Όλοι Οι Δρόμοι Οδηγούν Στην Αγάπη - 20 Φινάλε

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο 20


Το πάρτι για το τέλος του χειμερινού εξαμήνου το έδινε η αδελφότητα των ΑΒΖ μια αδελφότητα με την οποία η Νιόβη και η δική της αδελφότητα είχαν καλές σχέσεις και ήταν και γείτονες, Έτσι τα περισσότερα μέλη της αδελφότητας ετοιμάζονταν να πάνε στη γιορτή, μετά τους περίμενε ο Γολγοθάς της εξεταστικής. Η Νιόβη σκέφθηκε να μην πάει μιας και ο Τόμας ήταν απασχολημένος, εκείνο το βράδυ είχε μια επαγγελματική συνάντηση για δουλειά στην επόμενη σεζόν. Της άλλαξε γνώμη ο Μαξιμίλιαν που δεν είχε επίσης συνοδό μιας και η Μέλοντι είχε άδεια αυτές τις μέρες από τη σχολή και ήταν στην Μέμφιδα στους δικούς της, του είχε προτείνει να τη συνοδέψει μα ήταν μια εποχή που δεν μπορούσε να φύγει εκείνος. Έτσι ο Μαξιμίλιαν θα συνόδευε την Νιόβη.
Ήταν μια κεφάτη γιορτή, μια ευκαιρία να ξεδώσουν λίγο πριν αρχίσει ένας περίπου μήνας σκληρού διαβάσματος και αδυσώπητου άγχους. Το γιόρτασαν με χορό και μουσική στη διαπασών αλλά και με ποτό - παρ’ ότι υποτίθεται πως το αλκοόλ απαγορευόταν εντός της πανεπιστημιούπολης - με φλερτ και ξελογιάσματα.
Η Σήλια ήταν στο στοιχείο της. Απέφυγε να πλησιάσει το Μιχάλη και τη Ντήντρα, κάθε φορά που τους έβλεπε κάτι μέσα της πονούσε, η Ντήντρα δεν το διαλαλούσε αλλά ήταν η προσωποποίηση της ευτυχίας και την είχε ακούσει να εξομολογείται στην Κέητ πως αν ο Μιχάλης της το ζητούσε ήταν έτοιμη να γίνει γυναίκα του και μητέρα των παιδιών του. Αυτό η Σήλια το έβρισκε απεχθές αλλά ταυτόχρονα πονούσε όταν έβλεπε τη Ντήντρα να λάμπει δίπλα στον αγαπημένο της.
Απόψε είχε περάσει υπέροχα φλερτάροντας με όποιον άνδρα της τραβούσε την προσοχή. Υπήρχαν πολλοί νεαροί που την έβλεπαν με πόθο και εκείνη το απολάμβανε, της άρεσε να είναι το αντικείμενο του πόθου ακόμα και παντρεμένων ανδρών ή κάποιων που είχαν σχέση, γι’ αυτό δεν είχε διστάσει να προσπαθήσει να γοητεύσει τον Άνταμ και τον Μιχάλη.
Το χέρι του νεαρού που χόρευε μαζί του κατέβηκε στο γοφό της αλλά εκείνη δεν είχε πρόβλημα. Πίεσε το σώμα της στο δικό του εκφράζοντάς του την προθυμία της να κάνει μαζί του έρωτα.
-Συνάντησέ με έξω, της ψιθύρισε εκείνος.
Η Σήλια τον άφησε να απομακρυνθεί και μετά προχώρησε προς την πόρτα που οδηγούσε στην πρασιά έξω και το δρόμο. Βγήκε στο σκοτάδι και είδε το νεαρό λίγο πιο πέρα. Πλησίασε με γρήγορα βήματα.
-Πάμε, είπε εκείνος, Έχω το αυτοκίνητό μου πιο πέρα.
-Εντάξει.
Καθώς πλησίαζαν το αυτοκίνητο δυο άνδρες εμφανίστηκαν σαν από το πουθενά μέσα από το σκοτάδι και ήρθαν κοντά τους.
-Καλώς τους, είπε ο συνοδός της. Ήρθατε στην ώρα.
Η Σήλια τους κοίταξε και ξαφνικά ένιωσε να πνίγεται. Κατάλαβε τι συνέβαινε. Θα την πήγαιναν κάπου και θα της έκαναν έρωτα. Ο ένας την είχε προσελκύσει και οι άλλοι περίμεναν εδώ. Την είχαν ήδη κυκλώσει. Μια φράση πέρασε από το μυαλό της, ομαδικός βιασμός. Ρίγησε. Ένα χέρι στο γοφό της δοκίμασε να πάει κάτω από το παντελόνι της. Κοίταξε απεγνωσμένη γύρω της και για πρώτη φορά κατάλαβε τι ένιωσε η Ντήντρα εκείνη τη στιγμή που βρέθηκε μόνη στα χέρια της παρέας του Πάνκχερστ. Πανικός την κατέλαβε και ένιωσε να της έρχεται εμετός.
Διέκρινε μια γνωστή φιγούρα.
-Μαξιμίλιαν!
Ήταν πράγματι ο Μαξιμίλιαν που έφευγε εκείνη την ώρα από το πάρτι. Η Νιόβη είχε φύγει λίγο νωρίτερα με την Άλεξ, θα πήγαινε να ακούσει τους Next Door Heroes. Ο μεγαλόσωμος νεαρός γύρισε ακούγοντας το όνομά του και δεν χρειαζόταν μεγάλη σοφία για να καταλάβει τι συνέβαινε. Μπήκε στον πειρασμό για μια στιγμή να την αφήσει στην τύχη της αλλά δεν το έκανε. Ακόμα και η Σήλια, με τη συμπεριφορά αυτή που χρειαζόταν ένα καλό μάθημα, είχε το δικαίωμα να επιλέξει αν θα κοιμηθεί με έναν άνδρα ή όχι.
-Σήλια, είπε πλησιάζοντας, πάω για το σπίτι.
-Γι’ αυτό σε φώναξα, είπε η κοπέλα μισώντας την απελπισία που φαινόταν στη φωνή της. Έλεγα μήπως ήθελες να πάμε μαζί.
-Έλα.
Οι άνδρες ήθελαν να εμποδίσουν την Σήλια αλλά το σκέφθηκαν πιο ώριμα διαπιστώνοντας ότι ο Μαξιμίλιαν ήταν σε θέση να τους τσακίσει στο ξύλο και παραμέρισαν. Ο Μαξιμίλιαν δεν είπε τίποτα ως που έφτασαν στο σπίτι μετά είπε απλά στην ακόμα ταραγμένη Σήλια:
-Ελπίζω αυτό να σε δίδαξε κάτι. Καληνύχτα.

Ο Μιχάλης και η Ντήντρα επέστρεφαν από το πάρτι πιασμένοι χέρι με χέρι. Η κοπέλα ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του αγαπημένου της.
-Είμαι ευτυχισμένη.
-Και’ γω. Κατάφερες να σηκώσεις από πάνω μου ένα βάρος που σήκωνα εδώ και πολλά χρόνια, Ντήντρα. Δεν θέλω να σε χάσω.
Κάπου μπροστά τους ένα αυτοκίνητο έβαλε μπρος.
-Όταν τελειώσει το εξάμηνο θα πας πίσω στην Ελλάδα;
-Μου έγινε μια πρόταση... Άρχισε ο Μιχάλης και μετά σταμάτησε.
Ένα αυτοκίνητο ερχόταν πάνω τους με σβησμένα φώτα, Έσπρωξε τη Ντήντρα έξω από την πορεία του αυτοκινήτου αλλά ο ίδιος δεν πρόλαβε να ακολουθήσει και το αυτοκίνητο τον έφτασε. Τον τίναξε στην πρασιά. Κύλισε στην πρασιά και έμεινε ακίνητος ενώ το αυτοκίνητο απομακρυνόταν με ταχύτητα. Η Ντήντρα ούρλιαξε.
Ένδεκα Μήνες Μετά

