VΙΙΙ
Ο Βίλνους ξύπνησε από τον
ύπνο και ανασηκώθηκε νιώθοντας ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Είχε δει ένα όνειρο
άκρως ερωτικό και τελείως στερούμενου λογικής. Αν και είχε ιδιαίτερη αδυναμία
στην Σέλμιορ, δεν είχε ποτέ ποθήσει την Αδάρα και όμως στο όνειρο είχε συνευρεθεί
και με τις δύο με έναν σχεδόν μανιακό τρόπο. Ανακάθισε, είχε μια στύση που
σχεδόν τον πονούσε και δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του το όνειρο. Το
άρωμα του στήθους της νεαρής μάγισσας, την υφή των χειλιών της και την αίσθηση
των γοφών της στα χέρια του καθώς την έκανε δική του.
Αυτό είναι το ζητούμενο,
μια γητεία για να σε αποπροσανατολίσει! Η σκέψη δεν ήταν δική του, γεννήθηκε
από το πουθενά στο μυαλό του σαν να την είχε ψιθυρίσει κάποιος στο αυτί του.
Ο Βίλνους δεν ξαφνιάστηκε
από αυτό το γεγονός. Το προκαλούσε το μενταγιόν που φορούσε, δώρο ενός ερημίτη
πριν από χρόνια, ήταν ευλογημένο να του αποκαλύπτει ποιες μαγικές ενέργειες
υπήρχαν γύρω του και με ποιο σκοπό.
Αναρωτήθηκε ποιος το είχε
κάνει αυτό. Και για ποιο λόγο ήθελε να τον αποπροσανατολίσει; Αυτό ήταν ένα
ερώτημα που θα μπορούσε να το απαντήσει μόνο ένας μάγος. Βγήκε από τη σκηνή και
πήγε σε αυτήν του Ράουμας αλλά την βρήκε άδεια. Σκέφθηκε ότι μπορεί να ήταν με
την αδερφή του και έσπευσε στη δική της σκηνή. Άνοιξε το φύλλο που χρησίμευε ως
πόρτα και μπήκε στην σκηνή. Στο φως ενός λυχναριού που έκαιγε είδε ότι
κοιμόταν. Γονάτισε δίπλα της και ακούμπησε απαλά τον ώμο της.
-Σέλμιορ…
Η μάγισσα άνοιξε τα μάτια
της και τεντώθηκε. Όπως την κοιτούσε, ακόμα γλαρωμένη από τον ύπνο, τα χείλη
της μισάνοιχτα και τα στήθη της να προβάλλουν από τα σκεπάσματα καλυμμένα από
το νυχτικό της μόνο, ένιωσε την επιθυμία του να φουντώνει και πάλι. Αλλά τώρα
δεν μπορούσε να αφεθεί σε αυτήν, έπρεπε να μάθει ποιος είχε υφάνει τη γητεία
και για ποιο λόγο.
Η Σέλμιορ ανακάθισε και
εκείνος της εξήγησε τι είχε συμβεί χωρίς να της αποκαλύψει το όνειρο που είδε.
-Μπορώ να το ανιχνεύσω με
μια γητεία, αλλά πρέπει να βγάλεις το μενταγιόν αλλιώς θα εμποδίσει και τη δική
μου γητεία.
-Την άλλη δεν την
εμπόδισε.
-Αν δεν την είχε
εμποδίσει τώρα θα ήσουν σε πνευματική σύγχυση, το ότι κατάλαβες τι συνέβη είναι
άμυνα.
Ο Βίλνους έβγαλε το
μενταγιόν ενώ η Σέλμιορ έλεγε τα λόγια μιας γητείας. Ύστερα έμεινε σιωπηλή. Ένα
χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της.
-Η γητεία υφάνθηκε από το
Ακροπύργιο… Δεν είσαι ο μόνος στόχος… Σε εσένα στάλθηκε ένα όνειρο… Βίλνους!
είπε και τον κοίταξε.
-Τι;
-Δεν φανταζόμουν…
Δεν πρόλαβε να του πει τι
δε φανταζόταν. Ένα ουρλιαχτό έσκισε τη σιγαλιά της νύχτας και ύστερα οι κραυγές
των φρουρών που καλούσαν στα όπλα.
