Μέρες Του Φθινοπώρου 30

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Τριακοστό

 

Ο Μιχάλης άνοιξε τα μάτια του και συνειδητοποίησε ότι αυτό που τον είχε ξυπνήσει ήταν τα απαλά χάδια της Κλερ. Την κοίταξε και εκείνη του χαμογέλασε.

-Συγγνώμη που σε ξύπνησα, είπε, αλλά ήθελα να σε χαϊδέψω, δεν μπορούσα να αντισταθώ στην παρόρμηση αυτή.

Ο Μιχάλης άπλωσε το χέρι του και την τράβηξε κοντά του. Τη φίλησε στα χείλη και εκείνη τα άνοιξε για να παίξει με την γλώσσα της. Το χέρι της που ήταν στο στέρνο του κατηφόρισε στην κοιλιά του, ακολούθησε την μακρόστενη ουλή του μέχρι την ήβη του και εκεί τα δάκτυλά της τυλίχτηκαν στον ανδρισμό του, το χάδι της ερωτικό, γεμάτο από ανεκπλήρωτη ανάγκη. Ο Μιχάλης ανακάθισε και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Την φίλησε στο στόμα και τον λαιμό και συνέχισε να κατεβαίνει στα στήθη της και την κοιλιά της. Φιλώντας και χαϊδεύοντας συνέχισε την περιπλάνηση στο κορμί της ως που ένιωσε την αγαπημένη του να τρέμει από την προσμονή και τότε την έκανε δική του με έναν τρόπο απαλό αλλά κτητικό, τρυφερό αλλά και ηδονικό ως που έφτασαν μαζί στην κορύφωση.

-Ο καλύτερος τρόπος για να με αποχαιρετήσεις, είπε η Κλερ, κουρνιασμένη στην αγκαλιά του αγαπημένου της.

-Θέλεις να έρθω μαζί σου;

-Έχεις να κάνεις εδώ πράγματα, είπε η Κλερ με ένα χαμόγελο. Δεν θέλω να σταματήσεις τη ζωή σου για μένα.

-Να σε πάω στη Μυτιλήνη;

-Όχι, δεν χρειάζεται, θα πάω με ένα ταξί, το κανόνισα και θα παραδώσω και το αυτοκίνητο πριν φύγω.

-Εντάξει, τότε.

Η Κλερ τον φίλησε.

-Απλά να με περιμένεις να γυρίσω θέλω.

Ο Μιχάλης την κράτησε στην αγκαλιά του.

-Φυσικά.

Την φίλησε.

-Μην αργήσεις να επιστρέψεις, αγάπη μου.

-Θα έρθω όσο πιο σύντομα γίνεται.

 

Ο Ρωμανός ξύπνησε με το πρώτο φως της ημέρας αλλά δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι. Απλά γύρισε στο πλευρό και έμεινε να κοιτάζει την Ελπίδα που κοιμόταν. Το πρόσωπό της γαλήνιο, τα χείλη της μισάνοιχτα, και η αναπνοή της σε έναν απαλό ήσυχο ρυθμό.

Την αγαπούσε τόσο πολύ που τον πονούσε, η σκέψη ότι η ασθένειά της θα μπορούσε να την νικήσει και να τη χάσει από τη ζωή του, ήταν μια σκέψη που αρκούσε για να του ανοίξει μια άβυσσο απελπισίας από την οποία δεν υπήρχε απόδραση.

Αν μπορούσε να κάνει κάτι για να χαρίσει στην Ελπίδα την υγεία της θα το έκανε αμέσως αλλά δυστυχώς δεν ήταν στο χέρι του. Η αγαπημένη του κρατιόταν στη ζωή με αληθινή μάχη.

-Σε αγαπώ τόσο πολύ, ψιθύρισε. Αν αυτό αρκούσε για να είσαι καλά, δεν θα είχες αρρωστήσει ποτέ. Αλλά δεν είναι δυστυχώς.

Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το μάγουλο της Ελπίδας. Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της καθώς η κοπέλα ξυπνούσε σιγά σιγά. Έπιασε το χέρι του και το οδήγησε στα χείλη της όπου απέθεσε ένα τρυφερό φιλί στα δάχτυλά του.

-Σε ξύπνησα… έκανε ο Ρωμανός.

-Δεν πειράζει, ήταν το πιο γλυκό ξύπνημα.

Η Ελπίδα κράτησε το χέρι του στα δικά της, και τον κοίταξε στα μάτια. Αυτό το καθαρό βλέμμα ήταν το πρώτο πράγμα που είχε ερωτευτεί πάνω της ο Ρωμανός. Το βλέμμα που δεν έκρυβε τι σκεφτόταν και τι ένιωθε, δεν ήξερε από σκοπιμότητες και υστεροβουλία.

-Τι; είπε η Ελπίδα.

-Σε αγαπώ πολύ, είπε ο Ρωμανός και την αγκάλιασε.

Η Ελπίδα αναστέναξε απαλά και έκλεισε πάλι τα μάτια της. Θα μπορούσε να μείνει έτσι για πάντα.

-Και’ γω σε αγαπώ, ψιθύρισε και αφέθηκε στο τρυφερό χάδι του Ρωμανού που χάιδευε απαλά την πλάτη της όπως την είχε στην αγκαλιά του.

 

Ο Μιχάλης συνόδεψε την Κλερ ως την Πέτρα. Εκεί αποχωρίστηκαν μετά από ένα τελευταίο τρυφερό φιλί. Εκείνη συνέχισε για την πόλη της Μυτιλήνης και ο Μιχάλης για να πάει στο λύκειο όπου είχε συμφωνήσει με τον Αθάνατο να μιλήσει για την Ιστορία.

Το κινητό του κουδούνισε καθώς πήγαινε για το σχολείο.

-Ναι.

-Τουλάχιστον το κάνεις για καμιά καυτή ύπαρξη που θα σε ανταμείψει με μια νύχτα αχαλίνωτου σεξ;

-Αλέξανδρε!

-Καλά τις ξέρω τις αρχές σου. Λοιπόν. Σου είπα η Κόρβου είναι μια αδίστακτη γυναίκα. Την αντιμετώπισα μια φορά όταν προσπάθησε να μπει στον δρόμο μου για μια επιχείρηση στα μέρη σου. Έφαγε τα μούτρα της αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να μου προσφέρει το σώμα της.

-Το έχει συνήθειο.

-Στην έπεσε; Δεν έχει αλλάξει και πολύ λοιπόν.

