Μέρες Του Φθινοπώρου 27

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Εικοστό Έβδομο

 

Ο Μιχάλης καταλάβαινε την έκδηλη πικρία της Φοίβης και στο μυαλό του είχε ήδη τι θα έπρεπε να κάνει. Αλλά προείχε η κοπέλα μπροστά του.

-Ναι, πιστεύω ότι αξίζει να ζήσεις για σένα, για να μην επιτρέψεις να σε οδηγήσουν στον θάνατο οι συμπεριφορές ανθρώπων που δεν στάθηκαν αντάξιοι της εμπιστοσύνης σου και του ρόλου που είχαν στην ζωή σου.

-Πολύ που θα τους νοιάξει…

-Ζήσε για τον εαυτό σου, γι’ αυτό που μπορεί να γίνεις. Για το όποιο επίτευγμα μπορείς να πετύχεις!

-Τι θα μπορούσα να πετύχω;

-Δεν ξέρεις ποτέ αν δεν προσπαθήσεις.

-Ούτε καν τις σπουδές μου δεν ολοκλήρωσα.

-Δεν σε εμποδίζει κανένας να το κάνεις. Τι σπούδαζες;

-Ιστορική έρευνα και αρχαιολογία. Η μητέρα μου το έβρισκε περιττό και όταν ο Βασίλης με ζήτησε, με μεγάλη χαρά έκανε τους αρραβώνες μας και μετά οι σπουδές πήγαν περίπατο.

-Καταλαβαίνω. Αλλά μπορείς να συνεχίσεις. Και βρίσκεσαι και στο κατάλληλο μέρος πρέπει να πω.

-Γιατί;

-Αυτό το πλοίο είναι ερευνητικό.

-Νόμιζα ότι ήταν πολεμικό.

-Ήταν, όχι πλέον.

-Και κάνετε έρευνα; Εδώ;

-Ψάχνουμε μια καραβέλα του μεσαίωνα.

Η κοπέλα χαμογέλασε.

-Θα ήταν ενδιαφέρον… Σε μια άλλη ζωή.

-Μην τα παρατήσεις. Ξέρω ότι έρχονται στιγμές που φαίνεται ελκυστική αυτή η παραίτηση και η παράδοση αλλά δεν είναι παρά μια απατηλή αίσθηση που φέρνουν οι δυσκολίες.

-Θα μου πεις ότι μπορώ να το ξεπεράσω; Το έχεις κάνει; Να ζήσεις μια τέτοια θλίψη και να καταφέρεις να συνεχίσεις;

 Ο Μιχάλης κοίταξε το πάτωμα και όταν το βλέμμα του ξαναγύρισε στην Φοίβη ήταν σκοτεινιασμένο από τον πόνο του παρελθόντος.

-Η πρώτη κοπέλα που αγάπησα πέθανε στα χέρα μου, άρρωστη από ένα σπάνιο σύνδρομο και όταν αγάπησα ξανά, η κοπέλα αυτή δολοφονήθηκε.

-Λυπάμαι! Λυπάμαι πολύ!

Η Φοίβη ανακάθισε φανερά ταραγμένη.

-Με συγχωρείς, είπε. Δεν ήθελα να στο θυμίσω… Δεν…

-Δεν πειράζει, είπε ο Μιχάλης. Απλά σκέψου το, δεν πρέπει να αφεθείς στην αυτολύπηση. Αν μπόρεσα να συνεχίσω εγώ, μπορείς και εσύ.

Ο Μιχάλης σηκώθηκε.

-Ξεκουράσου τώρα, θα επιστρέψω σύντομα.

Η Φοίβη ξάπλωσε και πάλι:

-Ευχαριστώ.

-Μην με ευχαριστείς, δεν χρειάζεται. Σκέψου τι θέλεις να κάνεις και θα σε βοηθήσουμε.

Ο Μιχάλης βγήκε από το αναρρωτήριο και βρήκε τον Γουίλλιαμ να τον περιμένει.

-Πάμε για μια βόλτα στην στεριά; τον ρώτησε.

 

Ο Ρωμανός διαπίστωσε ότι τον είχαν κρατήσει ο Αλέξης Δελμάρ και ο Θεοδώρου.

-Ρωμανέ, τι έγινε εδώ πέρα; ρώτησε ο καθηγητής. Γιατί αρπαχτήκατε;

-Γιατί το καθίκι αυτό, πήγε να χτυπήσει την Ελπίδα με την πρόκα που είχε στο χέρι του.

-Είναι αλήθεια; ρώτησε ο καθηγητής τον Δημήτρη.

-Δεν θα της την κάρφωνα, είπε εκείνος ξινά, ένα τσιμπιματάκι θα της έκανα. Έτσι για να μην μας το παίζει δεσποινίς Τέλεια.

Ο Θεοδώρου τον κοίταξε.

-Στην κατάστασή της αυτό το τσιμπιματάκι που λες θα μπορούσε να την σκοτώσει. Προχώρα για το γραφείο, το θέμα θα το διευθετήσει ο κύριος διευθυντής αλλά φοβάμαι ότι θα έχεις την τιμή της πρώτης αποβολής της χρονιάς.

Ο Ρωμανός έκανε πίσω και στράφηκε στην Ελπίδα που τώρα έτρεμε έχοντας συνειδητοποιήσει σε ποιον κίνδυνο είχε βρεθεί.

-Γιατί; είπε στον Δημήτρη με τρεμάμενη φωνή, τι σου έκανα; Δεν σε έβλαψα ποτέ.

Ο Θεοδώρου ένευσε στον Δημήτρη να προχωρήσει, ενώ χτυπούσε το κουδούνι, και είπε στον Ρωμανό.

-Καθήστε λίγο να ηρεμήσει και πάτε μετά για μάθημα.

-Εντάξει, ευχαριστώ, κύριε.               

 

-Συγγνώμη, κυρία Κόρβου, σας ζητάει ένας κύριος σχετικά με την κόρη σας.

Η Μάρθα αναρωτήθηκε ποιος μπορεί να την ζητούσε πρωί πρωί. Είχε περάσει μια νύχτα με άγριο σεξ με τον Βασίλη που ήταν τώρα ξαπλωμένος δίπλα της και δεν είχε καν αντιληφθεί μέχρι προ ολίγου ότι η κόρη της δεν είχε επιστρέψει. Χαμένη στην δική της ηδυπάθεια, είχε υποθέσει ότι και η κόρη της κάπου γλεντούσε.

