Όλοι Οι Δρόμοι Οδηγούν Στην Αγάπη - 1

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο 1


 Μια πανεπιστημιούπολη είναι ένας καινούριος, θαυμαστός αλλά και ξένος κόσμος όταν είσαι πρωτοετής και ξεκινάς την πρώτη σου μέρα σ’ αυτόν. Ή τουλάχιστον αυτό σκεφτόταν η Κέητ Πήρσον μπαίνοντας στο κεντρικό κτήριο της πανεπιστημιούπολης της Βοστώνης που στέγαζε τις πρυτανικές αρχές και τις διοικητικές υπηρεσίες. Ήταν ένα ψηλό πέτρινο κτήριο με μια μεγάλη δίφυλλη πόρτα στο οποίο μπαινόβγαιναν εκατοντάδες ανθρώπων. Για την Κέητ, που το είχε επισκεφθεί μόλις μια φορά ακόμα όταν τακτοποίησε τα χαρτιά της εγγραφής της εδώ, ήταν τόσο ξένο όσο και η αθέατη πλευρά του φεγγαριού. Ειδικά αφού τότε στα τέλη του καλοκαιριού δεν υπήρχαν παρά ελάχιστοι άνθρωποι τριγύρω αντίθετα με την τωρινή κοσμοπλημμύρα.
Η Κέητ δεν θα άφηνε ωστόσο τίποτα να αλλάξει το δρόμο που είχε διαλέξει. Έτσι προχώρησε στο εσωτερικό του μεγαλοπρεπούς κτίσματος, αν και κάπως δειλά, αναζητώντας έναν συγκεκριμένο πίνακα ανακοινώσεων. Ήταν μια κανονικού ύψους κοπέλα με λεπτό σώμα και ευγενικό παρουσιαστικό. Είχε μαύρα μακριά μαλλιά που πλαισίωναν ένα γλυκό πρόσωπο στο οποίο δέσποζαν τα γαλανά της μάτια. Απλά ντυμένη με ένα μπλουζάκι και τζιν παντελόνι ήταν μια συνηθισμένη φοιτήτρια ανάμεσα στις άλλες.
Έχοντας κρεμασμένη στο πλευρό της την τσάντα της και κρατώντας στην αγκαλιά της δυο βιβλία και το σημειωματάριο που της χρειάζονταν κατευθύνθηκε προς τον πίνακα που ήθελε. Δεν είδε την παρέα των φοιτητών που πλησίαζαν συζητώντας έντονα και γελώντας δυνατά ως που ένας απ’ αυτούς έπεσε πάνω της με τέτοια φόρα που την έριξε κάτω σκορπώντας τα πράγματά της στο μαρμάρινο δάπεδο. Ο πόνος έφερε δάκρυα στα μάτια της που πάλεψε να κρύψει καθώς είχε συναίσθηση του ότι υπήρχαν πολλά βλέμματα που ήταν στραμμένα τώρα πάνω της.
Άρχισε να μαζεύει τα πράγματα της ενώ η παρέα του φοιτητή που την είχε ρίξει κάτω στεκόταν και παρακολουθούσε σχολιάζοντας χωρίς να κάνει την παραμικρή προσπάθεια να τη βοηθήσει.
«Πατήστε με κιόλας,» σκέφθηκε η κοπέλα. Σηκωνόταν όρθια όταν ένιωσε ένα άγγιγμα στο γοφό της. Στράφηκε γρήγορα να αντιμετωπίσει τους φοιτητές που γελούσαν ενώ τα μάγουλα της βάφονταν κόκκινα από την οργή.
-Εντάξει Πάνκχερστ! Αρκετά!
Η Κέητ στράφηκε προς το μέρος της φωνής και είδε να πλησιάζει περπατώντας γρήγορά, σχεδόν τρέχοντας, μια κοπέλα με καστανά μακριά μαλλιά μαζεμένα σε μια πλεξίδα που ανέμιζε πίσω της και καστανά επίσης μάτια που άστραφταν από θυμό. Χωρίς να διστάσει έσπρωξε τους φοιτητές που ήταν ένα κεφάλι πιο ψηλοί από’ κείνη και πλησίασε την Κέητ.
-Είσαι καλά; ρώτησε.
-Ναι, απάντησε σαστισμένη η Κέητ.
-Εντάξει Κομνηνού, είπε ένας από τον κύκλο των φοιτητών, δεν έγινε και τίποτα. Απλά ο Μπομπ έπεσε πάνω της.