-Ο Βίλνους είναι μια χαρά
διοικητής, και γενναιόδωρος με τις αμοιβές, και πάντα σε καλές δουλειές. Έχει
μόνο ένα ελάττωμα, που δεν αφήνει πόρνες στο στρατό του, είπε ο ένας φρουρός,
το μόνο που θέλω μόλις τελειώσει η βάρδια είναι να πάρω μία. Λες να είναι
πρόθυμη καμία νομάδα;
Ο συνάδερφός του γέλασε
καθώς στέκονταν ανάμεσα σε δύο σκηνές κοιτώντας την σκοτεινή περιδινούμενη
χιονοθύελλα που συνεχιζόταν.
-Αμφιβάλλω, άσε που είσαι
κοντός γι’ αυτές.
Ο άλλος γέλασε αλλά
σταμάτησε ξαφνικά.
-Τι είναι αυτό; είπε
ανήσυχος κοιτώντας τις ριπές του χιονιού που χώριζαν καθώς έβρισκαν αντίσταση
σε κάτι μεγάλο που πλησίαζε.
Την επόμενη στιγμή το
είδαν, ένα ον σαν λύκο αλλά σε μέγεθος αλόγου, με τεράστιο κεφάλι και
σπηλαιώδες στόμα γεμάτο με δόντια καθένα μεγάλο σαν σπαθί. Και δεν ήταν μόνο
του, ακολουθούσαν και άλλα του είδους του και μαζί τους ένα ον σαν χταπόδι με
τεράστιο κεφάλι και άκρα που το βοηθούσαν να σέρνεται στο χιόνι. Γύρω από τα
τέρατα αυτά έρχονταν φιγούρες με μαύρες πανοπλίες και κράνη, έμοιαζαν με
κανονικούς πολεμιστές μόνο που αιωρούνταν ένα μέτρο από το έδαφος και από τη
μέση και κάτω δεν υπήρχε τίποτα.
Οι δυο σκοποί έμειναν
άφωνοι. Ο απόκοσμος αυτός στρατός επιτέθηκε, ένας από τους αφύσικους αυτούς
πολεμιστές έφτασε τον σκοπό που ονειρευόταν μια γυναίκα για μετά. Εκεί που θα
έπρεπε να είναι το πρόσωπο ήταν ένα μαύρο αβυσσαλέο κενό. Την επόμενη στιγμή ο
αιωρούμενος πολεμιστής βύθισε το χέρι του στο στήθος του σκοπού. Ένας αγωνιώδης
πόνος τον κατέλαβε και ούρλιαξε ενώ ο σύντροφός του καλούσε στα όπλα.
Χάος ακολούθησε καθώς ο
εχθρός από το πουθενά επιτιθόταν στον καταυλισμό.
-Μαμούκ! Μαμούκ!
ακούστηκε από την πλευρά των Εού που είχαν αντιμετωπίσει ξανά τα μεγάλα
αρπακτικά αλλά όχι και τους τρομακτικούς συντρόφους τους.
Ο απόκοσμος πολεμιστής
τράβηξε το χέρι του μέσα από το στήθος του σκοπού και εκείνος σωριάστηκε
νεκρός. Στράφηκε στον άλλο σκοπό που όρμησε μπροστά και διαπέρασε τον απόκοσμο
πολεμιστή με το σπαθί του. Απτόητος εκείνος πλησίασε και βύθισε το χέρι στην κοιλιά
του σκοπού που ένιωσε σαν ένα χέρι να του ξερίζωνε τα σωθικά, ένιωσε τη γεύση
αίματος και χολής στο στόμα του και μετά τίποτα.
