηγήματα και ποιητικά έργα, αλλά θα δούμε στη διάρκεια της χρονιάς τι θα κάνω ακριβώς. Καλή συγγραφική Χρονιά!

Ευχές

Author: Νυχτερινή Πένα /

Πάνω στην αλλαγή του έτους ευχές σε όλους για καλή και δημιουργική χρονιά.

Writing Update – Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2016

Author: Νυχτερινή Πένα /

Αυτό το δίμηνο ήταν το καλύτερο του χρόνου από πλευράς συγγραφής. Έγραψα 90882 λέξεις, γεγονός καθόλου παράξενο αφού είχαμε και το NoWriMo το Νοέμβριο. Αναλυτικά αυτές οι λέξεις πήγαν 42754 στον Πύργο, 6549 στην Επιχείρηση, 4824 στο αστυνομικό, 25960 στον Πρώτο Ένορκο που ολοκληρώθηκε στο wattpad, 4902 στο Σμαραγδένιο Μενταγιόν και 5893 σε ένα έργο με διάφορα κείμενα. Συνολικά στο έτος έφτασα τις 301863 και αν υπολογίσω και τις 9022 λέξεις που έγραψα για το ιστολόγιο και τα ποιητικά φτάνουμε σίγουρα τις 315000!
Πάμε τώρα για ακόμα πιο πολλές λέξεις με το νέο έτος. Μακάρι να είναι καλό σαν το 2016 και ακόμα πιο καλό.
Μια σημείωση, με το νέο έτος τα updates θα περιλαμβάνονται στο Ημερολόγιο Συγγραφέα.

Η Κατάρα Του Δαίμονα

Author: Νυχτερινή Πένα /

Η Χήδερ Κένεντι, πρώην επιθεωρήτρια της Σκότλαντ Γιαρντ και νυν ιδιωτική ερευνήτρια, καλείται να εξιχνιάσει μια περίεργη διάρρηξη σε ένα μουσείο κατά την οποία δε φαίνεται να κλάπηκε τίποτα ενώ ο διαρρήκτης εξαφανίστηκε από ένα κλειστό δωμάτιο. Σιγά σιγά ανακαλύπτει τι συνέβη αλλά αυτό είναι μόνο η αρχή μιας θανάσιμης περιπέτειας με αποφασισμένους αντιπάλους και ασύλληπτα μυστικά.

Μια δυνατή περιπέτεια που δεν καθυστερεί καθόλου και δεν σε αφήνει να βαρεθείς. Κρατάει την αγωνία και έχει τα απαραίτητα αινίγματα και ερωτηματικά όπως και ανατροπές. Στα ελάχιστα αρνητικά η ιδιότητα της Χήδερ ως λεσβία, δεν εξυπηρετεί πουθενά την πλοκή πέρα από την φαντασίωση του συγγραφέα γυναίκας με γυναίκα. Μάλιστα οδηγεί και στο λάθος της αντιμετώπισής της από το λαό του Ιούδα παρότι συμβαίνει και εκεί η σχέση γυναίκας με γυναίκα. 

Τα Βιβλία Του 2016

Author: Νυχτερινή Πένα /

Λίγο παραπάνω από 24 ώρες μας λείπουν για να ολοκληρωθεί το 2016 και έτσι μια αναδρομή στα βιβλία που διάβασα φέτος μπορεί να γίνει άνετα. Ήταν μια πολύ καλή χρονιά η σημερινή από πλευράς διαβάσματος, όπως και από γράψιμο αλλά αυτό θα το δούμε αύριο, με το κοντέρ να δείχνει 52 βιβλία στην τελική καταμέτρηση. Από τα 52 αυτά 5 ήταν φαντασίας, ένα επιστημονικής φαντασίας, 4 περιπέτειες, 12 αστυνομικά, 3 ιστορικά μυθιστορήματα, 6 θρησκευτικού περιεχομένου και 21 ιστορικά.
Όλα τα μυθοπλασίας έχουν αναφερθεί εδώ σε κριτικές (με την τελευταία να ακολουθεί). Τα θρησκευτικά και τα ιστορικά τα διάβασα στο πλαίσιο των ενδιαφερόντων μου αλλά και συγκεντρώνοντας πληροφορίες για αυτά που γράφω. Ελπίζω ότι και το 2017 θα μετρήσει άλλα τόσα.