Αυτός που είχε μιλήσει ήταν ένας μάλλον ψηλός νεαρός, καλοβαλμένος με εμφανώς ακριβό γούστο στο ντύσιμο.
-Πάντα το ίδιο κρετίνος Πάνκχερστ. Πάρε τους παλιάτσους σου και δρόμο! Αρκετά την ενοχλήσατε.
-Έι Κομνηνού εσύ ειδικά δεν θα’ πρεπε να μιλάς για κρετίνους, πετάχτηκε ένας από την παρέα των φοιτητών που ακόμα ήταν γύρω από την Κέητ. Άκουσα πως δεν θα πάρετε μέρος στο μαραθώνιο.
Η παρέα έσκασε στα γέλια κάτι που έκανε την καστανότατα κοπέλα να κοκκινίσει από οργή. Δεν πρόλαβε όμως να δώσει την καυστική απάντηση που ήρθε στα χείλη της γιατί κάποιος είπε βιαστικά:
-Μάγκες, έρχεται ο Ράινχαρτ.
Ο Ευσέβιος Ράινχαρτ ήταν καθηγητής Μεσαιωνικής Ιστορίας και ήταν κυρίως γνωστός για το γεγονός ότι όταν τον θύμωναν η οργή του έπεφτε επί δικαίων και αδίκων. Οι φοιτητές τραβήχτηκαν πέρα και η Κέητ γύρισε στην αυτόκλητη σωτήρα της.
-Ευχαριστώ, είπε, με λένε Κέητ Πήρσον.
-Ζηνοβία Κομνηνού, όλοι όμως με φωνάζουν Νιόβη.
-Ευχαριστώ για τη βοήθεια Νιόβη.
-Δεν κάνει τίποτα. Είσαι καινούρια εδώ έτσι;
-Πρώτη μου μέρα. Φαίνεται;
Η Νιόβη πέρασε το χέρι της γύρω από τους ώμους της Κέητ λέγοντας της:
-Ο Κόλιν Πάνκχερστ και οι φίλοι του είναι ψώνια με εγωισμό μεγαλύτερο από το μπόι τους. Μη δίνεις σημασία.
Η Κέητ ήταν πολύ περισσότερο ευγνώμων στην  Νιόβη απ’ όσο άφηνε να φανεί. Καμία αρχή δεν είναι εύκολη ειδικά όταν γίνεται μακριά από κάθε τι που σου είναι οικείο.
-Άκου Κέητ αν σου ξαναδημιουργήσει πρόβλημα ο Πάνκχερστ έλα να με βρεις, εντάξει.
-Ναι... Εντάξει, έκανε η Κέητ. Αλήθεια έχεις υπ’ όψιν κάποιο μέρος για να μείνω; Έχω προς το παρόν εγκατασταθεί σε ένα ξενοδοχείο στο Κόνκορντ αλλά δεν είναι πολύ βολικό.
Η Νιόβη την κοίταξε σκεφτική.
-Δεν ανήκεις σε κάποια αδελφότητα έτσι δεν είναι; ρώτησε.
-Όχι, απάντησε η Κέητ, δεν πρέπει να σε προτείνουν κάποια από τα μέλη για να γίνεις δεκτή;
-Όχι στη δική μας, είπε η Νιόβη. Στη δική μας κρίνουμε με το χαρακτήρα και’ συ νομίζω μας ταιριάζεις. Αν θες είσαι δεκτή στην αδελφότητα των Λευκών.
-Λευκών; απόρησε η Κέητ.
-Ναι, είχαμε και’ μεις γράμματα στην αρχή αλλά μετά μας βαφτίσανε εξ’ αιτίας του εμβλήματος στο προηγούμενο σπίτι μας. Ε το δεχτήκαμε, καλύτερο από μερικά άλλα που κυκλοφορούν ή του Πάνκχερστ και των κολλητών του που αυτοονομάστηκαν Άριστοι.
-Έχετε κόντρα μεταξύ σας απ’ ότι κατάλαβα.
-Αν δεν είσαι πλούσιος ή μέλος της κλίκας τους είσαι υποψήφιο θύμα για τον Πάνκχερστ και τα φιλαράκια του.
-Και ο Μαραθώνιος που ανέφερε; ρώτησε η Κέητ.
-Είναι ένας διαγωνισμός σε διάφορα αντικείμενα, μαθησιακά ή μη, μεταξύ των αδελφοτήτων, απάντησε η Νιόβη και συνέχισε. Αλήθεια δεν σε ρώτησα τι σπουδάζεις;
-Φιλολογία. Εσύ;
-Είμαι στη Δραματική Σχολή.
-Ηθοποιός;
-Ελπίζω, στο μέλλον. Λοιπόν, αν θες να έρθεις στην αδελφότητα μας μετά από τα μαθήματα θα σε πάρω να πάμε στο σπίτι.

