Στις Θάλασσες Του Κόσμου 5

Author: Νυχτερινή Πένα /

Η Μάργκαρετ Άσκουιθ κάθισε στην κουκέτα της και έριξε μια ματιά στην καμπίνα γύρω. Δεν ήταν πολύ ευρύχωρα και για τις τέσσερίς τους αλλά είχαν καταφέρει να βολευθούν για να περάσουν τις μέρες του ταξιδιού. Τα μπαούλα τους ήταν στην μια πλευρά, στον πιο στενό τοίχο της καμπίνας και οι κουκέτες τους μοιρασμένες ανά δυο.
Η Ελεωνόρ είχε ξαπλώσει στη δική της, η πρωινή αναχώρηση, το ταξίδι αλλά κυρίως η συναισθηματική φόρτιση την είχαν εξαντλήσει. Η Μέγκαν δίπλα της είχε ανεβεί όρθια στην κουκέτα της και κοίταζε με προσοχή το χάρτη που ήταν τοποθετημένος στον τοίχο, καθώς ήταν καρφωμένος ο Μάικ δεν μπορούσε να τον πάρει και τον είχε αφήσει όταν άλλαξε κατάλυμμα στο πλοίο για να φιλοξενηθούν οι επιβάτισσές τους.
Η Κάθρην είχε πάει κοντά στο παράθυρο της καμπίνας τους και είχε διαπιστώσει πως είχαν ήδη λύσει τους κάβους και είχαν σηκώσει την σκάλα επιβίβασης, ήταν έτοιμοι για τον απόπλου.
Άκουσαν πάνω από τα κεφάλια τους τον θόρυβο των τελευταίων ετοιμασιών και τον μακρινό ήχο του εργάτη στην πλώρη καθώς σήκωναν την άγκυρα.
-Έχουμε ευνοϊκό άνεμο, άκουσαν τη βαθιά φωνή του Τζέημς, ανοίξτε κάθε διαθέσιμο τετραγωνικό πανιού, να τον εκμεταλλευτούμε πλήρως.
Η Κάθρην κοίταξε έξω και είδε ότι είχαν αρχίσει να απομακρύνονται από την προκυμαία. Το ταξίδι τους είχε αρχίσει.
-Να πάω στο κατάστρωμα να δω; ρώτησε η Μέγκαν.
Η Μάργκαρετ κοίταξε την μικρή κόρη της και μετά την αμέσως μεγαλύτερη. Η Κάθριν ένευσε ότι θα πήγαινε μαζί της και έτσι είπε:
-Εντάξει, πήγαινε με την Κάθρην.
Η Μέγκαν πήδηξε από την κουκέτα της κάτω και φόρεσε γρήγορα τα γοβάκια της. Ύστερα στράφηκε στην αδερφή της.
-Έλα, πάμε!
Βγήκαν στο κατάστρωμα και κοντοστάθηκαν. Το πλοίο έδειχνε τώρα τελείως διαφορετικό μέσα στον πυρετό δραστηριότητας. Πολλοί άνδρες ήταν ανεβασμένοι στα κατάρτια, άλλοι ήταν στο κατάστρωμα και κάποιοι στη γέφυρα. Ο Τζέημς στεκόταν στη γέφυρα κοντά στον πηδαλιούχο. Λίγο πιο πέρα ο Μάικ ήταν σκυμμένος πάνω από έναν χάρτη χαράζοντας την πορεία που θα ακολουθούσαν τις επόμενες μέρες.
Η Μέγκαν κοίταξε τον πλοηγό και μετά την προσοχή της τράβηξε ο Αζίζ που στεκόταν στη γέφυρα με τα χέρια διπλωμένα στο στήθος και την κελεμπία του με το σαρίκι να ανεμίζουν στον δυνατό άνεμο.

Η Ελεωνόρ είχε αποκοιμηθεί και η Μάργκαρετ είχε βυθιστεί σε σκέψεις. Αν και δεν το έδειχνε στις κόρες της ανησυχούσε πολύ για την καινούρια αυτή ζωή που είχαν ξεκινήσει να δημιουργήσουν. Αναρωτιόταν αν θα κατάφερναν να ξεπεράσουν τις αντιξοότητες που σίγουρα θα υπήρχαν. Ήλπιζε ότι θα τα κατάφερναν και θα ρίζωναν ειδικά αφού οι εναλλακτικές τους ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτες. Το ταξίδι τους ευτυχώς ξεκινούσε με καλό τρόπο, είχαν γίνει δεχτές στο πλοίο πολύ καλύτερα από όσο θα τολμούσε ποτέ να ελπίσει.
Από τις σκέψεις τη διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα της καμπίνας. Σηκώθηκε να ανοίξει πιστεύοντας πως ήταν οι κόρες της και έτσι ξαφνιάστηκε πολύ βλέποντας έναν ναύτη στην πόρτα της. Φορούσε όπως οι περισσότεροι μια λευκή πουκαμίσα και ένα μαύρο παντελόνι, εν πλω στολή φορούσαν μόνο σε πολύ επίσημες περιπτώσεις.
-Ο πλοίαρχος Κάλχουν ρωτάει αν θα είχατε την ευγενή καλωσύνη να παρευρεθείτε στο πρώτο δείπνο εν πλω μαζί με τις δεσποινίδες κόρες σας.
-Ω ευχαριστώ πολύ, είπε ξαφνιασμένη η Μάργκαρετ. Τι ώρα;
-Μόλις χτυπήσει η καμπάνα αλλαγής βάρδιας μετά τη δύση του ηλίου.
-Ευχαριστώ, είπε και πάλι η Μάργκαρετ. Έκλεισε την πόρτα και έμεινε να σκέφτεται.

Μόνο τα καλύτερα ξενοδοχεία μπορούσαν να μιμηθούν την τάξη του Βασιλικού Ναυτικού στα επίσημα γεύματα μιας και ακόμα και όταν γευμάτιζαν με παστό χοιρινό και γαλέτα το έκαναν με στυλ, με έναν καμαρώτο πίσω από κάθε θέση.
Το αποψινό δείπνο μπορεί να μην προοριζόταν για ναυάρχους αλλά όπως όριζαν οι παραδόσεις ακόμα και το τραπέζι του πλοιάρχου έπρεπε να έχει την ίδια λαμπρότητα όταν είχε καλεσμένους.
Έτσι όταν η Μάργκαρετ πέρασε την πόρτα της καμπίνας του πλοιάρχου  την υποδέχθηκαν ευγενικά και ένας ναύτης τράβηξε την καρέκλα για να καθίσει και μετά έκανε δυο βήματα πίσω όπου και στάθηκε.
-Καλησπέρα κυρία Άσκουιθ, είπε ο πλοίαρχος, τιμή μου που αποδεκτήκατε την πρόσκληση.
-Ω! Παρακαλώ. Η τιμή είναι όλη δική μου, απάντησε η Μάργκαρετ κοκκινίζοντς ελαφρά.
Πέρα από την Μάργκαρετ στο τραπέζι με το Τζέημς κάθονταν, ο ύπαρχός του, ο Γιάροου, και ο επικεφαλής των πεζοναυτών του πλοίου, ο Τζώρτζ Κάμπελ. Η Μάργκαρετ βρήκε την ευκαιρία να τον ευχαριστήσει και πάλι για την βοήθεια που τους είχε προσφέρει στην προκυμαία.
-Δεν ήταν κόπος, χαρα μας να έχουμε στο πλοίο μερικές τόσο όμορφες κυρίες.
-Δεν συνηθίζονται οι γυναίκες στα πλοία του Βασιλικού ναυτικού ε;
-Συνήθως έχουμε μια ή δυο για να φροντίζουν και τους δοκίμους μας, συζύγους αξιωματικών. Σε αυτό το ταξίδι έχουμε την κυρία Γιάροου, τη σύζυγο του Μάρτιν από' δω, αλλά έχουμε ακόμα την Σάρα Κέρμπι που την προσλάβαμε για βοηθό στο μάγειρά μας, τον Πήτερ, του οποίου την δεξιοτεχνία θα δοκιμάσετε σε λίγο.
-Μάλιστα κατάλαβα, και έχετε και' μας τώρα.
-Και μια ακόμα επιβάτισσα, είπε ο Γιάροου, μια κοπέλα που πήρε υπό την προστασία του ο Μάικ. Εκείνη που ήταν μαζί με τη Σάρα.
-Προστατευόμενη; απόρησε η Μάργκαρετ και ο Γιάροου ανέλαβε να της εξηγήσει το πρόσφατο μπλέξιμο του πλοηγού τους. Γενναίο εκ μέρους του, είπε όταν της εξήγησαν, να μη φοβηθεί το λόρδο.
-Δεν είναι από τους ανθρώπους που φοβούνται εύκολα. Και δεν είναι καν πληβείος όπως φαντάζεται ο Κόρθαξ τον οποίο μπορεί εύκολα να παραμερίσει. Αλλά αυτό πάει τελείωσε.
Η Μάργκαρετ διαισθάνθηκε πως δεν ήταν μια προσπάθεια να κλείσουν το θέμα αλλά θεωρούσαν ότι δεν θα είχε πια συνέχεια αφού είχαν σαλπάρει για μια αποστολή που θα έπαιρνε αρκετό καιρό να ολοκληρωθεί. Άλλαξε θέμα.
-Η κυρία σας γιατί δεν είναι μαζί μας; ρώτησε τον Γιάροου.
-Είναι λίγο αδιάθετη απόψε, αλλά θα τη γνωρίσετε αύριο πιστεύω, είπε εκείνος.