-Τι σκέφτεσαι αγάπη μου;
Η Νιόβη άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε τον Τόμας που καθόταν δίπλα της στο πίσω κάθισμα της λιμουζίνας.
-Πως άλλαξε η ζωή μου, είπε η κοπέλα, τον τελευταίο χρόνο. Πριν από έναν χρόνο δεν ήμουν παρά μια συνηθισμένη φοιτήτρια και σήμερα είμαι η νέα, πολλά υποσχόμενη, πρωτοεμφανιζόμενη ηθοποιός. Και το πιο σημαντικό, έχω εσένα.
Ο Τόμας τη φίλησε αναλογιζόμενος πόσο αληθινά ήταν αυτά που είχε πει. Οι κριτικοί που είχαν δει την Πρώτη Αγάπη σε avant pemiere είχαν γράψει διθυραμβικές κριτικές και όλοι τους εγκωμίαζαν την υποκριτική δεινότητα της προαναγγέλλοντας την ανατολή ενός νέου κινηματογραφικού άστρου. Εφημερίδες και περιοδικά την πολιορκούσαν ήδη για μια συνέντευξη.
Η χρονιά είχε φέρει αλλαγές και στη ζωή του Τόμας. Η σχέση του με τη Νιόβη τον είχε φέρει και αυτόν κοντά στα φώτα της δημοσιότητάς και το γεγονός πως ήταν σκηνοθέτης δεν πέρασε απαρατήρητο. Ειδικά από τη στιγμή που μια δουλειά που έκανε πήγε πολύ καλά άρχισε να αποκτά και εκείνος όνομα στο χώρο.
Η λιμουζίνα σταμάτησε και ένας εξυπηρετικός νέος άνδρας από την ασφάλεια άνοιξε την πόρτα. Η Νιόβη ντυμένη με μια εντυπωσιακή μαύρη τουαλέτα και ο Τόμας με κουστούμι βγήκαν στο κόκκινο χαλί κάτω από έναν καταιγισμό φλας που μετέτρεψαν τη Δεκεμβριάτικη νύχτα σε μέρα. Η Νιόβη άφησε τους φωτογράφους να την αποθανατίσουν και προχώρησε προς την είσοδο του κινηματογράφου με τον αγαπημένο της.
-Είσαι ευτυχισμένη; ρώτησε ο Τόμας.
-Ναι, είπε και τον φίλησε κάνοντας τις φωτογραφικές μηχανές να πάρουν φωτιά. Ήταν η πρώτη φορά που θα την αποθανάτιζαν να φιλάει τον Τόμας.
Μέσα στον κινηματογράφο τους οδήγησαν στο θεωρείο απ’ όπου θα παρακολουθούσαν την επίσημη πρώτη προβολή της ταινίας. Στο φουαγιέ τους περίμενε ο Αλέξανδρος με την νέα του κατάκτηση που δεν ήταν άλλη από την πρώην του Λάσκαν και συμπρωταγωνίστρια της Νιόβης.
Ο Αλέξανδρος μετά από μια σύντομη σχέση με τη Σήλια είχε στρέψει την προσοχή του στην ηθοποιό. Εκείνη δεν είχε διστάσει να αφήσει τον Λάσκαν για τον πλούσιο νεαρό επιχειρηματία που ήταν εξ’ ίσου διάσημος με την αδερφή του. Ο Αλέξανδρος είχε πει στην αδερφή του ότι η Ρεμπέκα μπροστά στην Κάρμεν ήταν αθώο κοριτσόπουλο.
Η Νιόβη χαιρέτησε τη συμπρωταγωνίστρια και τον αδερφό της και οι τέσσερεις μαζί πήγαν στο θεωρείο.

Την προβολή ακολούθησε μια δεξίωση στην κεντρική αίθουσα του γειτονικού Palace Hotel. Η Νιόβη έγινε δεκτή με έναν καταιγισμό χειροκροτημάτων και με τα φλας πάλι να αστράφτουν. Μαζεύτηκαν πολλοί γύρω της να τη  συγχαρούν, να τη γνωρίσουν και να πάρουν αυτόγραφο.
Όταν αραίωσε το πλήθος που την κύκλωνε την πλησίασαν ο Άνταμ και η Κέητ. Την αγκάλιασαν και οι δυο και της ευχήθηκαν πάντα τέτοια.
-Πείτε μου  τα νέα σας, είπε η Νιόβη. Πως τα πάει η αδελφότητα;
-Κερδίσαμε και το φετινό μαραθώνιο αλλά δεν είχε το περσινό σασπένς, είπε ο Άνταμ.
Η Νιόβη είχε ολοκληρώσει τον Ιούνιο τις σπουδές της και τώρα αρχηγός της αδελφότητας  ήταν ο Μαξιμίλιαν που είχε, επί του παρόντος, πάει διακοπές με την Μέλοντι.
-Μέσα στη χρονιά που μας έρχεται θα παντρευτούν, είπε η Κέητ.
-Υπέροχα. Εσείς;
Η Κέητ έδειξε το χέρι της όπου έλαμπε ένα ολοκαίνουριο δακτυλίδι αρραβώνων.
-Μπράβο! Με το καλό, είπε η Νιόβη. Μου πρότειναν μια ταινία στην Αγγλία και θα την δεχθώ αλλά όπου και αν είμαι θα έρθω για το γάμο.
-Χαίρομαι, είπε η Κέητ, το ίδιο είπε και η Άλεξ.
-Πως πάνε οι Next Door Heroes;
-Πολύ καλά, πάνε μια τουρ στις μεσοδυτικές πολιτείες, είπε η Κέητ, θα παίξουν και στο Σίλβερ Ντόουμ στην πατρίδα μου.

Παρά το ότι απείχαν λίγες μέρες από τα Χριστούγεννα, το μαύρο φόρεμα της Ντήντρα άφηνε τους αλαβάστρινους ώμους της ακάλυπτους, Έβλεπε τον Τόμας και τη Νιόβη να μιλάνε με τον Άνταμ και την Κέητ και συλλογιζόταν το χρόνο που είχε περάσει. Η Κέητ έδειχνε το δακτυλίδι της στη Νιόβη και ο Άνταμ την είχε αγκαλιάσει από τη μέση.
Πόσα πράγματα δεν είχαν αλλάξει. Η αδελφότητα των Αρίστων μετά τη σύλληψη του Πάνκχερστ, που είχε παραμείνει αρχηγός παρά την ήττα στο μαραθώνιο, δεν μπόρεσε να εκλέξει άλλο αρχηγό και διαλύθηκε ενώ ο Πάνκχερστ έπαιρνε το δρόμο για τη φυλακή όπου θα εξέτιε ποινή είκοσι δύο ετών. Ο Μαξιμίλιαν είχε κάνει δεκτούς στην δική τους μερικούς που έκρινε πως ήταν εντάξει. Ο ίδιος είχε διαγράψει τη Σήλια που είχε ήδη φύγει όταν χώρισε με τον Αλέξανδρο.
Αναστέναξε με το μυαλό γεμάτο αναμνήσεις.
Ένα ζεστό χέρι άγγιξε απαλά το γυμνό της ώμο και η Ντήντρα γύρισε για να αντικρίσει τον αγαπημένο της. Χώθηκε στην αγκαλιά του Μιχάλη που τη φίλησε απαλά στα μαλλιά.
Την είχε γλιτώσει με μερικά μικροτραύματα από τη σύγκρουση με το αυτοκίνητο και δεν είχε αργήσει να αναρρώσει. Από την ημέρα εκείνη η Ντήντρα μετακόμισε χωρίς καμία πλέον πρόφαση ή δικαιολογία στο δωμάτιό του. Είχε καταλάβει πολύ καλά πως η ζωή μπορούσε να είναι εξαιρετικά μικρή για να δίνει σημασία στο τι έλεγαν οι άλλοι.
-Τι σκεφτόσουν; της είπε.
-Το παρελθόν, είπε η Ντήντρα, εσένα και πόσο σ’ αγαπώ.
Ο Μιχάλης την κοίταξε στα μάτια.
-Μ’ αγαπάς τόσο για να γίνεις γυναίκα μου;
Η Ντήντρα για μια στιγμή δεν είπε τίποτα, μετά ψιθύρισε το ναι και τον φίλησε στα χείλη.