-Θα τον δεχτώ στο δωμάτιό μου, είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Φόρεσε μια ρόμπα και προχώρησε στο σαλόνι. Κάθισε στο μεγάλο τραπέζι, όπου της είχαν ήδη φέρει πρωινό, και γέμισε μια κούπα με καφέ. Ήπιε λίγο ενώ ο Βασίλης ερχόταν να καθίσει δίπλα της. Ο επισκέπτης δεν άργησε να της χτυπήσει την πόρτα και η Μάρθα του είπε να περάσει. Βιαζόταν να τον ξαποστείλει, ο Βασίλης είχε βάλει το χέρι του στο πόδι της και παραμερίζοντας την ρόμπα χάιδευε το γυμνό μηρό της προχωρώντας προς τη μέσα πλευρά του ποδιού.

Ο Μιχάλης μπήκε και στάθηκε. Η Μάρθα τον κοίταξε εξεταστικά αλλά δεν της θύμισε τίποτα παρότι μια εβδομάδα νωρίτερα είχε προσπαθήσει να του προκαλέσει ένα ατύχημα ελαφρά τη καρδία. Αντίθετα το μυαλό της ήταν στο χέρι του Βασίλη που είχε ανέβει ψηλότερα εξερευνώντας την με πρόστυχη άνεση.

-Λοιπόν; είπε με φωνή βραχνή από την διέγερση που άρχισε να νιώθει, είπατε ότι με θέλετε για την κόρη μου.

-Ξέρετε πού είναι;

-Έξω, κάνει τη ζωή της. Έχουμε έρθει να απολαύσουμε την ζωή μας, δεν της κάνω έλεγχο.

-Η κόρη σας έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, είπε ο Μιχάλης και εξήγησε τι είχε συμβεί αφήνοντας έξω την συζήτηση που είχε μαζί της.

-Μάλλον είχε ένα ατύχημα, είπε η Μάρθα. Αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί.

-Η Φοίβη δραματοποιεί συχνά τα πράγματα.

-Και εσείς είστε…

-Ο μνηστήρας της.

Ο Μιχάλης κούνησε το κεφάλι του, το είχε φανταστεί αλλά ήθελε να είναι σίγουρος.

-Η Φοίβη έκανε απόπειρα αυτοκτονίας. Το ξέρω.

-Σας είπε και το γιατί; ρώτησε η Μάρθα ειρωνικά.

-Ναι, είπε ο Μιχάλης παγερά. Σας έπιασε στο κρεβάτι μαζί. Κάτι που δεν με εκπλήσσει μιας και τώρα έχετε το χέρι σας ανάμεσα στα πόδια της πεθεράς σας.

-Πότε; είπε η Μάρθα ενώ ο Βασίλης τραβούσε το χέρι του από το σώμα της καταρώμενος την αντανάκλαση στην μπαλκονόπορτα που είχε αποκαλύψει στον επισκέπτη τους τι έκανε.

-Έχει σημασία; είπε ο Μιχάλης. Ντυθείτε και πάμε να τη δείτε. Φέρτε της και κάποια ρούχα γιατί αυτά που φορούσε καταστράφηκαν.

Οι δύο τους έφυγαν στα δωμάτιά τους για να ντυθούν και ο Μιχάλης έμεινε στο σημείο που στεκόταν περιμένοντας.

Μόλις ετοιμάστηκαν, τους οδήγησε στο φουσκωτό που τους περίμενε για να πάνε στο πλοίο. Στη σύντομη διαδρομή ούτε η Μάρθα αλλά ούτε και ο εραστής της μίλησαν. Κοίταγαν ανήσυχοι τον Γουίλλιαμ που τους κοιτούσε βλοσυρά αν και η Μάρθα, αν δεν φοβόταν ότι είχε μπλέξει, θα είχε κάνει μια κίνηση για τον Βρετανό. Της άρεσε το γεροδεμένο σώμα του και φαντασιωνόταν ήδη τα χέρια του στους γοφούς της.

Το φουσκωτό έφτασε στο πλοίο και ανέβηκαν στο κατάστρωμα. Προχώρησαν στο εσωτερικό του πλοίου. Μόλις μπήκαν, ο Μιχάλης συνάντησε την Κλερ που τον αγκάλιασε και της το ανταπέδωσε με τρυφερότητα. Είδε την Μάρθα να κάνει μια γκριμάτσα απέχθειας και για την ενοχλήσει ακόμα περισσότερο, φίλησε με πάθος την αγαπημένη του στο στόμα.

-Πήγαινε μαζί της στο αναρρωτήριο, αγαπημένη μου, της ψιθύρισε, και μην την αφήσεις να κάνει οτιδήποτε στην Φοίβη.

-Να είσαι σίγουρος, ματάκια μου.

Ο Μιχάλης στράφηκε στον Βασίλη.

-Η Φοίβη παραπονέθηκε ότι είχε διαταραχθεί ο κύκλος του ύπνου της, και στις εξετάσεις αίματος που της κάνανε βρέθηκαν ίχνη από φάρμακα.

-Ε και;

-Ξέρετε κάτι γι’ αυτό; Μήπως τα χορηγήσατε εσείς για να κοιμηθεί;

-Αυτό είναι… είναι… ανήκουστο… δεν σας επιτρέπω! έκανε ο Βασίλης κόκκινος από θυμό.

-Αλήθεια; Γουίλλιαμ, ψάξτε τον.

-Δεν το δέχομαι, δεν…

Ο Βασίλης στράφηκε στον Βρετανό να διαμαρτυρηθεί αλλά η φωνή πνίγηκε στο λαιμό του καθώς βρήκε ένα πιστόλι να τον σημαδεύει.

-Δεν είμαστε εγκληματίες, είπε η Μάρθα να μας φερόσαστε έτσι. Ακόμα και αν κοιμόμαστε μαζί, είμαστε ενήλικοι άνθρωποι και δεν παραβιάσαμε κανέναν νόμο.

-Κανέναν, είπε ο Μιχάλης. Αλλά δεν μπορούσα στην ακτή να σας κατηγορήσω, χρειαζόμουν εισαγγελέα. Εδώ όμως δεν χρειάζομαι.

-Δεν βγήκαμε από τη χώρα, είπε η Μάρθα.

-Δεν βγήκαμε αλλά ένα πλοίο είναι έδαφος της χώρας της οποίας τη σημαία φέρει. Είσαστε σε Βρετανικό έδαφος. Επίσης σε ένα πλοίο, ο πλοίαρχος μπορεί να πάρει όποια μέτρα κρίνει απαραίτητα για την ασφάλεια του πληρώματος.