Το Ανίκητος έπλεε στη θάλασσα της Μάγχης με κατεύθυνση νότια – νοτιοανατολική και με τον άνεμο ούριο να φουσκώνει όλα τα πανιά. Ησυχία επικρατούσε στο κατάστρωμα όπου βρίσκονταν μόνο όσοι είχαν υπηρεσία. Προς μεγάλη χαρά των δοκίμων το μάθημα αστρονομίας είχε αναβληθεί μιας και το ολόγιομο φεγγάρι έκανε την παρατήρηση των αστερισμών δύσκολη ειδικά για εκείνους που δεν ήταν εξοικειωμένοι. Έτσι ο Μάικ τους είχε στείλει για ύπνο στο θάλαμο των δοκίμων μετά από το πρώτο μάθημα χειρισμού ξίφους.
Ο ίδιος είχε παραμείνει στη γέφυρα. Είχε αναλάβει υπηρεσία σαν αξιωματικός φυλακής. Στεκόταν λίγο πιο πέρα από τον Μπόουεν που ήταν στο τιμόνι και παρακολουθούσε τα άστρα να χάνονται στον ορίζοντα, στο σημείο που το μαύρο του ουρανού έδινε τη θέση του στο πιο βαθύ μαύρο της θάλασσας ενώ το φεγγάρι χάραζε ένα ασημένιο μονοπάτι στην επιφάνειά της. Ήταν πάνω από δεκαπέντε χρόνια στη θάλασσα και δεν έπαυαν ποτέ να τον μαγεύουν τέτοιες νύχτες.
Ο Αζίζ ανέβηκε στην γέφυρα και στάθηκε κοιτάζοντας τον ωκεανό. Είχε τα χέρια μέσα στα μανίκια της κελεμπίας του που ο άνεμος ανέμιζε τις πλούσιες πτυχές της.
-Ωραία νύχτα, είπε.
-Ναι, είναι.
-Αναμένουμε προβλήματα;
-Όχι, ο Γαλλικός στόλος είναι κλεισμένος στη Βρέστη. Θα έχουμε ήσυχο ταξίδι μέχρι την άλλη πλευρά του Ατλαντικού λογικά.
-Πολύ ωραία.
Μια κίνηση στο κατάστρωμα τράβηξε την προσοχή του Μάικ, κάποιος είχε κινηθεί στο σκοτάδι κοντά στο μεσιανό κατάρτι. Ο πλοηγός κατέβηκε γρήγορα από τη γέφυρα και αθόρυβα πλησίασε τη σκιά. Φτάνοντας κοντά αναγνώρισε την Αντέλα.
-Δεν πρέπει να βγαίνεις στο κατάστρωμα τη νύχτα, μπορεί να χτυπήσεις στα σκοτεινά.
-Ναι, το ξέρω, είπε η κοπέλα. Απλά ήθελα να σε δω, να σε ευχαριστήσω. Δεν είχα το χρόνο νωρίτερα όπως γίνανε όλα βιαστικά.
-Δεν χρειάζεται, έκανα μόνο αυτό που έπρεπε.
-Εγώ πάντως πρέπει να το πω, είπε η Αντέλα και τον αγκάλιασε, ευχαριστώ, είπε απαλά.

Η Μάργκαρετ επέστρεψε στην καμπίνα της με μια αίσθηση ευεξίας που δεν είχε νιώσει εδώ και πολύ καιρό. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει το γιατί. Ένα μέρος των δυσκολιών που αντιμετώπιζαν είχε παραμεριστεί και στην παρέα των ανώτερων αξιωματικών του πλοίου είχε νιώσει ευπρόσδεκτη και προστατευμένη, προστατευμένη όπως νιώθει κάποιος που ξέρει ότι έχει φίλους που θα του σταθούν σε μια δύσκολη ώρα.
Παρότι παντρεμένη με έναν πλοίαρχο του Βασιλικού ναυτικού δεν γνώριζε παρά ελάχιστα για την υπηρεσία και το πως λειτουργούσε και έτσι δεν περίμενε την υποδοχή αυτή που έλυνε προβλήματα και την έκανε να νιώθει ήδη ευπρόσδεκτη.
Με την καρδιά της ξαλαφρωμένη από την υποδοχή είχε νιώσει καλύτερα και είχε ευχαριστηθεί το φιλικό αυτό δείπνο. Μπήκε στην καμπίνα της νιώθοντας πολύ όμορφα και ευγνωμωνόντας τον πλοίαρχο ή όποιον ήταν που είχε την ιδέα να την καλέσει στο δείπνο.
Κοίταξε τις κόρες της που κοιμούνταν. Χρειάζονταν φίλους και έλπιζε ότι τους είχαν βρει. Άρχισε να ξεντύνεται κοιτώντας τες με στοργή. Η Κάθρην κοιμόταν κουλουριασμένη σε μια εμβρυακή στάση, η Ελεωνόρ κοιμόταν με το ένα χέρι κάτω από το κεφάλι της όπως έκανε από μικρή. Η Μέγκαν κοιμόταν ανάσκελα, κοιτούσε προφανώς τον χάρτη στον τοίχο της καμπίνας ως που αποκοιμήθηκε.
Ξάπλωσε και εκείνη και κοίταξε έξω τον έναστρο ουρανό. Άκουσε πάνω από το κεφάλι της το καμπανάκι στη γέφυρα να χτυπάει την βάρδια, τους άνδρες να αναφέρουν κατά μήκους του πλοίου: Όλα καλά! και τον Μάικ να λέει:
-Ωραία, όλο αριστερά τώρα κύριε Όλιβερ.
Αποκοιμήθηκε πριν ακούσει την απάντηση του πηδαλιούχου.


Η Ελεωνόρ άνοιξε τα μάτια της και έμεινε να κοιτάζει τον τοίχο μπροστά της. Για μια στιγμή έμεινε να κοιτάζει τελείως αποπροσανατολισμένη. Μετά θυμήθηκε ότι ήταν στο πλοίο. Κοίταξε τις σανίδες του τοίχου, τέλεια αρμοσμένες μεταξύ τους και βαμμένες πρόσφατα, ακόμα μπορούσε να μυρίσει τη φρέσια μπογιά. Ανασηκώθηκε και μετά ανακάθισε. Η οικογένειά της κοιμόταν ακόμα. Λάθος. Η Μέγκαν δεν ήταν στην κουκέτα της. Που είχε πάει πρωί πρωί; Δεν ήξερε τι ώρα ήταν αλλά από το φως που έμπαινε στην καμπίνα από το παράθυρο ήταν φανερό πως ήταν πολύ νωρίς.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι και ντύθηκε γρήγορα με ένα φόρεμα παραλείποντας τον κορσέ στη βιασύνη της να πάει να βρει τη μικρή της αδερφή και εξ' ανάγκης μιας και κοιμούνταν η άλλη αδερφή της και η μητέρα τους που θα μπορούσαν να την βοηθήσουν μ' αυτό.
Βγήκε στο κατάστρωμα και κοντοστάθηκε για να συνηθίσει το κρύο αλλά και γιατί δεν χρειαζόταν να ψάξει πλέον. Έβλεπε την Μέγκαν, το κορίτσι κοιτούσε με φωτεινά μάτια γεμάτα θαυμασμό τους ναύτες στα κατάρτια και τους άνδρες στη γέφυρα με μια εμφανή λαχτάρα να  πάει και εκείνη κοντά τους.
Στη γέφυρα βρισκόταν και πάλι ο Μάικ, κοίταζε το πέλαγος σαν να έβλεπε σ’ αυτό κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι οι άλλοι. Δίπλα του ο Μπόουντεν κρατούσε το πλοίο στην πορεία του, αν δεν πρόσεχε κάποιος τη λαβή των χεριών του πάνω στο πηδάλιο θα νόμιζε ότι δεν καταβάλλει καμία προσπάθεια. Ο πηδαλιούχος ήταν από τους λίγους παραδοσιακούς ναυτικούς που ακόμα έπιαναν τα μαλλιά τους σε μια μικρή κοτσίδα στη βάση του αυχένα.
Το βλέμμα της Ελεωνόρ στάθηκε και πάλι στον Μάικ που τώρα μιλούσε με τον Αζίζ, παρατήρησε ότι και οι δυο ήταν οπλισμένοι. Ο Άραβας κάτι έδειχνε και ο Μάικ κούνησε το κεφάλι του. Σαν να ένιωσε το βλέμμα της ύστερα γύρισε και την κοίταξε.
Άφησε τη γέφυρα και κατέβηκε στο κατάστρωμα. Πλησίασε την Ελεωνόρ.
-Καλημέρα σας δεσποινίς, υποθέτω είστε μια από τις επιβάτισσές μας. Ελπίζω να τακτοποιηθήκατε καλά στην καμπίνα σας.
-Ναι είναι εντάξει, είπε ψυχρά σχεδόν εχθρικά η Ελεωνόρ.                            
Ο Μάικ την κοίταξε ξαφνιασμένος αλλά την απάντησή του πρόλαβε η φωνή του παρατηρήτή.
-Πλοίο στα δεξιά και νομίζω ότι είναι Γαλλικό!