Η Νιόβη κοιτούσε τα σχέδια που το φως από το δρόμο έφτιαχνε στο ταβάνι του δωματίου. Μέσα στη ζεστή αγκαλιά του Τόμας σκεφτόταν πως όλοι δρόμοι της ζωής μπορούσαν να οδηγήσουν στην αγάπη. Της Κέητ ήταν ο δρόμος των ρομαντικών με τα ήσυχα ειδύλλια και την τρυφερή αγάπη, της Ντήντρα είχε περάσει μέσα από τον πόνο και την ταπείνωση αλλά είχε βρει μια δυνατή αγάπη.
Και ο δικός της δρόμος;
Ήταν περίεργο αλλά ο δικός της δρόμος ήταν ο ίδιος που είχε φέρει και την επαγγελματική της καταξίωση. Στο θεατρικό σανίδι δεν είχε βρει μόνο τον δρόμο για την επιτυχία αλλά και αυτόν για την αγάπη. Με τη σκέψη αυτή αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του άνδρα που αγαπούσε.



ΤΕΛΟΣ

Όλοι Οι Δρόμοι Οδηγούν Στην Αγάπη - 19

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο 19


Η παραμονή των Χριστουγέννων ξημέρωσε με μια πυκνή χιονόπτωση όπως ταίριαζε στη μέρα. Απτόητοι ο Μαξιμίλιαν και ο Άνταμ ετοιμάστηκαν να φύγουν αφού πρώτα έπαιξαν ένα σφοδρό χιονοπόλεμο με τον Μιχάλη. Μετά το γεύμα αναχώρησαν και εκείνοι αφήνοντάς τον μόνο μιας και τόσο η Άλεξ όσο και η Σήλια είχαν βγει. Τώρα που ήξερε τι συνέβαινε στην αγαπημένη του και είχε κινητοποιήσει τα απαραίτητα μέσα για να το αντιμετωπίσει ήταν ήρεμος, ευχήθηκε στους δυο φίλους καλό ταξίδι και καλές γιορτές.

Η Άλεξ κατέβηκε στο ισόγειο του σπιτιού έτοιμη για έξοδο και βρήκε τον Μιχάλη καθισμένο στη συνηθισμένη θέση του να διαβάζει. Ακούγοντας τα βήματά της σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε. Η κοπέλα φορούσε ένα παλτό και ήταν έτοιμη να φύγει για έξω.
-Καληνύχτα Άλεξ, καλή διασκέδαση, της είπε.
-Έλα σήκω, είπε η κοπέλα, θα έρθεις μαζί μου.
-Τι πράγμα;
-Δεν σ’ αφήνω μόνο σου με αυτήν την νυμφομανή, είπε η Άλεξ.
-Δεν μπορεί να κάνει τίποτα και το ξέρει.
-Μπορεί να σε νευριάσει και να τη σκοτώσεις, είπε η Άλεξ. Θα έρθεις μαζί μου. Δεν θα χάσεις, πρόσθεσε με μυστήριο ύφος η κοπέλα.
Ο Μιχάλης την ακολούθησε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν.
-Με νευριάζει πολύ η Σήλια, είπε η Άλεξ, δεν είχαμε ποτέ προβλήματα μεταξύ μας και τώρα αυτή η... μην πω Χριστουγεννιάτικα… θέλει να δημιουργήσει χάος γιατί της αρέσει να κοιμάται με όποιον άνδρα βρει μπροστά της.
-Τότε να είσαι περήφανη για τους άνδρες αυτής της αδελφότητας, γιατί κανένας δεν πρόδωσε αυτό που είχε για να κοιμηθεί με τη Σήλια.
-Και ελπίζω να μην το κάνει.
Φτάσανε σε ένα από τα πιο γνωστά κλαμπ της πόλης και η Άλεξ πάρκαρε στο πριβέ πάρκινγκ. Ο Μιχάλης την κοίταξε εξεταστικά, η κοπέλα όμως δεν είπε τίποτα παρά μόνο χαμογέλασε. Μπήκαν στο κλαμπ από μια βοηθητική πόρτα και κατευθύνθηκαν προς το πίσω μέρος όπου βρισκόταν μια σειρά από καμαρίνια, ο Έλληνας πρόσεξε μια αφίσα που διαφήμιζε για απόψε την επίσημη πρώτη του ροκ συγκροτήματος Next Door Heroes. Κοίταξε την Άλεξ μα η κοπέλα κοίταζε τις πόρτες.
-Α! Εδώ είμαστε, το τέσσερα.
Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν σε ένα μικρό καμαρίνι, την προσοχή του Μιχάλη τράβηξε μια κιθάρα μέσα στη θήκη της πάνω σε ένα τραπεζάκι.
-Άλεξ, είπε, είναι αυτό που νομίζω;
Γύρισε να την κοιτάξει και τώρα που είχε βγάλει το παλτό δεν του απέμεινε καμία αμφιβολία. Η Άλεξ φορούσε ένα μαύρο εφαρμοστό παντελόνι και ένα μαύρο αμάνικο ριχτό μπλουζάκι φόρο τιμής στο αγαπημένο της συγκρότημα Led Zeppelin. Εκείνη τη στιγμή έδενε στα μαλλιά της την κλασσική κόκκινη μπαντάνα.
-Γι’ αυτό χανόσουν έτσι τα βράδια. Γιατί δεν μας είπες τίποτα;
-Ήθελα να είμαι σίγουρη πριν σας το πω.
-Και’ γω πως βρίσκομαι εδώ τώρα;
-Το εννοούσα όταν είπα ότι δε θα σ’ άφηνα μόνο σου μ’ αυτήν!
Η πόρτα άνοιξε και μια καστανομάλλα κοπέλα με αμφίεση παρόμοια με της Άλεξ μπήκε.
-Έλα Άλεξ, ξεκίνησε... Α, συγνώμη δεν ήξερα ότι έχεις κόσμο.
-Μιχάλη να σου συστήσω την Γκάμπριελ, είναι η φωνή του συγκροτήματος.
-Χαίρω πολύ.
-Επίσης, είμαστε έτοιμοι, είπε η Γκάμπριελ.
-Πάμε, είπε η Άλεξ και στράφηκε στο Μιχάλη. Εσύ θα μας παρακολουθήσεις από περίοπτη θέση.

Ο Μιχάλης δεν ήταν οπαδός της ροκ αλλά από τις γνώσεις του στη μουσική και από τις αντιδράσεις του κοινού ήξερε πως η Άλεξ δεν είχε καθόλου δίκιο που φοβόταν. Η μουσική των τραγουδιών του συγκροτήματος ήταν αριστοτεχνικά δομημένη με πολλές εναλλαγές και έντονους ρυθμούς που συνέπαιρναν το κοινό ενώ είχαν την τύχη να έχουν μια τραγουδίστρια με υπέροχη φωνή. Η Άλεξ ήταν καταπληκτική και όπως διαπίστωσε ο Μιχάλης με έκπληξη, γιατί τόσο καιρό που την ήξερε δεν είχε αφήσει να φανεί τίποτα, διέθετε πολύ καλή φωνή επίσης. Στο τελευταίο κομμάτι που το τραγουδήσαν μαζί οι δυο κοπέλες το κοινό τις αποθέωσε.
-Θα έχω να λέω πως ήμουν παρόν στη γέννηση ενός θρύλου, είπε όταν πήγε να συγχαρεί την Άλεξ.