Εσείς πόσα βιβλία διαβάσατε φέτος;

Ιστολόγιο του μήνα – Δεκέμβριος 2016

Author: Νυχτερινή Πένα /

Αγαπούσα πάντα την φαντασία και πολλά έργα μου έξω από τα φαντασίας περιέχουν κάποια στοιχεία ή νύξεις, τα φαντασίας βέβαια είναι άλλη ιστορία. Σε κάποιον που αρέσει τόσο η φαντασία ο τίτλος στα μονοπάτια της φαντασία μου και η εναρκτήρια εικόνα θα ήταν οπωσδήποτε ελκυστικά.
Έτσι ακολούθησα τα μονοπάτια αυτά. Το ιστολόγιο ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2012 μιλώντας μας για την ημέρα της γυναίκας και από τότε ακολούθησε μια μεγάλη σειρά αναρτήσεων με πολυποίκιλο περιεχόμενο: θέματα καθημερινά, ειδήσεις, νέα αλλά και φωτογραφίες που σε ταξιδεύουν, παιχνίδια αλλά και κατασκευές. Για να ταξιδέψετε στα μονοπάτια αυτά λοιπόν, δεν έχετε παρά να πάτε εδώ: http://stamonopatiatisfantasias.blogspot.gr/

Καμπάνες

Author: Νυχτερινή Πένα /

Καμπάνες μεγάλες, καμπάνες μικρές,
καμπάνες βαθύτονες και δυνατές,
καμπάνες μικρές κουδουνιστές,
όλες μαζί ηχούν και το φωνάζουν,
Χριστούγεννα έρχονται και το γιορτάζουν!

Μέσα στη νύχτα ηχούν δυνατά,
σηκωθείτε όλοι, φωνάζουν, με χαρά.
Ελάτε όλοι, ελάτε κοντά
να δείτε μυστικά στη φάτνη
πως γεννάται ταπεινός
ο παντοδύναμος Θεός!

Μέσα στη νύχτα λάμπει κάθε εκκλησιά
στις πολιτείες και τα χωριά,
μεγάλη ή μικρή, μια ζεστασιά ακτινοβολεί,
και οι καμπίνες της ψηλά χτυπούν,
όλους στη χαρά τους καλούν
νέους, γέρους, μεγάλους, παιδιά,
να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα!                                                                                            

Το Σμαραγδένιο Μενταγιόν - Φινάλε

Author: Νυχτερινή Πένα /

ΙΙΙ.