Ο Γουίλλιαμ έψαξε τον Βασίλη με γρήγορες κινήσεις και δεν άργησε να βρει δύο μικρά φιαλίδια που τα έδωσε στον Μιχάλη. Εκείνος τα κοίταξε προσεχτικά.

-Όπως το υποψιαζόμουν, είπε κοφτά. Πάρε τον στο αμπάρι ως που να τον πάρει η αστυνομία.

-Τι! Δεν…

-Αν ξαναμιλήσει, πυροβόλησέ τον.

-Δεν έχεις το δικαίωμα! φώναξε ο Βασίλης.

-Αν ξαναμιλήσει, κόψε του τα μπαλάκια, είπε ο Μιχάλης και εισέπραξε ένα χαμόγελο από τον Γουίλλιαμ.

Ο Βασίλης έκανε να διαμαρτυρηθεί αλλά ένα σπρώξιμο από τον Γουίλλιαμ  τον έκανε να το ξανασκεφτεί. Καθώς ο Γουίλλιαμ τον έσπρωχνε ξανά για να προχωρήσει, εκείνος έχασε την ψυχραιμία του. Έπεσε γονατιστός μπροστά στον Μιχάλη ενώ μια κηλίδα απλωνόταν στο παντελόνι του.

-Μη μου κάνετε κακό και θα μιλήσω. Θα τα πω όλα!

Ο Μιχάλης αντάλλαξε ένα απορημένο βλέμμα με τον Γουίλλιαμ και μετά είπε:

-Πάρτε τον και μάθετε τι άλλο έχει να πει, μετά θα δούμε τι θα κάνουμε με τις πληροφορίες.

 

Ο Ρωμανός και η Ελπίδα ήταν μόνοι τους στην αυλή μιας και όλοι είχαν μπει μέσα για μάθημα. Είχαν καθίσει στο συνηθισμένο τους σημείο για να ηρεμήσει η κοπέλα που είχε χωθεί στην αγκαλιά του αγαπημένου της. Εκείνος την κρατούσε πάνω του και την χάιδευε αφήνοντάς την να ηρεμήσει.

Στο τέλος το κατάφερε και η καρδιά της έπαψε να χτυπάει με το φρενιασμένο ρυθμό που είχε όταν συνειδητοποίησε σε ποιον κίνδυνο είχε βρεθεί. Ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του Ρωμανού και έμεινε εκεί προστατευμένη και ασφαλής.

-Πριν αυτός ο ηλίθιος μας προκαλέσει για άλλη μια φορά προβλήματα, είπε ο Ρωμανός, ήθελα να σου πω κάτι.

-Τι;

-Το Σάββατο το βράδυ θα κάνουμε μια γιορτή στο σπίτι, ένα δείπνο για να γιορτάσουμε.

-Γιατί; Είναι κάτι;

-Την Κυριακή, είναι η γιορτή της μητέρας μου, και το Σάββατο είπαμε να κάνουμε ένα τραπέζι. Φυσικά είσαι προσκαλεσμένη.

-Ευχαριστώ.

-Ε, τι θα κάναμε γιορτή και δεν θα σε καλούσα;

Ο Ρωμανός τη φίλησε και η Ελπίδα έκλεισε τα μάτια της. Ήταν ευτυχισμένη.

Μέρες Του Φθινοπώρου 26

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Εικοστό Έκτο

 

Η Φωτεινή ήταν καλή στα φιλολογικά μαθήματα γιατί της άρεσαν και τα έβρισκε πάντα ενδιαφέροντα αλλά σήμερα δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε όσα έλεγε ο Θεοδώρου. Το μυαλό της γύριζε στην αποκοτιά της πριν χτυπήσει το κουδούνι. Δεν ήξερε πώς θα το πάρει ο Αλέξης, που δεν είχε προλάβει να του εξηγήσει γιατί τον είχε φιλήσει, και δεν ήθελε να υπάρξει καμία παρεξήγηση ανάμεσά τους. Δεν ήξερε τι θα σκεφτόταν ακόμα και ο Ρωμανός. Ούτε καν στην Ελπίδα που ήταν δίπλα της δεν είχε μπορέσει να εξηγήσει.

Από την άλλη πλευρά, η ξινισμένη έκφραση της Νίκης που είχε δει τα κουτσομπολιά της να πηγαίνουν χαμένα και είχε μάλιστα εισπράξει, για πρώτη φορά στην ζωή της, ειρωνικά σχόλια, ήταν μεγάλη αποζημίωση και ηθική ικανοποίηση.

Μόλις χτύπησε το κουδούνι και σηκώθηκαν όλοι να βγουν έξω, η Νίκη ήρθε δίπλα της.

-Χάρισμά σου ο Δελμάρ, πού ξέρεις; Μπορεί να σε κάνει και γυναίκα και να μην είσαι πια η κυρία μη – μου – άπτου.

Η Φωτεινή τινάχθηκε όρθια με μάτια που άστραφταν από θυμό.

-Λες να μιμηθείς τον αδερφό σου, ειρωνεύθηκε η Νίκη, κάνε το και θα δούμε αν θα τη γλιτώσεις το ίδιο εύκολα. Εκείνος είχε την αρρωστιάρα για άλλοθι και ομολογώ ότι ήταν καλό, οι καθηγητές συγκινούνται με κάτι τέτοια.

-Θα σε ξεμαλλιάσω, είπε νευριασμένη η Φωτεινή.

-Για να μοιάζω με τη φίλη σου την αρρωστιάρα;

Η Φωτεινή χαστούκισε με δύναμη την Νίκη. Εκείνη έβγαλε μια άγρια, θυμωμένη κραυγή.

-Τι έκανες, μωρή βρόμα; Τώρα θα δεις τι θα πάθεις και όταν τελειώσω δεν θα θέλει να σε πηδήξει ούτε ζητιάνος στον Καρά Τεπέ.

Η Νίκη όμως δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει την απειλή της. Ένα χέρι την άρπαξε βίαια από τον ώμο και την τράβηξε μακριά. Εκείνη γύρισε να δει ποιος είχε τολμήσει να ανακατευτεί και βρέθηκε να αντικρίζει τον Αλέξη Δελμάρ. Παρότι εκείνος ήταν ήρεμος και η ίδια έξαλλη, συνειδητοποίησε ότι ο νέος απέναντί της ήταν εξαιρετικά οργισμένος και πισωπάτησε.

