Η Κατάρα Του Ζαγκάρθους ΙΙ

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Ένα ξέφωτο ανοίχτηκε μπροστά τους ξαφνικά και η σκηνή που αντίκρισαν έστειλε ένα ρίγος να διατρέξει την σπονδυλική στήλη του Νέφλιν. Στο κέντρο του, πάνω σε ένα παχύ στρώμα από χόρτο και πεσμένα φύλλα μια κοπέλα πάλευε με έναν πολύ πιο μεγαλόσωμο άνδρα. Ήταν με την πλάτη στο έδαφος και πάλευε να εμποδίσει τον άνδρα να παραμερίσει το μακρύ της φόρεμα, το μόνο πράγμα που τον εμπόδιζε να την κάνει με τη βία δική του.
   -Άφησέ τη! κραύγασε ο Νέφλιν και ξεθηκάρωσε τη σπάθα του ορμώντας μπροστά χωρίς να δώσει καμία σημασία στους άνδρες που ένα γύρω ακουμπισμένοι στους κορμούς των αιωνόβιων δένδρων παρακολουθούσαν γελώντας τη σκηνή. Η φωνή του έκανε τον άνδρα να αφήσει την Έλανεθ και να τραβήξει ένα μεγάλο σπαθί. Ο Νέφλιν ξεπέζεψε και προχώρησε να τον αντιμετωπίσει ενώ οι υπόλοιποι πολεμιστές του εμπλέκονταν σε μάχη με τους ληστές.
   Από τα πρώτα χτυπήματα που αντάλλαξε με τον αρχηγό της συμμορίας κατάλαβε πως είχε να κάνει με έναν καλό ξιφομάχο αλλά όχι τόσο καλό όσο ο ίδιος. Και αρκούσε ένα βλέμμα στην πεσμένη ακόμα κάτω Έλανεθ, με το τρομαγμένο πρόσωπο και το σκισμένο φόρεμα για να τον κάνει να πολεμάει με μεγαλύτερη ακόμα ορμή.
   Ο Νέφλιν είχε τη φήμη του καλύτερου μονομάχου μετά τον θρυλικό Ράουμας του Λορ και δεν την είχε χωρίς λόγο. Γρήγορα ο ληστής άρχισε να υποχωρεί και να απαντά σπασμωδικά στα χτυπήματά του. Τελικά σε ένα χτύπημα ο Νέφλιν παραμέρισε τη λάμα του σπαθιού του και τον χτύπησε στο στήθος σωριάζοντάς τον νεκρό.
   Έτρεξε κοντά στην Έλανεθ ενώ οι υπόλοιποι ληστές τρέπονταν σε φυγή βλέποντας ότι ο αρχηγός τους ήταν νεκρός. Ο Νέφλιν φώναξε στους άνδρες του:
   -Καταδιώξτε τους! Όσοι παραδοθούν θα μεταφερούν στο Άκρεν για να δικαστούν.
   Βοήθησε την κοπέλα να σηκωθεί και μετά να περπατήσουν ως το σημείο που περίμενε υπομονετικά το άλογό του. Η Έλανεθ είχε χάσει το δικό της, είχε τρομάξει και είχε φύγει καλπάζοντας και χλιμιντρίζοντας όταν έπεσε στην ενέδρα των ληστών. Ο Νέφλιν ανέβηκε στη σέλα και μετά τράβηξε την Έλανεθ να καθίσει πίσω του.
   -Γιατί έφυγες; είπε αυστηρά. Δεν ήξερες ότι είναι επικίνδυνο;
   -Δεν με ένοιαζε, ήθελα να είμαι μόνη.
   -Παραλίγο να πέθαινες μόνη.
   -Εσένα τι σε νοιάζει;
   Η άφιξή τους στον πύργο καθυστέρησε την απάντηση που ήθελε να της δώσει. Πέρασε την πύλη και έφερε το άλογό του στους στάβλους. Ξεπέζεψε και κατέβασε από το άλογο την κοπέλα που τον κοίταζε με μάτια που πετούσαν φλόγες.
   -Με νοιάζει Έλανεθ. Δεν θα ήθελα να πάθεις κακό. Θα ήταν....
   -Τι θα ήταν; Αφού δε σε νοιαζει.
   Την κοίταξε. Τα χλωμά συνήθως μάγουλά της ήταν τώρα κόκκινα από την ένταση, τα χείλη της μισάνοιχτα τον καλούσαν να τα φιλήσει. Και το έκανε. Είχε φοβηθεί τόσο πολύ ότι θα την έχανε που ξαφνικά δεν είχε τίποτα άλλο σημασία από το να τη διαβεβαιώσει ότι ήταν εδώ για εκείνη, δεν θα άφηνε να την βλάψει τίποτα και κανένας.
   Τα χείλη της ήταν απαλά και ζεστά. Την έσφιξε στην αγκαλιά του και εκείνη κόλλησε το σώμα της στο δικό του ενώ ανταποκρινόταν στο φιλί του με πάθος. Την πήρε στα χέρια του και την ανέβασε στο δωμάτιό του. Εκεί την άφησε να πατήσει και πάλι κάτω ενώ έλυνε τη φαρδιά ζώνη που συγκρατούσε το φόρεμα. Την επόμενη στιγή ήταν ολόγυμνη μπροστά του, η ματιά του ταξίδεψε στο λεπτό αέρινο σώμα της, στα σφιχτά σχεδόν εφηβικά ακόμα στήθη της, στην επίπεδη κοιλιά της και στα καλίγραμμα πόδια της. Την τράβηξε στην αγκαλιά του και την φίλησε βαθιά, ερωτικά, σχεδόν άγρια. Τα συναισθήματα που και οι δυο ένιωθαν και η ερωτική επιθυμία τους συνεπήραν σε μια ένωση γεμάτη πάθος.