Θ όπως Θύελλα

Author: Νυχτερινή Πένα /

Οι τακτικοί αναγνώστες μου θα έχουν ίσως παρατηρήσει ότι σχεδόν όποτε αναφέρομαι στον καιρό, σε κείμενο ή σε μυθιστόρημα δεν είναι αυτό που λέμε χαρά Θεού. Συνήθως είναι από κακός έως και πολύ κακός. Θυελλώδης το πιο σύνηθες.

Εκτός από τον πρακτικό μυθιστορηματικό καιρό, έχει πιο ενδιαφέρον αλλά και σασπένς να έχεις και τον καιρό να δυσκολεύει τους ήρωες σε ό,τι είναι αυτό που πρέπει να καταφέρουν, είναι και η δική μου προτίμηση. Ως γαλανομάτης αντιπαθώ το έντονο φως και δε μου αρέσει και η ζέστη. Προτιμώ βροχή ακόμα και αν ταξιδεύω ενώ αν γράφω τίποτα καλύτερο από αστραπόβροντα, με βροχή και θυελλώδη άνεμο ή χιόνι. Τότε νιώθω ακόμα πιο μεγάλη τη μαγεία αυτού που γράφω και μπαίνω πιο μέσα στην ιδέα, την ιστορία. 
Εσείς τι καιρό προτιμάτε; Έχετε έναν καλό λόγο γι' αυτό πέρα από τη συνήθεια;

Στις Θάλασσες Του Κόσμου 4

Author: Νυχτερινή Πένα /

Η άμαξα σταμάτησε στον φαρδύ πλακόστρωτο δρόμο που διέτρεχε το λιμάνι κάθετα πρός τις αποβάθρες και παράλληλα με την γαλήνια, τελείως δίχως κύματα νερά του ποταμού. Ο αμαξάς πήδηξε από το κάθισμά του κάτω και άνοιξε την πόρτα. Η  Μέγκαν ήταν η πρώτη που βγήκε και ακολούθησε η Κάθρην, η μητέρα τους και τελευταία η Ελεωνόρ. Ο αμαξάς ξεφόρτωσε από την άμαξα τα μπαούλα.
-Θα μπορούσατε να μας βοηθήσετε με τα πράγματα μέχρι να βρούμε το πλοίο που θα ταξιδέψουμε; ρώτησε η Μάργκαρετ αλλά εκείνος αρνήθηκε.
-Να πάρετε αχθοφόρους, είπε άκεφα ενώ επέστρεφε στη θέση του και έπαιρνε τα χαλινάρια των αλόγων.
Η Μάργκαρετ έσκυψε το κεφάλι, δεν ήξερε καν που ήταν το πλοίο και έλπιζε να γλιτώσει το έξοδο αυτό, τα οικονομικά τους ήταν τόσο περιορισμένα.
-Τι ψάχνετε κυρία; Αν επιτρέπεται;
Γύρισε και αντίκρισε έναν ψηλό άνδρα με την κόκκινη στολή των πεζοναυτών και με αυστηρό παρουσιαστικό.
-Ψάχνω το Ανίκητος, είπε, θα επιβιβαστούμε σε αυτό με τις κόρες μου. Αλλά έχουμε.... σταμάτησε καθώς είδε τον νεαρό άνδρα να χαμογελάει.
-Είμαι ο λοχαγός Τζώρτζ Κάμπελ, διοικητής των πεζοναυτών του πλοίου. Θα είναι ευχαρίστησή μου να σας συνοδεύσουμε εκεί με τους άνδρες μου.
Μόνο τότε η Μάργκαρετ πρόσεξε το απόσπασμα των πεζοναυτών που παρατεταγμένο σε τετράδες περίμενε τον αξιωματικό του. Εκείνος ένευσε και μερικοί στρατιώτες ήρθαν να πάρουν τα μπαούλα των γυναικών.
-Σας είμαι υπόχρεη.
-Μην το συζητάτε, είπε ο λοχαγός, πάμε στο πλοίο ούτως ή άλλως.