Η Ντήντρα κοίταξε το χιόνι που έπεφτε έξω πυκνό και έκλεισε την κουρτίνα. Το κρύο και η παγωνιά έξω δεν συγκρίνονταν με αυτά που βασίλευαν μέσα της. Δεν το έδειχνε αλλά ήταν δυστυχισμένη. Η εξαγορά της ευτυχίας της οικογενείας της είχε βαρύ τίμημα και παρ’ ότι ήξερε ότι είχε κάνει αυτό που έπρεπε μικρή παρηγοριά αντλούσε από αυτό το γεγονός.
Καθισμένη σε μια πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο περνούσε τις περισσότερες ώρες της μέρας βυθισμένη σε σκέψεις και αναμνήσεις. Σπάνια είχε τη δύναμη και την ενεργητικότητα να κάνει κάτι και στις λίγες αυτές φορές βοηθούσε τη μητέρα της με τις δουλειές του σπιτιού. Οι γιορτές την είχαν κάνει λίγο να ξεχαστεί αλλά ήταν πάντα για λίγο.
Η μικρότερη αδερφή της μπήκε στο δωμάτιο και την πλησίασε. Η Ντήντρα την κοίταξε και έκανε μια προσπάθεια να χαμογελάσει. Η Σαμάνθα λυπόταν πολύ να τη βλέπει σε αυτήν την κατάσταση και η Ντήντρα δεν το ήθελε αυτό.
-Ντήντρα, είπε απαλά η Σαμάνθα, έχεις έναν επισκέπτη.
-Ήρθε από την Βοστώνη να σε δει.
Η ψυχή της Ντήντρα γέμισε με πανικό, ο Πάνκχερστ είχε έρθει να χαρεί το θρίαμβό του και να ζητήσει κάποιο νέο αντάλλαγμα. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και ρώτησε:
-Που είναι;
-Τον έβαλα να περιμένει στο σαλόνι.
Η Ντήντρα προχώρησε στο σαλόνι και πέρασε την μεγάλη δίφυλλη πόρτα. Εκεί σταμάτησε και κοίταξε με έκπληξη τον άνδρα δίπλα στο αναμμένο τζάκι που δεν ήταν ο μισητός Πάνκχερστ αλλά ο αγαπημένος της Μιχάλης. Δεν είχε ποτέ άλλοτε νιώσει την καρδιά της να σχίζεται στα δύο όπως τώρα. Την ίδια στιγμή που ένιωθε την ανάγκη να ριχθεί στην αγκαλιά του ήθελε να του φωνάξει να φύγει. Δεν έπρεπε να είναι εδώ για το καλό της οικογενείας της, για το δικό του καλό. Δεν μπορούσε όμως να το κάνει, η αποχώρησή της από τη Βοστώνη την είχε εξουθενώσει ψυχολογικά, δεν μπορούσε να παλέψει άλλο.
-Μιχάλη, ψέλλισε.
Ένιωσε να χάνει το φως της και έπεσε. Ο Μιχάλης πρόλαβε και την άρπαξε πριν σωριαστεί στο πάτωμα και την κράτησε στην αγκαλιά του.
-Ντήντρα, είπε απαλά, ησύχασε. Είναι όλα καλά.
-Δεν πρέπει να είσαι εδώ, ψέλλισε η κοπέλα. Θα....
-Έχω τις συναλλαγματικές, είπε ο Μιχάλης χαϊδεύοντας την απαλά. Δεν μπορεί να κάνει πια τίποτα. Τίποτα αγάπη μου.
Η Ντήντρα ξέσπασε σε λυγμούς. Ο Μιχάλης την άφησε να ξεσπάσει, να βγάλει από μέσα της τον πόνο που τόσες μέρες τη βασάνιζε. Μετά τη βοήθησε να σηκωθεί για να πάει να ετοιμαστεί για το ρεβεγιόν. Αυτή θα ήταν η πιο ευτυχισμένη πρωτοχρονιά της κοπέλας.

Η Ντήντρα χαμογέλασε μπαίνοντας στο σπίτι της αδελφότητας, ήταν ευτυχισμένη που μπορούσε να επιστρέψει. Μετά την οικογένειά της ήταν το επόμενο μέρος που ένιωθε τόσο ευπρόσδεκτη και που την εκτιμούσαν.
Το χαμόγελό της έσβησε μπαίνοντας στο κοινό δωμάτιο, με κατεύθυνση το δωμάτιο του Μιχάλη, όπου ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με την Σήλια.
-Α, η χωριάτα επέστρεψε, είπε με απέχθεια η Σήλια. Μην ανησυχείς όσο έλειπες τον ψυχαγώγησα έχω τον άνδρα σου.
-Μου τα είπε, απάντησε ψυχρά η Ντήντρα.
-Δεν ξέρω τι σου βρίσκει, δοκίμασε άλλη προσβολή η Σήλια αφού η πρώτη δεν είχε πιάσει. Σίγουρα δεν λες και πολλά στο κρεβάτι.
-Σίγουρα δεν ξέρω όσα εσύ, είπε η Ντήντρα με αξιοπρέπεια, αλλά τη στιγμή που μου κάνει έρωτα και με κοιτάει στα μάτια ξέρεις τι βλέπει; Αγάπη! Ξέρει πως τον αγαπάω και δεν θα πάψω ποτέ. Ο ερωτικός πόθος περνάει αλλά η αγάπη παραμένει.
Η Σήλια γέλασε.
-Ρομαντικές ανοησίες μιας που ξέρει πως σαν γυναίκα δεν λέει τίποτα.
-Όταν ο Μιχάλης ξαπλώνει μαζί μου και μου κάνει έρωτα σκέφτεται ότι μια μέρα θα γίνω η μητέρα των παιδιών του ενώ ο άνδρας που κοιμάται μαζί σου δεν ενδιαφέρεται πια για’ σενα, σ’ έχει ρίξει και σκέφτεται ποια θα είναι η επόμενη.
Η Σήλια σήκωσε το χέρι της για να χαστουκίσει την Ντήντρα αλλά το κατέβασε και είπε:
-Δεν αξίζεις την προσοχή μου. Ζήσε μέσα στην αυταπάτη σου αλλά να ξέρεις πως δεν έχεις την πρώτη θέση στην καρδιά του.
-Τι εννοείς; ρώτησε η Ντήντρα με το φόβο να την παίρνει στην παγωμένη αγκαλιά του.
-Σου είπε πως τον φίλησα ενώ κοιμόταν έτσι; Σίγουρα δεν σου είπε ότι στον ύπνο του δεν ξεστόμισε το δικό σου όνομα αλλά...
Η Ντήντρα αναλύθηκε σε καυτά δάκρυα αλλά η Σήλια δεν πρόλαβε ούτε να ολοκληρώσει το ψέμα της ούτε να χαρεί το θρίαμβό της.
-Τι στα κομμάτια κάνεις;
Η Άλεξ πλησίασε με μάτια που πετούσαν φωτιές.
-Ευχαριστιέσαι να κάνεις τους ανθρώπους να δυστυχούν; Είσαι άρρωστη!
Πήγε κοντά στην Ντήντρα και την αγκάλιασε από τους ώμους.
-Σου λέει ψέματα, ο Μιχάλης σε λατρεύει, Έκανε τα πάντα για να σε βοηθήσει.
Η Ντήντρα σκούπισε τα δάκρυά της και πλησίασε την Σήλια. Με μια γρήγορη αιφνιδιαστική κίνηση της άστραψε ένα χαστούκι.
-Σε λυπάμαι, είπε ενώ η Σήλια έπιανε το μάγουλό της, εγώ έχω εκείνον που με αγαπάει και ίσως κάνουμε οικογένεια μαζί. Εσύ όμως θα καταλήξεις μόνη.
Η Ντήντρα γύρισε την πλάτη στη Σήλια και προχώρησε προς το δωμάτιο του αγαπημένου της ενώ η Άλεξ έλεγε:
-Καλά θα κάνεις να τα σκεφτείς αυτά που σου είπε.