-Είπα κάτι χθες, είπε ο Δελμάρ. Διάλεξες να αγνοήσεις την προειδοποίηση. Τώρα θα υποστείς τις συνέπειες.

-Δεν έχω τίποτα μαζί σου, είπε η Νίκη, κάθε άλλο. Μου αρέσεις. Άσε με να την τακτοποιήσω και μετά κάνουμε μια κοπάνα και πάμε σπίτι μου και εκεί το διασκεδάζουμε. Σίγουρα χρειάζεσαι λίγη χαλάρωση στην αγκαλιά μιας αληθινή γυναίκας, όχι σαν αυτή εδώ.

-Εγώ πάλι προτιμώ αυτήν εδώ, γιατί όταν την φιλήσω δεν χρειάζεται να αναρωτιέμαι πόσοι έχουν προηγηθεί.

-Τη θες άσπιλη και αμόλυντη παρθένα; ειρωνεύτηκε η Νίκη.

-Όχι απαραίτητα, αλλά υπάρχει διαφορά μεταξύ μιας κοπέλας που είχε κάποια σχέση και μιας που είναι κοινόχρηστη περιουσία των αγοριών της περιοχής, ήρθε η πληρωμένη απάντηση.

Η Νίκη πάνιασε, με μια βαριά βλαστήμια έκανε μεταβολή και έφυγε.

Η Φωτεινή πήρε μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει και μετά στράφηκε στον Αλέξη.

-Ευχαριστώ, δεύτερη φορά που με ξεμπλέκεις.

-Η Νίκη θα έπρεπε να με ευχαριστεί κανονικά, αν δεν επενέβαινα εγώ θα την είχες δείρει. Αλλά ευχαρίστησή μου. Στο κάτω κάτω της γραφής, να μη βοηθήσω το κορίτσι που με υποδέχτηκε σήμερα στο σχολείο τόσο γλυκά;

Η Φωτεινή κοκκίνισε και ο Αλέξης συνέχισε:

-Αλήθεια τι ήταν αυτό το πρωί; Μου είπες θα μου εξηγήσεις.

Η Φωτεινή ένευσε.

-Ναι… είπε αργά. Πριν έρθεις άκουσα την Υανίκου… Την Υακ… Την Νίκη τέλος πάντων. Έλεγε ότι είσαι…

Η Φωτεινή έγλειψε τα χείλη της.

-Ότι είσαι…

-Έλα, πες το, την ενθάρρυνε ο Αλέξης. Τι είπε η σκρόφα για μένα;

-Ότι είσαι αδερφή.

Ο Αλέξης γέλασε και η Φωτεινή κοκκίνισε περισσότερο.

-Α έτσι είπε; Επειδή την απέρριψα;

-Την απέρριψες;

-Ήταν τις πρώτες μέρες μου εδώ πέρισυ. Άλλαζα ρούχα στην αποθήκη και ήρθε εκεί. Φορούσε ένα τοπ χωρίς σουτιέν από μέσα και μια φούστα κάτω από την οποία υπήρχε ένα ελάχιστο εσώρουχο. Της είπα όχι και της ζήτησα να φύγει αν δεν θέλει να ζητήσω να αποβληθεί. Προφανώς τώρα το πληρώνω.

-Φοβάμαι ότι φταίω εγώ.

-Γιατί;

-Θέλει να σε εκδικηθεί επειδή με βοήθησες, είπε με δυστυχισμένο ύφος η κοπέλα.

-Μπορεί, αλλά τι σχέση έχει το ότι είπε ότι είμαι αδερφή με το ότι με φίλησες;

-Δεν ήθελα να την πιστέψει κανείς… και σκέφτηκα να πω ότι δεν είσαι αλλά ο λόγος μου δεν μετράει απέναντι στης Νίκης. Και έτσι… σκέφτηκα… να το… δείξω… να το αποδείξω…

-Και με φίλησες.

-Ναι… είπε η Φωτεινή και έσκυψε το κεφάλι.

Ο Αλέξης έβαλε το χέρι του κάτω από το σαγόνι της και ανασήκωσε το κεφάλι της.

-Σε ευχαριστώ, είπε απαλά, ήταν πολύ γενναίο αυτό που έκανες.

Έσκυψε κοντά της, τα χείλη του χάιδεψαν τα δικά της απαλά.

Και η Φωτεινή ερωτεύθηκε μια και για πάντα.

 

Ο Μιχάλης κοίταξε την Φοίβη ξαφνιασμένος από την ερώτηση.

-Θα έπρεπε να σε αφήσω να πεθάνεις;

-Ναι, θα το ήθελα.

-Γιατί;

-Δεν έχω λόγο να συνεχίσω. Δεν έπρεπε να με σώσετε.

-Δεν ξέραμε τότε ότι θες να πεθάνεις, μπορούσες να είχες ένα ατύχημα.

-Αν το ξέρατε, θα με αφήνατε;

-Όχι, είπε ο Μιχάλης, δεν θα σε αφήναμε. Γιατί ήθελες να πεθάνεις;

-Δεν θα έχω κάποιο λόγο;

-Όχι, είπε ο Μιχάλης κοιτώντας την στα μάτια. Κανένας λόγος δεν είναι αρκετός για να θέλει κανείς να πεθάνει.

Ήταν το βλέμμα του που αναγνώρισε η Φοίβη.

-Έχουμε ξανασυναντηθεί… Πού;

-Στο αεροπλάνο για εδώ.

Η Φοίβη δεν μίλησε για λίγο. Τον θυμόταν γιατί θυμόταν το βλέμμα του από εκείνη τη μέρα όταν ακόμα ήταν απλά πιεσμένη, όταν δεν είχε δει την μητέρα της…

Έκλεισε τα μάτια της.

-Δεν είναι κανένας λόγος ικανός για να ζητήσει κανείς το θάνατό του;

-Όχι, έχω βρεθεί σε καταστάσεις απελπιστικές και δεν είπα ότι θα πρέπει να πεθάνω ακόμα και όταν ήμουν ανίατα άρρωστος.

-Αν ήταν ανίατη αρρώστια, πώς είσαι εδώ;

-Είσαι έξυπνη κοπέλα, ήταν ανίατη. Η ιατρική δεν μπορούσε να με σώσει, το έκανε ένα αλλόκοτο ατύχημα. Γι’ αυτό σου λέω ότι δεν πρέπει να απελπίζεσαι.

-Στάθηκες τυχερός. Αλλά αυτό… αυτό που με έφερε εδώ… δεν είναι αρρώστια. Δεν είναι κάτι που διορθώνεται.

