Όλοι Οι Δρόμοι Οδηγούν Στην Αγάπη - 5

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο 5


Ο Αλέξανδρος δεν άργησε να φέρει σε πέρας τη δουλειά του στην εταιρία και να πάρει και πάλι το δρόμο για την πανεπιστημιούπολη. Ήθελε να προφτάσει να φτάσει στο σπίτι της αδελφότητας πριν τον Μιχάλη. Η Νιόβη του είχε πει ότι ο φίλος του δεν είχε ακόμη φτάσει. Ήταν στο δρόμο όταν κουδούνισε το κινητό του.
-Ναι, είπε έχοντας το νου του στο δρόμο και μην έχοντας προλάβει να κοιτάξει τον αριθμό του καλούντος στην οθόνη.
-Θα βρεθούμε το βράδυ; ρώτησε η απαλή φωνή της Σιμόν.
-Σίγουρα, που θες να βρεθούμε;
-Ξέρεις το Τριστάνο’ς;
-Ναι, είπε ο Αλέξανδρος.
-Ωραία θα βρεθούμε εκεί. Εννιά είναι καλά;
-Μια χαρά.
-Θα κάνω την κράτηση εγώ, είπε η Σιμόν και πρόσθεσε, ανυπομονώ να σε δω.
Ασυναίσθητα ο Αλέξανδρος πάτησε το γκάζι επιταχύνοντας. Σχεδίαζε ήδη στο μυαλό του την αποψινή βραδιά. Την ονειροπόλησή του διέκοψε το κινητό του.
-Ναι, είπε.
-Γεια σου αγάπη μου, επέστρεψα.
Η Ρεμπέκα! Την είχε ξεχάσει εκείνη.
-Γεια σου Μπέκι, ήταν καλό το ταξίδι σου;
-Μια χαρά, πότε θα σε δω; Δουλεύεις και σήμερα;
-Έχω κάποιες δουλειές, τώρα πάω στη Νιόβη και θα λείψω και το βράδυ.
-Θα λείψεις το βράδυ; είπε η Ρεμπέκα ναζιάρικα. Μπορώ να σε δω τώρα; Να’ ρθω στην αδελφότητα της αδερφής σου;
Ο Αλέξανδρος σκέφθηκε την πιθανότητα αυτή. Σίγουρα είχε το πλεονέκτημα πως θα ικανοποιούσε την Μπέκι και θα του άφηνε το βράδυ ελεύθερο. Θα φερόταν όμως καλά η Ρεμπέκα ή θα έκανε τίποτα απρεπές αν της δινόταν η ευκαιρία όπως αντιπαθούσε την Νιόβη; Η αδερφή του αντιθέτως φερόταν πάντα με τον καλύτερο τρόπο στην Ρεμπέκα.
-Εντάξει, έλα, είπε.
Φτάνοντας στο σπίτι της αδελφότητας  ο Αλέξανδρος πάρκαρε και διαπίστωσε ότι εκείνη την ώρα ερχόταν και ο φίλος του.
-Έχασες το δρόμο; τον πείραξε βγαίνοντας από το αυτοκίνητο.
-Όχι, πήγα στην πρυτανεία τακτοποίησα τα χαρτιά μου, έμαθα ότι ο Ράινχαρτ απουσιάζει στην Ευρώπη και έχω την έγκρισή του να κάνω παράδοση τη Δευτέρα και ερχόμενος εδώ έπαιξα μια καλή παρτίδα σκάκι που φυσικά κέρδισα.
-Σκάκι;
-Ένας αγώνας σιμουλτανέ, είπε ο Μιχάλης και εξήγησε στον φίλο του πως είχε αντιμετωπίσει τον Πάνκχερστ.
-Τον έκανες εχθρό , είπε ο Αλέξανδρος, ας είναι. Πάμε να σου γνωρίσω τη Νιόβη και τους φίλους της. Τα πράγματά σου τα παίρνουμε μετά.
Δεν πρόλαβαν να προχωρήσουν προς το σπίτι μιας και κατέφτασε η Ρεμπέκα που ρίχτηκε πάνω στον Αλέξανδρο και άρχισε να τον φιλάει.
-Εντάξει, Μπέκι, είπε εκείνος.
-Μου έλειψες, του είπε ναζιάρικα.
Υψώνοντας το βλέμμα στον ασυννέφιαστο ουρανό ο Αλέξανδρος την πήρε και πλησίασε τον Μιχάλη που είχε διακριτικά απομακρυνθεί.
-Να σου συστήσω το φίλο μου που ήρθε από την Ευρώπη, είπε στην Ρεμπέκα.
Έκανε τις συστάσεις και εκείνη έτεινε το χέρι της στον Μιχάλη σαν αριστοκράτισσα κυρία της Βικτωριανής εποχής. Εκείνος απτόητος το έπιασε απαλά και το φίλησε σαν να ήταν κάτι που συνηθιζόταν το χειροφίλημα.
-Η Μπέκι παίζει, είπε ο Αλέξανδρος. Αλλά σίγουρα σε συμπάθησε.
-Να μου λείπει.
Η στιχομυθία αυτή ειπωμένη στην μητρική τους γλώσσα ήταν ακατανόητη για την Ρεμπέκα που τους ακολούθησε καθώς πήγαιναν προς το σπίτι. Ο Αλέξανδρος χτύπησε το κουδούνι και τους άνοιξε η Νιόβη. Ο αδερφός της έκανε τις συστάσεις.
-Χαίρω πολύ, είπε η κοπέλα τείνοντας το χέρι ης στο Μιχάλη. Της φάνηκε πως το σκέφτηκε αν θα της έδινε το χέρι του αλλά κατάλαβε πως ήταν ο χρόνος που χρειάστηκε για να αλλάξει χέρι στο μπαστούνι. Της έσφιξε το χέρι σε μια ζεστή χειραψία.
Μπήκαν μέσα και η Νιόβη έπιασε να τον συστήσει στους υπόλοιπους. Ο Μιχάλης συζητούσε για λίγο με τον καθένα θέλοντας να τους γνωρίσει, ειδικά εκείνους που θα είχε στα μαθήματα που θα έκανε όπως ήταν ο Μαξιμίλιαν.