Ο Μάικ ακολούθησε τον κλητήρα με τη συνοδεία των ανδρών του πληρώματος που είχαν ακολουθήσει από το πλοίο. Πριν μπει στην αίθουσα ωστόσο εντόπισε κάποιον που χρειαζόταν, ήταν ο σερ Τζάσπερ Σάουθεραντ, ένας ευγενής με το ασυνήθιστο χόμπι να αναλαμβάνει δίκες που άλλοι δεν ήθελαν και θεωρούσαν χαμένες.
-Τζάσπερ!
-Μάικ! Καιρό έχω να σε δω, έλεγα ότι ήσουν στη θάλασσα.
Ο σερ Τζάσπερ ήταν ένας εύσωμος κοκκινοπρόσωπος άνδρας με μεγάλη άνεση λόγου που πάντα συνόδευε με πολλές έντονες εκφραστικές κινήσεις.
-Σήμερα θα αποπλεύσω. Πάω βόρεια, ναυτικός αποκλεισμός στους Δανούς, αλλά να μείνει μεταξύ μας.
-Μάλιστα, μάλιστα. Και πως από' δω; Ο Τζέρεμι μου είπε ότι κατάφερες να εκνευρίσεις τον Κόρθαξ. Σε μήνυσε; Ευχαρίστως να σε αναλάβω, θα χαρώ να του τρίψω τη μούρη στο χώμα.
-Όχι δεν με μήνυσε αν και σίγουρα έχουμε ένα λογαριασμό να κλείσουμε. Η υπόθεση που με απασχολεί είναι μιας φτωχής κοπέλας που κατηγορείται για κλοπή, είπε ο Μάικ και θέλω να την ελευθερώσω. Είναι η ίδια κοπέλα από την οποία ξεκίνησε και το περιστατικό με τον Κόρθαξ.
Ο σερ Τζάσπερ άκουσε τον Μάικ με μεγάλη προσοχή και μετά χαμογέλασε. Κοίταξε στην αίθουσα. Ύστερα ξανά τον νεαρό άνδρα απέναντί του.
-Δικάζει ο λόρδος Σεντ Τζων. Υπέροχα.
Άφησε τον Μάικ χωρίς να του εξηγήσει περισσότερα και προχώρησε στον διάδρομο ανάμεσα στις σειρές των καθισμάτων του κοινού προς τη Σάρα που ακριβώς εκείνη τη στιγμή κλήθηκε στο ειδώλιο του κατηγορουμένου από τον γραμματέα του δικαστηρίου.
Προς έκπληξη του κοριτσιού ανέλαβε την υπεράσπισή του και η Μαίρη κατάθεσε ότι είχε ανακαλύψει ότι η παραδουλεύτρα στο ξενοδοχείο της  είχε κλέψει ένα σάλι. Δεν την είχε αντιληφθεί η ίδια αλλά είχε βρεθεί μετά στα πράγματά της. Την είχε υποψιαστεί γιατί ήταν και άλλη φορά ύποπτη για κλοπή και την είχε σώσει η κακώς εννοούμενη φιλανθρωπία. Αφού τα κατέθεσε όλα αυτά κάθισε στο εδώλιο του μάρτυρα με μια έκφραση ενάρετης δικαίωσης στο πρόσωπό της. Ο σερ Τζάσπερ πήρε το λόγο και πέρασε αμέσως στην επίθεση.
-Δεν αληθεύει ότι κάνατε την ίδια σκέψη για την γκινέα που είδατε την πελάτισσά μου να κρατάει;
-Ποια γκινέα; Σιγά μην είχε αυτό το παλιοθήλυκο τόσα λεφτά.
-Το αρνείστε λοιπόν;
-Φυσικά.
-Καλώ τον Μάικ Γκόρντον.
Ο Μάικ προχώρησε στο διάδρομο πλησιάζοντας την έδρα του δικαστή που είπε:
-Είσαστε ο Μάικ Γκόρντον;
-Μάλιστα.
-Εργάζεστε;
-Είμαι πλοηγός του HMS Ανίκητος.
-Δεν φοράς στολή, πετάκτηκε η Μαίρη Κόβακ αλλά ο δικαστής χτύπησε οργισμένος το σφυρί στην έδρα κόβοντάς την.
-Ο κανονισμός απαιτεί την επίσημη στολή μόνο κατά τις επίσημες περιστάσεις που αναφέρονται σε αυτόν ρητά και ονομαστικά. Η παραλαβή των προμηθειών και η ετοιμασία του πλοίου για απόπλου δεν είναι επίσημες περιστάσεις.
-Μια δίκη είναι όμως! πετάκτηκε ξανά η Μαίρη Κόβακ με μια θριαμβευτική έκφραση στο πρόσωπό της. Ασεβείς στο δικαστήριο. Πως περιμένεις να γίνει δεκτή η κατάθεσή σου;
-Το ίδιο κάνετε και' σεις και αν συνεχίσετε θα σας κλείσω μέσα για ασέβεια προς το δικαστηρίου, είπε ο Σεντ Τζων αυστηρά. Συνεχίστε μάρτυς. Πείτε μας για το περιστατικό το οποίο επικαλείται η υπεράσπιση.
Ο Μάικ το έκανε χωρίς να παραλείψει τίποτα και χωρίς να κρύψει ότι είχε βρει την επέμβασή του διασκεδαστική αλλά και δίκαιη.
-Μπορεί να επιβεβαιώσει άλλος κανείς τα λεγόμενά σας;
-Φυσικά, είπε ανενδοίαστα ο Μάικ και απαρίθμησε όλα τα μέλη του πληρώματος που ήταν μαζί του στο περιστατικό και τονίζοντας ποιοι ήταν και τώρα μαζί του.
Ο δικαστής τον άκουσε με προσοχή, η ατάραχη διήγηση του Μάικ τον είχε πείσει και το γεγονός ότι είχε μαζί του μάρτυρες αποδείκνυε την αλήθεια σε όσα έλεγε. Οι παρεμβάσεις της αντιδίκου εξάλλου του είχαν αποκαλύψει πολλά για το χαρακτήρα της. Έτσι μπορούσε να καταλάβει ότι όλα είχαν γίνει όπως έλεγε η Σάρα.
-Το δικαστήριο αφού σκέφθηκε κατά το νόμο, είπε, αποφάσισε ότι η κατηγορουμένη είναι αθώα και ότι η ενάγουσα ενήργησε δολίως. Η άσκηση ένδικων μέσων επαφίεται στην κατηγορούμενη.
-Δεν θέλω να ασκήσω δίωξη, είπε η Σάρα.
-Έχει καλώς, είπε ο Τζέρεμι Σεντ Τζων. Όσο για εσάς κυρία Κόβακ πρέπει να τονίσω ότι καταθέσατε ψευδώς και αυτό συνιστά ψευδορκία. Θα ορίσουμε δικάσιμο και θα καταβάλετε τριάντα λίρες στερλίνες ως εγγύηση.
Η Μαίρη Κόβακ χλόμιασε και στράφηκε προς τη Σάρα.
-Αυτό δεν τελείωσε εδώ.
-Τελείωσε, είπε κοφτά ο Μάικ. Η δεσποινίς Κέρμπι θα μπαρκάρει στο Ανίκητος. Μην απειλείτε λοιπόν το πλήρωμά μου γιατί δεν το επιτρέπω και είναι παράνομο, είμαστε σε πόλεμο όσο και αν μερικοί χαμένοι στην ευδαιμονία τους το ξεχνάνε.
Άφησαν την σκληρόκαρδη ξενοδόχο να τακτοποιήσει τις εκκρεμοτητές της με το νόμο και αφού αποχαιρέτησαν τον σερ Τζάσπερ βγήκαν στο δρόμο.
-Άλεξ, είπε ο Μάικ σε έναν νεαρό δόκιμο που ακολοθούσε μαζί με τους υπολοίπους άνδρες του πληρώματος, θα πας με την Σάρα να πάρει τα πράγματά της από το ξενοδοχείο. Ξέρεις τι να κάνεις αν κάποιος δοκιμάσει να σε σταματήσει.
-Μάλιστα σερ! είπε ο νεαρός. Ελάτε μαζί μου δεσποινίς.

Ο Τζέημς Κάλχουν στάθηκε στην γέφυρα του πλοίου του ντυμένος στα μαύρα, όπως έκανε πάντα όταν δεν φορούσε την στολή του. Εξέτασε το κατάστρωμα, όλα ήταν τακτοποιημένα, τα άρμενα είχαν δεθεί, τα μπρούντζα γυαλιστεί, οι προμήθειες είχαν φορτωθεί όπως και τα απαραίτητα πυρομαχικά και ήταν όλα έτοιμα για την αναχώρησή τους.
Πρόσεξε τον Τζώρτζ Κάμπελ να επιβιβάζεται στο πλοίο συνοδεύοντας μια γυναίκα και μετά είδε πως ακολουθούσαν και ακόμα τρεις, η τελευταία σχεδόν παιδί ακόμα. Ήταν λοιπόν οι επιβάτιδες που περίμεναν. Είδε τον Νίκολας να πλησιάζει και να λέει κάτι βιαστικά στον Κάμπελ που έδωσε αμέσως μια κοφτή εντολή σε μερικούς άνδρες του που κουβαλούσαν τις αποσκευές των τεσσάρων γυναικών.
Κατέβηκε από την γέφυρα στο κατάστρωμα και πλησίασε τις γυναίκες. Η μεγαλύτερη από εκείνες στράφηκε και τον αντίκρισε και ο πλοίαρχος χάθηκε για μια στιγμή στο ζεστό βλέμμα της. Ύστερα πρόσεξε την κούραση που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό της και κατάλαβε ότι χρειαζόταν ανάπαυση από το ταξίδι της.
-Καλώς ήθατε στο πλοίο, είμαι ο πλοίαρχος Τζέημς Κάλχουν.
-Πλοίαρχε, είμαι η Μάργκαρετ Άσκουιθ, σας είμαι υπόχρεη που δεχθήκατε να μας μεταφέρετε.
-Δεν είναι παρά το πρέπον, απάντησε ο πλοίαρχος και η γυναίκα προχώρησε να του συστήσει τις κόρες της. Όμορφες νεαρές κυρίες αλλά καμία με την γοητεία της μητέρας τους.
-Ελπίζω να μην σας καθυστερήσαμε, είπε η Μάργκαρετ.
-Θα αποπλεύσουμε με την μεσημεριανή παλίρροια. Κύριε Γιάρροου, φώναξε στον ύπαρχο. Αναφέρατε κατάσταση του πλοίου.
-Εφοδιασμός και ετοιμασίες περατωμένες, αν επιστρέψει και ο Μάικ με τους υπόλοιπους από το δικαστήριο θα είμαστε και όλοι παρόντες.
-Εντάξει, ελπίζω να μην μονομαχήσει με τον λόρδο Κόρθαξ. Ο ναύαρχος έχει απαγορεύσει τις μονομαχίες και θα δυσαρεστηθεί.
-Ο Κόρθαξ να δεις, είπε ο Νίκολας και ακούστηκαν γέλια από πολλούς από τους άνδρες.
-Μπόουνς, είπε σε έναν από τους κελευστές του πλοίου ο Τζέημς. Οδήγησε τις κυρίες στο κατάλυμμά τους.
-Μάλιστα! απάντησε ο κελευστής Χάραλντ Μπόουνς που σαν για να διαψεύδει το επώνυμό του ήταν ένας ψηλός και εύσωμος άνδρας. Ελάτε από' δω κυρίες, προσέξτε παρακαλώ τα σχοινιά τούτου του καρονά.
Ήταν έτοιμες να περάσουν στο εσωτερικό του πλοίου όταν άκουσαν τον Νίκολας να φωνάζει.
-Επιστρέφει ο Μάικ και ο Μπόουντεν με τους άλλους, είναι και ο Αζίζ μαζί τους.

-Ωραία, είπε ο Τζέημς. Ετοιμαζόμαστε για σαλπάρισμα!