Η πύλη άνοιξε με ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο και με τον Βοτανειάτη πρώτο μπήκαν μέσα. Βρέθηκαν σε μια μεγάλη σάλα με πλάκες στο έδαφος και ένα χαλί που είχε φαγωθεί από το χρόνο αποκαλύπτοντας το πέτρινο δάπεδο ενώ πάνω από τα κεφάλια τους κρεμόταν ένας μεγάλος πολυέλαιος. Αλλά αυτό που τράβηξε την προσοχή τους ήταν οι πολεμιστές που βρίσκονταν μπροστά τους. Ήταν όλοι ντυμένοι με πανοπλίες και οπλισμένοι με σπαθιά και ασπίδες με το έμβλημα της αυτοκρατορίας, και ήταν όλοι νεκροί. Νεκροκεφαλές φαίνονταν από τα κράνη τους και σκελετωμένα χέρια κρατούσαν τα όπλα. Επιτέθηκαν αμέσως.
Ο Βοτανειάτης τράβηξε τη σπάθα του, ο Λέων πήρε θέση αριστερά του και ο Βάλρους δεξιά. Η μάχη ήταν σκληρή αλλά οι τρεις πολεμιστές ήταν από τους καλύτερους που είχε η αυτοκρατορία. Χτυπούσαν γρήγορα και καίρια ενώ απέκρουαν τα χτυπήματα των σκελετικών πολεμιστών. Η αίθουσα αντηχούσε από τα χτυπήματα του μετάλλου στο μέταλλο και τον κρότο των αντιπάλων τους όταν σωριάζονταν στο δάπεδο διαλυμένοι. Ο Χρυσάφιος είχε μείνει πίσω κοντά στην πόρτα και στρίγγλιζε φοβισμένος κάθε φορά που έδειχναν οι σκελετικοί πολεμιστές να υπερτερούν στη μάχη.
Ο Βοτανειάτης προχωρούσε σκορπώντας τον όλεθρο ανάμεσα στους αντιπάλους τους ενώ οι δύο σύντροφοί του ακολουθούσαν καλύπτοντας τα νώτα του. Ο Λέων έβρισε καθώς ένας πολεμιστής βρέθηκε πίσω του και ίσα που πρόλαβε να τον σταματήσει με ένα χτύπημα που του πήρε το κεφάλι.
-Προτιμούσες το κελί σου; τον πείραξε ο Βάλρους.
-Εκεί είχε μόνο κατσαρίδες τουλάχιστον!
Η μάχη τελείωσε αφού οι πολεμιστές σωριάστηκαν διαλυμένοι στο πέτρινο δάπεδο ως τον τελευταίο, και ο Βοτανειάτης προχώρησε στη σκάλα που οδηγούσε στον πρώτο όροφο του πύργου.
Σταμάτησε στη μέση όμως καθώς ένα ον που παρόμοιο του δεν είχε ξαναδεί κατέβαινε τη σκάλα. Έμοιαζε με φίδι αλλά ήταν πολύ μεγαλύτερο, οι κουλούρες του σέρνονταν στη σκάλα πίσω του ενώ το ορθωμένο μέρος από το καλυμμένο με μαύρες φολίδες σώμα του ήταν πιο ψηλό από τον πολεμιστή. Ένα οστέινο στεφάνι προφύλασσε το λαιμό του και μια μαύρη γλώσσα οπλισμένη με ένα κεντρί που έσταζε δηλητήριο μπαινόβγαινε στο στόμα του.
-Για όνομα της Φρέια, τη είναι αυτό το πράγμα; αναφώνησε ο Βάλρους.
-Ένας Υπερόφις, είπε η Αλίμα, κάνετε πίσω πολεμιστές. Το κεντρί του είναι θανάσιμο και δύσκολα τα όπλα σας θα περάσουν την πανοπλία του. Άλλη είναι η αδυναμία του.
Η κοπέλα πέρασε μπροστά και μια απόκοσμη μελωδία ξεχύθηκε από τα χείλη της. Το μεγάλο ερπετό χαμήλωσε το κεφάλι και κουλουριάστηκε στη σκάλα. Καθώς η μελωδία συνεχιζόταν το ακούμπησε στις σπείρες του σώματός του και τα μεγάλα μοχθηρά μάτια του έκλεισαν.
-Πάμε, είπε ο Βοτανειάτης, προσέξτε μην το αγγίξετε και ξυπνήσει.
-Τι άλλο θα δουν τα μάτια μου, είπε ο Λέων ενώ περνούσε με προσοχή δίπλα από το κοιμισμένο τέρας.