Μετά τον καφέ περπάτησαν και πάλι στο δάσος διηγούμενοι ο ένας στον άλλο ιστορίες από τα παιδικά και σχολικά τους χρόνια. Στρυφνοί καθηγητές, παλιοί συμμαθητές και αγαπημένες αναμνήσεις ξαναζωντάνευαν μέσα από τις ιστορίες τους. Γελούσαν με την καρδιά τους και  γνώριζαν ο ένας τον άλλο μαθαίνοντας για το παρελθόν και τις εμπειρίες που είχαν αποκομίσει απ’ αυτό.
Η Κέητ αισθανόταν πραγματικά ευτυχισμένη, Ένιωθε ελεύθερη να μιλήσει με τον Άνταμ χωρίς να φοβάται την απόρριψη ή την ειρωνεία, αυτό που είχε νιώσει από την αρχή της γνωριμίας της μαζί του έβγαινε αληθινό. Αναρωτιόταν αν σκεφτόταν και ο ίδιος τόσο καλά για εκείνη. Πόσο θα ήθελε να το ξέρει αυτό!
Έφτασαν σε ένα σημείο όπου μια κατολίσθηση είχε δημιουργήσει έναν φυσικό εξώστη που έβλεπε στη θάλασσα. Το αεράκι, πιο δυνατό εδώ ανέμισε τα μαλλιά της κοπέλας. Ο Άνταμ την κοίταξε όπως αγνάντευε τη θάλασσα και με δυσκολία συγκράτησε τον εαυτό του από το να απλώσει το χέρι του και να τα χαϊδέψει. Θύμισε στον εαυτό του πως η Κέητ μπορεί να ήταν φίλη αλλά δεν του είχε δώσει καμία ένδειξη ότι τον έβλεπε σαν κάτι πολύ περισσότερο από έναν φίλο και συμφοιτητή.
-Είναι πολύ όμορφη η θάλασσα, είπε η Κέητ. Ξέρεις δεν έχω μπει ποτέ μου. Ξέρω κολύμπι αλλά δεν έχω κολυμπήσει ποτέ στη θάλασσα, μόνο σε κολυμβητήριο.
-Λογικό για κάποια που μεγάλωσε σε μια πολιτεία πάνω από χίλια μίλια μακριά από τη θάλασσα. Τώρα πια ο καιρός δεν είναι για μπάνιο στη θάλασσα οπότε υπομονή ως το καλοκαίρι.
-Σίγουρα, δεν θα φύγω για διακοπές αν δεν το κάνω.
Ο Άνταμ κοίταξε το ρολόι του.
-Θες να πάμε για φαγητό μόνοι μας ή να πάμε πίσω να φάμε μαζί με τους υπόλοιπους;
-Δεν ξέρω, είπε, ό, τι θέλεις εσύ.