Στις Θάλασσες Του Κόσμου 3

Author: Νυχτερινή Πένα /

-Που είναι η Μέγκαν; Αμάν αυτό το κορίτσι! Που χάθηκε;
Η Μάργκαρετ Άσκουιθ χαμογέλασε με την έκρηξη της μεγαλύτερης κόρης της προς τη μικρότερη. Αλλά εκείνη δεν αναρωτιόταν, φανταζόταν που θα ήταν η μικρή της κόρη, όπως ήξερε και το ποιος θα την έβρισκε. Μπορούσε λοιπόν να μη διακόψει τις ετοιμασίες.
Κοίταξε γύρω της. Αυτό το σπίτι το αγαπούσε, ήταν αυτό στο οποίο είχε έρθει σαν νεόνυμφη, σχεδόν τριάντα χρόνια πριν και εδώ είχε ζήσει όλα της τα χρόνια σαν σύζυγος, εδώ είχαν γεννηθεί οι κόρες της. Αλλά θα έπρεπε να φύγουν, το επίδομα που είχε εγκριθεί για εκείνη μετά το θάνατο του συζύγου της δεν αρκούσε για να ζήσουν, γι' αυτό θα πήγαιναν στην Νέα Ζηλανδία όπου ένας θείος της που είχε φύγει με τον Κουκ, τριάντα χρόνια νωρίτερα, είχε μια αγροικία μαζί με ένα αγρόκτημα που μαζί με το επίδομα θα κατάφερνε να τους συντηρήσει.
Κοίταξε το μεγάλο χωλ, δίπλα στην πόρτα βρίσκονταν τέσσερα μπαούλα, ένα της κάθε μιας τους. Είχαν πάρει μαζί τους ρούχα και ό,τι άλλο η κάθε μια είχε κρίνει πως δεν μπορούσε να αποχωριστεί με τον περιορισμό να μην έχουν περισσότερες από μια αποσκευές. Καμία δεν θα άφηνε πίσω κάτι αγαπημένο μιας και δεν ήξεραν αν ή πότε θα επέστρεφαν στο σπίτι.
Μια άμαξα ακούστηκε να σταματάει απέξω. Έπρεπε να φύγουν. Πλησίασε στην πόρτα και την άνοιξε. Ο αμαξάς, ένας ψηλός και γεροδεμένος άνδρας είχε ήδη κατέβει από τη θέση του. Η Μάργκαρετ του έδειξε τα μπαούλα και τον παρακάλεσε να τα φορτώσει στην άμαξα. Εκείνη πήγε να ειδοποιήσει τις κόρες της.
Όπως το είχε φανταστεί η Ελεωνόρ βρισκόταν στο δωμάτιό της. Ήταν καθισμένη στο κρεβάτι της πάνω από το άσπρο σεντόνι που το σκέπαζε και κοίταζε χωρίς πραγματικά να βλέπει τον απέναντι τοίχο.
Για εκείνη ήταν πιο δύσκολο να αφήσει το σπίτι τους, δεν ήταν ότι άφηνε πίσω φίλους ή κάποιο πρόσωπο που να σήμαινε πολλά για εκείνη. Απλά είχε ζήσει όλη την ως τώρα ζωή της μέσα στους χώρους του. Μετά την στοιχειώδη εκπαίδευση δεν είχε επιζητήσει να προχωρήσει και είχε επιστρέψει στο σπίτι για να τακτοποιηθεί σε μια ήσυχη μετρημένη ζωή. Δεν είχε ποτέ επιζητήσει τίποτα άλλο και δεν είχε κάνει οικογένεια αντίθετα με την αδερφή της, την Κάθρην, που έδειχνε από μικρή ότι θα αγαπούσε κάποιον και θα δημιουργούσε οικογένεια στην οποία θα αφοσιωνόταν ολόψυχα.
-Ελεωνόρ....
Η κοπέλα την κοίταξε. Στα μάτια της φαινόταν η θλίψη της για την αναχώρησή της από το σπίτι.
-Είμαστε έτοιμες να φύγουμε.
-Η Μέγκαν;
-Θα την βρει η Κέητ.
Η Ελεωνόρ ένευσε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Καθώς το έκανε χάιδεψε με το χέρι της την επιφάνειά του. Κάπως σαν να αποχαιρετύσε το σπίτι τους. Ακολούθησε τη μητέρα της στο χωλ. Ο αμαξάς που είχε μπει για να πάρει ένα από τα μπαούλα στάθηκε να τις κοιτάξει. Δεν ήταν περίεργο αυτό, η Ελεωνόρ ήταν μια όμορφη κοπέλα με λεπτό αέρινο σώμα, πλούσια μακριά μαλλιά και δέρμα στο χρώμα της ζάχαρης.

Η Κάθρην Άσκουιθ έμοιαζε αρκετά με την μεγαλύτερη αδερφή της. Είχε και εκείνη μακριά μαλλιά αλλά τα δικά της ήταν ξανθά και όχι καστανά και το σώμα της ήταν λίγο πιο γεμάτο από της Ελεωνόρ. Δεν έμοιαζαν ωστόσο καθόλου στο χαρακτήρα. Η Κάθρην ήταν πιο εξωστρεφής και έδειχνε πολύ περισσότερο μια διάθεση να γνωρίσει τον κόσμο όσο η αδερφή της έδειχνε να τον αποστρέφεται. Χάρη σε αυτήν την επιθυμία της καταλάβαινε καλύτερα τους άλλους. Και η Μέγκαν δεν αποτελούσε εξαίρεση. Την καταλάβαινε πολύ καλά και ήξερε που να ψάξει για να τη βρει.
Μπήκε στη βιβλιοθήκη και κοντοστάθηκε. Η μεγάλη υδρόγειος σφαίρα στη γωνιά του δωματίου κοντά στο παράθυρο ήταν ξεσκέπαστη και κάποιος είχε γύρίσει την πλευρά που εικόνιζε την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Παρατήρησε την μεγάλη ήπειρο χαρτογραφημένη στα παράλια και μόνο ασαφώς περιγεγραμμένη στην ενδοχώρα. Θα ζούσαν σε έναν πρωτόγνωρο νέο κόσμο και αυτό της κέντριζε το ενδιαφέρον. Όχι βέβαια όσο στη Μέγκαν. Εκείνη είχε αποδεκτεί αμέσως και χωρίς καμία λύπη την ιδέα της μετακόμισης στην άλλη άκρη του κόσμου και είχε πιάσει να διαβάζει βιβλία και να μελετάει χάρτες για το μέρος που θα πήγαιναν,  κάτι που έκανε ακόμα και τώρα.
-Έλα Μέγκ, ήρθε η ώρα, είπε στο κορίτσι που καθισμένο στο χαλί διάβαζε από ένα μεγάλο βιβλίο που είχε ανοιγμένο μπροστά του.
-Ήρθε η άμαξα;
-Ναι, ήρθε.
-Πολύ ωραία!
Η Μέγκαν Άσκουιθ σηκώθηκε από το χαλί, πήρε το βιβλίο και το μετέφερε σε μια βιβλιοθήκη, παραμέρισε το σεντόνι που την κάλυπτε και το έβαλε στη θέση του. Ύστερα έτρεξε στην υδρόγειο σφαίρα. Τη γύρισε για να βρει την Αγγλία και μετά την ξαναγύρισε δείχνοντας στην αδερφή της το ταξίδι που θα έκαναν.
-Μας περιμένουν, είπε η Κάθρην απαλά.
-Ω ναι!
Η Μέγκαν πήρε από το πάτωμα ένα σεντόνι και σκέπασε την υδρόγειο, μετά ακολούθησε την αδερφή της έξω στο διάδρομο. Η μικρότερη κόρη της οικογένειας είχε μακριά καστανά μαλλιά πιασμένα σε μια κοτσίδα και ένα πολύ γλυκό πρόσωπο.
Στο χωλ ο αμαξάς είχε τελειώσει με την μεταφορά των αποσκευών και η Ελεωνόρ είχε ήδη επιβιβαστεί στην άμαξα. Οι δυο αδερφές της την ακολούθησαν και τελευταία βγήκε η Μάργκαρετ που έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε.
Η άμαξα ξεκίνησε. Η Μάργκαρετ με την Κάθρην κάθονταν κοιτώντας προς την φορά που κινείτο η άμαξα, η Ελεωόρ με την Μέγκαν αντίθετα. Ήταν προφανές γιατί είχε διαλέξει αυτή τη θέση η Ελεωνόρ. Ήθελε να βλέπει το σπίτι που άφηναν πίσω για όσο περισσότερο αυτό θα ήταν δυνατό. Όταν το έχασε πια από τα μάτια της τα έκλεισε και έγειρε πίσω.
Ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλό της.