Η απάντηση ήρθε από μια φωνή που έψελνε ξόρκια και απήγγειλε κατάρες. Στην κορυφή της σκάλας είχε εμφανιστεί ένα όν που έμοιαζε βγαλμένο από παραμύθι ή από εφιάλτη. Ήταν μια όμορφη γυναίκα με γλυκό πρόσωπο, μακριά μαύρα μαλλιά, αλαβάστρινο δέρμα και ολοστρόγγυλα στήθη αλλά από τη μέση και κάτω είχε σώμα φιδιού που κατέληγε σε μια διχαλωτή ουρά.
-Εγώ και η μεγάλη μου γλώσσα! είπε ο Λέων σφίγγοντας το σπαθί του στο χέρι του.
-Μια λάμια, είπε ο Βοτανειάτης, γρήγορα πριν προλάβει να ολοκληρώσει την κατάρα της.
Έτρεξε πρώτος μπροστά. Η λάμια χαμογέλασε με ένα χαμόγελο που έδειξε την πραγματική της φύση κάνοντας το όμορφό της πρόσωπο μια απαίσια μάσκα και αποκαλύπτοντας μια σειρά αιχμηρών δοντιών. Τίναξε την ουρά της στα πόδια του με σκοπό να τον ανατρέψει αλλά εκείνος πήδηξε από πάνω και πριν καλά καλά ξαναπατήσει στο έδαφος βύθισε τα σπαθιά του στην κοιλιά της. Η λάμια έπεσε στη σκάλα σφαδάζοντας και οι υπόλοιποι ακολούθησαν τον Βοτανειάτη με τελευταίο τον Χρυσάφιο που κλώτσησε το νεκρό πλάσμα περνώντας δίπλα του.
Μπροστά τους βρισκόταν τώρα μια μεγάλη πόρτα που κάποτε θα ήταν έργο τέχνης αλλά τώρα την έτρωγε το σαράκι. Ο Βοτανειάτης την έσπρωξε και άνοιξε. Βρέθηκε σε μια μεγάλη σάλα με ψηφιδωτά στο πάτωμα, στους τοίχους κρέμονταν πολυτελείς ταπετσαρίες και βιβλιοθήκες κατάφορτες με τόμους και περγαμηνές. Από την οροφή κρεμόταν ένας πολυτελής, γυαλιστερός πολυέλαιος με δεκάδες κεριά. Αντίθετα με τον υπόλοιπο πύργο και ως και την πόρτα αυτού του δωματίου δεν υπήρχε καμία φθορά μέσα.
Στο κέντρο του δωματίου βρισκόταν μια πολυθρόνα με ψηλή ράχη σαν θρόνου, καθισμένη σε αυτήν ήταν μια γυναίκα ηλικιωμένη με μακριά άσπρα μαλλιά που έφταναν στους ώμους του πορφυρού της φορέματος. Στο στήθος της κρεμόταν το αντικείμενο που είχαν έρθει να βρουν, το Σμαραγδένιο Μενταγιόν. Ήταν χρυσό, σκαλισμένο σε ένα περίτεχνο σύνολο φύλλων και στη μέση του βρισκόταν η πράσινη πέτρα που του είχε χαρίσει το όνομά του.
-Βοήθεια, ψέλλισε η γυναίκα.
Ο Βοτανειάτης σάστισε. Δεν ήταν αυτό που περίμενε, αυτό για το οποίο είχε προειδοποιηθεί. Την ίδια στιγμή πίσω του άκουσε τον Λέοντα να βογκάει. Γύρισε για να δει τον υπασπιστή του να πέφτει στο δάπεδο με ένα εγχειρίδιο μπηγμένο στο πλευρό του.
-Ο ευνούχος… είπε πριν ξεψυχήσει.
Ο Βοτανειάτης και ο Βάλρους στράφηκαν στον Χρυσάφιο αλλά βρήκαν στη θέση του έναν ψηλό ξερακιανό άνδρα με ένα σπαθί στο χέρι. Τέντωσε την παλάμη του ελεύθερου χεριού του προς τον Βάλρους και τον έστειλε να κυλιστεί στο δάπεδο στην άλλη άκρη του δωματίου. Τράβηξε την Αλίμα μπροστά του και ακούμπησε το σπαθί στο λαιμό της.
-Αν δεν θες να πεθάνει και αυτή πήγαινε να φέρεις το μενταγιόν, είπε ο άνδρας.
-Είχα καταλάβει ότι δεν είσαι ευνούχος, είπε ο Βοτανειάτης, από το ενδιαφέρον που έδειχνες για τα γυναικεία θέλγητρα της Αλίμα. Αλλά δεν υποψιάσθηκα ποτέ ότι είσαι εσύ Δρούσε Αξιώτη. Γιατί όλο αυτό το θέατρο;