Μαζεύτηκαν στο μεγάλο δωμάτιο του ισογείου που τους χωρούσε άνετα για να μιλήσουν για τον μαραθώνιο. Εξήγησαν στον νεοφερμένο το κλίμα που είχε δημιουργηθεί εξ’ αιτίας της συμπεριφοράς του Πάνκχερστ και της παρέας του και τα αντικείμενα του μαραθωνίου.
-Η μεγαλύτερη μας έλλειψη είναι στο θεατρικό, είπε η Νιόβη, δεν έχουμε έργο αν και έχουμε θέατρο και σκηνοθέτη.
Ο Αλέξανδρος που καθόταν ακριβώς δίπλα στον Μιχάλη γύρισε και τον κοίταξε.
-Εσύ γράφεις, είπε, θα με εξέπληττε αν δεν είχες κάτι για την  περίσταση.
-Υπάρχει κάτι που δούλεψα στο αεροπλάνο για εδώ αλλά δεν είναι έτοιμο, Έχω γράψει το έργο αλλά μένουν κάποια πράγματα που εξαρτώνται από τη σκηνή και τη διαρρύθμισή της καθώς και από τα άτομα που θα παίξουν. Υπάρχουν κάποιοι δευτερεύοντες ρόλοι που μπορούν να περισκοπούνε ή να επεκταθούν αναλόγως με τα διαθέσιμα άτομα.
-Άρα πρέπει να το κανονίσουμε, είπε η Νιόβη, και να μιλήσεις και με τον Τόμας τον σκηνοθέτη μας.
Η Νιόβη πρόφερε το όνομα του Τόμας με θέρμη αλλά οι υπόλοιποι δεν έδειξαν να το προσέχουν.
-Αύριο ίσως; πρότεινε ο Μιχάλης προσθέτοντας, δεν είδατε όμως ακόμα το έργο μου.
-Εμπιστεύομαι την κρίση του αδερφού μου, αποκρίθηκε η Νιόβη.
Η Ρεμπέκα έκανε μια γκριμάτσα που όμως δεν πρόλαβε να δει κανείς.
-Ωραία, είπε ο Μιχάλης, ποιοι θα λάβουν μέρος στην παράσταση;
Του απάντησαν εν χορώ και ο Μαξιμίλιαν πρόσθεσε στα ονόματα:
-Και ο Άνταμ με την Κέητ.
-Ποιος;
-Δεν τους γνώρισες ακόμα, εξήγησε ο Μαξιμίλιαν, έχουν πάει μια βόλτα στο Μπίτσγουντ. Θα πρέπει να τους πάρω ένα τηλέφωνο να επιστρέψουν.
-Πάρε το δικό μου, του πρότεινε ο Μιχάλης καθώς ο Μαξιμίλιαν έκανε να σηκωθεί.
Ο νεαρός μεταπτυχιακός φοιτητής το πήρε και τηλεφώνησε στον καλύτερο φίλο του.