Σταμάτησε για μια στιγμή και μετά ρώτησε:

-Αγαπάς την κοπέλα σου;

-Ναι, πάρα πολύ. Ελπίζω ότι θα κάνουμε οικογένεια μαζί.

-Την έχεις απατήσει ποτέ;

-Ποτέ, είπε ο Μιχάλης, δεν θα το έκανα αυτό σε μια κοπέλα. Δεν την αγαπώ αν το κάνω.

-Και έχετε κάνει έρωτα;

Ο Μιχάλης δεν περίμενε μια τέτοια ερώτηση. Η Κλερ έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί του:

-Απάντησέ της όποια και αν είναι η ερώτηση. Προσπαθεί να ξαναβάλει τον κόσμο σε σειρά που να βγάζει νόημα. Αλλά πρόσεχε, αγάπη μου, από την πορεία που παίρνει η συζήτηση καταλαβαίνω ότι αυτό που την οδήγησε στην απόγνωση ήταν σχετικό με τον έρωτα και φοβάμαι ότι ήταν κακοποίηση ή βιασμός.

Ο Μιχάλης ένευσε.

-Ναι, έχω κάνει έρωτα μαζί της. Πολλές φορές.

-Της έχεις επιβάλλει ποτέ κάτι;

-Τι εννοείς;

-Να της ζητήσεις στοματικό ή να την πάρεις από πίσω και να την έχεις αναγκάσει να το κάνει;

-Όχι, τη σέβομαι.

-Αν στο πρόσφερε, θα το έκανες;

-Όχι, το θεωρώ σιχαμένο.

-Εσύ μόνο, είπε με πίκρα η Φοίβη.

-Θέλεις να μου πεις τι συνέβη;

-Είμαι αρραβωνιασμένη, ήμουν θα έπρεπε να πω. Ο μνηστήρας μου με απάτησε...

-Λυπάμαι.

-… με τη μητέρα μου.

Η Φοίβη είδε την έκφραση του Μιχάλη και χαμογέλασε παρότι δεν υπήρχε ίχνος ευθυμίας σε αυτό το χαμόγελο.

-Ναι, τον βρήκα μαζί της και απολάμβανε την περιποίησή του…

-Του αξίζει μια τιμωρία.

Ο Μιχάλης θυμήθηκε τα ευρήματα του γιατρού και ρώτησε:

-Παίρνεις φάρμακα;

-Όχι, σκέφτηκα τα υπνωτικά, γιατί ο ύπνος μου έχει γίνει άστατος, αλλά δεν πήρα.

-Ο ύπνος σου ήταν άστατος;

-Ναι, κοιμόμουν και ξυπνούσα τις πιο αλλόκοτες ώρες. Το έκανα πιο εύκολο στον Βασίλη να…

Η φωνή της έσβησε και το βλέμμα της σταμάτησε στο πρόσωπο του Μιχάλη που είχε σκοτεινιάσει.

-Τι συμβαίνει; τον ρώτησε.

-Το έχω ξαναδεί αυτό, είπε εκείνος. Σε ναρκώνανε.

-Για να μπορούν να βγάλουν τα μάτια τους με την άνεσή τους… Επιμένεις ακόμα ότι έχω λόγο να ζήσω;

 

Ο Ρωμανός είχε βγει στο διάλειμμα με την Ελπίδα χωρίς να υποψιάζεται ότι η αδερφή του είχε πάλι μια κόντρα με την Νίκη. Είχαν βγει με την Ελπίδα στο προαύλιο και περπατούσαν, η κοπέλα ένιωθε ότι κρύωνε και ήθελε να βγουν λίγο στον ήλιο.

Η Ελπίδα είχε περασμένο το χέρι της γύρω από το μπράτσο του όπως περπατούσαν και ακουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο του. Δεν την ένοιαζε αν όλοι θα ήξεραν για τη σχέση τους, εκείνη ήταν εκεί που πάντα θεωρούσε ότι θα κατέληγε, στο πλευρό του. Κάτι που ήθελε πάντα αλλά φοβόταν ότι δεν θα της το επιτρέψει η ασθένειά της, και αυτό την πονούσε πιο πολύ από το γεγονός ότι θα της στερούσε τη ζωή.

-Ρωμανέ…

-Ναι, ματάκια μου.

-Οι γονείς μου θα φύγουν για την Αθήνα, αύριο.

-Γιατί;

-Βρήκανε αγοραστή για εκείνο το κτήμα στην Ερεσό. Είναι μακριά και δεν μπορούν να το καλλιεργήσουν, χώρια που είναι ξερότοπος. Αλλά θα λείψουν μέχρι το Σάββατο και ελπίζουν να γυρίσουν την Κυριακή.

-Θέλεις να μείνω σε σένα την νύχτα, μάντεψε ο Ρωμανός.

-Ναι!

-Εντάξει, θα κοιμηθούμε μαζί. Δεν θα σε αφήσω μόνη σου.

Η Ελπίδα σταμάτησε και στράφηκε να τον αντικρίσει.

-Ευχαριστώ, είναι σημαντικό για εμένα. Σήμερα είχα το πιο γλυκό ξύπνημα που είχα ποτέ.

Σταμάτησε και ένα ελαφρύ κοκκίνισμα απλώθηκε στα μάγουλά της,

-Δεν εννοώ επειδή παραλίγο να ολοκληρώσουμε τη σχέση μας, είπε μετά, κοιμήθηκα πολύ όμορφα και ξύπνησα τόσο ήρεμη και γαλήνια. Και αυτό είναι κάτι για το οποίο είμαι ευγνώμων. Δεν είναι εύκολο, ειδικά όταν ζεις πάντα με τον φόβο του θανάτου.

-Σε αγαπώ, Ελπίδα, είπε ο Ρωμανός, και θα έκανα για σένα τα πάντα. Στο ορκίζομαι.

-Δεν χρειάζεται, το έχω ήδη δει, είπε η κοπέλα και τον αγκάλιασε.

Τον φίλησε απαλά στα χείλη. Ο Ρωμανός το ανταπέδωσε και την ένιωσε να χαλαρώνει στην αγκαλιά του, να αφήνεται όπως είχε αφεθεί και το πρωί που βρίσκονταν στο κρεβάτι.

Το γλυκό φιλί ωστόσο δεν είχε αμβλύνει την παρατηρητικότητα του Ρωμανού. Πρόσεξε τον Δημήτρη που προχωρούσε γρήγορα στο προαύλιο και θα έπεφτε όπως φαινόταν πάνω στην Ελπίδα.