-Λίγα λόγια και κάνε αυτό που σου λέω!
Ο Βοτανειάτης πλησίασε τη γυναίκα στην πολυθρόνα. Άπλωσε το χέρι του περιμένοντας κάποιο χτύπημα αλλά τίποτα δε συνέβη και πήρε το μενταγιόν. Στράφηκε προς τον Αξιώτη.
-Δώσε το μου, είπε ο δούκας.
-Όχι! φώναξε η Αλίμα και η φωνή της ακούστηκε καμπανιστή σε ολόκληρο τον πύργο. Με τη δύναμή του θα κάνει μεγάλο κακό!
Ο Βοτανειάτης κοίταξε τον Αξιώτη και μετά την κοπέλα στα χέρια του. Σαν για να τον εξωθήσει στην απόφαση ο Αξιώτης πίεσε τη λάμα στο λαιμό της και μια κατακόκκινη σταγόνα αίμα ανάβλυσε από την τομή.
-Προτιμάς να πεθάνει και αυτή;
Ο Βοτανειάτης κούνησε το κεφάλι του.
-Όχι, είπε, πάρε το.
Πέταξε το μενταγιόν με ορμή και αυτό πέρασε πάνω από το κεφάλι του Αξιώτη. Εκείνος έσπρωξε μακριά την Αλίμα και γύρισε να δει που είχε πέσει το μενταγιόν Αντί για το μενταγιόν όμως βρήκε μπροστά του τον Υπερόφι, που είχε ξυπνήσει από την κραυγή της γητεύτρας. Δεν πρόλαβε να κάνει κάτι για να φυλαχθεί καθώς το κεντρί του τέρατος διαπερνούσε το λαιμό του ποτίζοντάς τον με ένα από τα πιο δυνατά δηλητήρια στον κόσμο. Την επόμενη στιγμή σωριαζόταν νεκρός.
-Πρόσελθε μενταγιόν! είπε μια δυνατή νεανική φωνή.
Ο Βοτανειάτης στράφηκε προς την κατεύθυνση της φωνής και είδε με έκπληξη πως στην θέση της ηλικιωμένης γυναίκας καθόταν μια εκπάγλου καλλονής νέα γυναίκα με το μενταγιόν στο στήθος της. Με ένα ακόμα ξόρκι εξαφάνισε τον Υπερόφι και μετά χαμογέλασε στον πολεμιστή.
-Σε ευχαριστώ, του είπε.
-Αν πω ότι κατάλαβα τι έγινε θα πω ψέματα, είπε ο Βοτανειάτης,
-Ονομάζομαι Νάγια, είμαι μάγισσα. Πριν από καιρό ο Δρούσος Αξιώτης με παγίδευσε εδώ και δέσμευσε τις δυνάμεις μου. Την τελευταία στιγμή πρόλαβα να τον καταραστώ υφαίνοντας δύο γητείες. Η μία ήταν να μην μπορεί να απλώσει το χέρι του πάνω μου και σε όσα με ακουμπούσαν οπότε δε μπορούσε να πάρει το μενταγιόν. Εκείνος έβαλε να με φρουρούν τα τέρατά του ως που να βρει τρόπο να πάρει το μενταγιόν. Η δεύτερή μου γητεία ήταν για να μην αναγνωρίζουν ούτε εκείνον.
-Έτσι χρειαζόταν πολεμιστές να νικήσουν τα τέρατα και κάποιον να πάρει το μενταγιόν σου, είπε η Αλίμα. Αλλά γιατί αυτή η μασκαράτα με τον ευνούχο;
-Αυτό μπορώ να το πω εγώ, είπε ο Βοτανειάτης. Ήθελε να κερδίσει την μάχη αλλά χωρίς τα ερωτηματικά που θα δημιουργούσε αν ερχόταν με την πραγματική του μορφή και ταυτότητα. Ειδικά σε’ μενα που δεν θα τον εμπιστευόμουν.
Η Νάγια έκανε ένα ξόρκι και ο Βάλρους υγιής επέστρεψε δίπλα στον Βοτανειάτη.
-Για τον άλλο σύντροφό σου, είπε η μάγισσα, δεν μπορώ να κάνω δυστυχώς τίποτα. Θα φροντίσουμε για την ταφή του. Όσο για εσένα, είθε η καλή τύχη να είναι μαζί σου και η νίκη να στέφει τα όπλα σου.
Η μάγισσα στράφηκε στην Αλίμα.
-Εσύ κόρη των Ασάρ τι θα επιθυμούσες; Θα ήθελες να γίνεις μαθήτριά μου;
Τα μάτια της Αλίμα έλαμψαν.
-Δεν θα ήθελα τίποτα περισσότερο, είπε.