-Οκτώ χιλιάδες τερακόσια κιλά γαλέτα, τέσσερις χιλιάδες οκτακόσια παστού βοδινού και άλλα τόσα χοιρινού, δυο χιλιάδες τετρακόσια κιλά μπιζέλια, δυο χιλιάδες τετρακόσια κιλά κουάκερ, τετρακόσια κιλά βούτυρο, τετρακόσια κιλά ζάχαρη, αλάτι, εξακόσια κιλά αλεύρι.
Ο Μάικ Γκόρντον άκουσε τον αποθηκάριο του πλοίου να απαριθμεί τα εφόδια που είχαν φορτώσει επαληθεύοντάς τα από έναν κατάλογο που είχε στα χέρια του. Αν και κανονικά ήταν πλοηγός εκτελούσε πολλές φορές χρέη υπάρχου στο πλοίο αν ο πλωτάρχης Γιάροου απουσίαζε.
-Φαρμακευτικές προμήθειες;
-Φάρμακα, επίδεσμοί και όλα τα άλλα υλικά είναι εντάξει, είπε ο γιατρός.
-Πυρομαχικά;
-Ο αρχιπυροβολητής ανέφερε πλήρη εφοδιασμό για τα πυροβόλα και ο λοχαγός Κάμπελ ανέφερε ότι εφοδιαστήκαμε επαρκώς σε ατομικό οπλισμό και πυρομαχικά.
-Είμαστε έτοιμοι λοιπόν. Ο πλοίαρχος που είναι;
-Στο ναυαρχείο, ο ναύαρχος θα τον κάλεσε να του ενεχειρίσει διαταγές για μια περιπολία στη Βόρεια Θάλασσα και στο Σκαγεράκη.
-Πονηρή αλεπού, είπε ο Μάικ με ένα χαμόγελο, παραπλανητικές κινήσεις λοιπόν. Φοβάται ότι έχουμε κατασκόπους του Βοναπάρτη. Να είμαστε έτοιμοι για απόπλου.
-Περιμένουμε και επιβάτες, δεν είναι έτσι;
-Έτσι είναι Νικ, και σας θέλω ιπποτικούς με τις κυρίες.
-Μάλιστα σερ!
-Κόφτο Νικ! Έχουμε τίποτα άλλο;
-Ο Πητ είπε ότι του έταξες βοηθό.
Πριν προλάβει να απαντήσει ο Μάικ είδε την Αντέλα να πλησιάζει τρέχοντας στην προβλήτα που ήταν αγκυροβολημένο το Ανίκητος. Κατέβηκε την ξύλινη ράμπα ως την προβλήτα και στάθηκε καθώς το κορίτσι έφτανε ξέπνοο.
-Η Σάρα, είπε ασθμαίνοντας, την πήγαν στο δικαστήριο.
-Ηρέμησε, είπε ο Μάικ, και πες μου τι έγινε.
Η Αντέλα πήρε μερικές λαχανιασμένες ανάσες πριν ξαναμιλήσει. Η Σάρα δικαζόταν σαν κλέφτρα, μπορεί το θέμα με τη γκινέα να είχε λήξει αλλά η Μαίρη την είχε παγιδεύσει. Της είχε χαρίσει ένα σάλι σαν δείγμα συγνώμης που την είχε αδικήσει και μετά την είχε κατηγορήσει ότι το είχε κλέψει.
Ο Μάικ στάθηκε για μια στιγμή ακίνητος, βυθισμένος σε σκέψη. Μετά στράφηκε στον συνομιλητή του που τον είχα ακολουθήσει από το κατάστρωμα στην προκυμαία.
-Νίκ, θα πάρεις την Αντέλα από' δω υπό την προστασία σου και δεν θα αφήσεις κανέναν να την βλάψει. Είναι δική μου διαταγή αν ρωτήσει κανείς.
-Μάλιστα, είπε εκείνος με ένα κατεργάρικο χαμόγελο και στράφηκε στην κοπέλα. Ακολουθείστε με δεσποινίς.
-Ρόμπερτ! φώναξε ο Μάικ.
-Πες το! απάντησε ένας ψηλός ξανθός άνδρας από τη γέφυρα του πλοίου.
-Θα πάω μια βόλτα, ενδιαφέρεσαι; Προβλέπονται φασαρίες.
-Που πας;
-Στο Old Bailey, πάω να σταματήσω μια δίκη.
-Ενδιαφέρον, είπε ο άνδρας και κατέβηκε από τη γέφυρα στο κατάστρωμα με ένα σάλτο.
Ο Μάικ στράφηκε στον Αζίζ που είχε ακούσει και κατέβαινε από το πλοίο με το γιαταγάνι περασμένο στην φαρδιά ζώνη του.
-Θα έρθεις μαζί; ρώτησε.
-Φυσικά, είπε ο Άραβας, και στο δικαστήριο και στο ταξίδι, ούτως ή άλλως ο λόρδος Κίνκαιηντ μου διευκρίνισε ότι οι διαπραγματεύσεις θα αργήσουν να ξεκινήσουν, δεν έχει νόημα λοιπόν να παραμένω εδώ.
-Ωραία, θα διδάξεις στους δοκίμους αστρονομία αν θες.
-Θα ήταν ενδιαφέρον. Εσύ θα τους αναλάβεις;
-Ναι, απάντησε ο Μάικ, καθώς έπαιρναν το δρόμο για τα δικαστήρια. Ο Τζέημς με ενημέρωσε το πρωί και ήδη μεταφέρθηκα στο θάλαμο των δοκίμων οι οποίοι θα είναι δώδεκα σε αυτό το ταξίδι.
Ο Αζίζ ένευσε και καθώς ακολουθούσε τον Μάικ έφερε τη συζήτηση στο θέμα που πήγαιναν να διευθετήσουν.
-Πως σκοπεύεις να αποδείξεις την παγίδα; Μια μάρτυς ίσον καμία μάρτυς και εσύ δεν την πήρες καν μαζί σου. Τι θα κάνεις;
-Αν δεν μπορέσω να αποδέιξω την αθωότητά της θα επικαλεστώ το νόμο περί ναυτολόγησης. Είμαστε σε πόλεμο και θα πιάσει.

Φτάσανε στα δικαστήρια συνοδευόμενοι από τον Ρόμπερτ Μπόουεν, τον πηδαλιούχο του Ανίκητος και μερικούς ακόμα άνδρες οπλισμένους. Στην μεγαλοπρεπή είσοδο του δικαστικού μεγάρου ο Μάικ χαιρέτησε τους δυο αστυνομικούς φύλακες και τους έδειξε τα διαπιστευτήριά του. Εκείνοι χαιρέτησαν με σεβασμό και ο ένας φώναξε έναν κλητήρα για να τον οδηγήσει στην αίθουσα που ήθελε.

Στις Θάλασσες Του Κόσμου 2

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο ναύαρχος Σεντ Βίνσεντ ήταν ένας από τους καλύτερους αξιωματικούς της διοίκησης του Βασιλικού Ναυτικού και ήταν ευτύχημα που τον είχε στο δυναμικό του σε μια τέτοια δύσκολη εποχή που μαινόταν ο πόλεμος με τον αδίστακτο Ναπολέοντα. Ήταν γρήγορος στο να παίρνει τις αποφάσεις του και, το κυριότερο, έπαιρνε τις σωστές. Ήταν άφοβος άνθρωπος μαθημένος να κάνει το σωστό και να έχει το θάρρος να το υποστηρίζει.
Τώρα απέναντι στον πολιτικό του προϊστάμενο, τον πρώτο λόρδο του ναυαρχείου σερ Άντριαν Κίνκαιηντ λόρδο του Μπαθ, καθόταν ήρεμος περιμένοντας να μάθει τι ήταν αυτό που τον είχε κάνει να τον καλέσει εδώ τέτοια ώρα, αργά το βράδυ. Βέβαια ο Κίνκαιηντ δεν ήταν σαν τους αριστοκράτες που νοιάζονταν μόνο για την καλοπέρασή τους αλλά και πάλι ήταν κάπως περίεργο.
Ο λόρδος σήκωσε το βλέμμα του από το έγγραφο που μελετούσε και είπε:
-Θυμάσαι την αναφορά ότι το Βικτουάρ ετοιμαζόταν για απόπλου από το το ναύσταθμο της Βρέστης;
-Ναι, βέβαια. Μάθαμε και περισσότερο;
-Ναι και όχι από τις μυστικές μας υπηρεσίες. Ήρθε μήνυμα από τον Κόλινγουντ. Το Βικτουάρ διάσπασε τον αποκλεισμό μας.
-Ξέρουμε που πάει; Τι αποστολή έχει;
Το Βικτουάρ ήταν ένα από τα πλέον βαριά οπλισμένα πολεμικά των Γάλλων με εκατό κανόνια και πάνω από χίλιους άνδρες πλήρωμα. Ήταν επικίνδυνος αντίπαλος.
-Θα πλεύσει νότια με σκοπό να παρεμποδίσει τη ναυσιπλοϊα μας και μετά να περάσει στον Ειρηνικό και να χτυπήσει τις εκεί απροστάτευτες αποικίες μας.
-Πρέπει να το καταδιώξουμε, είπε ο ναύαρχος  και έμεινε για λίγο σκεπτικός. Κάποιο καλό πλοίο με δύναμη και..... Το Ανίκητος. Θα μιλήσω στον Τζέημς.
Ο πρώτος λόρδος ανασήκωσε το ένα φρύδι.
-Μ' αυτό το πλήρωμα; Αλλά χαίρομαι που το ανέφερες γιατί σχετίζονται με ένα θέμα που μου ανέφερε ο λόρδος Κόρθαξ.
Ο Κίνκαιηντ αναφέρθηκε στο περιστατικό και κατέληξε:
-Και θες να στείλεις τέτοιους ανθρώπους σε μια τόσο σημαντική αποστολή;
-Ακριβώς τέτοιοι άνθρωποι χρειάζονται! Άνδρες που θα έκαναν τα πάντα για να βοηθήσουν τους δικούς τους.
Ο Κινκαίηντ το σκέφθηκε για λίγο, μετά χαμογέλασε.
-Ίσως θα είναι καλύτερα έτσι, δεν θα με ζαλίζει και ο Κόρθαξ.