Ο Βίλνους αντίκρισε ένα
χάος βγαίνοντας από τη σκηνή. Ο εχθρός βρισκόταν ανάμεσα στις σκηνές και έσφαζε
αμείλικτα. Πολλοί ήταν ήδη νεκροί αλλά οι επιζώντες είχαν αρχίσει να
οργανώνονται για άμυνα. Διέκρινε το Σοκάρ με μια ομάδα πολεμιστών ανάμεσά τους
και ο Σάι να έχουν σχηματίσει κύκλο και να αμύνονται. Ο Σάι και άλλοι δύο
τοξότες ήταν στο εσωτερικό του κύκλου για να μπορούν να τοξεύουν ενώ οι
υπόλοιποι μάχονταν εκ του σύνεγγυς. Στα πόδια του Σάι μπορούσε να δει
κουλουριασμένη την υπηρέτρια του Καλ.
Αναζήτησε το μάγο αλλά
δεν τον διέκρινε πουθενά. Εντόπισε την Αδάρα να μάχεται. Η Αδάρα κοιμόταν γυμνή
και είχε περάσει κατευθείαν στη μάχη χωρίς να ντυθεί, παρά το κρύο ιδρώτας
γυάλιζε στο κορμί της όπως με το μεγάλο τσεκούρι της πολεμούσε. Ήταν μόνη της
στο σημείο εκείνο αλλά δεν έδειχνε κανέναν φόβο. Αποκεφάλισε έναν αιωρούμενο
πολεμιστή που μεταμορφώθηκε σε μια τολύπη καπνού και εξαφανίσθηκε.
-Χτυπάτε τα κεφάλια!
φώναξε ο Βίλνους πλησιάζοντας την οργανωμένη άμυνα με την Σέλμιορ. Η μάγισσα
πέρασε στο εσωτερικό και εκεί στάθηκε, άρχισε να αυτοσυγκεντρώνεται.
Ο Βίλνους μπήκε στη μάχη.
Αποκεφάλισε έναν αιωρούμενο πολεμιστή και μετά επιτέθηκε σε έναν λύκο
βυθίζοντας την λάμα του στο λαιμό του τέρατος. Την τράβηξε και στράφηκε να
πολεμήσει τον επόμενο εχθρό. Η Σέλμιορ του πέταξε το μενταγιόν και το φόρεσε. Η
μάγισσα έδειξε με το δεξί της χέρι και με το δείκτη τεντωμένο δύο φασματικούς
πολεμιστές και έμειναν τελείως ακίνητοι. Ο Βίλνους εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία
από το ξόρκι ακινητοποίησης για να τους εξουδετερώσει.
Ένας λύκος έριξε κάτω
έναν πολεμιστή και βύθισε τη μουσούδα στην κοιλιά του ξεσκίζοντας τα σωθικά του
ενώ ήταν ακόμα ζωντανός, ο Σάι έστειλε ένα βέλος στο λαιμό του βάζοντας τέλος
στο μαρτύριό του. Ύστερα τόξευσε τον λύκο που μούγκρισε καθώς το βέλος καρφώθηκε
στο πλευρό του. Στράφηκε προς τον νεαρό πολεμιστή που διατήρησε την ψυχραιμία
του και πέρασε ακόμα ένα βέλος στο τόξο και το έστειλε κατευθείαν στο μάτι του
θηρίου που σωριάστηκε νεκρό.
Μια πορφυρή φλόγα έκαψε
το χταποδόμορφο τέρας. Ο Βίλνους στράφηκε και εντόπισε την πηγή της. Οι Εού
είχαν μαζευτεί όλοι γύρω από την κεντρική σκηνή του καταυλισμού όπου είχαν
καταφύγει τα παιδιά και οι γυναίκες και αμύνονταν εναντίον των λύκων, οι αιωρούμενοι
πολεμιστές δεν είχαν πάει εκεί, είχαν προτιμήσει τους άνδρες του Βίλνους. Δίπλα
στην Αχούκ στεκόταν ο Ράουμας που ήταν ο αυτουργός της πύρινης επίθεσης. Σήκωσε
το χέρι του και μια νέα πύρινη μπάλα εμφανίστηκε. Αυτή τη φορά ανέφλεξε δύο
λύκους μαζί.
Από το σκοτάδι ξεπρόβαλλε
ένα ον που έκανε την Αλόα να ουρλιάξει από φόβο. Έμοιαζε με εκείνα τα έντομα
που έτρεχαν στα πατώματα των πιο βρώμικων πανδοχείων που είχαν δει οι
πολεμιστές αλλά είχε το μέγεθος πόνυ.
