Το Ακροπύργιο Του Θανάτου 5

Author: Νυχτερινή Πένα /

VΙΙΙ

 

Ο Βίλνους ξύπνησε από τον ύπνο και ανασηκώθηκε νιώθοντας ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Είχε δει ένα όνειρο άκρως ερωτικό και τελείως στερούμενου λογικής. Αν και είχε ιδιαίτερη αδυναμία στην Σέλμιορ, δεν είχε ποτέ ποθήσει την Αδάρα και όμως στο όνειρο είχε συνευρεθεί και με τις δύο με έναν σχεδόν μανιακό τρόπο. Ανακάθισε, είχε μια στύση που σχεδόν τον πονούσε και δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του το όνειρο. Το άρωμα του στήθους της νεαρής μάγισσας, την υφή των χειλιών της και την αίσθηση των γοφών της στα χέρια του καθώς την έκανε δική του.

Αυτό είναι το ζητούμενο, μια γητεία για να σε αποπροσανατολίσει! Η σκέψη δεν ήταν δική του, γεννήθηκε από το πουθενά στο μυαλό του σαν να την είχε ψιθυρίσει κάποιος στο αυτί του.

Ο Βίλνους δεν ξαφνιάστηκε από αυτό το γεγονός. Το προκαλούσε το μενταγιόν που φορούσε, δώρο ενός ερημίτη πριν από χρόνια, ήταν ευλογημένο να του αποκαλύπτει ποιες μαγικές ενέργειες υπήρχαν γύρω του και με ποιο σκοπό.

Αναρωτήθηκε ποιος το είχε κάνει αυτό. Και για ποιο λόγο ήθελε να τον αποπροσανατολίσει; Αυτό ήταν ένα ερώτημα που θα μπορούσε να το απαντήσει μόνο ένας μάγος. Βγήκε από τη σκηνή και πήγε σε αυτήν του Ράουμας αλλά την βρήκε άδεια. Σκέφθηκε ότι μπορεί να ήταν με την αδερφή του και έσπευσε στη δική της σκηνή. Άνοιξε το φύλλο που χρησίμευε ως πόρτα και μπήκε στην σκηνή. Στο φως ενός λυχναριού που έκαιγε είδε ότι κοιμόταν. Γονάτισε δίπλα της και ακούμπησε απαλά τον ώμο της.

-Σέλμιορ…

Η μάγισσα άνοιξε τα μάτια της και τεντώθηκε. Όπως την κοιτούσε, ακόμα γλαρωμένη από τον ύπνο, τα χείλη της μισάνοιχτα και τα στήθη της να προβάλλουν από τα σκεπάσματα καλυμμένα από το νυχτικό της μόνο, ένιωσε την επιθυμία του να φουντώνει και πάλι. Αλλά τώρα δεν μπορούσε να αφεθεί σε αυτήν, έπρεπε να μάθει ποιος είχε υφάνει τη γητεία και για ποιο λόγο.

Η Σέλμιορ ανακάθισε και εκείνος της εξήγησε τι είχε συμβεί χωρίς να της αποκαλύψει το όνειρο που είδε.

-Μπορώ να το ανιχνεύσω με μια γητεία, αλλά πρέπει να βγάλεις το μενταγιόν αλλιώς θα εμποδίσει και τη δική μου γητεία.

-Την άλλη δεν την εμπόδισε.

-Αν δεν την είχε εμποδίσει τώρα θα ήσουν σε πνευματική σύγχυση, το ότι κατάλαβες τι συνέβη είναι άμυνα.

Ο Βίλνους έβγαλε το μενταγιόν ενώ η Σέλμιορ έλεγε τα λόγια μιας γητείας. Ύστερα έμεινε σιωπηλή. Ένα χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της.

-Η γητεία υφάνθηκε από το Ακροπύργιο… Δεν είσαι ο μόνος στόχος… Σε εσένα στάλθηκε ένα όνειρο… Βίλνους! είπε και τον κοίταξε.

-Τι;

-Δεν φανταζόμουν…

Δεν πρόλαβε να του πει τι δε φανταζόταν. Ένα ουρλιαχτό έσκισε τη σιγαλιά της νύχτας και ύστερα οι κραυγές των φρουρών που καλούσαν στα όπλα.

 

-Ο Βίλνους είναι μια χαρά διοικητής, και γενναιόδωρος με τις αμοιβές, και πάντα σε καλές δουλειές. Έχει μόνο ένα ελάττωμα, που δεν αφήνει πόρνες στο στρατό του, είπε ο ένας φρουρός, το μόνο που θέλω μόλις τελειώσει η βάρδια είναι να πάρω μία. Λες να είναι πρόθυμη καμία νομάδα;

Ο συνάδερφός του γέλασε καθώς στέκονταν ανάμεσα σε δύο σκηνές κοιτώντας την σκοτεινή περιδινούμενη χιονοθύελλα που συνεχιζόταν.

-Αμφιβάλλω, άσε που είσαι κοντός γι’ αυτές.

Ο άλλος γέλασε αλλά σταμάτησε ξαφνικά.

-Τι είναι αυτό; είπε ανήσυχος κοιτώντας τις ριπές του χιονιού που χώριζαν καθώς έβρισκαν αντίσταση σε κάτι μεγάλο που πλησίαζε.

Την επόμενη στιγμή το είδαν, ένα ον σαν λύκο αλλά σε μέγεθος αλόγου, με τεράστιο κεφάλι και σπηλαιώδες στόμα γεμάτο με δόντια καθένα μεγάλο σαν σπαθί. Και δεν ήταν μόνο του, ακολουθούσαν και άλλα του είδους του και μαζί τους ένα ον σαν χταπόδι με τεράστιο κεφάλι και άκρα που το βοηθούσαν να σέρνεται στο χιόνι. Γύρω από τα τέρατα αυτά έρχονταν φιγούρες με μαύρες πανοπλίες και κράνη, έμοιαζαν με κανονικούς πολεμιστές μόνο που αιωρούνταν ένα μέτρο από το έδαφος και από τη μέση και κάτω δεν υπήρχε τίποτα.

Οι δυο σκοποί έμειναν άφωνοι. Ο απόκοσμος αυτός στρατός επιτέθηκε, ένας από τους αφύσικους αυτούς πολεμιστές έφτασε τον σκοπό που ονειρευόταν μια γυναίκα για μετά. Εκεί που θα έπρεπε να είναι το πρόσωπο ήταν ένα μαύρο αβυσσαλέο κενό. Την επόμενη στιγμή ο αιωρούμενος πολεμιστής βύθισε το χέρι του στο στήθος του σκοπού. Ένας αγωνιώδης πόνος τον κατέλαβε και ούρλιαξε ενώ ο σύντροφός του καλούσε στα όπλα.

Χάος ακολούθησε καθώς ο εχθρός από το πουθενά επιτιθόταν στον καταυλισμό.

-Μαμούκ! Μαμούκ! ακούστηκε από την πλευρά των Εού που είχαν αντιμετωπίσει ξανά τα μεγάλα αρπακτικά αλλά όχι και τους τρομακτικούς συντρόφους τους.

Ο απόκοσμος πολεμιστής τράβηξε το χέρι του μέσα από το στήθος του σκοπού και εκείνος σωριάστηκε νεκρός. Στράφηκε στον άλλο σκοπό που όρμησε μπροστά και διαπέρασε τον απόκοσμο πολεμιστή με το σπαθί του. Απτόητος εκείνος πλησίασε και βύθισε το χέρι στην κοιλιά του σκοπού που ένιωσε σαν ένα χέρι να του ξερίζωνε τα σωθικά, ένιωσε τη γεύση αίματος και χολής στο στόμα του και μετά τίποτα.

 

Ο Βίλνους αντίκρισε ένα χάος βγαίνοντας από τη σκηνή. Ο εχθρός βρισκόταν ανάμεσα στις σκηνές και έσφαζε αμείλικτα. Πολλοί ήταν ήδη νεκροί αλλά οι επιζώντες είχαν αρχίσει να οργανώνονται για άμυνα. Διέκρινε το Σοκάρ με μια ομάδα πολεμιστών ανάμεσά τους και ο Σάι να έχουν σχηματίσει κύκλο και να αμύνονται. Ο Σάι και άλλοι δύο τοξότες ήταν στο εσωτερικό του κύκλου για να μπορούν να τοξεύουν ενώ οι υπόλοιποι μάχονταν εκ του σύνεγγυς. Στα πόδια του Σάι μπορούσε να δει κουλουριασμένη την υπηρέτρια του Καλ.

Αναζήτησε το μάγο αλλά δεν τον διέκρινε πουθενά. Εντόπισε την Αδάρα να μάχεται. Η Αδάρα κοιμόταν γυμνή και είχε περάσει κατευθείαν στη μάχη χωρίς να ντυθεί, παρά το κρύο ιδρώτας γυάλιζε στο κορμί της όπως με το μεγάλο τσεκούρι της πολεμούσε. Ήταν μόνη της στο σημείο εκείνο αλλά δεν έδειχνε κανέναν φόβο. Αποκεφάλισε έναν αιωρούμενο πολεμιστή που μεταμορφώθηκε σε μια τολύπη καπνού και εξαφανίσθηκε.

-Χτυπάτε τα κεφάλια! φώναξε ο Βίλνους πλησιάζοντας την οργανωμένη άμυνα με την Σέλμιορ. Η μάγισσα πέρασε στο εσωτερικό και εκεί στάθηκε, άρχισε να αυτοσυγκεντρώνεται.

Ο Βίλνους μπήκε στη μάχη. Αποκεφάλισε έναν αιωρούμενο πολεμιστή και μετά επιτέθηκε σε έναν λύκο βυθίζοντας την λάμα του στο λαιμό του τέρατος. Την τράβηξε και στράφηκε να πολεμήσει τον επόμενο εχθρό. Η Σέλμιορ του πέταξε το μενταγιόν και το φόρεσε. Η μάγισσα έδειξε με το δεξί της χέρι και με το δείκτη τεντωμένο δύο φασματικούς πολεμιστές και έμειναν τελείως ακίνητοι. Ο Βίλνους εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία από το ξόρκι ακινητοποίησης για να τους εξουδετερώσει.

Ένας λύκος έριξε κάτω έναν πολεμιστή και βύθισε τη μουσούδα στην κοιλιά του ξεσκίζοντας τα σωθικά του ενώ ήταν ακόμα ζωντανός, ο Σάι έστειλε ένα βέλος στο λαιμό του βάζοντας τέλος στο μαρτύριό του. Ύστερα τόξευσε τον λύκο που μούγκρισε καθώς το βέλος καρφώθηκε στο πλευρό του. Στράφηκε προς τον νεαρό πολεμιστή που διατήρησε την ψυχραιμία του και πέρασε ακόμα ένα βέλος στο τόξο και το έστειλε κατευθείαν στο μάτι του θηρίου που σωριάστηκε νεκρό.