Τι κάνει ο ηλίθιος; σκέφτηκε ο Ρωμανός.

Δεν περίμενε τίποτα καλό από αυτόν και έτσι τράβηξε την αγαπημένη του στο πλάι την τελευταία στιγμή. Ο Δημήτρης δεν πρόλαβε να αλλάξει πορεία και έπεσε πάνω στον Ρωμανό που φώναξε από τον πόνο καθώς η πρόκα στο χέρι του άλλου τον έγδερνε στον δεξί καρπό.

-Ωχ, συγγνώμη, είπε ο Δημήτρης και έκανε πίσω.

-Τι έκανες ρε; είπε ο Ρωμανός και άφησε την Ελπίδα για να αρπάξει τον Δημήτρη από το πουκάμισο.

Εκείνος έντρομος σήκωσε τα χέρια του για να αμυνθεί και η πρόκα έπεσε κάτω. Κροτάλισε στις πλάκες με έναν ήχο που χάθηκε στην βοή του προαυλίου αλλά ο Ρωμανός περίμενε κάποια βρομοδουλειά εκ μέρους του και την πρόσεξε. Δεν χρειάστηκαν παρά δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε.

-Ρε καθίκι! Τι ήθελες να κάνεις; Ε; Να τραυματίσεις την Ελπίδα; Να τη σημαδέψεις; Ε; Θα σε κάνω κομμάτια ρε!

Δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει την απειλή του. Δυνατά χέρια τον άρπαξαν από τους ώμους.

Μέρες Του Φθινοπώρου 25

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Εικοστό Πέμπτο

 

Η Κλερ ξύπνησε με τη μυρωδιά του φρέσκου καφέ να την καλεί να σηκωθεί. Άνοιξε τα μάτια της και τεντώθηκε όσο της επέτρεπε η κουκέτα. Ανακάθισε για να βρει τον Μιχάλη καθισμένο στην καρέκλα δίπλα της και να διαβάζει πίνοντας μια κούπα καφέ. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε και δεύτερη κούπα καθώς και μια κανάτα. Δίπλα της ήταν ένα μπολ.

-Καλημέρα, είπε, τι διαβάζεις;

-Την προκαταρκτική αναφορά του Ιάσωνα.

-Ποιος είναι ο Ιάσωνας;

-Δεν είναι ποιος, είναι τι.

-Τι; Ο Ιάσωνας είναι πράγμα, δηλαδή;

-Ο Ιάσωνας είναι ένα αυτόματο ρομποτάκι υποβρύχιας έρευνας. Ψάχνει τον βυθό και μας στέλνει εικόνα και κάποιες μετρήσεις.

-Κατάλαβα, και βρήκε κάτι;

-Το πλοίο, είπε ο Μιχάλης. Έκανε την πρώτη του επίσκεψη και τώρα ετοιμαζόμαστε να το επισκεφθούμε.

-Α, γι’ αυτό έπεσες με τα μούτρα στο διάβασμα.

Η Κλερ σηκώθηκε από το κρεβάτι και παραμέρισε τα χαρτιά που κρατούσε ο αγαπημένος της. Ύστερα κάθισε στην αγκαλιά του ιππαστί. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και τον φίλησε στα χείλη.

-Καταφέρνω να σου τραβήξω την προσοχή; τον πείραξε.

Ο Μιχάλης άφησε την αναφορά στο τραπέζι και την αγκάλιασε.

-Και με το παραπάνω!

Η Κλερ τον φίλησε ξανά με τη γλώσσα της να παίζει ερωτικά με τη δική του. Πίεσε το σώμα της στο δικό του και με τους μηρούς της τους γοφούς του. Ένιωσε τον ανδρισμό του να σκληραίνει και λίκνισε το κορμί της προκαλώντας τον. Είδε μια σκιά να περνάει από τα μάτια του και ρώτησε ανήσυχη:

-Συμβαίνει κάτι;

-Την τελευταία μέρα που ήμουν με την Έφη…

Της διηγήθηκε πώς άρεσε στην Έφη να παίζει. Η Κλερ τον άκουσε χωρίς να τον διακόψει.

-Γι’ αυτό μου είπες ότι είχες δέκα χρόνια να κάνεις μια σχέση και έρωτα, εννοούσες μια σωστή σχέση. Αυτή δεν ήταν σχέση, ήταν παιχνίδι με μια ανάφτρα.

-Μια τι;

-Μια που της αρέσει να προκαλεί τους άνδρες και να τους ερεθίζει αλλά δεν κάνει έρωτα μαζί τους, είπε η Κλερ. Ύστερα τον φίλησε στα χείλη και του ψιθύρισε: Μην ανησυχείς όμως, αγάπη μου. Δεν σκοπεύω απλά να σε φτιάξω και να σε αφήσω μετά. Σκοπεύω να σου προσφέρω ολοκληρωμένη την απόλαυση.

Τον φίλησε και πάλι ενώ ξεκούμπωνε το παντελόνι του και ελευθέρωνε τον ανδρισμό του. Ο Μιχάλης την φίλησε στα χείλη και μετά κατηφόρισε στον λαιμό της και στα στήθη της. Έπαιξε με τη γλώσσα του με τις θηλές της και στη συνέχεια τη φίλησε κάνοντας τη να αφήσει κραυγές ευχαρίστησης που έγιναν ακόμα περισσότερες όταν τρύπωσε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της και μέσα από το εσώρουχό της και άρχισε να τη χαϊδεύει στο απαλό κέντρο της ύπαρξής της. Την πήρε και πάλι στην αγκαλιά του και τη φίλησε στο στόμα χωρίς να σταματήσει το ερωτικό του χάδι. Ρίγη διαπέρασαν το σώμα της αλλά ο Μιχάλης δεν σταμάτησε. Η Κλερ παραδόθηκε στην αίσθηση και το σώμα της τεντώθηκε σε ένα τόξο γεμάτο ένταση καθώς έφτανε σε μια κορύφωση που της έκοψε την ανάσα.

Έμεινε για λίγο ξέπνοη στην αγκαλιά του Μιχάλη πριν τον φιλήσει και πάλι στο στόμα και τυλίξει τα δάκτυλά της γύρω από τον ανδρισμό του.

-Σειρά μου τώρα, είπε και άρχισε να τον χαϊδεύει.