-Ναι… Το φαντάζομαι. Πώς το είπες;

-Μου πρόσφερε τα καπούλια της για ιππασία και τα στήθη της για χειρολαβές. Λίγες γυναίκες περάσανε από το κρεβάτι μου πιο πρόστυχες από αυτήν. Αλλά αυτά τα ξέρεις ήδη. Να σου πω αυτό που δεν ξέρεις και που είναι ο λόγος πιθανότατα και που ήθελε την κόρη της αποχαυνωμένη και στον έλεγχο ενός άνδρα που θα ήταν συνεργάσιμος με την ίδια.

-Μπα; Υπάρχει και λόγος; Νόμιζα ότι φταίει που είναι τέτοια τσούλα.

-Για να κάνει τη μεγάλη της ζωή χρησιμοποιεί την περιουσία της.

-Αναμενόμενο.

-Αλλά δεν είναι δική της η περιουσία. Το μεγαλύτερο μέρος, και μιλάμε για το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος, είναι της κόρης της. Αλλά το διαχειριζόταν η ίδια μιας και η κόρη της ήταν ανήλικη όταν κληρονόμησε. Μάντεψε… Δεν είναι πια.

-Πολύ ωραία, είπε ο Μιχάλης με ένα σαρδόνιο χαμόγελο, αυτό θα τη βάλει στη θέση της την Κόρβου.

-Αν δεν σε ήξερα, θα σου έλεγα να πας μαζί της και να το ευχαριστηθείς, είπε ο Αλέξανδρος αλλά εσύ δεν πρόκειται…

-Όχι, ακόμα και αν δεν είχα την Κλερ, δεν θα το έκανα. Τώρα άκου, θέλω τη βοήθειά σου και σε κάτι άλλο. Πρόκειται για την Κλερ, την έχει στοχοποιήσει οικονομικά κάποιος.

-Κάτι που έχει συμβεί και στα δικά σου περιουσιακά στοιχεία, είπε ο Αλέξανδρος, αλλά όποιος το έκανε δεν ξέρει με ποιον τα έχει βάλει. Θα ανακαλύψει ότι του κόστισε ο κούκος αηδόνι.

-Εντάξει, βρες ποιος είναι πίσω από αυτό και ρήμαξέ τον, βοήθησε και την Κλερ.

-Εντάξει, μου χρωστάς όμως.

-Δεν αμφιβάλλω ότι θα έρθει η ώρα της αποπληρωμής με καμία απίθανη βόλτα πάλι στις εσχατιές του κόσμου.

-Μπορεί και πιο κοντά. Θα τα πούμε, είπε ο Αλέξανδρος.

Ο Μιχάλης χαμογέλασε, ο φίλος του δεν θα άλλαζε ποτέ, και σίγουρα κάπου θα τον έμπλεκε. Αλλά σημασία είχε ότι θα έκανε αυτό που χρειαζόταν τώρα.

Ο Μιχάλης πέρασε την πόρτα του σχολείου και συνάντησε τον Ρωμανό με την Ελπίδα, τους χαιρέτησε με ένα νεύμα και προχώρησε στην σκάλα όπου συνάντησε τη Φωτεινή. Η κοπέλα του χαμογέλασε ζεστά και εκείνος της έκλεισε το μάτι.

-Δεν το πιστεύω, αυτός ο τύπος γουστάρει την χωριάτα παρθένα; είπε η Νίκη που το πρόσεξε. Έλεος, πια! Τι της βρίσκουν;

-Το γεγονός ίσως ότι δεν τα έχει όλα στη φόρα, σχολίασε μια από την παρέα, το καλυμμένο έχει πάντα τη γοητεία του απαγορευμένου.

-Ναι, δεν ήξερα να ντυθώ σαν καλόγρια. Ποιος είναι όμως;

-Δεν ξέρω, είπε μια άλλη, αλλά λένε ότι έκανε τα νεύρα της Ράλλη κρόσσια προχθές.

-Και τι θέλει εδώ πέρα;

Το τελευταίο δεν θα αργούσαν να το μάθουν καθώς ο επισκέπτης μπήκε στην τάξη μαζί με τον Θεοδώρου. Ο καθηγητής τούς καλημέρισε και είπε:

-Σήμερα θα παραχωρήσω την έδρα στον φίλο μου από’ δω που θέλει να σας μιλήσει λίγο για την Ιστορία.

-Αμάν πια, είπε η Νίκη δυνατά, η Ιστορία και η Ιστορία. Επιτομή της βαρεμάρας.

-Τη βρίσκετε βαρετή την Ιστορία δεσποινίς; ρώτησε ο Μιχάλης με ένα χαμόγελο.

-Φυσικά. Τι με νοιάζει εμένα τι έκανε ο καθένας πριν από δύο χιλιάδες χρόνια;

-Τι σας αρέσει;

Η Νίκη τον κοίταξε κατάματα και αποφάσισε να προκαλέσει:

-Το σεξ και τα χρήματα.

-Δεν ξέρω για το σεξ, αλλά απαντήστε σε μια ερώτηση και θα γίνετε αμύθητα πλούσια. Πού είναι θαμμένος ο μεγάλος Αλέξανδρος;

-Σιγά τα λάχανα, έκανε η Νίκη, στη Βαβυλώνα.

-Στη Βαβυλώνα πέθανε, αλλά που τον θάψανε;

-Εεε…

-Κανείς δεν ξέρει. Όχι με βεβαιότητα, ο τάφος του δεν βρέθηκε ποτέ. Είναι ένα από τα μυστήρια της Ιστορίας. Το πιθανότερο είναι στην Αίγυπτο όπου ήθελε και ο ίδιος να ταφεί αλλά το που…

-Και δεν ξέρει κανείς; ρώτησε ένας μαθητής.

-Υπάρχει μια παράδοση ότι ο άγιος Σισώης είχε δει τον τάφο του, αλλά ακόμα και αν αυτό ισχύει, ο τάφος του βρίσκεται κάπου στην Νιτρία, όπου βρισκόταν η Σκήτη όπου έζησε, και ο τελευταίος που τον είδε το έκανε πριν από περίπου 1600 χρόνια.

-Γιατί; Πότε έζησε αυτός ο άγιος;

-Άφησε αυτόν τον κόσμο το 429.

-Προ ή μετά Χριστόν; πετάχτηκε ένας μαθητής.

-Σπίρτο μου είσαι, του είπε ο Δελμάρ, άγιος προ Χριστού; Για να μην αναφερθούμε στο ότι το 429 προ Χριστού όχι δεν είχε πεθάνει ο Αλέξανδρος αλλά δεν είχε καν γεννηθεί!

Γέλια ακούστηκαν και ο Θεοδώρου είπε:

-Πολύ σωστά.

Αλλά ο Μιχάλης δεν άκουγε. Σκεφτόταν.

Όπως η επιδρομή του 413.

Είχε πει κάτι και μετά όπως η επιδρομή του 413.