   Ξύπνησε και τεντώθηκε νιωθοντας αναζωογονημένος και με ένα πρωτόγνωρο αίσθημα πληρότητας. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι του και κοίταξε δίπλα του την κοιμισμένη Έλανεθ. Τα μαλλιά της απλώνονταν στους γυμνούς ώμους της και το μαξιλάρι και εκείνος αντιστάθηκε στην παρόρμηση να την χαϊδέψει για να μην την ξυπνήσει.
   Η Έλανεθ στο κρεβάτι του, δική του, παραδομένη σε έναν γαλήνιο ύπνο αφού είχαν κάνει έρωτα. Η συνειδητοποίηση τον γέμισε με έναν απτό πόνο, σχεδόν σαν να είχε μπηχτεί ένα ξίφος στο σώμα του. Τι είχε κάνει; Είχε καταδικάσει σε έναν φρικτό θάνατο εκείνη που αγαπούσε. Πήγε στο παράθυρο. Ακούμπησε το μέτωπό του στην παγωμένη πέτρα του αψιδωτού παραστάτη. Γιατί είχε αφεθεί; Γιατί δεν είχε απομακρυνθεί και να καταφύγει στην ανακούφιση του τελετουργικού του Ζενιμάν;
   Ο ήχος της πύλης που άνοιγε τον απέσπασε από τις σκέψεις του και κοίταξε να δει ποιος ήταν που κατέφτανε τόσο πρωί και η φρουρά του απέδιδε μάλιστα τιμές. Αναγνώρισε αμέσως τον καβαλάρη με τα καστανά μαλλιά και την μαύρη στολή, ένας ζωντανός θρύλος της Ιπποσύνης, ο Φένορ του Άκρεν.
    Ερχόταν πάνω στην ώρα.

2 σχόλια:

Ρεγγίνα είπε...

"Παραλίγο να πέθαινες μόνη."
...
Είναι μαγευτική η διήγηση. Μου θυμίζει μεσαιωνικό μυθιστόρημα, κάτι σαν Έλις Πίτερς, αλλά με τη δική σου σφραγίδα.
Και κάτι Πένα μου: αποκαλύπτεται νομίζω το μεγάλο πάθος σου για την πριγκίπισσα!

σας φιλώ

Νυχτερινή Πένα είπε...

Από όσα γραφω αυτό είναι το αγαπημένο μου είδος, το μυθιστόρημα που θέλω να εκδώσω είναι τέτοιο. Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια Ρεγγίνα μου. Την καλησπέρα μου.

Δημοσίευση σχολίου