-Μα τι τρώνε και γίνονται
έτσι; αγανάκτησε ο Σάι στέλνοντας ένα βέλος στο ον αυτό που εξοστρακίστηκε πάνω
στο σκληρό κέλυφός του.
-Εμάς θα φάει αυτό,
μούγκρισε ο Σοκάρ και επιτέθηκε στο τεράστιο τέρας τσακίζοντας με το γιαταγάνι
του τα μακριά πόδια ως που να το αναγκάσει να χαμηλώσει και να βυθίσει τη λάμα
του στο μακρόστενο κεφάλι του.
Ένας λύκος όρμησε στο
εκτεθειμένο πλευρό του αλλά το τσεκούρι της Αδάρα που είχε φτάσει δίπλα τους
έβαλε τέλος σε αυτόν τον κίνδυνο.
Ο Βίλνους απέκρουσε την
επίθεση ενός φασματικού πολεμιστή και ένας δεύτερος έσπευσε να επιτεθεί όσο
ήταν μπλοκαρισμένη η σπάθα του αλλά καθώς το χέρι του άγγιζε το στέρνο του
πάγωσε και διαλύθηκε σε καπνό όπως και οι άλλοι. Το μενταγιόν είχε δράσει και πάλι.
Έριξε μια ματιά στο πεδίο της μάχης γύρω του, τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου
καλά. Παρά τις προσπάθειες του Ράουμας και των πολεμιστών η μάχη έβαινε κατά
τους, ελάχιστοι άνδρες είχαν απομείνει όρθιοι να πολεμούν γύρω από τον Σοκάρ
και δεν άντεχαν για πολύ ακόμα.
Ο Ράουμας άρχισε να
απομακρύνεται από τους Εού προς την ανοιχτή έκταση που απλωνόταν ως το
Ακροπύργιο. Μια άλως λευκού φωτός τον τύλιγε και τον έκανε να φεγγοβολάει στο
σκοτάδι ενώ τα τέρατα και οι αιωρούμενοι πολεμιστές κινούνταν προς το μέρος
του. Όταν απομακρύνθηκε αρκετά από τον καταυλισμό γύρισε αντικρίζοντας τον
εχθρό. Το φως γύρω του έγινε πιο έντονο και τα τέρατα άρχισαν να τρέχουν προς
το μέρος του. Ο μάγος τέντωσε τα χέρια του μπροστά και η γη άρχισε να δονείται
και ξαφνικά ένα χάσμα δημιουργήθηκε μπροστά στα πόδια του καταπίνοντας τους
επιτιθέμενους. Το χάσμα συνέχισε να διευρύνεται μέχρι που δεν έμεινε κανένα από
τα τέρατα. Ύστερα άρχισε να κλείνει, μόλις το έδαφος αποκαταστάθηκε ο μάγος
έκανε να επιστρέψει. Σε λίγα βήματα τρέκλισε και έπεσε κάτω.
-Ράουμας!
Η Σέλμιορ έτρεξε κοντά
του όπως και η Αχούκ. Ο Βίλνους στράφηκε στον Σοκάρ, παρά την κούρασή του είπε
τυπικά:
-Αναφορά κατάστασης.
Ο Σοκάρ ένευσε και
απομακρύνθηκε. Ο Βίλνους είδε τέσσερις άνδρες του να στέκονται εκεί κοντά, ήταν
οι μόνοι που έβλεπε επιζώντες ένα γύρω και ο Σάι λίγο πιο πέρα που στεκόταν
δίπλα στην Αλόα, φρουρός της όπως τον είχε διατάξει. Κάθισε σε ένα έλκηθρο που ήταν
αναποδογυρισμένο εκεί δίπλα και κάρφωσε τη σπάθα στο έδαφος. Είδε τον Ράουμας
να συνέρχεται και να επιστρέφει στον καταυλισμό στηριγμένος στην Αχούκ και την
αδερφή του.
Ο Σοκάρ επέστρεψε και
στάθηκε μπροστά στον Βίλνους.