-Τζέημς;
Ο πλοίαρχος Τζέημς Κάλχουν στράφηκε και κοίταξε τον άνδρα που είχε προφέρει το όνομά του και δεν ήταν άλλος από τον ναύαρχο Σεντ Βίνσεντ. Βρίσκονταν στο δωμάτιο του πρώτου στην ταβέρνα ο Κασμάς και το Φτυάρι. Ο ναύαρχος είχε προτιμήσει να τον ενημερώσει ιδιωτικά για την αποστολή που αναλάμβαναν με το πλήρωμά του για να διατηρηθεί η μυστικότητα.
-Δύσκολη αποστολή. Αλλά θα τη φέρουμε σε πέρας. Πότε ξεκινάμε;
-Η πίστωση έχει εγκριθεί άρα μπορείτε να ασχοληθείτε με τα εφόδιά σας και τον εξοπλισμό που σας λείπει. Από πλήρωμα πως είσαστε;
-Σχεδόν πλήρεις, και μιας και το Βασιλικό Σώμα Πεζοναυτών μου έστειλε τους πεζοναύτες που μου λείπανε, είμαστε λίγο πολύ εντάξει.
-Χαίρομαι που το ακούω. Καταδιώκετε το Βικτουάρ φυσικά αλλά είμαστε σε πόλεμο κάθε Γαλλικό πλοίο που θα βρεθεί στο δρόμο σας είναι νόμιμη λεία. Τα όποια λάφυρα είναι φυσικά δικά σας.
-Ωραία, είπε ο Τζέημς Κάλχουν. Σε είκοσι τέσσερις ώρες θα είμαστε έτοιμοι και το πρωί θα αποπλεύσουμε.
-Πολύ καλά, είπε ο ναύαρχος. Να μην προλάβει να το τραβήξει άλλο ο Κόρθαξ. Ήταν ηλίθιο περιστατικό. Τώρα κάτι άλλο. Ξέρω ότι δεν είναι το πιο βολικό αλλά θα μπορούσες να πάρεις κάποιους επιβάτες;
-Επιβάτες;
-Είναι η χήρα και οι κόρες ενός παλιού συμπολεμιστή που σκοτώθηκε στο Αμπουκίρ. Κληρονόμησε ένα μικρό κτήμα στη Νέα Ζηλανδία και αποφάσισε να αναζητήσουν την τύχη τους εκεί. Εσείς μπορεί να μην φτάσετε ως  τον προορισμό τους αλλά θα πάτε αρκετά νότια. Θα τις αφήσετε σε κάποια από τις βάσεις μας και θα συνεχίσουν με άλλο πλοίο από' κει. Θα τις εφοδιάσω με μια συστατική επιστολή.
Ο Τζέημς δεν το σκέφθηκε πολύ. Δεν ήταν προληπτικός ώστε να μη θέλει μια γυναίκα, και ειδικά χήρα στο πλοίο, και παρότι δεν είχε πολεμήσει στο Αμπουκίρ άρα δεν ήταν χήρα συμπολεμιστή με τη στενή σημασία της λέξης, αποφάσισε να προσφέρει τη βοήθειά του.
-Κανένα πρόβλημα, θα τις μεταφέρουμε, πόσα άτομα;
-Τέσσερα.
-Εντάξει. Θα ζητήσω από τον Μάικ να τους παραχωρήσει την καμπίνα του και να τη διαμορφώσουμε για να μείνουν εκεί.
-Ευχαριστώ Τζέημς.
-Δεν χρειάζεται σερ. Ο Μάικ δεν έχει πρόβλημα να κοιμηθεί με το πλήρωμα. Ίσως στο θάλαμο των δοκίμων μιας και θα αναλάβει την εκπαίδευσή τους.
-Ωραία, είπε ο ναύαρχος και σηκώθηκε από την καρέκλα που καθόταν. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, όπως ο Τζέημς Κάλχουν στεκόταν κοντά στο παράθυρο με το τελευταίο φως της μέρας να τον λούζει έμοιαζε με κάποιον θρυλικό κουρσάρο. Ντυμένος στα μαύρα και οπλισμένος με το κλασσικό σπαθί των αξιωματικών έμοιαζε να είχε ξεπηδήσει μέσα από μια από εκείνες τις ιστορίες που αγαπούν να διηγούνται οι ναυτικοί.
-Καλή τύχη σε όλους σας. Είθε να επιστρέψετε σύντομα νικητές.

Στις Θάλασσες Του Κόσμου 1

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Πρώτο
Μια Ναυτική Αποστολή
Με Πολύ Διαφορετικά Μέλη