Οι γιορτές πέρασαν και άρχισαν σιγά - σιγά να επιστρέφουν τα μέλη της αδελφότητας. Όταν επέστρεψε η Νιόβη με τον Τόμας είχαν όλοι σχεδόν επιστρέψει. Το αγαπημένο ζευγάρι κατέφτασε με τον Αλέξανδρο που είχε αφήσει φεύγοντας το αυτοκίνητό του στο αεροδρόμιο και τώρα τους είχε φέρει ως εδώ. Ο πρώτος που τους υποδέχθηκε ήταν η Ντήντρα που έλαμπε από χαρά. Αντίθετα η Σήλια ήταν φανερά οργισμένη, ως τη στιγμή που είδε τον Αλέξανδρο. Τότε με ένα χαμόγελο πήγε να καλωσορίσει την Νιόβη και τον ξάδερφό της.
-Δεν θα με συστήσετε στο φίλο σας; ρώτησε ναζιάρικα.
-Αλέξανδρος Κομνηνός, πήρε την πρωτοβουλία μόνος του ο αδερφός της Νιόβης που το ελαφρύ και αποκαλυπτικό ως συνήθως ντύσιμο της Σήλια είχε τραβήξει την προσοχή του.
Η Νιόβη και ο Τόμας προχώρησαν στο μεγάλο δωμάτιο όπου είχαν να μάθουν πολλά νέα με πρώτο και καλύτερο την εμφάνιση του νέου ροκ συγκροτήματος της Άλεξ.
-Αυτά κάνεις λοιπόν όταν βγαίνεις τις νύχτες ε; είπε η Νιόβη καθώς την αγκάλιαζε και της ευχόταν το καλύτερο.
-Συγνώμη που το κράτησα κρυφό αλλά ήθελα να είμαι σίγουρη, τώρα θα παίξουμε μερικά βράδια ακόμα στο κλαμπ οπότε θα μπορείτε να έρθετε να μας ακούσετε.
-Παίζουν υπέροχα, είπε ο Μιχάλης από τη συνηθισμένη του θέση.
-Α, εδώ είσαι, είπε ο Αλέξανδρος πλησιάζοντας. Πως πάει; Η φίλη σου είναι πανευτυχής, να υποθέσω ότι επιτέλους...
-Το τι κάνω με τη Ντήντρα είναι δικός μας λογαριασμός. Είπε αυστηρά ο Μιχάλης. Εσύ να προσέχεις με τι πας να μπλέξεις.
-Ξέρω, μην ανησυχείς, και μ’ αρέσει.
-Δεν είχα αμφιβολία, είπε κοφτά ο Μιχάλης.
-Σου την έπεσε έτσι δεν είναι; ρώτησε ο Αλέξανδρος που προφανώς το έβρισκε διασκεδαστικό.
-Ναι.
-Και προφανώς την απέρριψες.
-Όχι μόνο εγώ.
-Σας έχουν τυλίξει οι γυναίκες στα φουστάνια τους, ειρωνεύθηκε ο Αλέξανδρος.
-Όχι, είπε ήσυχα ο Μιχάλης, θέλω να νιώθω πολύ απλά ότι με τη γυναίκα που μοιράζομαι το κρεβάτι μου με ενώνει κάτι παραπάνω από λαγνεία.
Σηκώθηκε από τη θέση του για να αγκαλιάσει τη Ντήντρα που ερχόταν προς το μέρος του δίνοντας τέλος στη συζήτηση.

-Κάνε στην άκρη σπυριάρα μη σ’ αγγίξω και λερωθώ.
Η προσβλητική φράση του Κόλιν Πάνκχερστ έκανε μια συνεσταλμένη πρωτοετή να αναλυθεί σε δάκρυα και την παρέα του να ξεσπάσει σε γέλια.
-Είσαι πολύ μεγάλο καθίκι τελικά!
Ο Πάνκχερστ γύρισε για να δει ποιος ήταν που είχε τολμήσει να μιλήσει εναντίον του κα αντίκρισε τη Ντήντρα. Η κοπέλα ήταν φανερά θυμωμένη και δεν έκανε πίσω όταν ο νεαρός άνδρας που την είχε κάνει να υποφέρει τόσο πολύ κινήθηκε προς το μέρος της.
-Κάρτερ, εσύ δεν έπρεπε να βρίσκεσαι εδώ, βρυχήθηκε ο Πάνκχερστ.Ή μήπως ήρθες να μας δείξεις τα κάλλη σου; Περιμένουμε τότε, βγάλε αυτό το πουλόβερ σου.
Άπλωσε τα χέρια του προς τη Ντήντρα που πάγωσε από το φόβο καθώς οι αναμνήσεις του φρικτού παρελθόντος γύριζαν να τη στοιχειώσουν, Άρχισε να τρέμει καθώς θυμόταν την ταπείνωση και την ντροπή που είχε βιώσει. Ο Πάνκχερστ την έπιασε από τα μπράτσα.
-Κόλιν Πάνκχερστ! Άφησέ τη αμέσως γιατί ορκίζομαι πως αν την πειράξεις δεν θα βγεις ζωντανός από τα χέρια μου.
Ο Μιχάλης πλησίαζε τον Πάνκχερστ και η οργή που ήταν αποτυπωμένη στο πρόσωπό του έκανε τον νεαρό να πισωπατήσει αφήνοντας τη Ντήντρα. Όσοι βρίσκονταν τριγύρω έκαναν επίσης πίσω. Όλοι είχαν συνηθίσει να βλέπουν τον Μιχάλη ήρεμο και ήπιο και τώρα η οργή του φαινόταν τρομακτική.
-Για πολύ καιρό τρομοκρατούσες και βασάνιζες εκείνους που δεν ήταν σε θέση να προστατέψουν τον εαυτό τους. Αλλά όχι πια, αυτό τελειώνει. Εδώ και τώρα! Μια και για πάντα!
-Ποιος θα το τελειώσει; Εσύ; Ή αυτή η χαμένη;
Ο Μιχάλης συνέχισε να προχωράει προς το μέρος του και ο Πάνκχερστ αποφάσισε να τον αντιμετωπίσει. Όρμησε μπροστά με τα χέρια προτεταμένα και σφιγμένα σε γροθιές. Η Ντήντρα ούρλιαξε φοβούμενη για τον αγαπημένο της αλλά εκείνος ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει τον αντίπαλό του. Παραμέρισε και άπλωσε το μπαστούνι του. Τυφλωμένος από τη μανία του ο Πάνκχερστ δεν το είδε και σκόνταψε. Σωριάστηκε στο δάπεδο και ο Μιχάλης έσπευσε να τον ακινητοποιήσει πατώντας τον στην πλάτη.
-Πολύ ωραία, είπε, τώρα βρίσκεσαι στη φυσική σου θέση, τέτοιο φίδι που είσαι.
Γέλια ακούσθηκαν ολόγυρα και ο Πάνκχερστ κατάλαβε ότι δεν θα είχε πια κανένα κύρος ή γόητρο στην πανεπιστημιούπολη. Αλλά η εκδίκηση του Μιχάλη δεν είχε ακόμα τελειώσει. Άφησε τον Πάνκχερστ να σηκωθεί και μόλις αυτός το έκανε βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με δυο αστυνομικούς.
-Ο Κόλιν Πάνκχερστ; ρώτησε ο ένας.
-Ναι. Είπε ξινά εκείνος.
-Συλλαμβάνεστε με την κατηγορία της απάτης, της παραβίασης του νόμου 1786 /1997 για τα χρηματοοικονομικά προϊόντα, εκβιασμό, λόγω και έργω εξύβριση.
Του πέρασαν χειροπέδες ενώ του διάβαζαν τα δικαιώματά του. Οδηγήθηκε έξω από τη σχολή κάτω από τις αποδοκιμασίες όλων των παρισταμένων φοιτητών.