-Ο Ντενάουμπις είναι
νεκρός, έχουμε επτά επιζώντες, δύο είναι τραυματίες και δεν θα μπορέσουν να
συνεχίσουν. Η Αδάρα είναι εντάξει και τα μαγικά παιδιά το ίδιο. Ο Ντρέηκ είναι
τραυματισμένος αλλά θα συνεχίσει.
-Να θάψουμε τους νεκρούς
μας και να ξεκουραστούμε λίγο και το πρωί θα συνεχίσουμε.
-Θα έχει νόημα; ρώτησε ο
Σοκάρ. Είμαστε πολύ λίγοι τώρα.
-Πρέπει να προκαλέσαμε
και στον εχθρό ανάλογη αιμορραγία, και έχουμε το πλεονέκτημα των μάγων μας.
Αλήθεια που είναι αυτό το θρασύδειλο ον ο εργοδότης μας;
-Είχε κρυφτεί κάτω από
μια πεσμένη σκηνή σε όλη τη μάχη. Οι υπηρέτες του δεν ήταν τόσο τυχεροί. Τους
κατακρεούργησαν οι λύκοι.
Ο Βίλνους κούνησε το
κεφάλι του και σηκώθηκε.
-Ας κάνουμε το καθήκον
μας προς τους συντρόφους μας.
Μάζεψαν τα σώματα των
νεκρών τους και τα έθαψαν με τα όπλα τους αγκαλιά όπως αρμόζει σε πολεμιστές.
Το έδαφος ήταν πολύ παγωμένο για να σκαφτεί αλλά ο Ράουμας άνοιξε έναν μεγάλο
λάκκο όπου έβαλαν δίπλα δίπλα τα σώματα και μετά τον σκέπασε. Εν τω μεταξύ ο
Σοκάρ έγραψε τα ονόματά τους και η Σέλμιορ τα μετέφερε σε μια πλάκα που έστησαν
για να θυμίζει τον τόπο της ύστατης μάχης και της ταφής τους μαγεύοντάς την να
μείνει για πολλά χρόνια άφθαρτη και να κρατάει ζωντανή τη μνήμη.
Μαζεύτηκαν μετά όλοι οι
επιζώντες και ο Βίλνους είπε μερικά λόγια για τους πεσόντες ευχόμενος να βρουν
την ανάπαυση στον κόσμο μετά ετούτον εδώ.
Είχαν τελειώσει με όλα
αυτά και συγκέντρωναν τα όπλα και τα εφόδια που θα τους ήταν ακόμα χρήσιμα όταν
η Αχούκ πλησίασε τον Βίλνους.
-Η αυγή είναι ακόμη
μακριά, πρέπει να ξεκουραστείτε. Καλύτερα να έρθετε στον καταυλισμό μας μην
έρθουν ξανά αυτά τα πλάσματα της αβύσσου.
Δεν είχε άδικο, ήταν
λίγοι τώρα για να αμυνθούν, καλύτερα να βρίσκονταν ανάμεσα στους Εού. Μετέφεραν
τα εφόδιά τους στη μεγάλη σκηνή όπου και θα φιλοξενούνταν. Εξαίρεση αποτελούσαν
οι δύο τραυματίες και ο Ράουμας που πήραν μια άλλη σκηνή για να ξεκουραστούν
και όπου θα παρέμεναν οι δύο τραυματίες. Ο μάγος είχε εξαντλήσει και την
τελευταία ικμάδα της δυνάμεώς του και χρειαζόταν σίγουρα ανάπαυση.
Όταν τακτοποιήθηκαν όλα ο
Βίλνους ξάπλωσε να κοιμηθεί και αυτός μιας και λίγο είχε προλάβει πριν αρχίσει
η επίθεση. Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας και αφού μόνο η φωτιά σιγόκαιγε ο
Βίλνιους ένιωσε κάποιον να τρυπώνει κάτω από τα δέρματα δίπλα του και δυο απαλά
χείλη να χαϊδεύουν το λαιμό του.