Μετά την ταφή του Λέοντα ο Βοτανειάτης και ο Βάλρους αποχαιρέτησαν την Νάγια και την Αλίμα.
-Να έρθετε πάλι, είπε η μάγισσα, όταν αυτό το μέρος θα είναι ένα μέρος μελέτης και γνώσης.
Η Αλίμα αγκάλιασε το Βοτανειάτη και τον φίλησε στο μάγουλο.
-Θα συναντηθούμε ξανά εμείς, είπε με έναν πολλά υποσχόμενο τόνο.
Καθώς ανέβαιναν στα άλογά τους ο Βάλρους ρώτησε:
-Τι θα κάνουμε τώρα;
Βγήκαν από την πύλη με τον Λαόνικο να ακολουθεί.
-Τι θα έλεγες για μια στάση εναντίον του Μαρδοχαίου; απάντησε ο Βοτανειάτης.



Τέλος

Το Σμαραγδένιο Μενταγιόν ΙΙΙ

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Βοτανειάτης έστρωσε στο έδαφος μια κουβέρτα και ξάπλωσε έχοντας άλλη μια για να σκεπαστεί. Κοίταξε τον έναστρο ουρανό. Μπορούσε να διακρίνει πολλούς αστερισμούς και ήξερε τα ονόματα των περισσοτέρων μιας και είχε κοιμηθεί εκατοντάδες φορές στην ύπαιθρο κατά τη διάρκεια εκστρατειών. Απόψε όμως δεν ήταν εύκολο να κοιμηθεί, μετά από δύο μήνες στη φυλακή ήταν και πάλι ελεύθερος έστω και επιφορτισμένος με μια αποστολή που ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη.
Ο Λέων και ο Λαόνικος κοιμούνταν ήδη σκεπασμένοι με τις κουβέρτες τους. Ο Βάλρους είχε αποτραβηχτεί λίγο πιο μακριά μέσα στο σκοτάδι για να μην τον θαμπώνει η φωτιά και να μπορεί να βλέπει χωρίς να φαίνεται.
-Δεν κοιμάσαι…
Ο Βοτανειάτης στράφηκε και αντίκρισε την Αλίμα που τον κοιτούσε.
-Όχι, είπε, είναι περίεργη αίσθηση να κοιμάμαι και πάλι ελεύθερος.
-Εγώ νόμιζα ότι δε θα ξανακοιμηθώ ποτέ, όπως είδες ήμουν έτοιμη για εκτέλεση.
Ο Βοτανειάτης χαμογέλασε.
-Κανονικά εκείνη την ώρα θα ήμουν νεκρός και ο Μαρδοχαίος θα επιδείκνυε το κεφάλι μου αλλά με χρειάζονται ακόμα.
-Γιατί σε καταδικάσανε σε θάνατο; ρώτησε η Αλίμα.
Είχε ανασηκωθεί και στηριζόταν στο μπράτσο της. Τα μακριά μαλλιά της έπεφταν στο πλάι κάνοντας το φως να παίζει δημιουργώντας σκιές στο πρόσωπό της, μεταμορφώνοντάς το σαγηνευτικά.
-Είδες τη δικαιοσύνη του Μαρδοχαίου, διαμαρτυρήθηκα γι’ αυτήν και όταν κατάλαβε ότι ήθελα να πάω το θέμα στην βασιλεύουσα σκέφθηκε να με βγάλει από τη μέση οπότε και εγώ τον πρόλαβα προκαλώντας μια στάση που δυστυχώς δεν πέτυχε.
-Έχεις πολεμήσει πολύ;
-Σε κάθε πόλεμο της αυτοκρατορίας τα τελευταία είκοσι χρόνια.
-Δε θα φοβάσαι τίποτα τότε, είπε η Αλίμα.
-Μόνο οι ανόητοι δεν φοβούνται, είπε ο Βοτανειάτης, ο κόσμος έχει κινδύνους που δεν ξέρουμε και τέρατα που παραμονεύουν στις σκιές αλλά η αλήθεια είναι πως λίγα πράγματα μπορούν να με φοβίσουν.
-Είσαι τυχερός, είπε η κοπέλα, εγώ φοβάμαι. Ακόμα και αυτό εδώ το μέρος με τρομάζει.
-Γιατί; Δεν υπάρχει κάτι να σε απειλεί.
-Είμαι παιδί της ερήμου, είπε η Αλίμα, οι σκιές στα δένδρα είναι για μένα τρομακτικές και αυτή η νύχτα που δεν ασημώνει την κυματιστή άμμο είναι εφιαλτικά σκοτεινή.
Ο Βοτανειάτης την κοίταξε στα μάτια. Δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι η ύπαιθρος στην οποία εκείνος είχε ζήσει περισσότερο καιρό από ότι σε παλάτια σε κάποιον άλλο θα φαινόταν τόσο απειλητική.
-Μη φοβάσαι, είπε, δε θα σε αφήσουμε να πάθεις κανένα κακό.
Η Αλίμα χαμογέλασε, είχε ένα όμορφο χαμόγελο που γλύκαινε το πρόσωπό της. Σηκώθηκε και μετέφερε τα σκεπάσματά της πιο κοντά στον πολεμιστή.
-Σε πειράζει; είπε.
-Όχι, ένευσε ο Βοτανειάτης παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, τον τύλιγε η ευωδία κανέλας και αγιοκλήματος, προφανώς είχε βάλει κάποιο άρωμα στο λουτρό και τώρα όπως είχε έρθει κοντά του ήταν ιδιαίτερα αισθητό. Ήταν όμορφη κοπέλα και αντίθετα με τις νεαρές καλλονές του παλατιού αυτή φαινόταν να έχει κάτι παραπάνω από εμφάνιση και ποθητό σώμα. Αποκοιμήθηκε με αυτές τις σκέψεις.