Όλοι Οι Δρόμοι Οδηγούν Στην Αγάπη - 18

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο 18


Ο Άνταμ φίλησε την Κέητ και την κράτησε στην αγκαλιά του πριν την καληνυχτίσει έξω από το δωμάτιό της. Η κοπέλα μπήκε μέσα και εκείνος πήρε το δρόμο για την σκάλα που οδηγούσε στον δεύτερο όροφο και το δικό του δωμάτιο. Τον σταμάτησε μια σιγανή αλλά ειρωνική φωνή:
-Τι ιπποτικό, τη συνοδεύεις ως την πόρτα και’ κει την φιλάς γλυκά και της εύχεσαι καληνύχτα.
Ο Άνταμ στράφηκε προς την κατεύθυνση της φωνής και αντίκρισε την Σήλια που στεκόταν στην πόρτα του δωματίου της. Τον πλησίασε και εκείνος είδε πως φορούσε μια ρόμπα η οποία μετά δυσκολίας έκρυβε το γεγονός ότι δεν φορούσε τίποτα άλλο.
-Πολύ ρομαντικό δεν λέω, συνέχισε η Σήλια, αλλά εσύ είσαι ένας νέος άνδρας και το αίμα σου βράζει, δεν θες μόνο ρομαντικά φιλάκια από μια σχέση. Θες πάθος, ηδονή...
Ο Άνταμ την έσπρωξε μακριά του.
-Είσαι άρρωστη, είπε.
-Άρρωστη; γέλασε η Σήλια, μπορεί αλλά εσύ με θες, παραδέξου το.
Η ρόμπα είχε ανοίξει μπροστά μαγνητίζοντας το βλέμμα του νεαρού άνδρα.
-Έλα μέσα, είπε η Σήλια με επιτηδευμένα βραχνή φωνή, να το συζητήσουμε.
Ο Άνταμ την προσπέρασε νευριασμένος χωρίς όμως να μπορεί να τη βγάλει από το μυαλό του.

Ο Μιχάλης και η Ντήντρα επέστρεψαν από τους τελευταίους στο σπίτι της αδελφότητας. Η κοπέλα μέσα στη χαρούμενη και εύθυμη ατμόσφαιρα του χορού είχε τελικά καταφέρει να ξεχάσει για λίγο το αδιέξοδο στο οποίο είχε βρεθεί. Δεν είχε εκμυστηρευθεί τίποτα στο Μιχάλη που εξακολουθούσε να αγωνιά για το τι ήταν αυτό που την απασχολούσε.
Μπαίνοντας στο σπίτι η Ντήντρα στράφηκε και κοίταξε τον Μιχάλη:
-Θέλω να έρθω να κοιμηθώ δίπλα σου, μπορώ;
-Δεν χρειάζεται να το ρωτάς, πάντα μπορείς.
Η Ντήντρα δεν φοβόταν πια, δεν υπήρχε κάτι να φοβηθεί οι χειρότεροι φόβοι της είχαν γίνει πραγματικότητα δια χειρός Κόλιν Πάνκχερστ. Καθώς όμως το πρωί θα έφευγε για πάντα - και όχι για τις διακοπές όπως νόμιζαν όλοι - ήθελε απόψε να μείνει δίπλα σε εκείνον που αγαπούσε.
-Εντάξει θα πάω να αλλάξω και θα κατέβω.
-Σίγουρα είσαι καλά; τη ρώτησε ο Μιχάλης.
Συγκινημένη από το ενδιαφέρον του και γεμάτη τύψεις για αυτό που του έκρυβε ρίχτηκε στην αγκαλιά του και τον φίλησε. Την επόμενη στιγμή γεύονταν ο ένας τον άλλο σε ένα πρωτόγνωρης για εκείνους έντασης ερωτικό φιλί.
-Κράτησέ με απόψε, ψιθύρισε η Ντήντρα, κάνε με δική σου.
-Ντήντρα...
-Μη λες τίποτα, ας αφήσουμε τα πάντα εκεί που βρίσκονται. Μόνο κράτησε με κοντά σου, αυτή τη νύχτα.
Ο Μιχάλης βύθισε το βλέμμα του στα μεγάλα γαλανά μάτια της. Δεν υπήρχε φόβος ή αγωνία αλλά μόνο η βαθιά ανυπόκριτη και ατελεύτητη αγάπη της για εκείνον. Τη φίλησε στα χείλη ενώ την έκλεινε στην αγκαλιά του.
Πήγαν στο δωμάτιο του. Εκεί στο μισοσκόταδο που του τύλιγε σαν να ήταν μόνοι τους στον κόσμο έγδυσαν ο ένας τον άλλο χαϊδεύοντας, φιλώντας και ψιθυρίζοντας γλυκά λόγια αγάπης. Ο Μιχάλης την οδήγησε τρυφερά στα μονοπάτια που εκείνη διάβαινε για πρώτη φορά και της υποσχέθηκε πως δεν θα μπορούσε να τους χωρίσει παρά μόνο ο θάνατος.
Αποκοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι, εκείνος λυτρωμένος από τους εφιάλτες του παρελθόντος, εκείνη ασφαλισμένη από τους φόβους του παρόντος.

Η Νιόβη κάθισε στην πολυθρόνα απέναντι από τον Λάσκαν στο γραφείο του παραγωγού. Οι Επιχειρήσεις Λάσκαν έπιαναν τους τελευταίους δώδεκα ορόφους από τους είκοσι που είχε το κτίριο. Το γραφείο του Λάσκαν βρισκόταν στον εικοστό και είχε μια πανοραμική θέση του κέντρου της πόλης. Στους τοίχους που δεν είχαν παράθυρα είχαν αναρτηθεί αφίσες από τις μεγάλες επιτυχίες των οποίων ήταν παραγωγός.
Το ίδιο το γραφείο ήταν μοντέρνο και μεταλλικό και ανάλογη ήταν και η υπόλοιπη επίπλωση. Ο Λάσκαν πρόσφερε καφέ και φώναξε το γραμματέα του να δώσει εντολές - κάτι που ξάφνιασε την κοπέλα, μιας και φανταζόταν πως ο παραγωγός θα είχε κάποια σαν τη συνοδό του στη θέση αυτή και όχι έναν κουστουμαρισμένο νεαρό.
-Πήρατε την απόφασή σας να φανταστώ; είπε ο Λάσκαν.
-Ναι, μου αρέσει το σενάριο και θα παίξω το ρόλο.
-Άψογα! ενθουσιάστηκε ο Λάσκαν.
-Με τρεις ενστάσεις που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν για να συμφωνήσω.
-Ποιες είναι αυτές;
-Στη σκηνή που ο Γκρέγκορι Χήθκλιφ σκίζει το φόρεμα της Άμυ λέτε πως θα φανεί το στήθος μου. Αυτό δεν το κάνω.
-Ελάτε τώρα, είπε ο Λάσκαν, σίγουρα έχετε κολυμπήσει τόπλες.
-Έχω κολυμπήσει και γυμνή αλλά αυτό το είδε μόνο το αγόρι μου, είπε αποφασιστικά η Νιόβη, δεν είναι θέαμα για όλον τον κόσμο.
-Άλλα δέκα χιλιάρικα θα σας άλλαζαν γνώμη;
-Όχι! Η το σενάριο θα αλλάξετε ή εμένα.
Ο Λάσκαν έμεινε σκεφτικός. Η Νιόβη τον κοίταζε ατάραχη χωρίς να δίνει σημασία. Δεν σκόπευε να κάνει τέτοιες παραχωρήσεις για να πάρει το ρόλο.
-Εντάξει, είπε τελικά ο παραγωγός ενώ τους έφερναν καφέ. Ποια είναι η δεύτερη ένσταση;
-Για να υποκριθώ την πρώτη γυναίκα του Χήθκλιφ πρέπει να βάψω τα μαλλιά μου. Μιας και πρόκειται για μερικά φλας μπακ θα πρότεινα να φορέσω εξτένσιονς και φακούς επαφής.
-Μμμ, ναι εντάξει.
Ο Λάσκαν ήπιε λίγο καφέ ενώ η Νιόβη του μιλούσε για ένα τεχνικό θέμα του δραματικού φινάλε.
-Είμαστε σύμφωνοι λοιπόν; ρώτησε αφού δέχθηκε και το τρίτο θέμα της Νιόβης.
-Έχετε την πρωταγωνίστριά σας, είπε η κοπέλα.