Η Άλεξ μισάνοιξε τα μάτια της και κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο δίπλα της, ήταν μάλλον νωρίς να σηκωθεί ή μήπως όχι; Αποφάσισε πως έπρεπε να σηκωθεί. Γύρισε ανάσκελα στο κρεβάτι και τεντώθηκε. Πέταξε από πάνω της το σεντόνι και προχώρησε στο μπάνιο, άνοιξε τη βρύση και έβαλε το κεφάλι της από κάτω, αλάθητος τρόπος για να σου φύγει η νύστα. Ανασήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη. Κοντά μαύρα μαλλιά, μαύρα μάτια και ένα πρόσωπο που φανέρωνα άτομο δυναμικό και αγέρωχο.
Οι σταγόνες που άρχισαν να στάζουν από τα μαλλιά της στη γυμνή της πλάτη της θύμισαν να πάρει την πετσέτα και να τα στεγνώσει. Το έκανε με γρήγορες κοφτές κινήσεις, όπως γενικά ήταν οι κινήσεις της. Επέστρεψε στο δωμάτιό και άρχισε να ντύνεται.
Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα πάνω που είχε ολοκληρώσει το ντύσιμό της και πήγε να ανοίξει, Ένα αγόρι στεκόταν στο κατώφλι της κρατώντας ένα μεγάλο σπιράλ τετράδιο.
-Ορίστε Άλεξ, είπε, οι σημειώσεις που μου ζήτησες.
-Ευχαριστώ πολύ Λούκας.
-Τίποτα Άλεξ.
Όλοι τη φώναζαν Άλεξ. Ήταν κανονικά Αλεξάνδρα αλλά είχαν να την φωνάξουν έτσι από τα παιδικά της χρόνια. Εδώ την ήξεραν σαν Άλεξ Καμίνσκι. Σπούδαζε φυσικές επιστήμες και ήταν στο τελευταίο έτος. Ήταν από τους καλύτερους στη σχολή κάτι που οφειλόταν καθαρά στην ευστροφία της και την αντίληψή της αφού δεν συνήθιζε να  παρακολουθεί παρά μόνο τα μαθήματα με υποχρεωτική παρακολούθηση και φυσικά τίποτα που να είναι πριν τις μία - δύο το μεσημέρι.
Άφησε το δωμάτιο της και προχώρησε στο διάδρομο που οδηγούσε στις σκάλες. Το κλασσικό γεωργιανό σπίτι που στέγαζε την αδελφότητα των Λευκών ήταν διώροφο με τα δωμάτια των κοριτσιών στο δεύτερο, των αγοριών στον πρώτο και τις κοινούς χώρους, όπως το μεγάλο καθιστικό ή η αίθουσα μελέτης, στο ισόγειο. Κατέβηκε τη σκάλα με κατεύθυνση την κουζίνα και μια κούπα δυνατό καφέ.
Μπαίνοντας στην κουζίνα έπεσε πάνω σ’ έναν νεαρό άνδρα που διηγούταν κάτι αναπαριστώντας το ταυτόχρονα.
-Συγνώμη Άλεξ, της είπε εκείνος, δεν σε είδα.
-Μάλλον εγώ πρέπει να σου ζητήσω συγνώμη Μαξ. Είναι γνωστό πόσο ξεχνιέσαι όταν μιλάς για το αγαπημένο σου θέμα.
Ο Μαξιμίλιαν Κάλντγουελ - Μαξ για τους φίλους - της χάρισε ένα χαμόγελο που ακόμα και η δυναμική και ανεξάρτητη Άλεξ το’ βρισκε γοητευτικό. Ο Μαξιμίλιαν σπούδαζε ιστορική έρευνα - αρχαιολογία και του άρεσε επίσης να γράφει στίχους και μικρά ή μεγαλύτερα κείμενα. Αντίθετα με όλους τους άλλους εκείνος είχε ήδη ένα πτυχίο και τώρα έκανε το μεταπτυχιακό του.
-Πως τα πας Άλεξ;
-Όλα καλά, έλπιζα για λίγο καφέ υπάρχει;