Ο Μιχάλης την σήκωσε και την κάθισε ιππαστί. Εκείνη τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του. Τον φίλησε στα χείλη και μετά κατηφόρισε στον λαιμό του, τον ένιωσε να επιταχύνει το ρυθμό του και κατάλαβε ότι του άρεσε και τον ερέθιζε. Τα χέρια του έπιασαν τους γοφούς της και την κράτησε γέρα ενώ έφταναν μαζί στην κορύφωση και εκείνη συνέχιζε να τον φιλάει στο λαιμό.

Έγειρε στον ώμο του.

-Μιχάλη…

-Ναι, αγάπη μου;

-Σε αγαπώ πολύ.

Ο Μιχάλης την χάιδεψε στη γυμνή πλάτη της και εκείνη ένιωσε ευτυχισμένη και πλήρης, δεν ήθελε τίποτα άλλο.

 

-Ναι σου λέω… Μου το είπε η Χαρίτου…

-Τι λες;

-Ναι, ναι!

Η Φωτεινή μπήκε στην αυλή του σχολείου με τον Ρωμανό και την Ελπίδα. Ο αδερφός της και η αγαπημένη του κρατούνταν χέρι με χέρι και έλαμπαν από ευτυχία. Είχαν περάσει μαζί τη νύχτα αλλά δεν ήξερε τι είχε συμβεί και αν είχαν ολοκληρώσει τις σχέσεις τους ή αν απλά ήταν τα αισθήματα που μοιράζονταν που τους έκαναν τόσο ευτυχισμένους ή και τα δύο. Δεν ήθελε να ρωτήσει, θα της έλεγαν ίσως.

Σχεδόν αμέσως πρόσεξε τα ξαναμμένα πρόσωπα στα πηγαδάκια γύρω τους και αναρωτήθηκε τι συνέβαινε. Το ανέφερε στον Ρωμανό και την Ελπίδα.

-Κάποιο από τα ηλίθια κουτσομπολιά, είπε η Ελπίδα όχι χωρίς κάποια πικρία στη φωνή της, αποτέλεσμα των πολλών περιπτώσεων που ήταν η ίδια στόχος τέτοιων σχολίων.

-Λες να έχουμε συνέχεια από χθες; Να σκάσω κάνα φούσκο πάλι στην Υακίνθου ή να περιλάβω τον πρόθυμο ακόλουθό της.

-Ρωμανέ, όχι! είπε η Ελπίδα.

-Καλά σου λέει, είπε η Φωτεινή, δεν χρειάζεται να πας πάλι στο γραφείο του Αθάνατου. Μπορείτε να μείνετε και εδώ στην αυλή και να είσαστε οι δύο σας με την Ελπίδα. Δεν χρειάζεται να είστε στον προθάλαμο του γραφείου του!

Ο Ρωμανός και η Ελπίδα χαμογέλασαν, τώρα που είχε τελειώσει αυτή η περιπέτειά τους ένιωθαν ωραία για τον χρόνο που είχαν περάσει αγκαλιασμένοι περιμένοντας, και η Φωτεινή συνέχισε:

-Φιλενάδα, κράτησέ τον μακριά από μπελάδες. Πάω να μάθω εγώ τι συμβαίνει.

Ο Ρωμανός και η Ελπίδα πήγαν στη συνηθισμένη θέση τους και κάθισαν ενώ η Φωτεινή πήγαινε να μάθει ποιο καινούριο «νέο» που κυκλοφορούσε είχε προκαλέσει τόσες συζητήσεις. Δεν χρειάστηκε να πάει μακριά. Στην γωνία του σχολικού κτιρίου, η Νίκη μιλούσε με μερικές φίλες της.

-Ναι, σας λέω. Τον πέτυχα να αλλάζει στην παλιά αποθήκη και ήταν μόνο με το εσώρουχο. Εκτός του είναι τρελά γραμμωμένος έχει και ένα «εργαλείο» από τα πιο μεγάλα που έχω δει. Υγράθηκα και μόνο που τον έβλεπα. Του την έπεσα αμέσως, ήθελα να με πάρει επί τόπου αλλά εκείνου ούτε καν του σηκώθηκε. Τίποτα, πλήρως αδιάφορος.

-Ρε, δεν το πιστεύω ότι ο Δελμάρ είναι αδερφή. Μήπως δε γούσταρε εσένα;

-Ναι, καλά, είπε η Νίκη, δεν είμαι καμιά άβγαλτη. Σου λέω τον χούφτωσα και δεν αντέδρασε. Αν δεν με πιστεύετε, ρωτήστε τον αν έχει ένα σημάδι κάτω από τον αφαλό εκεί που ξεκινάει το εσώρουχο.

-Μπορεί να γουστάρει την Στασινού, είπε μια φίλη της Νίκης, μην ξεχνάς ότι χθες γυρίσανε μαζί ενώ είχε αρχίσει το μάθημα και ότι την υπερασπίστηκε μετά.

-Ποια, την ξενέρωτη παρθένα;

-Νικούλα, ζηλεύουμε; είπε μια κοπέλα. Μήπως έφαγες χυλόπιτα και βγάζεις το άχτι σου;

Η Φωτεινή είχε ακούσει αρκετά και είχε καταλάβει τι έκανε η Νίκη, προσπαθούσε να βλάψει τον Αλέξη Δελμάρ διαδίδοντας ότι ήταν ομοφυλόφιλος. Η ίδια ήταν σίγουρη ότι δεν ήταν αλλά δεν θα την πίστευαν αν μιλούσε. Δεν ήθελε ωστόσο να εξαπλωθεί αυτή η φήμη και να αμαυρώσει την εικόνα του. Ήξερε ότι πιθανότατα εκείνος θα αδιαφορούσε αλλά στο σχολείο και στην κλειστή επαρχιακή κοινωνία θα στιγματιζόταν και θα εξοστρακιζόταν. Δεν το ήθελε αυτό.

Ένιωσε το θυμό της να φουντώνει, πρώτα η Ελπίδα, μετά η ίδια, τώρα ο Αλέξης; Ποια ήταν η Νίκη για να ταπεινώνει ανθρώπους; Έπρεπε να μην την αφήσει να κερδίσει.

Αλλά τι μπορούσε να κάνει; Να μιλήσει και να πει ότι δεν ήταν ανώμαλος; Θα την ρωτούσαν πώς το ξέρει παρότι είχαν πιστέψει ότι είχε κάνει σχέση μαζί του και ότι ζήλευε η Νίκη. Αν ισχυριζόταν αυτό; Θα ζητούσαν αποδείξεις.

Είδε τον Αλέξη να μπαίνει στην αυλή, τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και της χαμογέλασε.

Ήθελαν αποδείξεις; Θα τους έδινε αποδείξεις! Κινούμενη με την ορμή των σκέψεων της έκανε κάτι που αν το σκεφτόταν δεύτερη φορά πιθανότατα δεν θα το έκανε. Πλησίασε τον Αλέξη και χωρίς να πει τίποτα τον αγκάλιασε και τον φίλησε στα χείλη.

Ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Δεν είχε συναίσθηση από τίποτα άλλο γύρω της παρά μόνο από τον Αλέξη Δελμάρ. Την απαλή αίσθηση των χειλιών του, το άρωμα του άφτερ σέηβ του, το γεροδεμένο σώμα πάνω στο οποίο ακουμπούσε και το κράτημα των χεριών του που ενστικτωδώς είχε βάλει στη μέση της.

Έκανε πίσω και συνειδητοποίησε ότι τους κοιτούσαν όλοι και ότι είχαν ακουστεί και μερικά σφυρίγματα. Ο Αλέξης την κοίταζε στα μάτια, το ίδιο ξαφνιασμένος όσο και οι περισσότεροι γύρω τους. Τα χέρια του ήταν στη μέση της ακόμα και η Φωτεινή χαμογέλασε. Η Νίκη θα έσκαγε τώρα.

-Θα σου εξηγήσω, είπε βιαστικά στον Αλέξη ενώ χτυπούσε το κουδούνι.

 

-Μάικ;

Ο Μιχάλης στράφηκε προς την πόρτα της καμπίνας του.

-Ναι;

-Ο γιατρός είπε ότι η κοπέλα που φέρατε χθες συνήλθε.  Σε χρειάζεται γιατί εκείνος δεν μιλάει Ελληνικά και εκείνη μάλλον δεν μιλάει Αγγλικά εκτός και αν είναι το σοκ.

Ο Μιχάλης άνοιξε την πόρτα και ακολούθησε τον άνδρα που είχε φέρει το μήνυμα. Η Κλερ πήγε μαζί του. Μετά το ερωτικό του σμίξιμο, είχαν πιει μαζί καφέ, είχαν φάει τα κρουασάν σοκολάτα που είχε στείλει ο Μορίς και συζητούσαν όταν ήρθε το μήνυμα του γιατρού.

Τον βρήκαν καθισμένο στο γραφείο του στο αναρρωτήριο. Η κοπέλα ήταν ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι πιο πέρα, είχε τα μάτια της ανοιχτά και κοίταζε τον ουρανό έξω από το φινιστρίνι που ήταν κοντά της.

-Τι έχει; ρώτησε ο Μιχάλης.

-Τίποτα περισσότερο από το κρύο και την εξάντληση που της έφερε. Πρέπει να μάθεις εσύ πώς βρέθηκε εκεί έξω.

-Τίποτα άλλο;

-Δεν έχει κάτι το παθολογικό. Της πήρα αίμα και έκανα εξετάσεις. Βρήκα ίχνη βαλεριάνας στο αίμα της και κάποιου άλλου φαρμάκου που δεν ήταν αρκετό για να το εντοπίσω. Αλλά βάζω στοίχημα ότι την νάρκωναν.

-Γιατί άραγε;

Ο Μιχάλης και η Κλερ πλησίασαν την κοπέλα που τους είχε ακούσει να μιλούν και τους κοιτούσε.

-Πώς αισθάνεσαι; ρώτησε ο Μιχάλης στα Ελληνικά.

-Πολύ αδύναμη, εξαντλημένη. Πού είμαι;

-Στο HMS Βίκτορυ.

-Πλοίο; Βρετανικό;

-Ναι, είπε ο Μιχάλης.

-Αλλά εσύ είσαι Έλληνας.

-Σωστό.

-Πώς βρέθηκα εδώ;

-Σε βρήκαμε με την Κλερ πεσμένη στο έδαφος και σε φέραμε εδώ γιατί εδώ ήταν ο πιο κοντινός γιατρός που υπήρχε. Θέλεις να ειδοποιήσουμε κάποιον; Έχεις δικούς σου εδώ, σωστά;

-Δεν θέλω κάποιον. Πότε μπορώ να φύγω;

-Μόλις το επιτρέψει ο γιατρός.

-Η Κλερ είναι ξένη;

-Βρετανή.

Η κοπέλα τους κοίταξε.

-Είσαστε ζευγάρι, είπε απαλά.

-Ναι, είναι η κοπέλα μου.

Η Λιζ εμφανίστηκε στην πόρτα του αναρρωτηρίου.

-Μάικ, να σου πω λίγο;

Ο Μιχάλης πήγε κοντά της και η Λιζ του έδειξε μια εκτύπωση. Ο Μιχάλης την διάβασε και είπε:

-Εντάξει, έχουμε ένα όνομα και έχει και οικογένεια τελικά.

-Πως το συμπέρανες αυτό;

-Δεν ξέρω αν το παρατήρησες, ήμουν στην ίδια πτήση. Ξέρω από ποια θέση σηκώθηκε.

-Δεν το είχα σκεφτεί, ομολόγησε η Λιζ.

-Ευχαριστώ, Λιζ, τώρα ξέρουμε ποια είναι. Να δούμε και τι έπαθε.

Ο Μιχάλης επέστρεψε κοντά στην ξαπλωμένη Φοίβη.

-Σε αγαπάει πολύ, είπε εκείνη κοιτώντας την Κλερ που δεν είχε αφήσει από τα μάτια της τον αγαπημένο της.

-Ναι, το ξέρω. Και εγώ.

-Μην την προδώσεις ποτέ, τότε.

Η παρατήρηση φάνηκε περίεργη στον Μιχάλη. Τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε κοντά στην κοπέλα. Η Κλερ τον μιμήθηκε.

-Πώς σε λένε;

-Φοίβη.

-Τι εννοείς να μην την προδώσω;

-Αυτό που είπα.

-Πως να την προδώσω;

-Μην την πληγώσεις, μην την απατήσεις, μην της πεις ψέματα.

-Δεν θα έκανα ποτέ τίποτα από όλα αυτά.

Η Φοίβη κούνησε το κεφάλι της και δάκρυα έτρεξαν στα μάγουλά της.

-Είναι τυχερή, τότε. Τυχερή…

Έκλεισε τα μάτια της. Ο Μιχάλης την περίμενε να μιλήσει. Όταν το έκανε, ήταν με μια αναπάντεχη ερώτηση.

-Γιατί δεν με άφησες να πεθάνω;