Ξύπνησε αλλά δεν άνοιξε τα μάτια της, δεν ήθελε να δει ότι είχε ξημερώσει, ότι έπρεπε να φύγει. Ήταν τόσο όμορφα εδώ στην αγκαλιά του αγαπημένου της. Είχε αποκοιμηθεί με το κεφάλι της στο στέρνο του και τα χέρια της να τον αγκαλιάζουν και βρισκόταν ακόμα σ’ αυτήν την στάση. Από τον ρυθμό της αναπνοής του αγαπημένου της καταλάβαινε πως είχε ξυπνήσει μα δεν είχε σηκωθεί για να μην την ξυπνήσει. Την σκεπτόταν και στην πιο μικρή λεπτομέρεια.
Της ήρθε να κλάψει τόσο ξαφνικά που δεν πρόλαβε να συγκρατήσει τα δάκρυα της  και κύλισαν στα μάγουλά της. Ένιωσε το Μιχάλη να τα σκουπίζει απαλά, την κοιτούσε τόση ώρα που ήταν ξύπνιος ενώ εκείνη κοιμόταν, και να μονολογεί:
-Καημένη μου, τι σε βασανίζει και κλαις και στον ύπνο σου;
Ξέσπασε σε λυγμούς και άνοιξε τα μάτια της καθώς ο Μιχάλης την έπαιρνε στην αγκαλιά του και τη χάιδευε τρυφερά.
-Τι σου συμβαίνει; τη ρώτησε.
-Δεν είναι τίποτα, είπε νιώθοντας άσχημα που του έλεγε ψέματα αλλά θα στα πω όλα όταν  γυρίσω.
-Εντάξει, θες να σηκωθούμε;
-Όχι ακόμα κράτησε έτσι λίγο στην αγκαλιά σου, είπε η Ντήντρα και έκλεισε τα μάτια για να απολαύσει τις λίγες τελευταίες ευτυχισμένες στιγμές που τις απέμεναν.

Το σπίτι της αδελφότητας άρχισε να αδειάζει καθώς οι ένοικοί του έφευγαν για τις διακοπές των γιορτών. Η Νιόβη θα πήγαινε με την οικογένειά της στην Ευρώπη και ο Τόμας ήταν προσκεκλημένος της. Ο Αλέξανδρος το είχε προτείνει και στον Μιχάλη μα εκείνος είχε αποφασίσει να παραμείνει στη Βοστώνη.
Ο Μιχάλης συνόδεψε την Ντήντρα στο αεροδρόμιο όπου η κοπέλα του ζήτησε να μην τη συνοδέψει μέσα. Παραξενευμένος έκανε αυτό που του ζήτησε, δεν ήξερε πως η Ντήντρα το είχε ζητήσει γιατί φοβόταν πως αν τη συνόδευε μέσα θα λύγιζε τη στιγμή που θα τον αποχαιρετούσε. Στο αυτοκίνητο ήταν πιο εύκολο μιας και ο αποχαιρετισμός εκ των πραγμάτων ήταν σύντομος και βιαστικός.
Γυρνώντας στο σπίτι ο Μιχάλης βρήκε τον Μαξιμίλιαν να στήνει τα κομμάτια στην σκακιέρα στο γραφείο που εκείνος χρησιμοποιούσε στο κοινό δωμάτιο.
-Πάνω στην ώρα, είπε ο Μαξιμίλιαν.
-Μόνοι μας μείναμε;
-Σχεδόν, είναι η Άλεξ που κοιμάται ακόμα, ο Άνταμ που θα φύγει αύριο και η Σήλια που δεν θα φύγει.
Στην τελευταία φράση ο μεγαλόσωμος νεαρός έκανε μια γκριμάτσα.
-Δεν σ’ αρέσει αυτό.
-Όχι.
-Εσύ δεν θα φύγεις;
-Αύριο βράδυ, μαζί με τον Άνταμ, λευκά ή μαύρα;
-Δεν έχω πρόβλημα, είπε ο Μιχάλης και κάθισε.

Το βράδυ βγήκανε έξω για δείπνο οι πέντε τους. Ήταν μια ήσυχη βραδιά που πέρασε σε φιλικό κλίμα παρ’ ότι η Σήλια έκανε ότι μπορούσε για να προκαλέσει τους τρεις άνδρες. Οι υπαινιγμοί της και οι κινήσεις της έπεφταν στο κενό. Δεν το έβαζε κάτω όμως ιδιαίτερα αφού ήπιε λίγο κρασί που τη χαλάρωσε. Εκείνη και ο Άνταμ ήταν που έπιναν κρασί. Η Άλεξ θα έβγαινε μετά και δεν ήθελε να πιει, ο Μαξιμίλιαν θα οδηγούσε και ο Μιχάλης που δεν ήταν φίλος του ποτού ούτως ή άλλως είχε κάνει χρήση του παυσίπονου του πράγμα που δεν του επέτρεπε να πιει.
Όταν επέστρεψαν στο σπίτι η Άλεξ τους αποχαιρέτησε και έφυγε με το δικό της αυτοκίνητο. Οι υπόλοιποι μπήκαν στο σπίτι.
-Τι λες για μια παρτίδα σκάκι; είπε ο Μαξιμίλιαν.
-Έγινε, είπε ο Μιχάλης, στήσε τα κομμάτια και έρχομαι.
-Εγώ θα πάω για ύπνο, είπε ο Άνταμ και ανέβηκε στον πρώτο. Η Σήλια ακολούθησε αμέσως μετά.
-Αυτή δεν βάζει μυαλό, είπε ο Μαξιμίλιαν καθώς ο Μιχάλης καθόταν απέναντί του.
-Αυτό δεν με νοιάζει, είπε εκείνος ενώ έκανε την κίνησή του. Αυτό που με ανησυχεί είναι μήπως κάνει κάτι που θα πληγώσει κάποιον, την Κέητ ας πούμε ή κάποιον το ίδιο ευαίσθητο.
-Όπως την Ντήντρα, παρατήρησε ο Μαξιμίλιαν.
Ο Μιχάλης τον κοίταξε.
-Είναι κοινό μυστικό ότι είστε μαζί, είπε εκείνος, γι’ αυτό το είπα.
-Για να πληγώσει την Ντήντρα πρέπει να περάσει από’ μένα, είπε ο Μιχάλης και η φωνή του είχε μια ψυχρή αποφασιστικότητα που ο Μαξιμίλιαν δεν είχε ξανακούσει από τον ήσυχο αυτό άνδρα, και είμαι αποφασισμένος να μην αφήσω κανέναν να το κάνει.

Ο Άνταμ τηλεφώνησε στην Κέητ για να βεβαιωθεί ότι έφτασε στο σπίτι της καλά και μετά ετοιμάστηκε να πέσει για ύπνο. Γδυνόταν όταν ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα του δωματίου. Σηκώθηκε να ανοίξει ντυμένος με το παντελόνι του. Αυτό ήταν καλό γιατί αυτός που είχε χτυπήσει την πόρτα του δεν ήταν άλλος από τη Σήλια.
-Τι τρέχει πάλι; ρώτησε.
-Δεν ξέρεις; είπε η Σπήλια.
Έκανε ένα βήμα εμπρός και τον αγκάλιασε. Τα χείλη της βρήκαν τα δικά του, το άρωμά της τον τύλιξε, μεθυστικό, αποπλανητικό. Λίγο το κρασί που είχε πιει, λίγο η πρόκληση της σχεδόν ολόγυμνης γυναίκας που τον αγκάλιαζε με προφανή σκοπό, έκαναν δύσκολη την αντίδραση που θα ήθελε.
-Έλα, ξέρω πως το θέλεις, και’ συ το νιώθεις.
Πήρε το χέρι του και το οδήγησε στο σώμα της. Ο Άνταμ έκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να ξεφύγει από την επιθυμία που του υπέβαλλε αυτή η κοπέλα που δεν φαινόταν να έχει ηθικούς περιορισμούς ή αναστολές.
-Θα σου προσφέρω απολαύσεις που η Κέητ σου ούτε μπορεί να διανοηθεί, είπε η Σήλια βάζοντας τα χέρια της στη ζώνη του παντελονιού του.
Η αναφορά στην Κέητ έφερε μπροστά στα μάτια του ζωντανό το πρόσωπό της. Της Κέητ που τον αγαπούσε ανυπόκριτα και χωρίς όρους. Θυμήθηκε το γλυκό της πρόσωπο στο πρώτο τους φιλί. Την έκφρασή της εκείνη τη στιγμή, είχε παραδοθεί με απόλυτη εμπιστοσύνη σε’ κείνον και σ’ αυτό που ένιωθε. Δεν μπορούσε να την πληγώσει κάνοντας έρωτα με τη Σήλια.
-Όχι, είπε σπρώχνοντας βίαια την Σήλια μακριά του. Δεν θα το κάνω αυτό στην Κέητ.
-Σε’ μένα θα το κάνεις, είπε πρόστυχα η Σήλια, απ’ ό,τι ξέρω εκείνη δεν κάνει τίποτα.
-Φύγε!
-Μείνε με την ανάμνηση της ρομαντικής αγάπης σου τότε, είπε φτύνοντας τις λέξεις η Σήλια. Θα πάω να βρω έναν πραγματικό άνδρα να περάσω τη νύχτα μου.
Τον άφησε μόνο του και ο Άνταμ άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Είχε τελειώσει κι αυτό.