-Υπάρχει, πετάχτηκε ο ένας από τους συνομιλητές του Μαξιμίλιαν, και αφού τον έκανε ο Μαξ θα σου αρέσει, σκέτος δυναμίτης.
Ο Μαξιμίλιαν, που κατά γενική ομολογία έφτιαχνε τον καφέ δυνατό, έκανε μια θεατρινίστικη υπόκλιση προς τον φίλο του. Οι δυο τους διέφεραν όπως η νύχτα με τη μέρα. Ο Μαξιμίλιαν ψηλός και σωματώδης ο φίλος του, του οποίου το όνομα ήταν Άνταμ, κανονικού ύψους, ο Μαξιμίλιαν ξανθός, με κοντοκουρεμένα μαλλιά, και με καστανά μάτια, ο Άνταμ μελαχρινός με μαύρα μάτια και μαύρα μαλλιά που έφταναν στου ώμους του. Σαν χαρακτήρες ωστόσο ταίριαζαν και ήταν αχώριστοι φίλοι. Ο Άνταμ σπούδαζε φιλολογία και ήταν από τους καλύτερους φοιτητές της σχολής.
Η Άλεξ μπήκε στην κουζίνα και έβαλε καφέ σε μια κούπα. Κοίταξε τους δυο νεαρούς άνδρες, παρ’ ότι δεν ήταν από τα άτομα που ανοίγονται στους άλλους συμπαθούσε αυτούς τους δυο. Ήπιε λίγο από τον καφέ, ήταν πραγματικά δυνατός.
-Άλεξ; είπε ο Μαξιμίλιαν, συμβαίνει κάτι;
-Δεν είναι καλός ο καφές; ρώτησε ο Άνταμ.
-Ο καφές είναι εντάξει, απλά κάτι σκεφτόμουν απάντησε η κοπέλα.
Δεν πρόλαβαν να πουν τίποτα άλλο γιατί άκουσαν την εξώπορτα να ανοίγει και την Νιόβη που μπήκε μιλώντας με κάποιον και μετά να προχωράει κατευθείαν στην κουζίνα. Μαζί της ήταν η Κέητ την οποία η Νιόβη έσπευσε να συστήσει στους υπόλοιπους.
-Η Κέητ θέλει να γίνει μέλος της αδελφότητας, εξήγησε η Νιόβη.
-Πολύ ωραία, είπε ο Μαξιμίλιαν και έτεινε το χέρι του στην Κέητ, καλώς ήρθες!
Η Κέητ έσφιξε το πολύ μεγαλύτερο από το δικό της χέρι του Μαξιμίλιαν ξαφνιασμένη από τη θερμή υποδοχή.
-Τι σπουδάζεις Κέητ; ρώτησε ο Άνταμ.
-Φιλολογία, απάντησε η κοπέλα.
-Υπέροχα! έκανε ο Άνταμ και συνέχισε, είμαστε στην ίδια σχολή. Σ’ ότι χρειαστείς βοήθεια απλά πες το μου.
-Ευχαριστώ, πολύ ευγενικό εκ μέρους σου.
-Αυτό είναι το νόημα της αδελφότητας, είπε ο Άνταμ για να συμπληρώσει ο Μαξιμίλιαν:
-Και όχι να ρίχνεις ψηλές, ξανθές γκόμενες στο κρεβάτι σου!
-Άσε Μαξ, είπε μελαγχολικά η Νιόβη, συνάντησε ήδη τον Πάνκχερστ.
-Ωχ, έκανε με μια γκριμάτσα σαν να πονούσε ο μεγαλόσωμος νεαρός φέρνοντας ένα δειλό χαμόγελο στα χείλη της Κέητ.
-Πολύ θα’ θελα να του δώσω μια γερή κλωτσιά στον καλομαθημένο πισινό του, είπε η Άλεξ.
Η παρατήρησή της τους έκανε όλους να γελάσουν.
-Λοιπόν, αρκετά με τον Πάνκχερστ, είπε η Νιόβη. Ελάτε να δείξουμε στην Κέητ τα κατατόπια και να της μιλήσουμε για την αδελφότητά μας.

2 σχόλια:

Giannis Pit είπε...

Καινούργιο έτσι ;
Καλή αρχή και έμπνευση.
Και δείχνει και καλό. Με εντυπωσιάζει ο πλούτος στην ονοματολογία σου. Περιμένω να δω την εξέλιξη της πλοκής.
Καλησπέρες πολλές

Νυχτερινή Πένα είπε...

Ευχαριστώ για τα καλά λόγια φίλε μου. Η συνέχεια σύντομα.

Δημοσίευση σχολίου