Η νύχτα πέρασε χωρίς πρόβλημα και το πρωί μετά από ένα γρήγορο πρόγευμα ετοιμάστηκαν να ξεκινήσουν και πάλι. Οι πολεμιστές και ο Λαόνικος ετοίμαζαν τα άλογά τους και η Αλίμα είχε επωφεληθεί να πάει στην πηγή να ρίξει λίγο νερό πάνω της. Απολάμβανε την αίσθηση της δροσιάς στο πρόσωπο και το λαιμό της όταν άκουσε τους θάμνους πίσω της να παραμερίζουν. Γύρισε και αντίκρισε τον Χρυσάφιο. Τρομαγμένη τακτοποίησε το φόρεμά της κρύβοντας το γυμνό στήθος της και μετά φόρεσε βιαστικά και το κάλυμμα της κεφαλής.
-Ήθελα να σου μιλήσω, είπε ο ευνούχος.
-Για ποιο πράγμα; είπε η Αλίμα καχύποπτα.
-Μόνο εμείς θα γυρίσουμε από τον πύργο, είπε ο Χρυσάφιος πλησιάζοντας, και θα ήθελα να μιλήσουμε για το μέλλον σου. Μια τόσο όμορφή γυναίκα σίγουρα θα ενδιαφέρει τον δούκα Αξιώτη.
Το χέρι του ταξίδεψε στο στήθος της, το κατέβασε με την ράχη χαϊδεύοντας την καμπύλη του. Η Αλίμα τραβήχτηκε με μια κραυγή απέχθειας που έφερε εκεί τον Βοτανειάτη.
-Τι συμβαίνει εδώ; ρώτησε αυστηρά.
-Είχαμε μια συζήτηση για το μέλλον, είπε ο Χρυσάφιος.
Η Αλίμα απομακρύνθηκε αφήνοντας τον Βοτανειάτη μπερδεμένο, ο ευνούχος δεν μπορούσε να την ποθεί ερωτικά ή να έχει τέτοιες ανάγκες, άρα; Τι ήθελε λοιπόν; Δεν του άρεσε να μην έχει απάντηση για κάποιο ερώτημα ειδικά όταν διαισθανόταν ότι μπορεί να είχε να κάνει με την αποστολή που είχε αναλάβει.
Τις σκέψεις του διέκοψε μια κραυγή του Λέοντος. Αναζήτησε τον κίνδυνο και είδε μια δράκα ψηλών, μεγαλόσωμων όντων με μυώδη σώματα και κυρτές πλάτες που ήταν οπλισμένα με τσεκούρια και ρόπαλα να ξεπροβάλλει μέσα από τα δένδρα.
-Τελώνια του βουνού, είπε ο Βάλρους με απέχθεια και προχώρησε να αντιμετωπίσει τα κακόβουλα όντα. Ο Βοτανειάτης και ο Λέων έσπευσαν να πάρουν θέση δίπλα του.