Το κουδούνισμα του κινητού διέκοψε τη συζήτηση του Άνταμ με την Κέητ και ο Άνταμ το έβγαλε από την τσέπη του για να απαντήσει. Η Κέητ κοίταζε και πάλι τη θάλασσα και εκείνος όσο μιλούσε με τον Μαξιμίλιαν δεν πήρε τα μάτια του από πάνω της. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο της είπε:
-Το θέμα αποφασίστηκε για’ μας. Θέλουν να επιστρέψουμε για να συμμετάσχουμε στα σχέδια για το θεατρικό.
-Εντάξει, είπε η Κέητ.
-Αν θες, μπορούμε να έλθουμε ξανά κάποια στιγμή, το επόμενο Σαββατοκύριακο ίσως.
Η απάντηση της Κέητ ήταν αυθόρμητη και ήρθε αμέσως:
-Θα το ήθελα πολύ.
Επέστρεψαν στο σπίτι της αδελφότητας όπου βρήκαν τους υπόλοιπους να έχουν μετακινηθεί στην κουζίνα όπου συζητούσαν γύρω από το τραπέζι για το θεατρικό μαζί με την μόλις σηκωμένη από το κρεβάτι Άλεξ. Η τελευταία καθόταν μάλιστα πάνω στον πάγκο της κουζίνας μιας και δεν είχαν άλλη θέση ελεύθερη και οι δυο νεοφερμένοι την μιμήθηκαν.
Ο Μιχάλης τους είχε μιλήσει λίγο για το έργο και τώρα συζητούσαν τη διανομή των ρόλων. Οι υπόλοιποι που δεν συμμετείχαν στο έργο παρέμβαιναν στη συζήτηση με πειράγματα και τα πιο ευφάνταστα σχόλια.
Η Ρεμπέκα που καθόταν ανάμεσα στον Αλέξανδρο και τον Μιχάλη σηκώθηκε και αφού ψιθύρισε κάτι στον πρώτο στράφηκε προς τον δεύτερο:
-Συγνώμη να περάσω;
Ο Μιχάλης σηκώθηκε για να περάσει η Ρεμπέκα που στριμώχτηκε ανάμεσα σ’ εκείνον και τον τοίχο για να περάσει. Ενώ ξανακαθόταν ο Μιχάλης είπε στην Νιόβη:
-Φυσικά τίποτα δεν είναι κανονισμένο μέχρι να μιλήσουμε με το σκηνοθέτη. Τόμας τον είπες αν δεν κάνω λάθος.
-Ναι, είπε η κοπέλα. Θα του τηλεφωνήσω απόψε.
-Ωραία.
Η Ρεμπέκα επέστρεψε και στριμώχτηκε ανάμεσα στον Αλέξανδρο και τον Μιχάλη. Καθώς οι υπόλοιποι συζητούσαν και ο Μιχάλης κοίταζε τις σημειώσεις που είχε μπροστά του, η Ρεμπέκα έσκυψε προς το μέρος του:
-Συγνώμη, μου δίνεις το μπουκάλι με το νερό;
Ο Μιχάλης ανέβλεψε για να βρεθεί σε απόσταση αναπνοής από’ κείνη. Της έδωσε το μπουκάλι και στράφηκε πάλι στις σημειώσεις του. Η Ρεμπέκα έριξε μια λοξή ματιά στον Αλέξανδρο που εξηγούσε στη Νιόβη τη συμφωνία για το θέατρο που τους είχε βρει και μετά έκανε την κίνηση της. Ο Μιχάλης είχε το αριστερό χέρι του, αυτό προς την πλευρά της, ακουμπισμένο στο μπαστούνι του. Η Ρεμπέκα χάιδεψε το χέρι του προχωρώντας προς τον καρπό του. Εκείνος γύρισε και την κοίταξε, αν το βλέμμα μπορούσε να σκοτώσει θα είχε πέσει νεκρή κεραυνοβολημένη από την ψυχρότητά του. Δεν της είπε τίποτα, απλά σηκώθηκε με τους άλλους καθώς αυτή η πρώτη τους σύσκεψη λάμβανε τέλος.
-Δεν σου βρήκαμε δωμάτιο, είπε ο Μαξιμίλιαν.
-Θα μπορούσε να πάρει το δωμάτιο δίπλα στο μεγάλο, εκείνο που δεν χρησιμοποιείται, είπε η Κέητ. Δεν θα έχει και τη σκάλα... Σταμάτησε κοκκινίζοντας.
-Ευχαριστώ, της είπε ο Μιχάλης, πολύ ευγενική σκέψη.
-Είναι λίγο μικρό είπε η Νιόβη, αλλά αν θες μπορείς να μείνεις εκεί.