Ο Μιχάλης χαμογέλασε, η απάντηση ήταν τόσο απλή και αποδείκνυε ότι ακόμα και τραυματισμένος ο Ράινχαρτ είχε πλήρη διαύγεια. Είχε πει…

 

-Βλέμμυς, είπε στον αστυνομικό, και όταν εκείνος δεν κατάλαβε, του είπε όπως οι Βλέμμυες στην επιδρομή της Σκήτης το 413! Τον Βλέμμυ ήθελε να υποδείξει ο Ράινχαρτ.

Ο Ντάνιελ άκουσε τον Μιχάλη με προσοχή και μετά χαμογέλασε.

-Αυτή τη φορά θα τον μαγκώσουμε. Μια η κατάθεση του Ράινχαρτ και μια ακόμα η ομολογία του ερωτύλου στο μπαλαούρο, μας τον έδωσαν στο χέρι.

-Τι είπε αυτός;

-Προμήθευσε στον Βλέμμυ ένα φάρμακο που καταστέλλει τη συνείδηση και την ελεύθερη βούληση.

-Α δεν έκανε κακό μόνο στη Φοίβη, είναι γενικά κάθαρμα. Όσο για το Βλέμμυ… Φοβάμαι και να σκεφτώ τι θα κάνει ο Βλέμμυς με αυτό το φάρμακο και ποια αθώα θα υποστεί τις ορέξεις του.

-Τώρα άραξε και θα στον φέρουμε δεμένο σαν σαλάμι. Θες να έρθεις στο πλοίο;

-Θα πάω σπίτι και μετά θα επικοινωνήσω. Θέλω να γράψω και λίγο.

-Φυσικά, θα τα πούμε.

Ο Μιχάλης έκλεισε το κινητό και κοίταξε την ώρα. Η Κλερ θα πρέπει να κόντευε να φτάσει στο Λονδίνο. Μόλις το πρωί είχε φύγει και ήδη του έλειπε.

Δεν θα το περίμενε ποτέ ότι θα δενόταν τόσο πολύ μαζί της και τόσο γρήγορα μα να που είχε συμβεί. Μια απόδειξη ότι η γυναίκα που αγαπούσε ήταν πραγματικά μοναδική.

Από τις σκέψεις για την αγαπημένη του τον έβγαλε ένα χτύπημα στην πόρτα. Την άνοιξε αναρωτώμενος ποιος μπορεί να είχε έρθει στο σπίτι του, δεν περίμενε επισκέψεις. Ακόμα περισσότερο δεν περίμενε να βρεθεί απέναντι στην σκοτεινή κάννη ενός πιστολιού.

Μέρες Του Φθινοπώρου 29

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Εικοστό Ένατο

 

-Ωραία ήταν, είπε η Φωτεινή αφήνοντας τον ήλιο να χαϊδέψει το κορμί της ξαπλωμένη σε μια πετσέτα στην παραλία. Πολύ καλή η ιδέα σου, Αλέξη.

-Μου αρέσει εδώ. Έχει ησυχία.

Είχαν πάει για μπάνιο στα Αμπέλια και μετά από αρκετό κολύμπι είχαν βγει στην άμμο να ξεκουραστούν. Η Φωτεινή είχε αποφασίσει να απολαύσει λίγο τον ήλιο που τώρα ήταν πιο φιλικός από ό,τι το καλοκαίρι και ο Αλέξης είχε καθίσει δίπλα της.

-Τέτοια εποχή δεν έρχεται πια κανένας εδώ.

-Είναι αλήθεια, ακόμα ένας λόγος να την προτιμώ.

-Είσαι μοναχικός τύπος.

Ο Αλέξης χαμογέλασε και γύρισε να την κοιτάξει.

-Εσύ και ο αδερφός σου είστε οι πρώτοι που έρχομαι κοντά από όταν ήρθα στο σχολείο σας.

-Αλήθεια;

-Είμαι εσωστρεφής, έχω αλλάξει και πολλά σχολεία.

-Γιατί; Εννοώ γιατί έχεις αλλάξει σχολεία;

-Ο πατέρας μου είναι στρατιωτικός ιατρός και έτσι έχω μετακινηθεί πολλές φορές. Γι’ αυτό ήρθα και στο μέσον της περσινής χρονιάς. Κανονικά έπρεπε να πηγαίνω στην Μυτιλήνη αλλά επειδή ο θείος μου είναι εδώ με φέρανε σε αυτό το σχολείο.

-Η μητέρα σου; Τι δουλειά κάνει εκείνη;

-Η μητέρα μου έχει πεθάνει.

-Ω! Λυπάμαι, λυπάμαι πολύ! είπε η Φωτεινή και ανακάθισε. Με συγχωρείς που στο θύμισα.

-Δεν την γνώρισα, πέθανε στη γέννα. Γι’ αυτό και δεν έχω αδέρφια.

Η Φωτεινή τον αγκάλιασε αυθόρμητα. Ο Αλέξης την κράτησε πάνω του. Παρά την ώρα που είχε περάσει στη θάλασσα μπορούσε ακόμα να μυρίσει το άρωμα που φορούσε η κοπέλα και τη θέρμη του κορμιού της, ο ήλιος την είχε στεγνώσει και την είχε ζεστάνει. Ένιωθε την απαλή πίεση του στήθους της στο στέρνο του όπως η κοπέλα ανέπνεε ήρεμα.

-Δεν πειράζει, της είπε. Η Φωτεινή έκανε λίγο πίσω και ο Αλέξης την κοίταξε στα μάτια. Είναι όλα εντάξει.

Η κοπέλα έκανε να ξαπλώσει και πάλι στην πετσέτα της και ο Αλέξης την κράτησε να γείρει απαλά πίσω και βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής από το πρόσωπό της. Το βλέμμα του βυθίστηκε στα μάτια της, λαμπερά στο φως του μεσημεριανού ήλιου, στα μισάνοιχτα χείλη της. Ύστερα τη φίλησε.

Τα χείλη του χάιδεψαν τα δικά της απαλά, ύστερα έπιασε ανάμεσα στα δικά του το κάτω χείλος της, και ξανά τη φίλησε καλύπτοντας τα χείλη της. Η Φωτεινή τον αγκάλιασε, ένιωσε το χέρι της να τον χαϊδεύει στην πίσω πλευρά του λαιμού του εκεί που τελείωναν τα μαλλιά του.

Αγκάλιασε την Φωτεινή από τη μέση, την ξάπλωσε στην πετσέτα και συνέχισε το φιλί τους. Άνοιξε τα χείλη της και η γλώσσα του συνάντησε τη δική της. Την ένιωσε να ριγεί στην αγκαλιά του.

Για τη Φωτεινή ήταν σαν να είχε χαθεί όλος ο υπόλοιπος κόσμος και να ήταν μόνοι τους οι δυο τους. Το φιλί του Αλέξη την καλούσε να αφεθεί και τη στιγμή που η γλώσσα του άγγιξε τη δική της ένιωσε το κορμί της να παίρνει φωτιά. Δεν ήταν μόνο το κύμα ευχαρίστησης που κατέκλυσε το σώμα της αλλά και οι επιμέρους αισθήσεις της που οξύνθηκαν σε βασανιστικό βαθμό.  

Μπορούσε να μυρίσει το άφτερ σέηβ του Αλέξη, ένα άρωμα που το είχε προσέξει και όταν τον είχε φιλήσει στο σχολείο και της άρεσε από τότε. Ένιωθε έντονα το χέρι του στη μέση της λίγο πιο πάνω από το μαγιό της και αναρωτήθηκε τι θα συνέβαινε αν κατέβαζε αυτό το χέρι λίγο πιο κάτω. Το σώμα του γεροδεμένο και ζεστό κάτω από τα χέρια της την καλούσε να το εξερευνήσει. Ένιωσε τα στήθη της σαν να ήταν πιο βαριά, σαν κάπως να είχε αυξηθεί ο όγκος τους και να μη χωρούσαν πια στο μπικίνι της, τις θηλές να ασφυκτιούν στο ύφασμα που τις κάλυπτε.

Η γλώσσα της ακολούθησε τη δική του στο ερωτικό παιχνίδι και τον γεύτηκε ακόμα περισσότερο. Ένιωσε να υγραίνεται, μια αίσθηση που της ήταν πρωτόγνωρη και έστειλε ένα ηδονικό ρίγος σε όλο το σώμα της. Δεν μπορούσε να κρατήσει τα πόδια της πια όπως πριν κολλητά και σταυρωμένα στους αστράγαλους. Τα μετακίνησε λυγίζοντας το ένα και αγγίζοντας τον Αλέξη στο πλευρό. Εκείνος έγειρε πιο κοντά της και το σώμα του άγγιξε το δικό της. Ένιωσε τον ερεθισμό του πάνω στην ήβη της, σκληρό, απαιτητικό. Σημάδι ότι την ήθελε, ότι και ο ίδιος ένιωθε όπως εκείνη. Πίεσε το σώμα της πάνω του και ένιωσε μια ευφορία που δεν είχε ποτέ νιώσει.

Τώρα δεν αναρωτιόταν, ήθελε να πάει πιο κάτω το χέρι του ο Αλέξης. Ήθελε να της κάνει έρωτα. Ήταν σίγουρη ότι ο Αλέξης ήταν για εκείνη ο ένας. Εκείνος που την είχε βοηθήσει, την είχε προστατεύσει, ένας άνδρας που έκανε  την καρδιά της να χτυπάει και που την ήθελε και εκείνος.

Ο Αλέξης είχε απόλυτη συναίσθηση ότι λίγο ύφασμα βρισκόταν μόνο ανάμεσα σε εκείνους και το ερωτικό τους σμίξιμο. Την ήθελε, αλλά δεν ήθελε να γίνει έτσι, όχι παρασυρμένοι από πάθος αλλά μετά από συνειδητή επιλογή, δεν ήθελε η Φωτεινή να είναι σαν τις άλλες.

Τραβήχτηκε και την κοίταξε στα μάτια.

-Δεν πρέπει… είπε και η φωνή του είχε βαθύνει από την ερωτική επιθυμία. Όχι ακόμα… Όχι τώρα…

Η Φωτεινή ένευσε, αλλά δεν τον άφησε από την αγκαλιά της. Και ο Αλέξης Δελμάρ δεν είχε αντίρρηση να συνεχίσει να την κρατάει στην αγκαλιά του και να τη νιώθει να χαλαρώνει από την έξαψη της ερωτικής διέγερσης.

 

Η Φοίβη σταμάτησε να κλαίει και έμεινε για λίγο στην αγκαλιά του Μιχάλη, με το πρόσωπο στο στέρνο του και τα χέρια της γαντζωμένα στα μπράτσα του. Άρχισε να ηρεμεί παίρνοντας βαθιές ανάσες και ξαφνικά συνειδητοποίησε τι έκανε. Τραβήχτηκε από τον Μιχάλη και είπε κοκκινίζοντας:

-Με συγχωρείς. Δεν είχα το δικαίωμα…

Ο Μιχάλης χαμογέλασε.

-Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Το είχες ανάγκη.

-Κάνεις αυτό που έχουν οι άλλοι ανάγκη πολλές φορές;

Δαγκώθηκε. Θυμήθηκε την πρόταση της μητέρας της και αναρωτήθηκε αν η ερώτησή της θα μπορούσε να εκληφθεί σαν πρόκληση ή σαν φλερτ. Κοίταξε τον Μιχάλη που την κοίταζε ατάραχος.

-Προσπαθώ να βοηθώ τους άλλους αν μπορώ, και ένας ώμος για να κλάψεις δεν ήταν καμιά σπουδαία θυσία.

-Η μητέρα μου… ξεκίνησε η Φοίβη αλλά σταμάτησε. Δεν θέλω να τη θυμάμαι. Μπορώ να βγω μια βόλτα; Να περπατήσω στο κατάστρωμα;

Ο Μιχάλης ένευσε.

-Φυσικά, ντύσου και βγες. Αλλά να μου υποσχεθείς ότι δεν θα πηδήσεις στη θάλασσα.

-Το υπόσχομαι, δεν το αξίζει ούτε εκείνη και βέβαια ούτε ο άλλος…

-Μην το σκέφτεσαι, βγες, πάρε τον αέρα σου και αν θελήσεις κάτι, μας λες.

-Ευχαριστώ, είπε η Φοίβη. Αν εσύ και η κοπέλα σου δεν με είχατε βρει, θα είχα πεθάνει.

-Δεν χρειάζεται να μας ευχαριστείς, κάναμε αυτό που έπρεπε.

 

Ο Ρωμανός και η Ελπίδα είχαν αρκετή ώρα καθισμένοι στην κουζίνα του σπιτιού της κοπέλας συζητώντας, όταν εκείνη ρώτησε:

-Θέλεις να φάμε κάτι;

-Ναι, είπε ο Ρωμανός, η αλήθεια είναι ότι πείνασα. Τι καλό έχεις;

-Αν πεινάς πολύ, να ζεστάνω κάτι από τα έτοιμα, αν δεν βιάζεσαι μπορώ να σου μαγειρέψω.

Ο Ρωμανός την κοίταξε και μάντεψε τι ήθελε.

-Εντάξει, μπορείς να μαγειρέψεις ό,τι θέλεις.

Το πρόσωπο της κοπέλας φωτίστηκε από ένα χαμόγελο.

-Ωραία, είπε. Θα σου φτιάξω κάτι πολύ νόστιμο και χορταστικό.

 

Ο Μιχάλης βρήκε την Κλερ στο κατάστρωμα να ατενίζει την ακρογιαλιά. Την πλησίασε, η κοπέλα φαινόταν ήρεμη αλλά σκεφτική.

-Κλερ;

Γύρισε και τον κοίταξε, η έκφρασή της μαλάκωσε και χαμογέλασε.

-Δείχνει τελείως διαφορετική από εδώ ή παραλία, είπε, αλλά κατάφερα να βρω τα σημεία αναφοράς. Εκεί είναι που κάναμε μπάνιο, σωστά;

Ακολούθησε το χέρι της που έδειχνε.

-Ναι, πολύ σωστά, πέρα από εκείνο το ακρωτήριο είναι τα Αμπέλια.

-Θα ήθελα να ξαναπάμε.

-Όποτε θέλεις.

-Δυστυχώς θα πρέπει να περιμένει, και δεν ξέρω τα σχέδιά σου… Πόσο ακόμα θα μείνεις στην Μυτιλήνη;

Ο Μιχάλης συνοφρυώθηκε.

-Μην ανησυχείς, δεν είναι κάτι κακό, τον πρόλαβε η Κλερ. Το τηλεφώνημα ήταν από τον τραπεζίτη μου στο Λονδίνο. Πρέπει να επιστρέψω για λίγο για να δούμε κάποια θέματα. Κάποιος κινήθηκε χτυπώντας κάποιες μετοχές μου και ήθελε να μιλήσουμε σχετικά.

-Θέλεις να έρθω μαζί σου;

-Δελεαστική πρόταση, είπε η Κλερ με ένα χαμόγελο, αλλά δεν χρειάζεται. Έχεις να κάνεις πράγματα εδώ. Αυτό που θα ήθελα να κάνεις είναι να μην επιστρέψεις στην Αθήνα αν ολοκληρώσετε με την καραβέλα σας εδώ. Θα ήθελα να κάνουμε λίγες διακοπές ακόμα.

-Εντάξει. Θες να βγούμε στην στεριά;

-Θα το ήθελα. Έκλεισα ήδη εισιτήριο για αύριο για την Αθήνα, πρέπει να ετοιμαστώ.

 

Η Νίκη βόγκηξε με ευχαρίστηση καθώς έφτανε σε οργασμό με τον Δημήτρη. Ήταν καθισμένη πάνω στον εραστή της, της άρεσε να τελειώνει έτσι και ο Δημήτρης δεν είχε καμία αντίρρηση.

Είχαν περάσει τις τελευταίες ώρες κάνοντας αχαλίνωτο σεξ, ήταν και οι δύο εθισμένοι στις απολαύσεις του κρεββατιού, και όχι μόνο, όπως συνήθιζε να λέει η Νίκη, και είχαν την ίδια πλήρη απουσία αναστολών.

-Δεν στο είχα ότι είσαι τόσο πονηρός, είπε στον εραστή της ενώ ξάπλωνε στο γεροδεμένο σώμα του. Να παραδεχτείς αμέσως αυτό που θα σου έφερνε μόνο μια αποβολή για να μην προχωρήσει το πράγμα και αναφερθεί κάτι που είναι ποινικά κολάσιμο.

-Είχα καλή δασκάλα, είπε ο Δημήτρης χαδεύοντας, το γυμνό πισινό της. Τι θα κάνουμε τώρα;

-Τώρα; Εσύ που δεν έχεις υποχρέωση, μπορείς όσο θα είμαστε σε μάθημα να ρημάξεις το αυτοκίνητο του Δελμάρ.

-Έχω μια ιδέα, μπορεί να μη βγει και πολύ ακέραιος από αυτό που θα του κάνω.

-Αν τον κάνεις ανίκανο για σεξ, θα έχεις επιπλέον πόντους, είπε η Νίκη.

-Εσύ τι σχεδιάζεις;

-Θα προκαλέσω τον Στασινό, μόλις με χαστουκίσει θα καλέσω τον πατέρα μου, αυτή τη φορά δεν θα μιλάμε για αποβολή, θα μιλάμε για μήνυση!

-Έχεις διαβολικό μυαλό, είπε ο Δημήτρης, και κορμί κόλαση.

-Έλα να σε κάψει η φλόγα του, είπε η Νίκη, ξαναμμένη από τα σχέδιά της αλλά και τα κομπλιμέντα του.

 

Ο Μιχάλης κοίταξε την Κλερ που έκλεινε τη βαλίτσα της.

-Θα μου λείψεις, της είπε.

Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε. Τα μάτια της ήταν βουρκωμένα.

-Μακάρι να μην χρειαζόταν να πάω αλλά δεν γίνεται.

Ο Μιχάλης την αγκάλιασε και την κράτησε σφιχτά πάνω του.

-Θα σε περιμένω να γυρίσεις.

Η Κλερ τον φίλησε στον λαιμό και του ψιθύρισε.

-Αλλά θα φύγω αύριο, και η νύχτα ακόμα είναι στην αρχή της, έλα, αγαπημένε μου. Ας την περάσουμε μαζί με τον πιο γλυκό τρόπο.

 

Η Φωτεινή μπήκε κάτω από το ντουζ και άφησε το νερό να την αγκαλιάσει απολαυστικά. Έκλεισε τα μάτια της και άφησε το χλιαρό νερό να την ξεπλύνει από την αλμύρα της θάλασσας και να κατευνάσει τον ερεθισμό που ακόμα κυριαρχούσε στο σώμα της. Μετά το μπάνιο με τον Αλέξη είχαν πάει για φαγητό και είχαν μετά πάει μια βόλτα με το αυτοκίνητο.

Είχαν πολλές φορές φιληθεί και κάθε φορά το φιλί άφηνε το σώμα της να φλέγεται για περισσότερα, για να βιώσει πληρέστερα την απόλαυση του φιλιού του, την ίδια ευχαρίστηση να την νιώσει σε όλο το σώμα της. Να κάνει έρωτα με τον Αλέξη.

Το ήθελε και η ίδια αλλά και ο Αλέξης, δεν είχε κάνει έρωτα μέχρι τώρα αλλά ήξερε να ερμηνεύσει τα σημάδια και καταλάβαινε ότι και εκείνος την ήθελε. Αλλά ακόμα δεν έπρεπε να γίνει. Είχαν περάσει έτσι το απόγευμα μιλώντας, ανταλλάσσοντας φιλιά και χάδια και στο τέλος η Φωτεινή τον είχε καλέσει στο δείπνο το Σάββατο.

Της είχε πει ότι ο πατέρας του θα ήταν υπηρεσία και δεν θα μπορούσε να παρευρεθεί αλλά ο ίδιος θα το έκανε.

Τώρα μετά από μια μέρα, που είχε χαραχτεί για πάντα στη μνήμη της ως η μέρα που είχε δώσει το πρώτο της κανονικό φιλί, γεμάτη με συναρπαστική ένταση και υπέροχες στιγμές, ήταν έτοιμη να πέσει για ύπνο.

Αναρωτήθηκε που βρισκόταν ο αδερφός της.

 

Ο Ρωμανός έπλεε στα ίδια και μεγαλύτερα πελάγη ευτυχίας από την δίδυμή του. Μετά φαγητό με την Ελπίδα είχαν περάσει την ώρα τους συζητώντας και με έναν μικρό περίπατο στα δρομάκια του οικισμού. Επιστρέφοντας είχαν καθίσει να δουν μια ταινία. Η κοπέλα που οι αντοχές της δεν ήταν ίδιες με του αγαπημένου της είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά του όπως κάθονταν στον καναπέ.

Ιπποτικά δεν ήθελε να την ξυπνήσει και όταν τελείωσε η ταινία την σήκωσε στην αγκαλιά του και την πήγε στο κρεβάτι της. Την ξάπλωσε και τότε η κοπέλα άνοιξε τα μάτια της.

-Τι ώρα είναι; ρώτησε νυσταγμένα.

-Ώρα για ύπνο.

Την έγδυσε με λίγη βοήθεια από εκείνη, και την έβαλε με το εσώρουχο και τη φανέλα για ύπνο. Ύστερα γδύθηκε και εκείνος και ξάπλωσε δίπλα της. Η Ελπίδα χώθηκε στην αγκαλιά του και ο Ρωμανός ένιωσε ότι κανένας άνθρωπος στην γη, δεν είχε περισσότερα από εκείνον.

Μέρες Του Φθινοπώρου 28

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Εικοστό Όγδοο

 

-Δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό! διαμαρτυρήθηκε η Μάρθα Κόρβου. Δεν μπορείτε έτσι απλά να τον πάρετε και να τον φυλακίσετε.

-Νόμιζα ότι θες να πας στην κόρη σου, είπε ο Μιχάλης ψυχρά.

-Πρώτα…

-Πρώτα ο εραστής, σωστά, χλεύασε ο Μιχάλης. Φοβάμαι ότι δεν θα κάνετε σεξ ξανά.

-Τι…

Η Μάρθα χλόμιασε.

-Θα τον ευνουχίσετε;

-Βλέπω το ενδιαφέρον σου είναι βαθιά ανθρώπινο. Όχι δεν θα του τα κόψουμε εκτός και αν προκαλέσει τον Γουίλ. Αλλά θα πάει πολλά χρόνια φυλακή και όταν βγει δεν θα θέλει να σε ξαναδεί και ακόμα και αν θέλει να σε ξαναδεί δεν θα είναι σε θέση να κάνει αυτό που θες.

-Είσαι καθίκι!

-Ίσως. Πήγαινε να δεις την κόρη σου αλλά μην την ταράξεις, αν το κάνεις θα σε στείλω μαζί με τον εραστή σου.

-Με ποια κατηγορία;

-Συμμετοχή σε συνωμοσία και ενδεχόμενο δόλο.

-Είσαι τρελός;

-Ο Ραξής θα χαρεί να τον ξετινάξει.

Η Μάρθα σταμάτησε σκεφτική, ο Βασίλης ήταν χαμένος, τον αποχαιρέτησε νοερά όπως και τις βιτσιόζικες νύχτες που είχε απολαύσει μαζί του. Κοίταξε τον Μιχάλη. Ήταν γεροδεμένος και σίγουρα θα ήταν απολαυστικός στο κρεβάτι. Τον σκέφτηκε ξαπλωμένο στο κρεβάτι με τα δυνατά χέρια του στους γοφούς της ενώ θα τον ίππευε με δύναμη, και ένιωσε αμέσως να υγραίνεται.

-Εντάξει. Ας αφήσουμε τον Βασίλη να αντιμετωπίσει το νόμο και τις συνέπειες των πράξεων του. Εμείς σίγουρα μπορούμε να τα βρούμε.

Πλησίασε τον Μιχάλη σε απόσταση αναπνοής.

-Πέσε μαζί μου στο κρεβάτι και θα το απολαύσεις. Μια φορά κάνε το και μετά θα θες κι άλλο, δεν θα μπορείς να το χορτάσεις.

-Είσαι μεγάλη πόρνη, έχει δίκιο ο Αλέξανδρος.

-Ποιος; ρώτησε η Μάρθα και για πρώτη φορά έδειξε να ανησυχεί αληθινά.

-Ο Αλέξανδρος Κομνηνός, ένας καλός φίλος που μου είπε για σένα και που τώρα ερευνά τα οικονομικά σου.

-Δεν…

-Και δεν μπορείς να τον σταματήσεις, είπε ο Μιχάλης, γιατί είσαι εδώ χωρίς καμία επικοινωνία με τον έξω κόσμο.

-Θα σου δώσω διακόσια χιλιάρικα. Και το καλύτερο σεξ που είχες, αν τα σταματήσεις όλα.

-Τι φοβάσαι; είπε ο Μιχάλης. Τι θα ανακαλύψει; Πάμε να δεις την κόρη σου και θα αποφασίσει εκείνη για τη μοίρα σου.

Το τηλέφωνο της Κλερ χτύπησε και η κοπέλα κοίταξε την οθόνη. Συνοφρυώθηκε πριν απαντήσει στα Αγγλικά. Η έκφρασή της ανησύχησε το Μιχάλη του έκανε όμως νόημα ότι είναι εντάξει και απομακρύνθηκε συνεχίζοντας τη συζήτηση στην μητρική της γλώσσα.

Ο Μιχάλης έγνευσε στην Μάρθα να τον ακολουθήσει και εκείνη το έκανε. Στρίβοντας σε έναν διάδρομο έπεσε πάνω του και τον έσπρωξε πάνω σε έναν τοίχο, τον φίλησε στο στόμα ενώ με το ένα χέρι της χούφτωνε τον ανδρισμό του. Τον ένιωσε να σκληραίνει αλλά την επόμενη στιγμή ο Μιχάλης την έσπρωξε πίσω.

-Είσαι μεγάλη πόρνη τελικά, είπε με φωνή κοφτή σαν λεπίδα και παγωμένη σαν την Ανταρκτική. Δεν θα γίνει αυτό που θες.

Στράφηκε και προχώρησε προς το αναρρωτήριο. Η Μάρθα τον ακολούθησε όλο και πιο ανήσυχη. Δεν ήταν συνηθισμένη σε άνδρες που αρνούνταν τα σωματικά της θέλγητρα. Αυτό μαζί με την προφανή θέληση του άνδρα να προστατέψει την κόρη της, την ανησυχούσε πολύ.

-Καταλαβαίνω, είπε με απαλή, μαργιόλικη φωνή. Δεν θέλεις να πέσεις στα μάτια της κόρης μου. Έχεις εκείνη στόχο. Δεν σε κατηγορώ, είναι νέα, σφιχτή αλλά να ξέρεις, ότι πέρα από τα προσόντα που δεν έχει όπως βλέπεις, δεν αξίζει και τίποτα σαν ερωμένη, είναι βαρετή στο κρεβάτι. Ο Βασίλης δεν στράφηκε σε εμένα αναίτια.

-Και εσύ τον δέχθηκες; Με αυτήν την δικαιολογία;

-Πες μου ότι δεν έχεις ποτέ ξενοπηδήξει!

-Δεν έχω ποτέ μου πηδήξει, είπε ο Μιχάλης και χαμογέλασε καταλαβαίνοντας την έκπληξη της Μάρθας. Όχι δεν εννοώ ότι δεν είχα σεξουαλικές σχέσεις ως τώρα. Εννοώ ότι δεν πηδάω μια γυναίκα, όταν είμαι με μια γυναίκα, είμαι με εκείνη και της κάνω έρωτα. Της προσφέρω ηδονή επειδή νιώθω για εκείνη συναισθήματα και αυτά περνάνε και στην σωματική επαφή. Αν δεν αγαπώ τη γυναίκα, το να κάνω μαζί της έρωτα είναι σαν να χρησιμοποιώ το σώμα της για τις ανάγκες του δικού μου, σαν να την υποβιβάζω σε μια πόρνη ή ένα εργαλείο.

-Ανόητες ρομαντικές υπερβολές. Φτάσε στην κορύφωση μαζί μου και θα δεις αν θα ξανασκεφτείς ποτέ κάτι τέτοιο.

Ο Μιχάλης κάγχασε.

-Τι νομίζεις ότι σε κάνει τόσο ξεχωριστή;

-Έχω κορμάρα και ξέρω να την χρησιμοποιήσω. Όχι σαν την φιλεναδούλα σου.

-Δεν χρειάζεται να έχει τεράστιο στήθος για να είναι ερωτική, καλύτερα από το βουνό σιλικόνης σου ένα φυσικό στήθος, κάτω από το οποίο εξακολουθεί να χτυπάει ζεστά μια καρδιά.

Η Μάρθα δεν απάντησε. Είχαν φτάσει στο αναρρωτήριο.

 

Το κουδούνι χτύπησε για τελευταία φορά εκείνη τη μέρα. Οι μαθητές άρχισαν να τα μαζεύουν για να φύγουν και ο Δελμάρ πλησίασε την Φωτεινή. Η κοπέλα χαμογέλασε μόλις την πλησίασε ενώ ένιωσε την καρδιά της να επιταχύνει.

-Τι θα έλεγες για ένα μπάνιο στη θάλασσα; τη ρώτησε.

-Υπέροχη ιδέα, είπε η κοπέλα ανενδοίαστα.

Στράφηκε στην Ελπίδα που μάζευε τα πράγματά της.

-Πάμε για μπάνιο;

-Είμαι λίγο κουρασμένη, είπε εκείνη. Μια άλλη μέρα.

Η Φωτεινή στράφηκε στον αδερφό της, που ήταν ήδη έτοιμος για να φύγουν, με την ίδια ερώτηση. Εκείνος ήταν έτοιμος να δεχτεί αλλά εκείνη τη στιγμή έκανε η Ελπίδα ένα ανεπαίσθητο αρνητικό νόημα και ο Ρωμανός αρνήθηκε:

-Καλύτερα να συνοδέψω την Ελπίδα σπίτι, είπε.

Η Φωτεινή στράφηκε στον Αλέξη.

-Ξέμεινες μόνο με μένα.

-Δεν θα το έλεγα ξέμεινα, είπε εκείνος. Θα έλεγα ότι είναι χαρά μου.

Η Φωτεινή του χαμογέλασε νιώθοντας μια ζεστασιά στο σώμα της σαν να είχε μείνει στον ήλιο αρκετή ώρα.

 

Η Μάρθα πλησίασε την Φοίβη, εκείνη την κοίταξε με απάθεια, ύστερα συνειδητοποίησε τι έβλεπε και ανασηκώθηκε στο κρεβάτι της. Το βλέμμα της πήγε κατηγορηματικά στον Μιχάλη που είπε:

-Έπρεπε να μιλήσετε, να ξεκαθαρίσετε τα πράγματα. Χρειαζόσουν και ρούχα.

Η Φοίβη δεν μίλησε.

-Θα είμαι στην πόρτα, αν χρειαστείς κάτι, μου λες. Πρέπει να σε ενημερώσω και για κάτι ακόμα.

Της εξήγησε τι είχε συμβεί με τον Βασίλη. Η Φοίβη τον άκουσε χωρίς να μιλήσει αλλά στο τέλος είπε:

-Ευχαριστώ, έκανες για μένα ό,τι θα έκανε ο πατέρας μου αν ζούσε ή ένας μεγαλύτερος αδερφός αν είχα. Τώρα μπορώ να μιλήσω με την μητέρα μου.

Ο Μιχάλης πήγε και στάθηκε παραπέρα ενώ η Μάρθα πήγε κοντά στην κόρη της. Την κοίταξε για μια στιγμή.

-Πώς είσαι; τη ρώτησε.

-Κουρασμένη.

-Αλήθεια θέλησες να τερματίσεις τη ζωή σου;

-Ναι.

-Γιατί;

-Ρωτάς; Ρωτάς γιατί;

-Ανόητο κορίτσι, για έναν άνδρα; Οι άνδρες είναι απλά για να ευχαριστιόμαστε.

-Όχι, για μένα. Νόμιζα ότι θα παντρευόμουν, θα έκανα οικογένεια. Δεν… Θα του ήμουν πάντα πιστή και αφοσιωμένη ακόμα και αν δεν μπορούσα να τον ερωτευτώ…

-Πίστη… Αφοσίωση… Δεν είσαι ηρωίδα ρομάντζου, Φοίβη. Οι άντρες είναι για να απολαμβάνουμε το σεξ, δεν είναι να τους παίρνουμε κατάκαρδα. Ο φίλος σου ας πούμε εκεί πέρα…

-Τι έχει;

-Του πρόσφερα ένα καλό πήδημα και το αρνήθηκε. Προφανώς είναι ερωτευμένος με την φιλενάδα του.

-Ναι, την αγαπάει, το κατάλαβα από τη στιγμή που τους είδα μαζί. Δεν θα την προδώσει.

-Του σηκώθηκε όμως όταν τον χούφτωσα.

-Τι;

-Άσχετα αν μετά το έπαιξε κύριος και με έσπρωξε πίσω.

-Γιατί το έκανες; Γιατί;

Η Μάρθα ανασήκωσε τους ώμους της απρόθυμη να ομολογήσει τα κίνητρά της. Η Φοίβη παρερμήνευσε την κίνηση αυτή.

-Γιατί μητέρα; Γιατί; Αρκεί να κοιτάξω έναν άνδρα και θέλεις να τον πάρεις στο κρεβάτι σου;

-Εκείνος έρχεται στο κρεβάτι μου, ανόητο κορίτσι, είπε η Μάρθα ενοχλημένη από το ξέσπασμα της κόρης της. Γιατί είσαι ανίκανη να τους ικανοποιήσεις. Δεν πλαγιάζουν μαζί σου για τα ωραία σου μάτια, το κάνουν για να απολαύσουν ένα καλό πήδημα και δεν το προσφέρεις.

Η Φοίβη την κοίταζε ανήμπορη να πιστέψει την ηθική σαπίλα της μητέρας της. Από την εφηβεία της είχε συνηθίσει την μητέρα της να έχει μια στρατιά εραστών αλλά δεν φανταζόταν ποτέ ότι μέσα της ήταν τόσο χαλασμένη, ότι δεν είχε ούτε ιερό ούτε όσιο.

-Δεν είναι όλα τόσο βρόμικα όσο τα περιγράφεις, είπε, υπάρχει και συναίσθημα… Αληθινό συναίσθημα…

-Αυτό πιστεύει και εκείνος, η Μάρθα έδειξε τον Μιχάλη με μια κλίση του κεφαλιού. Κλάψε λίγο στον ώμο του, τρίψου του και λίγο και θα σε ρίξει ανάσκελα.

-Φύγε! ούρλιαξε η Φοίβη. Δεν θέλω να σε ξαναδώ! Δεν θέλω να ζήσω με τον τρόπο αυτό. Φύγε!

Ξέσπασε σε λυγμούς. Ο Μιχάλης προχώρησε μέσα στο αναρρωτήριο ακολουθούμενος από δύο άνδρες.

-Πάρτε την στο κρατητήριο μαζί με τον άλλο.

-Δεν έχεις το δικαίωμα.

-Αλήθεια; είπε ο Μιχάλης. Σε είχα προειδοποιήσει! Μη με προκαλείς γιατί μπορεί να σε φουντάρω και δεν θα σε βρει κανείς.

Ενώ οι δύο άνδρες έπαιρναν την Μάρθα, ο Μιχάλης κάθισε στην άκρη του κρεββατιού της Φοίβης και της είπε μαλακά:

-Πέρασε… Ησύχασε. Δεν θα σε πειράξει ξανά.     

Η κοπέλα έπεσε στην αγκαλιά του κλαίγοντας και ο Μιχάλης την κράτησε απαλά και την χάιδεψε παρηγορητικά στην πλάτη.

 

-Σπίτι μου, σπιτάκι μου, είπε η Ελπίδα μπαίνοντας στο σπίτι της.

-Πώς είσαι; ρώτησε ο Ρωμανός.

Τους είχαν φέρει ο Αλέξης με τη Φωτεινή και μετά είχαν συνεχίσει για τη θάλασσα.

-Καλά είμαι, είπε η κοπέλα αφήνοντας τα πράγματά της.

-Γιατί…

-Αγάπη μου, είσαι τόσο ερωτευμένος με μένα που δεν προσέχεις τίποτα άλλο γύρω σου;

-Σαν τι;

-Η Φωτεινή είναι τσιμπημένη με τον Αλέξη. Σκέφτηκα να τους αφήσουμε λίγο μόνους.

Ο Ρωμανός το σκέφτηκε για λίγο και μετά κατένευσε.

-Σωστά το σκέφτηκες, και χαίρομαι για την αδερφή μου, είναι καλός τύπος ο Αλέξης.

 

Η Φωτεινή βγήκε από το νερό και προχώρησε προς το σημείο που είχε αφήσει την πετσέτα της. Ο Αλέξης Δελμάρ την κοίταξε. Ήταν όμορφη, ήταν πλέον γυναίκα και πολύ ελκυστική μάλιστα, αν και η ίδια δεν το συνειδητοποιούσε ακόμα. Το σφριγηλό, στητό στήθος της, οι στρογγυλεμένοι γοφοί της, η σφιχτή, επίπεδη κοιλιά της ήταν όλα σημάδια μιας θηλυκότητας που ανθούσε. Ακόμα περισσότερο όμως τον τραβούσε η προσωπικότητά της, μια απροσποίητη, φιλική κοπέλα χωρίς καμία από τις επιτηδεύσεις και τα φτιασιδώματα που χρησιμοποιούσαν πολλές γυναίκες στο σώμα αλλά και στο χαρακτήρα τους.

Ο Αλέξης είχε μεγαλώσει χωρίς μητέρα, δεν την είχε γνωρίσει καθώς πέθανε την ίδια μέρα που εκείνος ήρθε στον κόσμο. Είχε μεγαλώσει με τον πατέρα του και κατά πολύ μέσα στον δικό του κόσμο, των ιατρών και των ασθενών. Είχε κάνει έρωτα για πρώτη φορά στα δεκαπέντε του, είχε χάσει την παρθενιά του με μια συνάδερφο του πατέρα του. Μέχρι τα δεκαοκτώ του είχε ήδη κάνει δύο σχέσεις και είχε κοιμηθεί περιστασιακά με έναν αριθμό γυναικών. Όταν η Νίκη του είχε προσφέρει τα κάλλη της στο πιάτο, είχε ήδη χορτάσει από σχέσεις της μιας νύχτας και η Νίκη δεν είχε τίποτα να του προσφέρει που να ήταν καινούριο ή να μην το είχε ξαναδεί.

Η Φωτεινή όμως ήταν διαφορετική, δεν πρόβαλε την σεξουαλικότητά της, κάθε άλλο. Την είχε προσέξει και την προηγούμενη χρονιά, ήταν φιλική και πρόθυμη να βοηθήσει όποιον χρειαζόταν βοήθεια. Τα πρόσφατα γεγονότα τούς είχαν φέρει πιο κοντά και ο Αλέξης αναρωτιόταν αν είχε βρει επιτέλους την μια και μοναδική κοπέλα που όλοι αναζητούν.