Ήταν μια μάχη σύντομη αλλά σκληρή, τα τελώνια ήταν εξαιρετικά δυνατά και αιμοβόρα. Αν είχαν ένα μειονέκτημα ήταν η έλλειψη συντονισμού, δεν πολεμούσαν σαν ομάδα αλλά το καθένα μόνο του, έτσι πολλές φορές αλληλοεμποδίζονταν επιτρέποντας στους τρεις πολεμιστές να τα αντιμετωπίζουν και τελικά ένα προς ένα να τα σκοτώσουν.
Μόλις έπεσε και το τελευταίο, ο Λαόνικος είπε:
-Ελπίζω να μην έχουμε και άλλα τέτοια όμορφα συναπαντήματα.
-Δεν αμφιβάλλω ότι θα μας περιμένουν στον προορισμό μας, είπε ο Λέων χτυπώντας τον φιλικά στην πλάτη πριν ανέβει στο άλογό του.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει προς τη δύση όταν είδαν μπροστά τους τον πύργο. Τα τείχη του ήταν ψηλά και στο χρώμα της πέτρας του γύρω βουνού ενώ οι πύργοι τους είχαν καταπέσει από τα χρόνια που είχαν περάσει χωρίς συντήρηση κάνοντας ωστόσο τα τείχη πιο απροσπέλαστα και ισχυρά αντί να τα εξασθενούν. Η πύλη ήταν ανοιχτή και από μέσα ερχόταν ένα κιτρινωπό φως σαν από πολλά κεριά. Η σιωπή ήταν σχεδόν απόλυτη, δεν ακουγόταν κανένα ζώο, δεν κελαηδούσαν πουλιά και δεν πετούσαν στον ουρανό, δεν κουνιόταν φύλλο, σαν να ήταν ακόμα και ο αέρας ακίνητος. Μόνο τα πέταλα των αλόγων τους πάνω στις πέτρες ακούγονταν και η  ησυχία μεγέθυνε τον ήχο.
-Δεν μου αρέσει αυτό το μέρος καθόλου, είπε ο Λαόνικος, σίγουρα πρέπει να μπούμε;
Πέρασαν την πύλη και τα πέταλά τους κροτάλισαν στο παμπάλαιο πλακόστρωτο της εσωτερικής αυλής. Σταμάτησαν μπροστά στην είσοδο των κτισμάτων του πύργου που ήταν κλειστή και, όπως φάνηκε από μια δοκιμή, κλειδωμένη.
-Μπορείς να την ανοίξεις; είπε Βοτανειάτης στον Λαόνικο.
Εκείνος πήδηξε από το άλογό του και πήγε στην πύλη. Έβγαλε από ένα σακούλι ένα μικρό μεταλλικό εργαλείο και άρχισε να δουλεύει στην κλειδαριά. Ξεκλείδωσε την πύλη και μετά επέστρεψε κοντά στους άλλους χωρίς να τολμήσει να την ανοίξει.
-Μείνε εδώ με τα άλογα, είπε ο Βοτανειάτης και με τους υπόλοιπους προχώρησε στην πύλη και την έσπρωξε.