Μια πορφυρή φλόγα έκαψε το χταποδόμορφο τέρας. Ο Βίλνους στράφηκε και εντόπισε την πηγή της. Οι Εού είχαν μαζευτεί όλοι γύρω από την κεντρική σκηνή του καταυλισμού όπου είχαν καταφύγει τα παιδιά και οι γυναίκες και αμύνονταν εναντίον των λύκων, οι αιωρούμενοι πολεμιστές δεν είχαν πάει εκεί, είχαν προτιμήσει τους άνδρες του Βίλνους. Δίπλα στην Αχούκ στεκόταν ο Ράουμας που ήταν ο αυτουργός της πύρινης επίθεσης. Σήκωσε το χέρι του και μια νέα πύρινη μπάλα εμφανίστηκε. Αυτή τη φορά ανέφλεξε δύο λύκους μαζί.

Από το σκοτάδι ξεπρόβαλλε ένα ον που έκανε την Αλόα να ουρλιάξει από φόβο. Έμοιαζε με εκείνα τα έντομα που έτρεχαν στα πατώματα των πιο βρώμικων πανδοχείων που είχαν δει οι πολεμιστές αλλά είχε το μέγεθος πόνυ.

-Μα τι τρώνε και γίνονται έτσι; αγανάκτησε ο Σάι στέλνοντας ένα βέλος στο ον αυτό που εξοστρακίστηκε πάνω στο σκληρό κέλυφός του.

-Εμάς θα φάει αυτό, μούγκρισε ο Σοκάρ και επιτέθηκε στο τεράστιο τέρας τσακίζοντας με το γιαταγάνι του τα μακριά πόδια ως που να το αναγκάσει να χαμηλώσει και να βυθίσει τη λάμα του στο μακρόστενο κεφάλι του.

Ένας λύκος όρμησε στο εκτεθειμένο πλευρό του αλλά το τσεκούρι της Αδάρα που είχε φτάσει δίπλα τους έβαλε τέλος σε αυτόν τον κίνδυνο.

Ο Βίλνους απέκρουσε την επίθεση ενός φασματικού πολεμιστή και ένας δεύτερος έσπευσε να επιτεθεί όσο ήταν μπλοκαρισμένη η σπάθα του αλλά καθώς το χέρι του άγγιζε το στέρνο του πάγωσε και διαλύθηκε σε καπνό όπως και οι άλλοι. Το μενταγιόν είχε δράσει και πάλι. Έριξε μια ματιά στο πεδίο της μάχης γύρω του, τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Παρά τις προσπάθειες του Ράουμας και των πολεμιστών η μάχη έβαινε κατά τους, ελάχιστοι άνδρες είχαν απομείνει όρθιοι να πολεμούν γύρω από τον Σοκάρ και δεν άντεχαν για πολύ ακόμα.

Ο Ράουμας άρχισε να απομακρύνεται από τους Εού προς την ανοιχτή έκταση που απλωνόταν ως το Ακροπύργιο. Μια άλως λευκού φωτός τον τύλιγε και τον έκανε να φεγγοβολάει στο σκοτάδι ενώ τα τέρατα και οι αιωρούμενοι πολεμιστές κινούνταν προς το μέρος του. Όταν απομακρύνθηκε αρκετά από τον καταυλισμό γύρισε αντικρίζοντας τον εχθρό. Το φως γύρω του έγινε πιο έντονο και τα τέρατα άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος του. Ο μάγος τέντωσε τα χέρια του μπροστά και η γη άρχισε να δονείται και ξαφνικά ένα χάσμα δημιουργήθηκε μπροστά στα πόδια του καταπίνοντας τους επιτιθέμενους. Το χάσμα συνέχισε να διευρύνεται μέχρι που δεν έμεινε κανένα από τα τέρατα. Ύστερα άρχισε να κλείνει, μόλις το έδαφος αποκαταστάθηκε ο μάγος έκανε να επιστρέψει. Σε λίγα βήματα τρέκλισε και έπεσε κάτω.

-Ράουμας!

Η Σέλμιορ έτρεξε κοντά του όπως και η Αχούκ. Ο Βίλνους στράφηκε στον Σοκάρ, παρά την κούρασή του είπε τυπικά:

-Αναφορά κατάστασης.

Ο Σοκάρ ένευσε και απομακρύνθηκε. Ο Βίλνους είδε τέσσερις άνδρες του να στέκονται εκεί κοντά, ήταν οι μόνοι που έβλεπε επιζώντες ένα γύρω και ο Σάι λίγο πιο πέρα που στεκόταν δίπλα στην Αλόα, φρουρός της όπως τον είχε διατάξει. Κάθισε σε ένα έλκηθρο που ήταν αναποδογυρισμένο εκεί δίπλα και κάρφωσε τη σπάθα στο έδαφος. Είδε τον Ράουμας να συνέρχεται και να επιστρέφει στον καταυλισμό στηριγμένος στην Αχούκ και την αδερφή του.

Ο Σοκάρ επέστρεψε και στάθηκε μπροστά στον Βίλνους.

-Ο Ντενάουμπις είναι νεκρός, έχουμε επτά επιζώντες, δύο είναι τραυματίες και δεν θα μπορέσουν να συνεχίσουν. Η Αδάρα είναι εντάξει και τα μαγικά παιδιά το ίδιο. Ο Ντρέηκ είναι τραυματισμένος αλλά θα συνεχίσει.

-Να θάψουμε τους νεκρούς μας και να ξεκουραστούμε λίγο και το πρωί θα συνεχίσουμε.

-Θα έχει νόημα; ρώτησε ο Σοκάρ. Είμαστε πολύ λίγοι τώρα.

-Πρέπει να προκαλέσαμε και στον εχθρό ανάλογη αιμορραγία, και έχουμε το πλεονέκτημα των μάγων μας. Αλήθεια που είναι αυτό το θρασύδειλο ον ο εργοδότης μας;

-Είχε κρυφτεί κάτω από μια πεσμένη σκηνή σε όλη τη μάχη. Οι υπηρέτες του δεν ήταν τόσο τυχεροί. Τους κατακρεούργησαν οι λύκοι.

Ο Βίλνους κούνησε το κεφάλι του και σηκώθηκε.

-Ας κάνουμε το καθήκον μας προς τους συντρόφους μας.

Μάζεψαν τα σώματα των νεκρών τους και τα έθαψαν με τα όπλα τους αγκαλιά όπως αρμόζει σε πολεμιστές. Το έδαφος ήταν πολύ παγωμένο για να σκαφτεί αλλά ο Ράουμας άνοιξε έναν μεγάλο λάκκο όπου έβαλαν δίπλα δίπλα τα σώματα και μετά τον σκέπασε. Εν τω μεταξύ ο Σοκάρ έγραψε τα ονόματά τους και η Σέλμιορ τα μετέφερε σε μια πλάκα που έστησαν για να θυμίζει τον τόπο της ύστατης μάχης και της ταφής τους μαγεύοντάς την να μείνει για πολλά χρόνια άφθαρτη και να κρατάει ζωντανή τη μνήμη.

Μαζεύτηκαν μετά όλοι οι επιζώντες και ο Βίλνους είπε μερικά λόγια για τους πεσόντες ευχόμενος να βρουν την ανάπαυση στον κόσμο μετά ετούτον εδώ.

Είχαν τελειώσει με όλα αυτά και συγκέντρωναν τα όπλα και τα εφόδια που θα τους ήταν ακόμα χρήσιμα όταν η Αχούκ πλησίασε τον Βίλνους.

-Η αυγή είναι ακόμη μακριά, πρέπει να ξεκουραστείτε. Καλύτερα να έρθετε στον καταυλισμό μας μην έρθουν ξανά αυτά τα πλάσματα της αβύσσου.

Δεν είχε άδικο, ήταν λίγοι τώρα για να αμυνθούν, καλύτερα να βρίσκονταν ανάμεσα στους Εού. Μετέφεραν τα εφόδιά τους στη μεγάλη σκηνή όπου και θα φιλοξενούνταν. Εξαίρεση αποτελούσαν οι δύο τραυματίες και ο Ράουμας που πήραν μια άλλη σκηνή για να ξεκουραστούν και όπου θα παρέμεναν οι δύο τραυματίες. Ο μάγος είχε εξαντλήσει και την τελευταία ικμάδα της δυνάμεώς του και χρειαζόταν σίγουρα ανάπαυση.

Όταν τακτοποιήθηκαν όλα ο Βίλνους ξάπλωσε να κοιμηθεί και αυτός μιας και λίγο είχε προλάβει πριν αρχίσει η επίθεση. Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας και αφού μόνο η φωτιά σιγόκαιγε ο Βίλνιους ένιωσε κάποιον να τρυπώνει κάτω από τα δέρματα δίπλα του και δυο απαλά χείλη να χαϊδεύουν το λαιμό του.

Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε καμία παρέμβαση για να ονειρευτεί την Σέλμιορ γυμνή στην αγκαλιά του. Πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους της και η κοπέλα μαζεύτηκε στο πλευρό του ακουμπώντας το κεφάλι της στο στέρνο του.

 

Ο Σάι καθόταν ακουμπισμένος σε έναν από τους στύλους που στήριζαν τη σκηνή. Αφουγκραζόταν την ησυχία της νύχτα που έδειχνε τόσο αφύσικη μετά τη σφαγή που είχε προηγηθεί και αναρωτιόταν τι θα έφερνε το πρωινό.

-Πρέπει να ξεκουραστείς.

Ήταν η Αλόα που του είχε μιλήσει. Η κοπέλα είχε ξαπλώσει κοντά του αλλά νόμιζε ότι είχε αποκοιμηθεί. Διαπίστωνε τώρα ότι δεν κοιμόταν αλλά τον κοιτούσε με μάτια μέσα στα οποία μπορούσε να δει το καθρέφτισμα της φωτιάς που έκαιγε στο κέντρο της σκηνής.

-Δύσκολο πριν από μια μάχη, της είπε.

-Τώρα είμαστε μετά από μία.

-Θα έχουμε και άλλη το πρωί στο Ακροπύργιο.

-Οι Εού το φοβούνται αυτό το μέρος, άκουσα να λένε ότι δεν έχουμε ελπίδα.

-Δεν ξέρουν τον Βίλνους, και απόψε δεν θα είχαμε κινδυνεύσει αν δεν είμασταν τόσο λίγοι, βλέπεις η δουλειά παρουσιάστηκε όταν οι περισσότεροι είχαν φύγει από την πόλη και είμασταν λίγοι για να εκστρατεύσουμε.

-Είσαι περήφανος για τον αρχηγό σου, είπε με απορία εκείνη.

-Και εκείνος είναι για εμάς και νοιάζεται.

Ο Σάι έμεινε για λίγο σιωπηλός. Μετά την κοίταξε πάλι.

-Κοιμήσου εσύ όμως, δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι.

-Έλα, ξάπλωσε και εσύ, είπε η κοπέλα.