Καθώς το τηλέφωνο καλούσε η Νιόβη άλλαξε χέρι και σκούπισε την ιδρωμένη παλάμη της στο τζιν της. Ποτέ δεν είχε νιώσει τόσο νευρική κάνοντας ένα τηλεφώνημα. «Ηρέμησε, είπε στον εαυτό της, κάνεις σαν κοριτσάκι στο πρώτο του ραντεβού.»
-Ναι; μια γυναικεία φωνή απάντησε στο τηλέφωνο.
-Τον Τόμας θα ήθελα.
«Ποια ήταν αυτή; Ο Τόμας ήταν από το Κοννέκτικατ και έμενε μόνος εδώ στη Βοστώνη. Άρα αυτή ήταν....» Ένιωσε ένα τσίμπημα ζήλιας.
-Ναι, η φωνή του Τόμας ακούστηκε κάπως λαχανιασμένη.
-Καλησπέρα, ελπίζω να μην ενοχλώ.
-Νιόβη! Όχι δεν ενοχλείς. Πες μου.
-Έχουμε ένα έργο, ξέρεις για το θεατρικό μας. Θέλουμε να το συζητήσουμε, πότε θα μπορούσες να έρθεις από’ δω;
Ακολούθησε μια μικρή παύση και μετά ο Τόμας είπε:
-Αύριο το πρωί, κατά τις έντεκα.
-Θα τα πούμε το πρωί τότε.
Η Νιόβη έκλεισε το τηλέφωνο και άρχισε να γελάει, Ένιωθε ευτυχισμένη και δεν ήταν μόνο γιατί προχωρούσαν με το θεατρικό τους.

Το δωμάτιο ήταν σχετικά μικρό αλλά περιλάμβανε ένα διπλό κρεβάτι - κάτι που το έκανε να δείχνει πιο μικρό - ένα κομοδίνο και μια ντουλάπα. Ο Μιχάλης όμως το βρήκε υπεραρκετό και βάλθηκε να τακτοποιήσει τα ρούχα και τα υπόλοιπα πράγματά του, διαδικασία που δεν πήρε πολύ να ολοκληρωθεί.
-Δεν έχεις γραφείο εσύ, είπε ο Αλέξανδρος αλλά μπορείς να χρησιμοποιείς αυτό στο κοινό δωμάτιο.
-Εντάξει, μην ανησυχείς θα βολευτώ, είπε ο Μιχάλης.
-Εντάξει θα τα πούμε το πρωί.
-Αλέξανδρε, είπε ο Μιχάλης, πρέπει να μιλήσουμε.
Ο τόνος της φωνής του φίλου του έκανε τον Αλέξανδρο να συνοφρυωθεί. Ο Μιχάλης δεν ήταν από εκείνους που αστειεύονται πολύ και ήταν σοβαρός αλλά ο τόνος του τώρα ήταν παραπάνω από σοβαρός, κάτι σαν προάγγελος κακής ειδήσεως.
-Τι τρέχει;
-Πρέπει να μιλήσουμε.
-Σ’ ακούω, είπε ο Αλέξανδρος.
-Είναι δύσκολο αυτό που πρέπει να σου πω, είπε ο Μιχάλης , γι’ αυτό θα στο πω μια κ’ έξω. Η Ρεμπέκα... Μου την έπεσε, είναι η κοινώς λεγόμενη έκφραση.
Ο Αλέξανδρος γέλασε ανακουφισμένος.
-Αυτό ήταν;
-Τι εννοείς;
-Περίμενα κάτι πιο σοβαρό φίλε μου.
-Αυτό δεν είναι σοβαρό;
-Όχι. Και ήταν αναμενόμενο ξέρεις.
-Γιατί;
-Το 99 % των ανδρών που συναντούν τη Ρεμπέκα, εμού μη εξαιρουμένου, το πρώτο που προσέχουν είναι το κορμί της - για να το θέσω ήπια - και μετά οτιδήποτε άλλο. Εσύ όταν σου την σύστησα, δεν το έκανες. Ξέρεις πόσο θα την εντυπωσίασε αυτό; Και σου την έπεσε.
Ο Μιχάλης έκατσε στο κρεβάτι του και έτριψε το γόνατο του αριστερού ποδιού ενώ έλεγε:
-Μου την έπεσε επειδή δεν έκανα κάτι που το θεωρώ προσβλητικό για την προσωπικότητα της κάθε κοπέλας;
-Σου την έπεσε για να σε δει να υποκύπτεις στη γοητεία της. Κάνε το.
-Δεν σ’ ενοχλεί καθόλου το γεγονός;
-Καθόλου, η σχέση μου με την Ρεμπέκα βασίζεται σε άλλη βάση. Είναι μαζί μου γιατί είμαι αυτός που είμαι. Είμαι μαζί της γιατί κάνει καλό κρεβάτι.
-Αλέξανδρε! Έκανε αυστηρά ο Μιχάλης.
-Ξέχασα, ξέχασα έκανε απολογητικά ο Αλέξανδρος. Εσύ πιστεύεις ακόμα σε αγνές αγάπες και ρομαντικές στιγμές. Αυτά ίσχυαν κάποτε. Σου συνιστώ να αφήσεις την Μπέκι να παίξει μαζί σου. Θα το απολαύσεις.
-Δεν θα σε πείραζε;
-Όχι, έχω κάνει εξ’ άλλου και’ γω τις μικρές απιστίες μου.
-Δεν υπάρχουν μικρές απιστίες Αλέξανδρε, εάν το κάνεις έχεις προδώσει αυτό που υπάρχει ανάμεσά σας.
-Και πάλι σου λέω ότι αυτά ίσχυαν κάποτε.
-Ισχύουν και τώρα αν ο άνθρωπος θέλει να είναι άνθρωπος, είπε ο Μιχάλης.
-Τέλος πάντων, είπε ο Αλέξανδρος, πρέπει να φύγω. Θα τα πούμε αύριο. Σου εύχομαι καλή διαμονή.
Πήγε στην πόρτα του δωματίου και την άνοιξε. Κοντοστάθηκε πριν βγει.
-Κάνε ότι θες με την Μπέκι, δεν με νοιάζει.