Η βροχή είχε από ώρα αρχίσει να πέφτει κάνοντας το γκρίζο πρωινό ακόμα πιο σκοτεινό. Βέβαια ήταν ο πλέον συνηθισμένος καιρός για την εποχή αλλά και για την πόλη του Λονδίνου. Η πρωτεύουσα της Βρετανίας φημιζόταν για τον καιρό της αυτό σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της αυτοκρατορίας. Το νερό έπεφτε ορμητικό και σχημάτιζε μεγάλα παγωμένα ρυάκια στους δρόμους.
Η Σάρα Κέρμπι προσπαθούσε να τα αποφεύγει αυτά τα ρυάκια, δεν ήταν μόνο ότι θα λερωνόταν αλλά θα πάγωνε κιόλας. Και δε διέθετε δεύτερα παπούτσια. Κουβαλώντας το μεγάλο κοφίνι με τα λαχανικά από την αγορά έτρεχε να φτάσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο ξενοδοχείο του Broken Arms όπου εργαζόταν σαν παραδουλεύτρα.
Σκλάβα πες καλύτερα, σκέφθηκε η κοπέλα, δεν έπαιρνε μισθό, δούλευε με μόνο αντάλλαγμα το φαγητό και την στέγη πάνω από το κεφάλι της. Μια φορά στο τόσο έπαιρνε και λίγο ύφασμα για καινούρια ρούχα. Αυτό ήταν όλο παρότι η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου, η Μαίρη Κόβακ, είχε υποχεθεί στον πατέρα της να την προσέχει πριν ο πλοίαρχος Κέρμπι αποπλεύσει για το ταξίδι που έμελε να είναι το τελευταίο του.
Έφτασε στο ξενοδοχείο και μπήκε στο τεράστιο χωλ. Άφησε το κοφίνι κάτω και σκούπισε τη βροχή από το πρόσωπό της. Ετοιμαζόταν να το ξαναπιάσει όταν δυο μικρά χέρια ήρθαν να τη βοηθήσουν. Εκείνη κοίταξε με ευγνωμοσύνη την Αντέλα. Η Αντέλα ήταν μια μιγάδα από τις Γαλλικές αποικίες στην Καραϊβική, είχε αιχμαλωτισθεί πάνω σε ένα εμπορικό Γαλλικό πλοίο και είχε βρεθεί στην υπηρεσία της Μαίρης μιας και δεν υπήρχε κανείς να καταβάλλει λύτρα για εκείνη ή να ενδιαφέρεται για το τι θα γίνει.
-Ευχαριστώ, είπε η Σάρα.
-Μην ευχαριστείς, είπε με την τραγουδιστή της προφορά η Αντέλα, είμαστε φίλες.
-Ναι είμαστε, είπε η Σάρα.
-Μην τεμπελιάζετε! Προχωράτε στην κουζίνα γρήγορα! φώναξε μια βαριά φωνή και οι δυο κοπέλες έσπευσαν να κάνουν όπως τους είπε. Ήταν ο επιστάτης και βοηθός της Μαίρης και δεν σήκωνε αντιρρήσεις.
Άφησαν το κοφίνι στην κουζίνα και η μαγείρισσα τους είπε να βγουν για λίγο στην αυλή, ήταν η μόνη που θα μπορούσαν να πουν ότι τις αντιμετώπιζε με κάποια συμπάθεια.
Μπροστά από το ξενοδοχείο απλωνόταν μια χαλικόστρωτη αυλή. Σ’ αυτήν σταματούσαν άμαξες που έφερναν ή έπαιρναν πελάτες του ξενοδοχείου και από’ δω παραλάμβαναν και οι σταβλίτες τα άλογα. Τώρα, χάρη και στη βροχή, δεν υπήρχε σχεδόν κανένας στην αυλή και οι δυο κοπέλες στάθηκαν κοντά στην πόρτα του ξενοδοχείου προστατευμένες από την βροχή κάτω από την μαρκίζα της πρόσοψης.
-Μακάρι να μας αφήνανε λίγο να πάρουμε μια ανάσα, είπε η Σάρα τρίβοντας τα χέρια της που είχαν κοκκινίσει από το κοφίνι.
-Μόνο τη νύχτα, και αυτό για λίγο, είπε η Αντέλα με παράπονο. Ελπίζω τουλάχιστον ότι την Πέμπτη θα έχουμε το απόγευμά μας.
-Αν δεν βρει πάλι τρόπο να μας το στερήσει η μέγαιρα. Αλλά αν βγούμε.... Κοίτα Αντέλα.
Η Σάρα λέγοντας τα τελευταία λόγια έβγαλε από τον κόρφο της ένα μικρό λευκό μαντίλι και το ξεδίπλωσε, από μέσα πρόβαλλε ένα αστραφτερό χρυσό νόμισμα.
-Μια γκινέα, θαύμασε η Αντέλα. Που βρήκες τόσα λεφτά;
-Μου τα έδωσε ένας καλός άνθρωπος, ένας.....
-Εγώ λέω ότι τα έκλεψες, παλιοθήλυκο!
Η Σάρα αναπήδησε τρομαγμένη και το νόμισμα έπεσε από τα χέρια της. Ο επιστάτης είχε ήδη βάλει τις φωνές κατηγορώντας τη για κλέφτρα και σε λίγο είχαν μαζευτεί γύρω τους όλοι οι άνδρες που δούλευαν στις εξωτερικές δουλειές, σταβλίτες, υπηρέτες, αχθοφόροι αλλά και οι καμαριέρες. Κατέφτασε και η Μαίρη που άκουσε την κατηγορία από τον επιστάτη.
-Βέβαια, είπε σηκώνοντας από τα χαλίκια το νόμισμα, μια παραδουλεύτρα δεν μπορεί να απέκτησε με κάποιον άλλο τρόπο αυτά τα χρήματα. Κύριε Σμιθ, πρέπει να τιμωρηθεί.
-Μάλιστα κυρία, είπε ο επιστάτης.
Με ένα νεύμα του δυο άνδρες έπιασαν την Σάρα και τη γυρίσανε με την πλάτη προς εκείνον, ύστερα ο ένας σήκωσε το φουστάνι της αποκαλύπτοντας τα γυμνά της πόδια και τους γλουτούς της. Ο Σμιθ κρατούσε τώρα ένα ξύλινο αντικείμενο σαν ρακέτα, ήταν διάτρητο ώστε να φεύγει ο αέρας και να μην φέρνει αντίσταση κάτι που θα καθιστούσε το κάθε χτύπημα πολύ πιο επίπονο. Το σήκωσε και το κατέβασε με ορμή αλλά δεν έφτασε ποτέ στο στόχο του. Τσακίστηκε με ένα ηχηρό κρακ, αυτό που το είχε τσακίσει ήταν ένα γιαταγάνι με φαρδιά, αστραφτερή λάμα. Και το κρατούσε ένας ψηλός Άραβας ντυμένος με μια εντυπωσιακή μπλε κελεμπία και λευκό σαρίκι.
-Πως τολμάς να ανακατεύεσαι αράπη; είπε η Μαίρη.
-Αν δεν ήταν ατιμωτικό να βάψω τη λάμα μου με αίμα ανυπεράσπιστης γυναίκας θα ήσουν νεκρή τώρα, είπε ο Άραβας με καλλιεργημένη φωνή. Φαινόταν να έχει μάθει Αγγλικά στην Οξφόρδη ή το Καίμπρητζ.
-Ποιος είσαι;
-Είμαι ο Αζίζ Σαχ Αντίν Ιμπν Ρασίντ, εμίρης του Ρας – Αλ – Καϊμά. Εγώ της έδωσα το νόμισμα.
-Είσαι ψεύτης! είπε η Μαίρη. Γιατί της το έδωσες; Είναι ερωμένη σου;
Τα μάτια του Άραβα στένεψαν. Ήταν προφανώς ότι τον είχε προσβάλλει. Αλλά δεν έδειξε να την ενδιαφέρει, έκανε ένα νόημα στο Σμιθ και τους υπόλοιπους αλλά την ίδια στιγμή ένα κονσέρτο από μεταλλικούς ήχους όπλων που οπλίζουν την έκαναν να κοιτάξει προς την είσοδο του ξενοδοχείου. Εκεί στεκόταν ένας άνδρας, στο δεξί χέρι του κρατούσε ένα σπαθί, δεν ήταν το σύνηθες ξίφος που είχαν οι περισσότεροι, ήταν μια βαριά σπάθα, σωστή ρομφαία. Στο άλλο του κρατούσε μια πιστόλα που σημάδευε τον Σμιθ. Γύρω του ήταν μαζεμένοι μια ομάδα ανδρών, ναυτικοί, αν έκρινε κανείς από το ντύσιμό τους, και όλοι οπλισμένοι.
-Δεν θα ήταν συνετό να τον προσβάλλεις, είπε ο άνδρας ήσυχα, ο τελευταίος που το έκανε το μετάνιωσε.
-Αστυνομία! ούρλιαξε η Μαίρη Κόβακ.
Μια ομάδα ανδρών κατέφτασε με τυφέκια και μαζί τους ένας άνδρας έφιππος. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της Σάρας όταν τον είδε, ήταν ο λόρδος Κόρθαξ, ο εραστής της Μαίρης. Όπως πάντα είχε ένα μικρό στρατό από υπηρέτες και λακέδες μαζί του. Αναμέτρησε την κατάσταση με το βλέμμα και αμέσως κινήθηκε να πάει στο πλευρό της ερωμένης του.
-Είμαι ο λόδος Κόρθαξ, ο πρώτος λόρδος του ναυαρχείου είναι φίλος μου. Παραδώστε τα όπλα σας και τους δυο αυτούς που απείλησαν μια κυρία ανώτερή τους και θα το ξεχάσω το περιστατικό. Αλλιώς θα φροντίσω να σας κρεμάσουν όλους σαν στασιαστές.
-Δεν στασίασαν, απάντησε ο άνδρας ενώ θηκάρωνε τη σπάθα του και περνούσε την πιστόλα σε μια θήκη στη ζώνη του. Ακολούθησαν εμένα. Άρα δεν έχεις τίποτα μαζί τους. Απλά μου είναι κάπως αφοσιωμένοι. Μήπως θα μπορούσαμε να το παραβλέψουμε όλο αυτό;
-Όχι. Θα σας δω όλους στην κρεμάλα.
-Το’ ξερα. Πάντα αναγνωρίζω ένα κάθαρμα όταν το βλέπω.
-Πως τολμάς να μιλάς έτσι σε έναν καλύτερό σου ναύτη;
-Καλύτερος; Αμφιβάλλω.
Ο άνδρας χαμογέλασε. Έκανε ένα νόημα στη Σάρα.

-Αν σε πειράξει κανείς, στείλε μου ένα μήνυμα, μένω στο λιμάνι στην ταβέρνα ο Κασμάς και το Φτυάρι. Απλά να ζητήσουν τον σερ Μάικ.

Ο Χαμένος Πίνακας Του Ραφαήλ

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ένας πίνακας ενός μικρού αναγεννησιακού ζωγράφου κλέβεται από μια εκκλησία πράξη ακατανόητη ως που αποκαλύπτεται ότι κάτω από αυτόν κρύβεται ένας πίνακας του Ραφαήλ. Το Ιταλικό υπουργείο πολιτισμού τον αγοράζει και εκτίθεται στο εθνικό μουσείο της Ρώμης ως που κάποιος τον πυρπολεί, γιατί; Κρύβεται κάτι πίσω από αυτήν την πράξη;

Δεν ήταν από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει αλλά έχει μια καλή ιστορία να πει και έχει και μερικές ανατροπές ώστε να κρατάει το ενδιαφέρον. Πέραν τούτου ο Iain Pears δίνει μια ενδιαφέρουσα εικόνα του κόσμου της τέχνης με τα μουσεία και τους εμπόρους να εκτιμούν την τέχνη όχι μόνο με αισθητικά κριτήρια αλλά και οικονομικά.