Μετακινήθηκε κάνοντάς του χώρο να ξαπλώσει και αυτός κάτω από τα δέρματα που τη σκέπαζαν. Ο Σάι το έκανε υπακούοντας στο παρακλητικό βλέμμα της. Ήταν ζεστά έτσι όπως είχε ξαπλώσει στα ήδη χρησιμοποιημένα δέρματα και το δικό της σώμα δίπλα του ήταν ακόμα πιο ζεστό. Ο νεαρός τοξότης γύρισε και την κοίταξε. Το πρόσωπό της ήταν σε απόσταση αναπνοής και πρόσεξε το πόσο γλυκό ήταν, και εκείνος ο βάναυσος αφέντης της να την κακοποιεί έτσι! Ο ίδιος δεν θα άντεχε ούτε να τη δει να κλαίει. Ασυναίσθητα σχεδόν τη φίλησε απαλά στα χείλη απλώνοντας το χέρι του να χαϊδέψει τα μαλλιά της και εκείνη χώθηκε στην αγκαλιά του.

Αυτή τη φορά δεν χρειαζόταν να φοβάται ή να έχει το νου του για δόλο και κρυμμένα μαχαίρια. Ήταν ξεκάθαρα όλα, και όλα όσα είχαν και οι δύο ανάγκη. Γεύθηκαν την χαρά και την απόλαυση της πρώτης φοράς με κάποιον που σημαίνει κάτι και κοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι. Δεν πήραν είδηση τους υπόλοιπους που ξύπνησαν για να ετοιμαστούν ούτε τον Βίλνους που στάθηκε για λίγο κοιτώντας τους με ένα χαμόγελο πριν βγει από τη σκηνή για την τελευταία μάχη αυτής της εκστρατείας. Για εκείνους όλα αυτά είχαν τελειώσει, ένα νέο κεφάλαιο άρχιζε.

Νυχτερινή Πένα Ετών Δεκαέξι

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ναι γίνανε δεκαέξι χρόνια, ποιος θα το φανταζόταν; Έχω μια ανιψιά μόλις μερικούς μήνες πιο μεγάλη. Είναι τόσα πολλά αυτά που περάσανε σε αυτά τα χρόνια. Πριν δεκαέξι χρόνια σαν σήμερα ξεκίνησα δειλά - δειλά να κάνω τα πρώτα μου βήματα στον χώρο των ιστολογίων. Είχα πολλά να μάθω τεχνικά και μη.

Τώρα έχω ένα ιστολόγιο σε ηλικία παιδιού στο λύκειο και έχω μάθει πολλά όχι μόνο για την τεχνολογία αλλά και – κυρίως – για τους ανθρώπους. Γνώρισα τόσους πολλούς μέσα σε αυτά χρόνια, εύχομαι να γνωρίσω και άλλους ακόμα. Έγραψα πολύ, αυτός ήταν και ο λόγος που το ξεκίνησα. Σκέψεις, απόψεις, βιβλιοκριτικές, πράγματα μικρά για να εκδοθούν βρήκαν εδώ τη στέγη τους. Ακόμα ιστορίες σε συνέχειες αλλά και ολοκληρωμένες για όποιον θέλει να τις κατεβάσει. Τέλος μοιράστηκα τα νέα μου σαν συγγραφέας και την χαρά μου φτάνοντας στην έκδοση (κάτι για το οποίο θα μιλήσουμε πάλι σύντομα).

Και σε όλα αυτά είχα όλους εσάς να με συντροφεύετε. Χαίρομαι που σας γνώρισα όλους εκεί έξω, είναι ένα πολύ όμορφο συναίσθημα να ξέρεις την ώρα που γράφεις ότι κάποιος εκεί έξω σε διαβάζει. Σας ευχαριστώ που μου το δίνετε αυτό.

Το Ακροπύργιο Του Θανάτου 4

Author: Νυχτερινή Πένα /

 

Το πρωί ξεκίνησαν και πάλι κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό, παρότι πήγαιναν πεζοί τώρα οι άνδρες του Βίλνους είχαν καλό ηθικό και πάλι τραγουδούσαν κατά διαστήματα για να ζεσταθούν. Ο Βίλνους προπορευόταν με τον Σοκάρ μαζί του, τον μόνο που είχε ενημερώσει για το περιστατικό της νύχτας αν και κάποια πράγματα όλοι τα είχαν αντιληφθεί μιας και τα είχαν καταλάβει οι σκοποί.

Η Σέλμιορ είχε περιποιηθεί την Αλόα και είχε επουλώσει τα τραύματά της, τα σωματικά τουλάχιστον. Τα πνευματικά ήταν άλλη υπόθεση. Η κοπέλα περπατούσε δίπλα στον Σάι και καθόταν κοντά του όταν σταματούσαν για ανάπαυση. Είχε μοιραστεί μαζί της το φαγητό του και της είχε δώσει έναν χιτώνα του για να μην κρυώνει.

Ο Καλ Μαλγκοράν περπατούσε με τους υπηρέτες του με καλή διάθεση. Κάθε βήμα τον έφερνε πιο κοντά στον στόχο του και είχε ήδη καταστρώσει το σχέδιό του για να στερήσει την αμοιβή από τον Βίλνους και τους άνδρες του. Όσο για την υπηρέτριά του, θα ξανάπεφτε στα χέρια του και τότε θα την πονούσε πολύ περισσότερο από αυτό το βράδυ που είχε περάσει.

 

Ήταν κοντά στην ώρα που ο Βίλνους θα διέταζε να σταματήσουν για ξεκούραση και να φάνε κάτι, όταν είδαν μπροστά τους ένα μικρό καταυλισμό από σκηνές. Σκυλιά άρχισαν να αλυχτούν καθώς ο μικρός στρατός του Βίλνους πλησίασε κάνοντας ένα πλήθος ανθρώπων ντυμένων με γούνες και οπλισμένων με κοντάρια ή καμάκια και τσεκούρια, να παραταχθεί στην είσοδο του οικισμού.

-Είναι Εού, είπε η Αδάρα ερχόμενη δίπλα στον Βίλνους, είναι μια φυλή αδερφική με τη δική μου αλλά δεν περίμενα να τους βρω τόσο μακριά από την Κεμί.

-Μιλάνε την κοινή;

-Θα πρέπει.

-Έλα μαζί μου για την περίπτωση που θα χρειαστώ βοήθεια. Σοκάρ, σε αναμονή και ετοιμότητα, δεν ξέρουμε ακόμα ποια θα είναι η συνέχεια.

Πλησίασε τον καταυλισμό με την Αδάρα δίπλα του και παρατήρησε ότι δεν ήταν πολλοί οι νομάδες εδώ. Πάνω κάτω σαράντα ψυχές, άνδρες γυναίκες και παιδιά. Μια γυναίκα έκανε μπροστά, ήταν μεσόκοπη αλλά στα μάτια της διέκρινε σοφία και δύναμη.

-Είμαι η Αχούκ, είπε η γυναίκα, η σαμάνος της φυλής αυτής. Ποιοι είστε και που πηγαίνετε σε αυτήν την καταραμένη γη;

-Είμαι ο Βίλνους Ντρομέθια, είπε ο πολεμιστής, και αυτοί είναι οι άνδρες μου. Πηγαίνουμε στο Ακροπύργιο Βάνγκαρντ για να αντιμετωπίσουμε το κακό που φωλιάζει εκεί και να σώσουμε μια αιχμάλωτη.

Τα μάτια της σαμάνου έλαμψαν ακούγοντας τα τελευταία λόγια του.

-Πρόσεχε πολεμιστή, πολλά δεν είναι αυτό που δείχνουν και ο τόπος αυτός έχει πολλούς τρόμους ακόμα και για τους πιο ατρόμητους. Ίσως όμως είσαι εσύ που θα δώσεις ένα τέλος.

-Εσείς πως βρεθήκατε εδώ Μεγάλη Μητέρα; ρώτησε η Αδάρα δίνοντας στη σαμάνο τον παραδοσιακό τίτλο των νομάδων.

Εκείνη την κοίταξε σαν να την πρόσεξε μόλις εκείνη τη στιγμή. Το πρόσωπό της φωτίστηκε.

-Μια κόρη των πεδιάδων. Χαίρομαι που σε βλέπω. Αναγκαστήκαμε να φύγουμε από την Κεμί κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά μας κατεδίωξαν οι Ελφόν και φτάσαμε στη γη των Φενρίρ. Βρεθήκαμε στην περιοχή εξαιτίας μιας θύελλας που μας έκανε να χάσουμε το δρόμο μας. Κατασκηνώσαμε εδώ για τη νύχτα και μας επιτέθηκαν τέρατα και ανείπωτοι τρόμοι, σε ετούτο το καταραμένο μέρος και οι νεκροί περπατάνε. Μας αποδεκάτισαν και σκότωσαν τα περισσότερα σκυλιά μας και κατέστρεψαν τα έλκηθρά μας. Δεν είχαμε πια τον τρόπο να φύγουμε. Μείναμε εδώ με την ελπίδα να επιβιώσουμε ως την άνοιξη και να φτιάξουμε νέα έλκηθρα για να μπορέσουμε να μετακινηθούμε.

-Ο πόλεμος τελείωσε και θα μπορείτε να επιστρέψετε στην Κεμί, είπε ο Βίλνους.

-Ελπίζω πως θα μπορούμε, είπε η σαμάνος.

Ο Βίλνους κοίταξε τον ορίζοντα, μπορούσε να δει το Ακροπύργιο τώρα τυλιγμένο σε μια καταιγίδα. Το ένιωθε πως κάτι κακό ελλόχευε εκεί μέσα, θα το ένιωθε ακόμα και αν το αντίκριζε για πρώτη φορά χωρίς να έχει ακούσει τίποτα για αυτό.

-Πόσο μακριά είναι; ρώτησε.

-Όχι πάνω από δύο ώρες, είπε η Αχούκ.

-Θα μας προλάβει η καταιγίδα. Πρέπει να μείνουμε εδώ και να κινηθούμε αμέσως μετά.

-Φτιάξτε τις σκηνές σας κοντά στις δικές μας, είπε η σαμάνος, αλλά να μην αφήσετε κενά ανάμεσά τους, προσέξτε την άμυνά σας, σίγουρα θα έρθουν την νύχτα. Και είναι πολύ επικίνδυνα αυτά τα όντα.

Ο Βίλνους ένευσε και γύρισε κοντά στον Σοκάρ να δώσει εντολές. Η Αδάρα έκανε να τον ακολουθήσει αλλά η Αχούκ την κράτησε.

-Θέλω να σου μιλήσω, είπε.

 

Έστησαν τις σκηνές τους μαζί με των νομάδων χωρίς να αφήσουν κενά και φροντίζοντας να κλείσουν τα όποια κενά δεν μπορούσαν να αποφύγουν με τοίχους από χιόνι στους οποίους κάρφωσαν λόγχες. Ο Βίλνους και ο Σοκάρ όρισαν βάρδιες φρουράς και τους άφησαν να ξεκουραστούν.

Είχαν μόλις ολοκληρώσει την εγκατάστασή τους όταν τους έφτασε η καταιγίδα και σκοτείνιασε το απόγευμα σαν να ήταν νύχτα. Ο αέρας λυσσομανούσε τραντάζοντας τις σκηνές και σηκώνοντας χιόνι από το έδαφος μειώνοντας την ορατότητα ενώ συνέχιζε να πέφτει και από τον ουρανό πυκνό με μεγάλες νιφάδες.

Έφαγαν στις σκηνές τους από τα εφόδια που είχαν, δεν ήταν δυνατόν να ανάψουν φωτιές. Ακόμα και οι Εού που ήταν προσαρμοσμένοι καλύτερα στο περιβάλλον είχαν φωτιά μόνο στην σκηνή που χρησίμευε ως κέντρο της μικρής του κοινότητας.

 

Ο Βίλνους ετοιμαζόταν για ύπνο όταν το φύλλο που κάλυπτε την είσοδο της σκηνής ανασηκώθηκε και μπήκε η Αχούκ. Ο πολεμιστής έκανε να σηκωθεί αλλά η αρχηγός των Εού του έκανε νόημα να μείνει καθισμένος και βολεύτηκε και εκείνη απέναντί του.

-Βίλνους Ντρομέθια, είπε, τα πνεύματα μου αποκάλυψαν ότι σύντομα θα αφήσω τον κόσμο αυτό. Χρειάζεται ένα πρόσωπο με δύναμη και χαρακτήρα για να οδηγήσει τους ανθρώπους μου.

-Πως μπορώ να βοηθήσω; Δεν ανήκω στο λαό σου.

-Το πρόσωπο που θα οδηγήσει τους ανθρώπους μου είναι η Αδάρα.

Ο Βίλνους δεν ξαφνιάστηκε από την επιλογή. Ήξερε πως η Αδάρα είχε αφήσει την φυλή της για να χαράξει δικό της πεπρωμένο, ήταν ανεξάρτητο πνεύμα και ηγετική φυσιογνωμία.

-Και πάλι δε βλέπω τι έχω να κάνω εγώ, με την Αδάρα πρέπει να μιλήσεις.

-Μίλησα, και είναι σύμφωνη. Αλλά χρειάζεται τη δική σου άδεια λέει, μιας και έχει μπει στην υπηρεσία σου.

-Δεν θα την εμποδίσω, έχεις το λόγο μου.

-Σε ευχαριστώ, είπε η Αχούκ, είθε κάθε σου βήμα να είναι ευλογημένο και μόνο νίκη να στέφει τα όπλα σου.

Βγήκε από τη σκηνή αφήνοντας τον Βίλνους σκεφτικό.


VΙΙ

 

Με ένα χτύπημα των δακτύλων της η μάγισσα έκανε τη λαμπερή σφαίρα ενέργειας μου αιωρείτο μπροστά της να εξαφανισθεί και έμεινε να σκέπτεται. Είχε πείσει τον μάγο να έρθει σ’ αυτήν και έφερνε αρκετούς άνδρες για να είναι σίγουρο ότι θα φτάνανε ως εκείνη και επιτέλους το μαγικό πεδίο που την κρατούσε έγκλειστη θα κατέρρεε. Αυτά ήταν τα καλά νέα.

Δυστυχώς δεν ήταν μόνα, συνοδεύονταν από κακά νέα. Ανάμεσα στους άνδρες του Βίλνους ήταν και δύο μάγοι, κάτι που δεν είχε δει νωρίτερα παρά μόνο όταν έφτασαν τόσο κοντά ώστε να νιώσεις τις αύρες τους. Και ακόμα δεν μπορούσε να δει καλά τον Βίλνους, ήταν κάτι που την εμπόδιζε.

Έδιωξε τις απαισιόδοξες σκέψεις από το μυαλό της. Δεν θα πήγαινε τίποτα στραβά αυτή τη φορά. Απλά θα φρόντιζε για τους μάγους και την αρχηγό των Εού.

Συγκεντρώθηκε για να στείλει ένα ακόμα βασανιστικό όραμα στον Καλ Μαλγκοράν αλλά και ένα στον Βίλνους, ένα που μπορεί να έριχνε τις άμυνές του και να μάθαινε περισσότερα για αυτόν. Χαμογέλασε. Κάθε φορά που το έκανε αυτό οι φύλακές της ήθελαν να ακολουθήσουν και να βρουν τον παραλήπτη αλλά δεν μπορούσαν γιατί δεν έπρεπε να απομακρυνθούν πολύ από το κάστρο. Τώρα όμως θα μπορούσαν και μαζί θα έστελνε και τα δικά της όντα. Γέλασε.

Το γέλιο της κόπηκε απότομα από ένα βλέμμα στα χέρια της. Κηλίδες των γηρατειών είχαν αρχίσει να εμφανίζονται. Η χρήση των δυνάμεών της κατανάλωνε την ζωτική ενέργεια που είχε πάρει από τον τελευταίο πολεμιστή. Έπρεπε να βιαστεί, ο χρόνος περνούσε.

Ύφανε τη γητεία της. Πρώτα ο Καλ και μετά ο Βίλνους, ύστερα λίγο όλοι οι άνδρες για να είναι σε σύγχυση όταν θα γινόταν η επίθεση.

Το Ακροπύργιο Του Θανάτου 3

Author: Νυχτερινή Πένα /

V

 

Ο Βίλνους στάθηκε μπροστά στην πόρτα του μεγάλο αρχοντικού του Καλ Μαλγκοράν και χτύπησε το σε σχήμα γύπα ρόπτρο. Αμέσως μια νεαρή υπηρέτρια άνοιξε και τον οδήγησε σε ένα κυκλικό χωλ και του είπε να περιμένει. Το χωλ ήταν γυμνό από έπιπλα και διακοσμήσεις, ένας απλός ενδιάμεσος χώρος όπου κατέληγαν δυο σκάλες από τον επάνω όροφο και ανοίγονταν πόρτες για το εσωτερικό του σπιτιού.

Ο Καλ εμφανίστηκε στην κορυφή της μίας σκάλας και άρχισε να την κατεβαίνει, φορούσε ρούχα κατάλληλα για ταξίδι και στη ζώνη του κρεμόταν ένα πουγκί με συστατικά των ξορκιών του.

-Βλέπω μάζεψες ένα μικρό στρατό. Δεν είναι και άσχημη σκέψη. Εγώ θα έχω μαζί μου μόνο τρεις υπηρέτες.

-Ωραία, είπε ο Βίλνους. Είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε. Εσείς;

-Ναι, βέβαια.

-Μου κάνει εντύπωση πως δεν ζήτησες βοήθεια από την Αδελότητα, είπε ο Βίλνους. Δεν έχετε αλληλεγγύη μάγου προς μάγο;

-Το σκέφθηκα όταν πρωτοείδα το όραμα αλλά εκείνοι δεν μιλάνε καθόλου για την κρύπτη και το ακροπύργιο. Μετά δεν είμαι μέλος της Αδελφότητας.

-Γιατί δεν είσαι;

-Θέμα αρχής και προτεραιοτήτων, είπε απότομα ο Καλ, είμαι πρώτα έμπορος και μετά μάγος. Η τέχνη είναι για εμένα ακόμα ένα εμπορεύσιμο αντικείμενο. Την χρησιμοποιώ όπου με εξυπηρετεί αλλά δεν μαθήτευσα στη Σχολή της Μαθήσεως. Δεν είμαι δικός τους. Οπότε δεν περιμένω τίποτα από εκεί αλλά από σας.

-Θα το επιτύχουμε, είπε με βεβαιότητα ο Βίλνους. Το συμβόλαιο;

Ο μάγος έβαλε το χέρι του μέσα στο μανίκι του μανδύα του και έβγαλε ένα τυλιγμένο ρολό περγαμηνής. Τον έτεινε στον πολεμιστή που τον άνοιξε και τον διάβασε γρήγορα. Μετά τον τύλιξε και βγήκε έξω. Τον τακτοποίησε στο σακίδιό του και μετά ανέβηκε στη σέλα. Προχώρησε στην κορυφή της φάλαγγας και περίμενε τον Καλ που κατέφτασε με τους υπηρέτες του. Συνοδευόταν από δύο μεγαλόσωμους άνδρες και μια κοπέλα λίγο μεγαλύτερη από κορίτσι με χλομό πρόσωπο και τρομαγμένα μάτια.

-Μικρέ καρφώνεσαι, είπε ο Ντρέηκ και ο Βίλνους έριξε μια ματιά πίσω του. Ο παλαίμαχος πολεμιστής είχε κάνει την παρατήρηση στον Σάι που κοιτούσε την υπηρέτρια του Καλ. Είδε τον Βίλνους που τους κοιτούσε και πρόσθεσε με ένα χαμόγελο: Αχ, αυτά τα νιάτα!

Ο Βίλνους χαμογέλασε επίσης και έδωσε το σήμα να ξεκινήσουν.

-Ελπίζω εκεί πέρα που θα πάμε να μην κάνει πιο πολύ κρύο από’ δω. Θα γίνω παγοκολόνα, είπε ο Σοκάρ.

Ο Σοκάρ ήταν γεννημένος στην Ισχιρίγια, την χώρα της άμμου, όπως μαρτυρούσε και το χρώμα του δέρματός του, και μαθημένος στα ζεστά κλίματα αν και δεν είχε διστάσει να ακολουθήσει τον Βίλνους οπουδήποτε στον κόσμο. Τώρα το κρύο το ένιωθε πιο έντονο από κάθε άλλον. Ήταν ντυμένος με την ραφινάτη, φαρδιά ενδυμασία των κατοίκων της πατρίδας του σε μαύρο με μόνο το κάλυμμα της κεφαλής να είναι λευκό, στο πλευρό του κρεμόταν το γιαταγάνι με την φαρδιά λεπίδα που ήταν επίσης παραδοσιακό του λαού του.

Το γεγονός ότι είχε πολεμήσει τόσα χρόνια στο πλευρό του Βίλνους ήταν μια απόδειξη των ικανοτήτων του μιας και κανονικά δεν θα μπορούσε να βρίσκεται μαζί του. Οι Ιζάκοι ήταν θανάσιμοι εχθροί της Αϊνόνα, της πατρίδας των μισθοφόρων.

-Φοβάμαι ότι θα κάνει τόσο που μόνο η Αδάρα θα νιώθει άνετα, απάντησε ο Βίλνους.

Έριξε ένα βλέμμα στην νομάδα πολεμίστρια που προχωρούσε καβάλα στο μεγαλόσωμο άλογό της. Με τα μαλλιά της πιασμένα σε μια κοτσίδα που έπεφτε βαριά στην πλάτη της και με τα σχέδια που είχε ζωγραφισμένα στο πρόσωπο, τα διακριτικά της φυλής και της θέσης της έδειχνε έτοιμη για μάχη, το βλέμμα της, σκληρό και ακλόνητο έπειθε ότι δεν θα έδειχνε έλεος σε αυτήν.

-Και τα μαγικά παιδιά, είπε ο Σοκάρ, όλο και κάποιο ξόρκι θα μπορούν να κάνουν για να ζεσταθούν.

Ο Βίλνους χαμογέλασε, ο Σοκάρ είχε σκαρφιστεί την ονομασία για να αναφέρεται στους δύο μάγους όταν είχαν έρθει στην ομάδα τους και είχε παραμείνει, τα μαγικά παιδιά ή τα μαγικά αδέρφια. Τώρα ίππευαν σε δυο άλογα δίπλα δίπλα. Ο Ράουμας φορούσε έναν κόκκινο μανδύα με φαρδιά μανίκια και κουκούλα, η αδερφή του φορούσε έναν λευκό με γούνινο φινίρισμα, προφανώς για το κρύο, οι συνήθεις χιτώνες της ήταν πιο ανοιχτοί. Ο Ράουμας ήταν ψηλός με μακριά μαύρα μαλλιά και ίδιου χρώματος μάτια που κοιτούσαν διαπεραστικά. Η αδερφή του, παρότι δίδυμη, ήταν τελείως διαφορετική, τα μαλλιά της ένα φλογάτο κόκκινο την έκαναν να ξεχωρίζει οπουδήποτε ενώ τα μάτια της είχαν ένα γλυκό μελί χρώμα. Εκείνη τη στιγμή κοίταξε τον Βίλνους και ο πολεμιστής ένιωσε πως το κρύο δεν ήταν παρά μια απλή ενόχληση.

 

Το ταξίδι για το Υψίκωμο δεν παρουσίασε κανένα πρόβλημα και το βράδυ της δεύτερης ημέρας έφτασαν στον μικρό οικισμό. Λίγα σπίτια χτισμένα γύρω από ένα πηγάδι και ένα εμπορικό κατάστημα ήταν όλο και το χωριό.

Στης μάχης τη φωτιά είμαστε ψημένοι

και του πολέμου το αμόνι σφυρηλατημένοι,

εμπρός εν όπλοις αδερφοί μου αγαπημένοι

ας δείξουμε σε όλους από τι είμαστε φτιαγμένοι!

Ο Ντενάουμπις και οι άνδρες της ομάδας του τραγουδούσαν για να ζεσταθούν στο κρύο του βραδινού, ένα παλιό τραγούδι των μισθοφόρων. Ο πολεμιστής είχε ζήσει όλη τη ζωή του σχεδόν σαν μισθοφόρος κάτι που του έδινε κύρος ανάμεσα στους άνδρες και τον αποδέχονταν σαν δικό τους. Ήξερε πώς να διατηρεί το ηθικό τους και να τους κάνει να ξεχνάνε τις μακριές πορείες. Τραγουδούσαν την επωδό όταν πλησίασαν το χωριό και με τη διαταγή του Βίλνους για τέλος και κατασκήνωση για το βράδυ σταμάτησαν.

Ο πολεμιστής με τον Καλ πήγαν στο χωριό για να βρουν μέρος να σταβλίσουν τα άλογα που θα άφηναν εδώ και να νοικιάσουν έλκηθρα με σκυλιά που θα ήταν το μεταφορικό τους μέσο από εδώ και πέρα. Το μέσο για την μεταφορά των εφοδίων τους, οι ίδιοι θα περπατούσαν πλέον.

 

Η νύχτα έπεσε για τα καλά, οι άνδρες δείπνησαν και έπεσαν για ύπνο στις σκηνές που είχαν στήσει εκτός από τους φρουρούς. Ο Βίλνους και ο Σοκάρ είχαν συνεννοηθεί να αλλάξουν τους φρουρούς σε συντομότερο διάστημα από ότι συνήθως για να ξεκουραστούν όλοι εν όψει της πορείας της αυριανής μέρας αλλά και για να μην τους καταβάλλει το κρύο.

Ο πολεμιστής είχε μόλις ξαπλώσει σε ένα στρώμα από δέρματα στη σκηνή του όταν ακούστηκε ένα ουρλιαχτό στη σιγαλιά της νύχτας. Ο Βίλνους κατάλαβε ότι ήταν γυναικεία κραυγή αλλά δεν ήταν η Σέλμιορ και δεν μπορούσε να φανταστεί την Αδάρα να βγάζει τέτοια φωνή. Ίσως είχε ακουστεί από το χωριό.

Άκουσε τον Σάι να μιλάει με κάποιον και να ρωτάει και μετά μια κραυγή πόνου από τον νεαρό. Αυτό ήταν πλέον θέμα που έπρεπε να το εξετάσει. Σηκώθηκε και βγήκε από τη σκηνή με τη σπάθα του στο χέρι.

 

Ο Καλ Μαλγκοράν στριφογύριζε στο στρώμα του χωρίς να μπορεί να κοιμηθεί. Είχε στο μυαλό του συνέχεια την εικόνα της πριγκίπισσας που τον περίμενε να τη σώσει. Αναγνώριζε στον εαυτό του ότι τα κίνητρά του δεν ήταν αγνά, ποτέ δεν θα την ελευθέρωνε για να την σώσει απλά και να την αφήσει να φύγει ελεύθερη, την ήθελε δική του. Μόνο δική του. Παρότι ήταν σεμνή το φόρεμα που οι φύλακές της της είχαν δώσει να φοράει δεν έκρυβε πολλά και έτσι είχε χορτάσει το βλέμμα του στα κάλλη της που τώρα ποθούσε πυρετικά.

Για πολύ καιρό έσβηνε αυτόν τον πόθο όπως πολλοί άνδρες σε ερωμένες και πόρνες αλλά μετά αυτό δεν ήταν πια αρκετό, ο πόθος είχε γίνει άσβεστη φωτιά. Τώρα η συνεύρεση με άλλες γυναίκες δεν ήταν αρκετή έπρεπε να τους προκαλεί πόνο για να νιώσει έστω και για λίγο ικανοποίηση.

Και τώρα που ήταν τόσο κοντά στον στόχο του ένιωθε τη φλόγα του πόθου να τον καίει απτή σαν να ήταν αληθινή φωτιά. Μια ακόμα ημέρα και μετά θα έφταναν εκεί. Οι πολεμιστές θα έκαναν ό,τι έπρεπε και θα έπαιρναν την αμοιβή τους και εκείνος το αντικείμενο του πόθου του.

Αλλά όσο κοντά ήταν τόσο τον έκαιγε ο πόθος, η ανάγκη για ένα γυναικείο κορμί ήταν επιτακτική σαν να είχε ένα μαχαίρι στο λαιμό. Είχε προνοήσει για αυτό. Ανασηκώθηκε και κοίταξε την υπηρέτριά του που κοιμόταν δίπλα του. Ανασήκωσε τα σκεπάσματά της και κοίταξε το γυμνό σώμα της, όπως είχε προστάξει κοιμόταν τελείως γυμνή. Άπλωσε το χέρι του στο χαλαρό από τον ύπνο σώμα της, αυτό ήταν καλό. Θα πονούσε ακόμα περισσότερο.

 

Ο Βίλνους έφτασε στη σκηνή του Καλ και στάθηκε, μπροστά στο άνοιγμα της σκηνής στέκονταν οι δύο υπηρέτες του μάγου με ρόπαλα στα χέρια και στο έδαφος ήταν πεσμένος ο Σάι.

-Τι έγινε εδώ; απαίτησε βλοσυρά ο πολεμιστής.

-Προσπάθησε να μπει στη σκηνή του εξοχότατου Καλ Μαλγκοράν και τον σταματήσαμε όπως έπρεπε.

-Σάι;

-Το ουρλιαχτό, Βίλνους, ακούστηκε από τη σκηνή.

Ο Βίλνους κοίταξε τον νεαρό τοξότη του. Δεν ήταν πεπειραμένος πολεμιστής, δεν είχε δει τι πάθαιναν οι γυναίκες σε πόλεις που έπεφταν σε εχθρικά χέρια, ακόμα και άτυχες χωριατοπούλες σε χωράφια που απλά περνούσε στρατός. Εκείνος ακόμα πίστευε ότι κάθε κοπέλα που θα ζητούσε βοήθεια έπρεπε να την έχει. Ο ίδιος ήταν πιο ρεαλιστής. Δεν θα προχωρούσε γι’ αυτό σε σύγκρουση με τον Καλ υπό φυσιολογικές συνθήκες. Αλλά τώρα τα πράγματα είχαν αλλάξει. Οι υπηρέτες είχαν χτυπήσει έναν από τους άνδρες του. Αυτό επουδενί  δεν θα έμενε ατιμώρητο.

Ο πολεμιστής κοίταξε τους δύο υπηρέτες.

-Είναι αλήθεια αυτό; ρώτησε.

-Ναι, είπε σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους ο ένας. Πιθανότατα ο κύριός μας πόνεσε την Αλόα.

-Και χτυπήσατε τον Σάι γι’ αυτό;

-Να μην ανακατευόταν.

Ήταν ο αδιάφορος τρόπος των απαντήσεων που εξόργισε τον πολεμιστή και επιτέθηκε. Αντίθετα με τον Σάι που ήταν ακόμα νέος και δεν είχε πείρα και επιπλέον ήταν τοξότης και όχι εκπαιδευμένος στη μάχη σώμα με σώμα, ο Βίλνους πολεμούσε πολλά χρόνια για να μην μπορεί να αντιμετωπίσει τους δύο λακέδες. Με μερικά χτυπήματα ήταν και οι δύο πεσμένοι ανάσκελα ενώ εκείνος περνούσε την είσοδο της σκηνής για να βρει το μάγο να ριγεί από ηδονή. Τον άρπαξε από τους ώμους και τον πέταξε στο πλάι αποκαλύπτοντας το λεπτό σώμα μιας κοπέλας που έτρεμε από πόνο και φόβο.

Ο Βίλνους κοίταξε τον μάγο με αηδία. Εκείνος σηκώθηκε και άρχισε να ντύνεται.

-Δεν σου πέφτει λόγος τι κάνω, είπε απαντώντας στο βουβό κατηγορώ του πολεμιστή. Σε πληρώνω για μια αποστολή και αυτό απαιτώ από εσένα να κάνεις.

-Το ουρλιαχτό αυτό ακούστηκε σε όλη την περιοχή, αν το έκανες αύριο βράδυ θα μας πρόδιδες στο Ακροπύργιο και ποιος ξέρει τι θα ερχόταν πάνω μας. Και δεν είναι και ό,τι καλύτερο για το ηθικό των ανδρών μου, ξέρουν ότι δεν υπηρετούμε τυράννους και βασανιστές.

-Και τι θα κάνεις τώρα; Θα κάνεις πίσω;

-Όχι, είπε ο Βίλνους, αλλά θα σε εμποδίσω να το ξανακάνεις. Σάι!

Ο νεαρός πολεμιστής μπήκε στη σκηνή. Ο Βίλνους του έδειξε την κοπέλα και είπε:

-Πάρε την στην Σέλμιορ να την περιποιηθεί και μετά πάρε τη μαζί σου, θα την προστατεύσεις και δεν θα αφήσεις κανένα να την πειράξει. Κατάλαβες;

-Μάλιστα.

Ο Σάι βοήθησε την κοπέλα να σηκωθεί από τα δέρματα. Τα μάτια της έδειχναν τεράστια από τον τρόμο και τα δάκρυα. Αίμα έτρεχε στους μηρούς της και δεν φαινόταν να μπορεί να περπατήσει γι’ αυτό ο τοξότης την σήκωσε στα χέρια και βγήκε. Ο Βίλνους έριξε μια βλοσυρή ματιά στον Καλ και ακολούθησε.

Το Ακροπύργιο Του Θανάτου 2

Author: Νυχτερινή Πένα /

ΙΙΙ

 

Καθισμένη στον πέτρινο θρόνο στο μέσο του δωματίου η μάγισσα γέλασε με ικανοποίηση. Το σχέδιό της είχε δώσει τους καρπούς που έπρεπε. Σε λίγο θα ήταν ελεύθερη και τότε… Τότε όλοι θα ένιωθαν την οργή της και όσοι ζούσαν θα την λάτρευαν σαν θεά, όχι σαν μια θεότητα καλοσυνάτη και ελεήμονα αλλά σαν μια μοχθηρή και πανίσχυρη θεά που ένα καπρίτσιο της μπορούσε να βάλει φωτιά σε χωριά και να ξεκληρίσει οικογένειες. Θα τη λάτρευαν από φόβο για να συνεχίσουν να ζουν, ακριβώς όπως και οι πρόγονοί τους αιώνες πριν.

Αιώνες είχε βασιλέψει σαν απόλυτη κυρίαρχος και μετά είχαν έλθει η Αυτοκρατορία και ο Αγκερόν. Οι Απολινάρι, οι μάγοι που μέχρι τότε της ήταν πιστοί, είχαν αλλάξει στρατόπεδο. Είχε ηττηθεί, είχαν διαλύσει τις στρατιές των πλασμάτων της και την είχαν φυλακίσει. Αδυνατώντας να την καταστρέψουν την είχαν κλείσει σε αυτό το κελί που θα την κρατούσε δέσμια για πάντα. Είχε γελάσει πιστεύοντας ότι μόλις ανέκαμπτε θα ήταν εύκολο να αποδράσει αλλά είχε διαπιστώσει ότι ήταν αδύνατο, το μαγικό πεδίο που είχαν δημιουργήσει οι μάγοι ήταν πανίσχυρο. Καταραμένοι προδότες!

Της πήρε αιώνες να βρει πως θα το κατέστρεφε. Το πεδίο την κρατούσε μέσα και δεν επέτρεπε σε κανένα ον με μαγική αύρα να περάσει προς εκείνη αλλά μπορούσε να περάσει οποιοσδήποτε άλλος που δεν είχε μαγικές δυνατότητες, κάθε φορά που αυτό συνέβαινε εξασθενούσε το πεδίο και κατά λίγο. Ο χρόνος όμως που περνούσε την είχε εξασθενήσει και οι προσπάθειες να βρει τη λύση είχαν καταναλώσει τις δυνάμεις της. Θα έμενε εκεί μέσα για πάντα, σαν ένα αξιοθρήνητο απομεινάρι της παλιάς της δόξας.

Σε αυτούς τους αιώνες τα πράγματα γύρω από τη φυλακή της είχαν αλλάξει. Οι Φενρίρ είχαν κυριεύσει τη χώρα δημιουργώντας το βασίλειό τους. Σαν σύμμαχοι της Αυτοκρατορίας και των Απολινάρι ήξεραν πολύ καλά τι βρισκόταν στο Ακροπύργιο Βάνγκαρντ και δεν είχαν πλησιάσει ποτέ. Μόνο είχαν τοποθετήσει μια φρουρά σε μια απόσταση κοντά στους μάγους που ήταν επιφορτισμένος να επιβλέπει τη φυλακή της.

Δεν αποδέχτηκε αυτή τη μοίρα που ήθελαν να της επιβάλουν. Αφουγκραζόταν τους αιώνες να περνούν και περίμενε για την ευκαιρία της. Η Αυτοκρατορία ηττήθηκε, οι Φενρίρ συνέχιζαν να πολεμούν τον Αλέξανδρο αλλά οι Απολινάρι είχαν άλλα προβλήματα να ασχοληθούν. Μόνο ένας μάγος επέβλεπε το Ακροπύργιο τώρα πια.

Με τις δυνάμεις που της είχαν απομείνει ύφανε δύο ξόρκια. Το πρώτο ξόρκι ήταν μια πανίσχυρη γητεία. Άρχισε να επισκέπτεται τα όνειρα ενός μάγου και εμπόρου, του παρουσιάστηκε σαν μια ατυχής πριγκίπισσα που είχε φυλακισθεί και θα γινόταν δική του, αν την ελευθέρωνε, μαζί με τα πλούτη της. Στην αρχή το είχε περάσει για όνειρο αλλά τον είχε πείσει ότι ήταν αλήθεια. Οι εκκλήσεις της αθώας κοπέλας ενέπνευσαν στον μάγο μια αγάπη που γρήγορα έγινε ανεξέλεγκτος πόθος. Και έκανε το παν για να τη σώσει.

Είχε στείλει πολλούς πολεμιστές να τη σώσουν και εκείνη τους βοηθούσε να διαφύγουν της προσοχής του Απολινάρι. Κάποιοι δεν είχαν καταφέρει να περάσουν τους τρόμους του κάστρου, μερικά ήταν δικά της πλάσματα αποτρελαμένα από αιώνες που είχαν μείνει ακυβέρνητα, άλλα τα είχαν βάλει οι Απολινάρι για να απαγορεύουν την πρόσβαση στη φυλακή της. Οι περισσότεροι είχαν φτάσει ως εκείνη και είχαν περάσει χωρίς να το καταλάβουν το μαγικό πεδίο κάνοντας αυτό που έπρεπε.

Η γητεία όμως είχε στραγγίσει την δύναμή της και δεν θα επιζούσε από τη διαδικασία αν δεν ήταν το δεύτερο ξόρκι της. Αυτό της επέτρεπε να απορροφά από τα θύματά της την ζωτική τους ενέργεια. Έτσι διατηρούσε τη ζωή της και ανανέωνε τη νεότητά της απορροφώντας τη ζωή όσων έφταναν ως εκείνη. Όσο για τη δύναμή της… Είχε και για αυτή τη λύση από το ξόρκι που αφαιρούσε τα πάντα από τα θύματά της.

Σηκώθηκε από το θρόνο που αμέσως εξαφανίσθηκε σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Έπρεπε να ξεκουραστεί και να περιμένει την άφιξη των θυμάτων που θα τα άλλαζαν όλα.


IV

 

Ο Σάι Λάινγουολ ήταν ο πιο νεαρός πολεμιστής που είχε υπηρετήσει στις διαταγές του Βίλνους Ντρομέθια. Το έλεγε με καμάρι στα καπηλειά και τα κακόφημα σπίτια για να εντυπωσιάσει τις γυναίκες. Η καλή του εμφάνιση και τα μυώδη χέρια τοξότη που διέθετε βοηθούσαν επίσης. Ήταν ακριβώς η ικανότητά του με το τόξο που έκανε τον Βίλνους να τον πάρει στην ομάδα του παρά την ηλικία του. Και τώρα χρησιμοποιούσε τα χέρια του ιδανικά αν έκρινε από τα επιφωνήματα της μελαχρινής καλλονής που τον είχε πάρει στο δωμάτιό της.

Ποτέ πριν δεν είχε πάει με γυναίκα αλλά ήθελε να δείξει έμπειρος. Ήθελε να δείξει άνδρας και όχι παιδαρέλι. Χάιδευε την κοπέλα με τα χέρια του στις πλούσιες καμπύλες της ενώ φιλούσε την κοιλιά της κατεβαίνοντας χαμηλά προς τη γυναικεία φύση της, είχε ακούσει από τους πολεμιστές στην εκστρατεία όταν μιλούσαν τα βράδια γύρω από τη φωτιά ότι άρεσε πολύ στις γυναίκες αυτό.

-Όταν πας με μια γυναίκα να βεβαιώνεσαι πρώτα ότι δε σκοπεύει να σε μαχαιρώσει μόλις χαλαρώσεις.

Ο Σάι τινάχθηκε. Δίπλα στο κρεβάτι στεκόταν ο Βίλνους με τη σπάθα στο χέρι να σημαδεύει το λαιμό της γυναίκας. Ο Σάι σηκώθηκε από το κρεβάτι κοιτώντας τη γυναίκα σαν να μην ήταν πια μια ποθητή ερωμένη αλλά κάποιο τρομερό ον. Ο Βίλνους τράβηξε το σεντόνι από την άκρη του κρεβατιού όπου είχε χωμένο το ένα της χέρι και αποκαλύπτοντας ένα κοφτερό μαχαίρι.

-Γιατί να με σκοτώσεις; είπε ο Σάι.

-Για το γεμάτο πουγκί, είπε εκείνη.

Ο Βίλνους κούνησε το κεφάλι του. Ύστερα με μια απότομη κίνηση βύθισε την αιχμή της λάμας στο λαιμό της. Η γυναίκα σπαρτάρισε μια στιγμή και έμεινε ακίνητη.

-Άλλη φορά να προσέχεις περισσότερο, είπε ο πολεμιστής στον νεαρό άνδρα.

-Ευχαριστώ Βίλνους, πως το έμαθες;

-Σε αναζήτησα γιατί βρέθηκε μια δουλειά για εμάς και μαθαίνοντας με ποια είχες φύγει από το καπηλειό βιάστηκα γιατί ήξερα ότι κινδυνεύεις. Είχε μια φήμη η συγκεκριμένη γυναίκα.

-Τι δουλειά; Που πάμε;

-Βόρεια, στο Ακροπύργιο Βάνγκαρντ. Προς το παρόν πάμε στο πανδοχείο της Βέρθρα, έχω μαζέψει και τους υπόλοιπους. Αφού κάνουμε μια στάση στο Καπηλειό του Ταξιδευτή εδώ πιο κάτω.

-Γιατί;

-Πιστεύω ότι έχει πάει εκεί η Αδάρα για διασκέδαση.

-Δηλαδή για να παλέψει.

-Αυτό ακριβώς, είπε ο Βίλνους με ένα χαμόγελο.

Το καπηλειό ήταν ένα μικρό πέτρινο οικοδόμημα με καρέκλες και τραπέζια γύρω γύρω με τους συνδαιτημόνες να τρώνε και να πίνουν ενώ παρακολουθούσαν αγώνες αντιπάλων που γίνονταν σε μια εξέδρα στο κέντρο του χώρου.

Αυτή τη στιγμή στο κέντρο βρίσκονταν ένας σωματώδης άνδρας και μια γυναίκα που δεν ήταν το ίδιο ογκώδης αλλά ήταν ψηλή και γεροδεμένη. Ο Βίλνους σταμάτησε και την κοίταξε. Αυτή ήταν η Αδάρα, μια πολεμίστρια από τους νομάδες της Κεμί είχε αφήσει την πατρίδα της χρόνια πριν και είχε ακολουθήσει τον Βίλνους στα μήκη και τα πλάτη της Έρεμορ. Ο Σάι κοίταξε την Αδάρα με ένα βλέμμα έκπληξης αλλά και σαγήνης. Ο Βίλνους χαμογέλασε, η Αδάρα ήταν ντυμένη πάντα με τα ρούχα της από δέρμα που δεν επέτρεπαν ιδιαίτερη θηλυκότητα αλλά τώρα ήταν σχεδόν ολόγυμνη. Φορούσε μόνο ένα εσώρουχο γύρω από τα λαγόνια της και ένα πανί που συγκρατούσε τα σφιχτά, γεμάτα στήθη της. Για τον νεαρό πολεμιστή ήταν ένα ελκυστικό θέαμα και ο Βίλνους ήταν σίγουρος ότι πολλοί θεατές αντί να παρακολουθούν την μονομαχία θα κοιτούσαν το γεροδεμένο σώμα της νομάδα.

Εκείνη τη στιγμή με μια δυνατή γροθιά, η οποία έσπασε τη μύτη του αντιπάλου της με ένα ηχηρό κρακ, η Αδάρα ξάπλωσε κάτω τον αντίπαλό της κερδίζοντας τον αγώνα. Η νομάδας πήγε σε ένα κοντινό τραπέζι και πήρε μια κούπα μπύρα που την άδειασε μονορούφι. Στην πατρίδα της δεν υπήρχαν καλλιέργειες και δεν υπήρχαν και ποτά ως εκ τούτου αλλά στα χρόνια που πολεμούσε με τον Βίλνους είχε μάθει να πίνει μπύρα και της άρεσε.

Ο Βίλνους την πλησίασε ενώ άφηνε την κούπα πίσω στο τραπέζι.

-Βίλνους, είπε εκείνη με έκπληξη. Δεν περίμενα να σε ξαναδώ τόσο σύντομα.

-Βρέθηκε μια δουλειά.

-Πολύ ωραία, να πάω λίγο στα λουτρά και να ντυθώ και θα μου πεις.

 

Το πανδοχείο της Βέρθας ήταν ένα μεγάλο κτίσμα με ισόγειο και πρώτο όροφο, ένα από τα πιο καλοφτιαγμένα και διατηρημένα κτήρια της πόλης. Ο Βίλνους παραμέρισε την μεγάλη δίφυλλη πόρτα και μπήκε ακολουθούμενος από τον Σάι. Βρέθηκαν στην μεγάλη σάλα του πανδοχείου όπου βρίσκονταν μαζεμένοι πάνω από πενήντα άνδρες. Καθισμένοι στα τραπέζια περίμεναν την άφιξή του.

Μπροστά μπροστά, κοντά στον πάγκο του πανδοχέα ήταν μαζεμένοι οι συνήθεις σύντροφοί του στις εκστρατείες. Ο Σοκάρ Σαλάγια, που υπηρετούσε ως υπαρχηγός του, η μάγισσα Σέλμιορ και ο δίδυμος αδερφός της και επίσης μάγος Ράουμας, ο πολεμιστής Ντενάουμπις και ο πρώην κλέφτης, πειρατής και πολεμιστής Ντρέηκ. Μιλούσαν με τους υπόλοιπους και τους προέτρεπαν να περιμένουν την επιστροφή του Βίλνους για να μάθουν γιατί τους είχε μαζέψει.

-Θα έρθει και θα μας εξηγήσει! έλεγε με τη βαθιά του φωνή ο Ντενάουμπις.

Ο Βίλνους προχώρησε και τον ακολούθησε η Αδάρα και ο Σάι. Πολλοί τον αντελήφθησαν και άρχισαν να απευθύνουν σε αυτόν τις ερωτήσεις. Εκείνος σήκωσε τα χέρια ψηλά ζητώντας ησυχία ως που έφτασε μπροστά και είπε:

-Λοιπόν, μαζευτήκατε εδώ όλοι όσοι δεν προλάβατε να φύγετε από την πόλη.

Αυτό ήταν αλήθεια. Είχε μαζέψει τους μισούς από τις ταβέρνες και τα κακόφημα σπίτια της πόλης και τους υπόλοιπους από την τοπική φυλακή όπου είχαν καταλήξει μετά από καυγάδες. Συνέχισε:

-Υπάρχει μια δουλειά για’ μας στο Ακροπύργιο Βάνγκαρντ με καλή αμοιβή. Πόσοι είστε μαζί μου;

Μια ομαδική ιαχή ακούστηκε και ο Βίλνους χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι του. Η φήμη του σαν πολεμιστή και ηγέτη είχε κάνει τους άνδρες να τον εμπιστεύονται πάντα.

Καταγράφηκαν όλοι στο έγγραφο στρατολόγησης, ήταν 58 άνδρες και ο Βίλνους τους χώρισε σε τρεις ομάδες, δυο από δεκαεννιά πολεμιστών και μια με είκοσι. Στην πρώτη με τους δεκαεννιά είχε μαζέψει και όσους είχαν τόξα ή άλλο τηλέμαχο όπλο όπως η βαλλίστρα. Σε αυτήν θα ανήκε και ο Σάι.

-Ντενάουμπις θα είσαι επικεφαλής της τρίτης ομάδας, Αδάρα της δεύτερης, Ντρέηκ της πρώτης, Σοκάρ έλεγξε εξοπλισμό και προμήθειες. Θα ξεκινήσουμε με το πρώτο φως της αυγής.


Το Ακροπύργιο Του Θανάτου 1

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ι

 

Σκοτάδι επικρατούσε στο μεγάλο θολωτό δωμάτιο, ένα σκοτάδι που ίσα κάπως διαλυόταν από το φως του δαυλού που κρατούσε. Το πάτωμα έτριζε κάτω από τα πόδια του, είχε σχηματιστεί πάγος. Αυτό το περίμενε, ήταν ήδη χειμώνας η χειρότερη εποχή σε αυτές τις περιοχές της Έρεμορ. Αυτό που δεν περίμενε ήταν το δωμάτιο να είναι άδειο. Περίμενε να δει σωρούς από χρυσάφι, νομίσματα και πολύτιμα σκεύη, λάφυρα των τόσων πολέμων των Φενρίρ. Άκουσε ένα θόρυβο κάπου στο βάθος. Βήματα και μια απαλή ανάσα.

-Ποιος είναι εδώ; ρώτησε. και ένας βασανισμένος στεναγμός ήρθε για απάντηση από το βαθύ σκοτάδι.

Μια μορφή αναδύθηκε από το σκοτάδι. Ήταν μια γυναίκα αλλά θύμιζε περισσότερο σκελετό, το σώμα της ήταν αποστεωμένο, τα κόκαλα διαγράφονταν κάτω από το δέρμα που τεντωνόταν πάνω τους. Φορούσε έναν τελετουργικό μαύρο μανδύα με αποκρυφιστικά σύμβολα κεντημένα με ασημένια κλωστή. Άκουσε θόρυβο και στράφηκε πίσω του. Δεν είδε τίποτα και γύρισε στην γριά. Μόνο που τώρα δεν ήταν μια γριά που στεκόταν μπροστά του. Ήταν μια πανέμορφη γυναίκα με πληθωρικό κορμί που ξεχείλιζε από τον μανδύα.

-Μια προφύλαξη… Για τους Φενρίρ, του είπε. Έλα κοντά μου.

Δεν μπορούσε να αντισταθεί στο κάλεσμά της. Δεν ήθελε να αντισταθεί.

Ο δαυλός έπεσε από το χέρι του ακολούθησε και το σπαθί, δεν άκουσε καν τον κρότο που έκανε στο πέτρινο δάπεδο.

Στάθηκε μπροστά στη γυναίκα. Εκείνη του χαμογέλασε μαργιόλικα.

-Έλα, του είπε.

Εκείνος την αγκάλιασε.

-Με το αίμα σου ξανανιώνω, με την ψυχή σου δυναμώνω, πρόφερε η γυναίκα και τον φίλησε στο στόμα. Εκείνος παραδόθηκε στο φιλί με ευχαρίστηση.

Κάτι δεν πήγαινε καλά, ωστόσο. Ένιωθε όλο και περισσότερο να εξασθενεί, τα πόδια του δεν τον κρατούσαν σαν να ήταν φτιαγμένα από πηλό που έλιωνε. Η γυναίκα ήταν και πάλι γριά, ένα τρομακτικό σκέλεθρο που απομυζούσε την ζωή από μέσα του. Προσπάθησε να αποτραβηχτεί μα ήταν αδύνατο. Η γριά ρούφηξε την ζωή από μέσα του. Τον κατάπιε το απύθμενο σκοτάδι του θανάτου και δευτερόλεπτα αργότερα το σώμα του είχε γίνει σκόνη.

Η γριά στάθηκε παραπαίοντας σαν να ήταν έτοιμη να σωριαστεί αν και με κάθε βήμα φαινόταν να σταθεροποιείται. Ο χιτώνας έπεσε από πάνω της αποκαλύπτοντας το σκελετωμένο σώμα της, σκεβρωμένο από τους αιώνες, ισχνό και στεγνό σαν να ήταν κάτω από τον καυτό ήλιο της Αλμυρής Ερήμου για καιρό.

Κάτω από το δέρμα της φαινόταν κίνηση, σαν να την διέτρεχαν σκουλήκια ή φίδια και την άλλαζαν. Η διαδικασία όμως δεν έδειχνε να της προκαλεί πόνο, κάθε άλλο. Μαλλιά εμφανίστηκαν στο σχεδόν γυμνό κρανίο και μάκρυναν, πυρόξανθα με απαλούς βοστρύχους. Τα μάτια της έπαψαν να είναι γαλακτώδη, τυφλά, έγιναν πράσινα με ένα σπινθηροβόλο σκληρό βλέμμα. Χαμογέλασε και το στόμα της ήταν γεμάτο τέλεια λευκά δόντια. Χάιδεψε ικανοποιημένη τα λεία και αψεγάδιαστα μάγουλά της. Αυτό που ήταν πρώτα ένα σκέλεθρο τώρα γινόταν δεμένο, χυμώδες κορμί με δέρμα στο χρώμα του μελιού. Το δέρμα γινόταν τέλειο και αρυτίδιαστο, τα μέχρι πριν λίγο κρεμασμένα, μαραζωμένα στήθη είχαν γίνει στητά και προκλητικά.

Πλησίασε την έξοδο της σπηλιάς και αμέσως ένα ισχυρό μαγικό πεδίο έλαμψε κλείνοντάς της το δρόμο. Σήκωσε το χέρι της και πρόφερε ένα ξόρκι. Το πεδίο έλαμψε πάλι αλλάζοντας χρώμα. Έγινε πορφυρό, το χρώμα του αίματος, το χρώμα της αποπλάνησης.


 

ΙΙ

 

Η ταβέρνα ήταν πολύβουη, οι θαμώνες μιλούσαν μεταξύ τους δυνατά και φώναζαν τις παραγγελίες τους στην ταβερνιάρισσα και τις σερβιτόρες ακόμα πιο δυνατά. Οι μυρωδιές από τα ψητά κρέατα και τις πικάντικες σάλτσες συναγωνίζονταν την οσμή των ξύλων στην φωτιά από τα δύο τζάκια στους αντικρινούς τοίχους και τον καπνό που παρήγαγαν αυτές οι φωτιές.

Δεν ήταν περίεργο που η αίθουσα ήταν γεμάτη. Η Χρυσή Κούπα ήταν η καλύτερη ταβέρνα του Βίναλοντ και με τον χειμώνα να έχει προχωρήσει τόσο πολύ ήταν από τα λίγα μέρη της πόλης που μπορούσαν να πάνε όσοι ήθελαν να αφήσουν για λίγο το σπίτι.

Αντίθετα με τους περισσότερους από τους πελάτες της ταβέρνας, ο Καλ Μαλγκοράν καθόταν μόνος του σε ένα γωνιακό τραπέζι, σχεδόν δίπλα στο τζάκι, με αποτέλεσμα να είναι κρυμμένος στην σκιά. Δεν τον πείραζε, είχε επιδιώξει να κάτσει σε αυτό το τραπέζι αφού ήθελε να κάνει συναλλαγές που δεν ήταν συνετό να τις δουν πολλοί. Κοίταξε γύρω του για τον άνθρωπο που είχε έρθει να συναντήσει. Δεν ήταν εδώ. Θα είχε καθυστερήσει, αναρωτήθηκε πού. Από όσο ήξερε, ο Βίλνους Ντρομέθια δεν είχε κανέναν στην πόλη, δεν ήταν από αυτά τα μέρη και δεν ήξερε ψυχή εδώ.

Βέβαια υπήρχαν μέρη όπου ένας άνδρας μπορούσε να βρει όση οικειότητα θα ήθελε, αλλά είχε μάθει ότι ο Βίλνους είχε άλλη άποψη για την επαφή με τις γυναίκες και δεν ήθελε την πληρωμένη ηδονή των πορνείων. Δεν τον ενδιέφερε, αρκεί που θα έκανε την δουλειά που τον χρειαζόταν.

Εκείνη ακριβώς την στιγμή ο πολεμιστής πέρασε την πόρτα της ταβέρνας. Ήταν ψηλός, πιο ψηλός από τους δύο μπράβους που η ταβερνιάρισσα είχε για να βοηθάνε στην τήρηση της τάξης και να αποφεύγονται επιζήμιοι για την ταβέρνα καυγάδες, και γεροδεμένος, κάτι που δεν έκρυβε το παντελόνι και το χιτώνιο που φορούσε κάτω από τον μανδύα που έβγαλε μπαίνοντας. Είχε ξανθά μαλλιά κομμένα κοντά και ένα σοβαρό πρόσωπο στο οποίο δέσποζαν δύο γαλανά μάτια με διαπεραστικό βλέμμα, τυπικό παρουσιαστικό βόρειου. Δεν φορούσε θώρακα αλλά στο πλευρό του ήταν θηκαρωμένη μια βαριά σπάθα. Τον εντόπισε και πλησίασε προς το μέρος του. Το παρουσιαστικό και το μέγεθός του βοηθούσε να ανοίγει εύκολα δρόμο και δεν άργησε να φτάσει στον Καλ.

Όπως και ο ίδιος ο Καλ, δεν ήταν ντόπιος. Αλλά αν ο Καλ ήταν από την γειτονική Οπέλια, ο Βίλνους Ντρομέθια ήταν από την μακρινή Αϊόνα, την πατρίδα των περισσότερων μισθοφόρων στην Έρεμορ. Προφανώς βρισκόταν εδώ πολεμώντας για τον αυτοκράτορα Αλέξανδρο στους συνεχείς πολέμους της με τους Φενρίρ.

Ο μισθοφόρος κάθισε βαριά απέναντι στον Καλ και έριξε τον μανδύα του στην άδεια καρέκλα από την άλλη πλευρά του τραπεζιού. Ο Καλ έριξε μια ματιά στον πολεμιστή. Διέκρινε το κορδόνι ενός φυλακτού να κατεβαίνει από τον λαιμό του και να χάνεται μέσα στο χιτώνιό του και το πουγκί που ήταν δεμένο στη ζώνη του. Δεν κουβαλούσε τίποτα άλλο. Ικανοποιημένος από την πρώτη εντύπωση ύφανε ένα ξόρκι που θα κρατούσε την συνομιλία τους μυστική.

-Φοβάσαι μήπως μας ακούσει κάποιος μέσα σε αυτήν την φασαρία; σάρκασε ο Βίλνους.

Ο Καλ δεν απάντησε αμέσως. Αναρωτήθηκε αν ο άνδρας απέναντί του συμπέρανε με την λογική τι είχε κάνει ή είχε αναγνωρίσει το ξόρκι. Αν ναι, ήταν χρήστης της τέχνης ή απλά ήξερε να αντιλαμβάνεται κάποια πράγματα και τι ακριβώς ήταν; Αποφάσισε πως δεν ήταν του παρόντος και απάντησε:

-Δεν είναι να εμπιστεύεσαι εδώ μέσα, και οι τοίχοι έχουν αυτιά. Ένας που καμώνεται τον μεθυσμένο δεν είναι απαραίτητα και οι σερβιτόρες έχουνε σίγουρα καλή ακοή και ξεχωρίζουν τις φωνές.

-Μπορεί, πες μου λοιπόν γιατί με ζήτησες και θέλεις να μην μπορεί να μας ακούσει κανείς;

-Είσαι πολεμιστής με αξιόλογη φήμη, Βίλνους, θέλω να κάνεις κάτι για εμένα.

-Σαν τι; είπε κοφτά ο πολεμιστής.

-Έχεις ακουστά το κάστρο του Χάλθαρκ;

-Το Ακροπύργιο Βάνγκαρντ, είπε ο πολεμιστής βλοσυρά, ακόμα και εγώ που δεν είμαι από εδώ το έχω ακουστά. Ήταν το απώτατο προς βορρά σημείο του βασιλείου αλλά τώρα είναι στο έδαφος των Φενριρ και σαν να μην είναι αυτό αρκετό, λέγεται ότι μέσα του ζουν ανήκουστοι τρόμοι. Γιατί εντάξει οι Φενρίρ είναι επικίνδυνος εχθρός αλλά είναι άνθρωποι θνητοί, πεθαίνουν όπως ο καθένας μας από ένα σπαθί. Εκεί μέσα, όμως, λένε ότι υπάρχουν όντα που δεν αρκεί ένα σπαθί για να τα σκοτώσεις.

-Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα εκεί. Μια κρύπτη, μια κρύπτη θαμμένη στα υπόγεια του κάστρου. Μια που ακόμα και οι Φενρίρ δεν μπόρεσαν να βρουν. Μέσα σε αυτή βρίσκεται μια υπέροχη γυναίκα, μια πραγματική καλλονή, μια παρθένα που περιμένει εμένα, μαζί με ένα θάλαμο θησαυρούς. Είναι και αυτή ένας θησαυρός, ο πιο πολύτιμος. Φέρε τη σε’ μένα, σώα και αβλαβή και ανέγγιχτη! Κράτα όλα τα υπόλοιπα για εσένα. Και δεν θα χάσεις, είναι πολλά!

-Μια γυναίκα; Από πότε; Οι Φενρίρ κατέχουν την περιοχή πάνω από έναν αιώνα τώρα.

-Είναι μια μαγική φυλακή, την κρατάει νέα και αγέραστη. Αυτή είναι η κατάρα της, είναι εκεί κλεισμένη με τους θησαυρούς της, μια πριγκίπισσα από τα παλιά. Δεν θα πεθάνει αλλά είναι αιώνια φυλακισμένη.

Ο πολεμιστής το σκέφθηκε. Είχε μόλις γυρίσει από μια νικηφόρα εκστρατεία με τον Αλέξανδρο εναντίον των Φενρίρ και ήθελε να επιστρέψει στην δική του πατρίδα ως την άνοιξη που θα συνεχιζόταν η εκστρατεία εναντίον τους, αλλά μερικά λάφυρα ακόμη δεν θα ήταν άσχημη ιδέα. Ωστόσο είχε πληρώσει τους άνδρες και τους είχε αφήσει να φύγουν εκτός από κάποιους που ταξίδευαν μαζί του και η εποχή ήταν προχωρημένη για να πάνε βόρεια.

-Θα γυρίσω την άνοιξη, είπε.

-Πρέπει να γίνει τώρα! είπε ο Καλ. Δεν μπορώ να περιμένω.

-Γιατί δεν πας τότε εσύ; Δεν είσαι μάγος;

-Γιατί κανείς δεν γύρισε από εκεί και εγώ είμαι μάγος αλλά δεν είμαι πολεμιστής και η μαγεία μου δεν είναι πολεμική.

-Αν είναι θέμα μαγείας, γιατί δεν ζητάς την βοήθεια της Αδελφότητας του Κρυστάλλινου Σκήπτρου;

-Δεν θέλω να ανακατευτώ με τους μάγους της Αδελφότητας. Απαγορεύουν ακόμα και την αναφορά στο κάστρο. Εσύ έχεις όμως μαζί σου δύο, έτσι δεν είναι; Θα σας πληρώσω καλά, και θα πάρετε τους θησαυρούς από την κρύπτη, εγώ θέλω μόνο την γυναίκα. Η Αδελφότητα δεν χρειάζεται να το μάθει και θα βγούμε όλοι κερδισμένοι.

Ο πολεμιστής συνοφρυώθηκε. Έριξε μια ματιά γύρω στους θαμώνες που έρχονταν και έφευγαν απορροφημένοι από τις συζητήσεις τους, το καλό φαγητό και την πλούσια, αφρώδη μπίρα. Όλα όπως έπρεπε. Εκτός από την πρόταση του Καλ, δεν του άρεσε αυτή. Ήταν ωστόσο και μια καλή ευκαιρία.

-Πέρα από το Υψίκωμο δεν πάνε τα άλογα, είπε, θα έχει πέσει χιόνι πλέον και θα έχει παγώσει, θα χρειαστούν έλκηθρα.

-Θα το φροντίσω εγώ αυτό, είπε ο μάγος, είσαι μέσα;

-Είσαι σίγουρος για την αμοιβή μου;

-Σου είπα, μπορείς να πάρεις τους θησαυρούς, είμαι ήδη πάμπλουτος δεν τους χρειάζομαι, είπε ο Καλ και πρόσθεσε με εμφανή ένταση, εγώ θέλω μόνο εκείνη.

Η φράση αυτή έκανε τον Βίλνους να αναρωτηθεί ξανά σε τι θα έμπλεκε. Αλλά πάλι χωρίς κίνδυνο κανείς δεν κέρδισε ποτέ τίποτα αξιόλογο.

-Και αν αυτοί καταστραφούν ή χαθούν;

-Θα σου δώσω εγώ χρήματα, όπως είπα. Θα το κάνεις;

-Ναι, είπε ο Βίλνους. Θα ξεκινήσουμε με το πρώτο φως της αυγής.