Η Νιόβη είχε βάλει το νυχτικό της και καθόταν στο κρεβάτι της. Είχε ακουμπισμένο στα πόδια της  ένα βιβλίο αλλά δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί να διαβάσει. Ο νους της έτρεχε μακριά, στην ταυτότητα της γυναικείας φωνής που είχε σηκώσει το τηλέφωνο του Τόμας.
«Κάνω σαν κοριτσάκι στο σχολείο που ζηλεύει όποια πλησιάσει τον πρίγκηπά της παρ’ ότι εκείνος αγνοεί ακόμα και την ύπαρξή της, σκέφθηκε.»
Εντάξει ο Τόμας δεν αγνοούσε την ύπαρξή της αλλά δεν υπήρχε και τίποτα μεταξύ τους. Μόνο που όλο και περισσότερο εκείνη ποθούσε να υπάρξει.
Από τις σκέψεις της την έβγαλε ένα χτύπημα στην πόρτα.
-Ανοιχτά είναι.
Η Άλεξ μπήκε στο δωμάτιο ντυμένη για έξοδο.
-Θα βγεις;
-Αφού με ξέρεις, η νύχτα κυλάει στο αίμα μου.
-Καλή διασκέδαση.
-Πέρασα να σου πω δυο πράγματα.
-Τι πράγματα; ρώτησε η Νιόβη που ήξερε πως η Άλεξ ήταν πολύ παρατηρητική και αντιλαμβανόταν πράγματα που οι άλλοι δεν πρόσεχαν.
-Είδες τον Άνταμ και την Κέητ όταν ήρθαν από το Μπίτσγουντ;
-Γιατί;
-Είναι ερωτευμένοι αν και δεν ξέρω πόσο το συνειδητοποιούν.
-Αυτό είναι ευχάριστο. Ο Άνταμ είναι πολύ καλός και ακριβώς ότι χρειάζεται η Κέητ. Ποιο είναι το δεύτερο;
-Ο νέος μας συγκάτοικος είναι κάτι το μοναδικό. Η γκόμενα του αδερφού σου του την έπεσε και την αγνόησε.
-Κάτι πολύ σπάνιο. Περίεργος άνθρωπος και από άλλες απόψεις... Θα πρέπει να πω στον Αλέξανδρο για τη συμπεριφορά της.
-Εντάξει, θα τα πούμε. Α, καλά που το θυμήθηκα. Αν είναι να μιλήσετε για το θεατρικό το πρωί ξυπνήστε με!
Η Άλεξ έφυγε και η Νιόβη αφού έσβησε το φως ξάπλωσε. Σκεφτόταν το θεατρικό τώρα αλλά κάπου μεταξύ ύπνου και ξύπνιου ονειρεύθηκε τον Τόμας.

2 σχόλια:

Giannis Pit είπε...

Προχωράει με πλούσιους διαλόγους και χαρακτήρες αγαπητέ φίλε.
Συνέχισε. Την καλησπέρα μου.

Νυχτερινή Πένα είπε...

Χαίρομαι που σου αρέσει φίλε μου.
Καλό Σαββατοκύριακο.

Δημοσίευση σχολίου