Αυτή τη φορά δεν
χρειάστηκε καμία παρέμβαση για να ονειρευτεί την Σέλμιορ γυμνή στην αγκαλιά
του. Πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους της και η κοπέλα μαζεύτηκε στο
πλευρό του ακουμπώντας το κεφάλι της στο στέρνο του.
Ο Σάι καθόταν
ακουμπισμένος σε έναν από τους στύλους που στήριζαν τη σκηνή. Αφουγκραζόταν την
ησυχία της νύχτα που έδειχνε τόσο αφύσικη μετά τη σφαγή που είχε προηγηθεί και
αναρωτιόταν τι θα έφερνε το πρωινό.
-Πρέπει να ξεκουραστείς.
Ήταν η Αλόα που του είχε
μιλήσει. Η κοπέλα είχε ξαπλώσει κοντά του αλλά νόμιζε ότι είχε αποκοιμηθεί.
Διαπίστωνε τώρα ότι δεν κοιμόταν αλλά τον κοιτούσε με μάτια μέσα στα οποία
μπορούσε να δει το καθρέφτισμα της φωτιάς που έκαιγε στο κέντρο της σκηνής.
-Δύσκολο πριν από μια
μάχη, της είπε.
-Τώρα είμαστε μετά από
μία.
-Θα έχουμε και άλλη το
πρωί στο Ακροπύργιο.
-Οι Εού το φοβούνται αυτό
το μέρος, άκουσα να λένε ότι δεν έχουμε ελπίδα.
-Δεν ξέρουν τον Βίλνους,
και απόψε δεν θα είχαμε κινδυνεύσει αν δεν είμασταν τόσο λίγοι, βλέπεις η
δουλειά παρουσιάστηκε όταν οι περισσότεροι είχαν φύγει από την πόλη και
είμασταν λίγοι για να εκστρατεύσουμε.
-Είσαι περήφανος για τον
αρχηγό σου, είπε με απορία εκείνη.
-Και εκείνος είναι για
εμάς και νοιάζεται.
Ο Σάι έμεινε για λίγο
σιωπηλός. Μετά την κοίταξε πάλι.
-Κοιμήσου εσύ όμως, δεν
υπάρχει λόγος να φοβάσαι.
-Έλα, ξάπλωσε και εσύ,
είπε η κοπέλα.
Μετακινήθηκε κάνοντάς του
χώρο να ξαπλώσει και αυτός κάτω από τα δέρματα που τη σκέπαζαν. Ο Σάι το έκανε
υπακούοντας στο παρακλητικό βλέμμα της. Ήταν ζεστά έτσι όπως είχε ξαπλώσει στα
ήδη χρησιμοποιημένα δέρματα και το δικό της σώμα δίπλα του ήταν ακόμα πιο
ζεστό. Ο νεαρός τοξότης γύρισε και την κοίταξε. Το πρόσωπό της ήταν σε απόσταση
αναπνοής και πρόσεξε το πόσο γλυκό ήταν, και εκείνος ο βάναυσος αφέντης της να
την κακοποιεί έτσι! Ο ίδιος δεν θα άντεχε ούτε να τη δει να κλαίει. Ασυναίσθητα
σχεδόν τη φίλησε απαλά στα χείλη απλώνοντας το χέρι του να χαϊδέψει τα μαλλιά
της και εκείνη χώθηκε στην αγκαλιά του.
Αυτή τη φορά δεν χρειαζόταν να φοβάται ή να έχει το νου του για δόλο και κρυμμένα μαχαίρια. Ήταν ξεκάθαρα όλα, και όλα όσα είχαν και οι δύο ανάγκη. Γεύθηκαν την χαρά και την απόλαυση της πρώτης φοράς με κάποιον που σημαίνει κάτι και κοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι. Δεν πήραν είδηση τους υπόλοιπους που ξύπνησαν για να ετοιμαστούν ούτε τον Βίλνους που στάθηκε για λίγο κοιτώντας τους με ένα χαμόγελο πριν βγει από τη σκηνή για την τελευταία μάχη αυτής της εκστρατείας. Για εκείνους όλα αυτά είχαν τελειώσει, ένα νέο κεφάλαιο άρχιζε.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου