Το Σμαραγδένιο Μενταγιόν - Φινάλε

Author: Νυχτερινή Πένα /

ΙΙΙ.

Η πύλη άνοιξε με ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο και με τον Βοτανειάτη πρώτο μπήκαν μέσα. Βρέθηκαν σε μια μεγάλη σάλα με πλάκες στο έδαφος και ένα χαλί που είχε φαγωθεί από το χρόνο αποκαλύπτοντας το πέτρινο δάπεδο ενώ πάνω από τα κεφάλια τους κρεμόταν ένας μεγάλος πολυέλαιος. Αλλά αυτό που τράβηξε την προσοχή τους ήταν οι πολεμιστές που βρίσκονταν μπροστά τους. Ήταν όλοι ντυμένοι με πανοπλίες και οπλισμένοι με σπαθιά και ασπίδες με το έμβλημα της αυτοκρατορίας, και ήταν όλοι νεκροί. Νεκροκεφαλές φαίνονταν από τα κράνη τους και σκελετωμένα χέρια κρατούσαν τα όπλα. Επιτέθηκαν αμέσως.
Ο Βοτανειάτης τράβηξε τη σπάθα του, ο Λέων πήρε θέση αριστερά του και ο Βάλρους δεξιά. Η μάχη ήταν σκληρή αλλά οι τρεις πολεμιστές ήταν από τους καλύτερους που είχε η αυτοκρατορία. Χτυπούσαν γρήγορα και καίρια ενώ απέκρουαν τα χτυπήματα των σκελετικών πολεμιστών. Η αίθουσα αντηχούσε από τα χτυπήματα του μετάλλου στο μέταλλο και τον κρότο των αντιπάλων τους όταν σωριάζονταν στο δάπεδο διαλυμένοι. Ο Χρυσάφιος είχε μείνει πίσω κοντά στην πόρτα και στρίγγλιζε φοβισμένος κάθε φορά που έδειχναν οι σκελετικοί πολεμιστές να υπερτερούν στη μάχη.
Ο Βοτανειάτης προχωρούσε σκορπώντας τον όλεθρο ανάμεσα στους αντιπάλους τους ενώ οι δύο σύντροφοί του ακολουθούσαν καλύπτοντας τα νώτα του. Ο Λέων έβρισε καθώς ένας πολεμιστής βρέθηκε πίσω του και ίσα που πρόλαβε να τον σταματήσει με ένα χτύπημα που του πήρε το κεφάλι.
-Προτιμούσες το κελί σου; τον πείραξε ο Βάλρους.
-Εκεί είχε μόνο κατσαρίδες τουλάχιστον!
Η μάχη τελείωσε αφού οι πολεμιστές σωριάστηκαν διαλυμένοι στο πέτρινο δάπεδο ως τον τελευταίο, και ο Βοτανειάτης προχώρησε στη σκάλα που οδηγούσε στον πρώτο όροφο του πύργου.
Σταμάτησε στη μέση όμως καθώς ένα ον που παρόμοιο του δεν είχε ξαναδεί κατέβαινε τη σκάλα. Έμοιαζε με φίδι αλλά ήταν πολύ μεγαλύτερο, οι κουλούρες του σέρνονταν στη σκάλα πίσω του ενώ το ορθωμένο μέρος από το καλυμμένο με μαύρες φολίδες σώμα του ήταν πιο ψηλό από τον πολεμιστή. Ένα οστέινο στεφάνι προφύλασσε το λαιμό του και μια μαύρη γλώσσα οπλισμένη με ένα κεντρί που έσταζε δηλητήριο μπαινόβγαινε στο στόμα του.
-Για όνομα της Φρέια, τη είναι αυτό το πράγμα; αναφώνησε ο Βάλρους.
-Ένας Υπερόφις, είπε η Αλίμα, κάνετε πίσω πολεμιστές. Το κεντρί του είναι θανάσιμο και δύσκολα τα όπλα σας θα περάσουν την πανοπλία του. Άλλη είναι η αδυναμία του.
Η κοπέλα πέρασε μπροστά και μια απόκοσμη μελωδία ξεχύθηκε από τα χείλη της. Το μεγάλο ερπετό χαμήλωσε το κεφάλι και κουλουριάστηκε στη σκάλα. Καθώς η μελωδία συνεχιζόταν το ακούμπησε στις σπείρες του σώματός του και τα μεγάλα μοχθηρά μάτια του έκλεισαν.
-Πάμε, είπε ο Βοτανειάτης, προσέξτε μην το αγγίξετε και ξυπνήσει.
-Τι άλλο θα δουν τα μάτια μου, είπε ο Λέων ενώ περνούσε με προσοχή δίπλα από το κοιμισμένο τέρας.
Η απάντηση ήρθε από μια φωνή που έψελνε ξόρκια και απήγγειλε κατάρες. Στην κορυφή της σκάλας είχε εμφανιστεί ένα όν που έμοιαζε βγαλμένο από παραμύθι ή από εφιάλτη. Ήταν μια όμορφη γυναίκα με γλυκό πρόσωπο, μακριά μαύρα μαλλιά, αλαβάστρινο δέρμα και ολοστρόγγυλα στήθη αλλά από τη μέση και κάτω είχε σώμα φιδιού που κατέληγε σε μια διχαλωτή ουρά.
-Εγώ και η μεγάλη μου γλώσσα! είπε ο Λέων σφίγγοντας το σπαθί του στο χέρι του.
-Μια λάμια, είπε ο Βοτανειάτης, γρήγορα πριν προλάβει να ολοκληρώσει την κατάρα της.
Έτρεξε πρώτος μπροστά. Η λάμια χαμογέλασε με ένα χαμόγελο που έδειξε την πραγματική της φύση κάνοντας το όμορφό της πρόσωπο μια απαίσια μάσκα και αποκαλύπτοντας μια σειρά αιχμηρών δοντιών. Τίναξε την ουρά της στα πόδια του με σκοπό να τον ανατρέψει αλλά εκείνος πήδηξε από πάνω και πριν καλά καλά ξαναπατήσει στο έδαφος βύθισε τα σπαθιά του στην κοιλιά της. Η λάμια έπεσε στη σκάλα σφαδάζοντας και οι υπόλοιποι ακολούθησαν τον Βοτανειάτη με τελευταίο τον Χρυσάφιο που κλώτσησε το νεκρό πλάσμα περνώντας δίπλα του.
Μπροστά τους βρισκόταν τώρα μια μεγάλη πόρτα που κάποτε θα ήταν έργο τέχνης αλλά τώρα την έτρωγε το σαράκι. Ο Βοτανειάτης την έσπρωξε και άνοιξε. Βρέθηκε σε μια μεγάλη σάλα με ψηφιδωτά στο πάτωμα, στους τοίχους κρέμονταν πολυτελείς ταπετσαρίες και βιβλιοθήκες κατάφορτες με τόμους και περγαμηνές. Από την οροφή κρεμόταν ένας πολυτελής, γυαλιστερός πολυέλαιος με δεκάδες κεριά. Αντίθετα με τον υπόλοιπο πύργο και ως και την πόρτα αυτού του δωματίου δεν υπήρχε καμία φθορά μέσα.
Στο κέντρο του δωματίου βρισκόταν μια πολυθρόνα με ψηλή ράχη σαν θρόνου, καθισμένη σε αυτήν ήταν μια γυναίκα ηλικιωμένη με μακριά άσπρα μαλλιά που έφταναν στους ώμους του πορφυρού της φορέματος. Στο στήθος της κρεμόταν το αντικείμενο που είχαν έρθει να βρουν, το Σμαραγδένιο Μενταγιόν. Ήταν χρυσό, σκαλισμένο σε ένα περίτεχνο σύνολο φύλλων και στη μέση του βρισκόταν η πράσινη πέτρα που του είχε χαρίσει το όνομά του.
-Βοήθεια, ψέλλισε η γυναίκα.
Ο Βοτανειάτης σάστισε. Δεν ήταν αυτό που περίμενε, αυτό για το οποίο είχε προειδοποιηθεί. Την ίδια στιγμή πίσω του άκουσε τον Λέοντα να βογκάει. Γύρισε για να δει τον υπασπιστή του να πέφτει στο δάπεδο με ένα εγχειρίδιο μπηγμένο στο πλευρό του.
-Ο ευνούχος… είπε πριν ξεψυχήσει.
Ο Βοτανειάτης και ο Βάλρους στράφηκαν στον Χρυσάφιο αλλά βρήκαν στη θέση του έναν ψηλό ξερακιανό άνδρα με ένα σπαθί στο χέρι. Τέντωσε την παλάμη του ελεύθερου χεριού του προς τον Βάλρους και τον έστειλε να κυλιστεί στο δάπεδο στην άλλη άκρη του δωματίου. Τράβηξε την Αλίμα μπροστά του και ακούμπησε το σπαθί στο λαιμό της.
-Αν δεν θες να πεθάνει και αυτή πήγαινε να φέρεις το μενταγιόν, είπε ο άνδρας.
-Είχα καταλάβει ότι δεν είσαι ευνούχος, είπε ο Βοτανειάτης, από το ενδιαφέρον που έδειχνες για τα γυναικεία θέλγητρα της Αλίμα. Αλλά δεν υποψιάσθηκα ποτέ ότι είσαι εσύ Δρούσε Αξιώτη. Γιατί όλο αυτό το θέατρο;
-Λίγα λόγια και κάνε αυτό που σου λέω!
Ο Βοτανειάτης πλησίασε τη γυναίκα στην πολυθρόνα. Άπλωσε το χέρι του περιμένοντας κάποιο χτύπημα αλλά τίποτα δε συνέβη και πήρε το μενταγιόν. Στράφηκε προς τον Αξιώτη.
-Δώσε το μου, είπε ο δούκας.
-Όχι! φώναξε η Αλίμα και η φωνή της ακούστηκε καμπανιστή σε ολόκληρο τον πύργο. Με τη δύναμή του θα κάνει μεγάλο κακό!
Ο Βοτανειάτης κοίταξε τον Αξιώτη και μετά την κοπέλα στα χέρια του. Σαν για να τον εξωθήσει στην απόφαση ο Αξιώτης πίεσε τη λάμα στο λαιμό της και μια κατακόκκινη σταγόνα αίμα ανάβλυσε από την τομή.
-Προτιμάς να πεθάνει και αυτή;
Ο Βοτανειάτης κούνησε το κεφάλι του.
-Όχι, είπε, πάρε το.
Πέταξε το μενταγιόν με ορμή και αυτό πέρασε πάνω από το κεφάλι του Αξιώτη. Εκείνος έσπρωξε μακριά την Αλίμα και γύρισε να δει που είχε πέσει το μενταγιόν Αντί για το μενταγιόν όμως βρήκε μπροστά του τον Υπερόφι, που είχε ξυπνήσει από την κραυγή της γητεύτρας. Δεν πρόλαβε να κάνει κάτι για να φυλαχθεί καθώς το κεντρί του τέρατος διαπερνούσε το λαιμό του ποτίζοντάς τον με ένα από τα πιο δυνατά δηλητήρια στον κόσμο. Την επόμενη στιγμή σωριαζόταν νεκρός.
-Πρόσελθε μενταγιόν! είπε μια δυνατή νεανική φωνή.
Ο Βοτανειάτης στράφηκε προς την κατεύθυνση της φωνής και είδε με έκπληξη πως στην θέση της ηλικιωμένης γυναίκας καθόταν μια εκπάγλου καλλονής νέα γυναίκα με το μενταγιόν στο στήθος της. Με ένα ακόμα ξόρκι εξαφάνισε τον Υπερόφι και μετά χαμογέλασε στον πολεμιστή.
-Σε ευχαριστώ, του είπε.
-Αν πω ότι κατάλαβα τι έγινε θα πω ψέματα, είπε ο Βοτανειάτης,
-Ονομάζομαι Νάγια, είμαι μάγισσα. Πριν από καιρό ο Δρούσος Αξιώτης με παγίδευσε εδώ και δέσμευσε τις δυνάμεις μου. Την τελευταία στιγμή πρόλαβα να τον καταραστώ υφαίνοντας δύο γητείες. Η μία ήταν να μην μπορεί να απλώσει το χέρι του πάνω μου και σε όσα με ακουμπούσαν οπότε δε μπορούσε να πάρει το μενταγιόν. Εκείνος έβαλε να με φρουρούν τα τέρατά του ως που να βρει τρόπο να πάρει το μενταγιόν. Η δεύτερή μου γητεία ήταν για να μην αναγνωρίζουν ούτε εκείνον.
-Έτσι χρειαζόταν πολεμιστές να νικήσουν τα τέρατα και κάποιον να πάρει το μενταγιόν σου, είπε η Αλίμα. Αλλά γιατί αυτή η μασκαράτα με τον ευνούχο;
-Αυτό μπορώ να το πω εγώ, είπε ο Βοτανειάτης. Ήθελε να κερδίσει την μάχη αλλά χωρίς τα ερωτηματικά που θα δημιουργούσε αν ερχόταν με την πραγματική του μορφή και ταυτότητα. Ειδικά σε’ μενα που δεν θα τον εμπιστευόμουν.
Η Νάγια έκανε ένα ξόρκι και ο Βάλρους υγιής επέστρεψε δίπλα στον Βοτανειάτη.
-Για τον άλλο σύντροφό σου, είπε η μάγισσα, δεν μπορώ να κάνω δυστυχώς τίποτα. Θα φροντίσουμε για την ταφή του. Όσο για εσένα, είθε η καλή τύχη να είναι μαζί σου και η νίκη να στέφει τα όπλα σου.
Η μάγισσα στράφηκε στην Αλίμα.
-Εσύ κόρη των Ασάρ τι θα επιθυμούσες; Θα ήθελες να γίνεις μαθήτριά μου;
Τα μάτια της Αλίμα έλαμψαν.
-Δεν θα ήθελα τίποτα περισσότερο, είπε.

Μετά την ταφή του Λέοντα ο Βοτανειάτης και ο Βάλρους αποχαιρέτησαν την Νάγια και την Αλίμα.
-Να έρθετε πάλι, είπε η μάγισσα, όταν αυτό το μέρος θα είναι ένα μέρος μελέτης και γνώσης.
Η Αλίμα αγκάλιασε το Βοτανειάτη και τον φίλησε στο μάγουλο.
-Θα συναντηθούμε ξανά εμείς, είπε με έναν πολλά υποσχόμενο τόνο.
Καθώς ανέβαιναν στα άλογά τους ο Βάλρους ρώτησε:
-Τι θα κάνουμε τώρα;
Βγήκαν από την πύλη με τον Λαόνικο να ακολουθεί.
-Τι θα έλεγες για μια στάση εναντίον του Μαρδοχαίου; απάντησε ο Βοτανειάτης.



Τέλος

2 σχόλια:

Giannis Pit είπε...

Η Φαντασία σου δημιουργεί εξαιρετική ροή στη γραφή σου φίλε μου....! πραγματικά εντυπωσιακό.
Καλά Χριστούγεννα να έχεις.

Νυχτερινή Πένα είπε...

Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια φίλε μου.
Με το νέο έτος θα έχουμε μια νέα ιστορία.
Καλά Χριστούγεννα και σε' σενα.

Δημοσίευση σχολίου