Η Σήλια γλίστρησε στο δωμάτιο του Μιχάλη αθόρυβα. Είχε διαπιστώσει από τις προηγούμενες μέρες πως εκείνος δεν κλείδωνε ποτέ την πόρτα του, Έκλεισε την πόρτα πίσω της και πλησίασε το κρεβάτι όπου κοιμόταν ο στόχος της. Έριξε από πάνω της τη ρόμπα που φορούσε και ολόγυμνη έσκυψε πάνω από τον κοιμισμένο Μιχάλη. Πόνταρε στο ότι όταν θα ξυπνούσε από τα ερωτικά χάδια της και τα φιλιά και θα βρισκόταν με’ κείνη γυμνή στην αγκαλιά του θα υπέκυπτε.
Παρατήρησε πως ο Μιχάλης δεν έκανε καθόλου ήρεμο ύπνο και παρά το κρύο από το μέτωπό του έτρεχε ιδρώτας.
-Ντήντρα, το όνομα ξέφυγε από τα χείλη του με αγωνία.
Η Σήλια άδραξε την ευκαιρία.
-Εδώ είμαι, ψιθύρισε απαλά και φίλησε το Μιχάλη.
Το φιλί έγινε πιο βαθύ, ερωτικό και την επόμενη στιγμή ο Μιχάλης τινάχτηκε σαν να τον είχε διαπεράσει ηλεκτρικό ρεύμα. Ανακάθισε και το βλέμμα του καρφώθηκε στην Σήλια.
-Τι κάνεις εσύ εδώ;
-Δεν ρώτησες αυτό ακριβώς πριν λίγο.
Ο Μιχάλης έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι και η Σήλια τραβήχτηκε μακριά του. Όταν σηκώθηκε, εκείνη πισωπάτησε φοβούμενη την οργή του.
-Θα το πω μια φορά και δεν θα το επαναλάβω, είπε ο Μιχάλης και η φωνή του φανέρωνε πόσο οργισμένος ήταν. Αγαπώ τη Ντήντρα και δεν θα την πληγώσω για να κοιμηθώ με μια σαν και’ σενα.
-Με απορρίπτεις γι’ αυτήν την άβγαλτη χωριάτισσα; είπε η Σήλια με το πρόσωπο της παραμορφωμένο από θυμό. Τι της βρίσκεις; Αμφιβάλλω αν ξέρει...
-Το αν ξέρει τις σεξουαλικές διαστροφές που ξέρεις σίγουρα εσύ λίγο με νοιάζει, με νοιάζει το ότι ξέρει να αγαπάει.
-Γι’ αυτό σε εγκατέλειψε;
-Τι;
-Σε παράτησε, έκανε θριαμβευτικά η Σήλια. Σε άφησε και δεν θα ξαναγυρίσει.
Ο Μιχάλης διέσχισε την απόσταση που τους χώριζε με ταχύτητα που δεν περίμενε από αυτόν και την άρπαξε από τους ώμους.
-Τι ξέρεις για την κατάσταση της Ντήντρα; Τι αντιμετωπίζει; Τι δε μου λέει;
-Βρες το μόνος σου.
Ο Μιχάλης έκλεισε τα μάτια του. Όταν τα άνοιξε ξανά φαινόταν κουρασμένος σαν να είχε παλέψει να πάρει μια δύσκολη απόφαση.
-Εντάξει κέρδισες, είπε, μπορείς να ορίσεις το τίμημα για τις πληροφορίες σου. Μόνο πες μου τι την απειλεί και την ανάγκασε να φύγει.
-Νομίζω πως θα εισπράξω την αμοιβή μου πρώτα, είπε η Σήλια και τον φίλησε ενώ τον αγκάλιαζε.
-Όχι! Είπε ο Μιχάλης και την έσπρωξε πίσω. Μην πιέζεις την τύχη σου, πες μου τι ξέρεις.
-Γιατί νοιάζεσαι, είναι μια αξιοθρήνητη ανόητη χωριάτα που περιμένει από’ σενα να τη βοηθήσεις για να ξεμπερδέψει με το κάθε πρόβλημα που εμφανίζεται στη ζωή της;
-Άλλοι είναι δυνατοί. Άλλοι αδύνατοι. Εμείς όμως που είμαστε δυνατοί δεν είμαστε δυνατοί για να παίρνουμε αυτό που επιθυμούμε συντρίβοντας τους άλλους. Όχι, είμαστε δυνατοί για να βοηθάμε εκείνους που χρειάζονται βοήθεια.
-Τι θα έδινες για την καλή σου λοιπόν; ρώτησε η Σήλια.
-Όπως θα παρατήρησες κουτσαίνω, αποτέλεσμα ενός ατυχήματος που είχα πριν από έξι χρόνια. Θα δεχόμουν να μην ξαναπερπατήσω αν αυτό θα μπορούσε να εξασφαλίσει την ευτυχία της Ντήντρα.
-Ανόητοι ρομαντισμοί.
Ο Μιχάλης χαμογέλασε θλιμμένα.
-Ο καθένας έχει την άποψή του. Πες μου και θα σου δώσω ό,τι θες.
Η Σήλια χαμογέλασε θριαμβευτικά.
-Ακόμα και μια οργιώδη νύχτα;
-Ναι.
Η Σήλια ομολόγησε πως είχε κρυφακούσει τη Ντήντρα να μιλάει με τους δικούς της και να τους λέει πιο ήταν το πρόβλημά της.
-Ώστε αυτό είναι, μονολόγησε ο Μιχάλης, α όχι Πάνκχερστ, αυτή τη φορά το παρατράβηξες. Θα τα πούμε αυτή τη φορά για τα καλά.
Άρπαξε το κινητό του και τηλεφώνησε στον Αλέξανδρο. Του εξήγησε τι είχε κάνει ο Κόλιν Πάνκχερστ και είπε:
-Θέλω τις συναλλαγματικές αυτές Αλέξανδρε, θα πληρώσω όσο όσο. Μπορείς να το κανονίσεις από την Ευρώπη;... Ωραία.
Όταν έκλεισε το τηλέφωνο χαμογέλασε.
-Έσωσες την αγαπημένη σου χωριάτα; χλεύασε η Σήλια.
-Ναι, είναι η αγαπημένη μου για λόγους που ποτέ δεν θα καταλάβεις.
-Αλλά εγώ θα κάνω έρωτα μαζί σου απόψε, είπε η Σήλια.
-Το δικό της πρόσωπο θα’ χω στα μάτια μου και το δικό της όνομα θα προφέρω στο τέλος, είπε ο Μιχάλης.
Η οργή που κυρίευσε τη Σήλια έκανε το πρόσωπό της να συσπασθεί σε μια γκριμάτσα.
-Ηλίθιε ρομαντικέ, ανάθεμά σε! Ούρλιαξε και σήκωσε το χέρι της. Χαστούκισε τον Μιχάλη και τα νύχια της χάραξαν μια αιμάτινη γραμμή στο μάγουλό του.
Η Σήλια έφυγε από το δωμάτιο βλαστημώντας.