Οι Ταξιδιώτες Των Κόσμων 20

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Τρίτο


   Το Λόου Κόουβ ήταν ένα μικρό χωριουδάκι χτισμένο στην ακτή του Κόλπου Των Εθνών ονομασμένου έτσι γιατί πέντε διαφορετικά έθνη μοιράζονταν τις ακτές του. Ήταν απλωμένο κατά μήκος της ακτής και οι κάτοικοί του ήταν κατά κύριο λόγο ψαράδες. Έχοντας ζήσει όλη τους τη ζωή μέσα και δίπλα στο υγρό στοιχείο δεν φοβούνταν τίποτα από όσα υπήρχαν σ' αυτό πέρα από ένα και μοναδικό πράγμα, το καταραμένο νησί του Αλκιμάρ.
   Το νησί ήταν πολύ κοντά στο χωριό και όπως το έβλεπαν σκεπασμένο με τα αιώνια σύννεφα της καταιγίδας δεν χρειάζονταν τίποτα άλλο για να πιστέψουν όσα λέγονταν για το Σκοτεινό Κύριό του. Δεν μιλούσαν συχνά γι' αυτό και όποτε το έκαναν το έκαναν χαμηλόφωνα και προσέχοντας μην τους ακούει κανείς.
   Την ώρα που έφταναν στο χωριό ο Ροδόλφος της Ασόν και οι τέσσερεις Ιππότες το σκοτάδι είχε πέσει και οι κάτοικοι του χωριού μαζεύονταν από τις δουλειές τους στα σπίτια τους για το δείπνο και τον ύπνο που θα τους ξεκούραζε από τον καθημερινό τους μόχθο. Κάποιοι λίγοι είχαν μαζευτεί στην μοναδική ταβέρνα του Λόου Κόουβ. Οι πέντε ταξιδιώτες δεν σταμάτησαν αλλά προχώρησαν στο λιμανάκι του χωριού. Εκεί ξεπέζεψαν και ο Γκίντεον Νεμίνιον προχώρησε σε ένα κοντινό σπίτι. Χτύπησε την πόρτα και όταν του άνοιξε ένας ηλικιωμένος άνδρας με άσπρα μαλλιά που έπεφταν ατημέλητα στους ώμους του, άρχισε να του μιλάει στην τοπική διάλεκτο.
   Επέστρεψε κοντά στους υπόλοιπους μετά από μερικά λεπτά.
   -Θα αφήσουμε εδώ τα άλογά μας και θα πάρουμε το μικρό πλοιάριό του.
   -Είστε ναυτικοί; ρώτησε ο Ροδόλφος. Γιατί εγώ δεν ξέρω τίποτα από ναυσιπλοία.
   -Ο Ίθαν με τον Αλεξάντερ θα καταφέρουν να το οδηγήσουν στο Αλκιμάρ. Είπα ακόμα το πρωί να δηλώσει κλοπή του πλοίου, συνέχισε ο Γκίντεον, αν αποτύχουμε στην αποστολή μας δεν χρειάζεται να υποστεί την οργή του Μπαγκράς γιατί μας έδωσε το μέσο να πάμε στο νησί.
   -Δεν θα αποτύχουμε, είπε ο Σάιμον.
   Ξεκίνησαν για την ξύλινη αποβάθρα όπου βρισκόταν το μεταφορικό τους μέσον προς το καταραμένο νησί.

   Ο Ροβέρτος δυσκολεύτηκε να βρει το κτίριο που ήταν γνωστό σε πολλούς από τους κατοίκους της περιοχής γιατί δεν ήθελε να ρωτήσει κάποιον φοβούμενος μην τραβήξει την προσοχή ενός εχθρού που υπερείχε σε αριθμό. Όταν το βρήκε σταμάτησε σε ένα απόμερο σημείο παρατηρώντας το. Δεν φαινόταν διαφορετικό από τα γύρω κτίρια και δεν υπήρχαν σημάδια ότι συνέβαινε κάτι. Αλλά το αισθανόταν ότι είχε έρθει στο σωστό μέρος. Υπήρχε μια αύρα κακού τόσο έντονη και πνιγηρή σαν να στεκόταν στον καπνό μιας μεγάλης πυρκαγιάς.
   Κοίταξε αυτούς που έμπαιναν στο κτίριο, κυρίως το πρώτο τόσο πρωί. Δεν είχε ανακαλύψει κάτι το ασυνήθιστο, άνθρωποι που έρχονταν στη δουλειά τους ή για κάποιο θέμα τους εδώ. Κάποιοι ήταν θυμωμένοι, μνησικακούσαν και έβριζαν από μέσα τους αλλά ήταν απλά φορτωμένοι με τις ανθρώπινες αδυναμίες, δεν υπηρετούσαν τις δυμάμεις του Σκότους.
   Μετά από αρκετή ώρα παρατήρησης αποφάσισε να εισχωρήσει στο κτίριο. Έπρεπε να μάθει τι συνέβαινε και το ένιωθε πως οι απαντήσεις που αναζητούσε βρίσκονταν εδώ. Πλησίασε την εντυπωσιακή γυάλινη είσοδο έτοιμος να παραμερίσει το μανδύα του και να τραβήξει τα όπλα του αν δεχόταν επίθεση. Η πόρτα άνοιξε με ένα απλό σπρώξιμο ο Ιππότης βρέθηκε σε ένα μικρό χώρο ανάμεσα σε δυο πόρτες και στάθηκε. Υπήρχαν δυο κάμερες ασφαλείας που κατέγραφαν τις κινήσεις του όπως στεκόταν στο χαλί με το σταμπαρισμένο WELCOME. Δίπλα στην μια πόρτα υπήρχε μια εσοχή με ένα κόκκινο φωτάκι. Ο Ροβέρτος μάντεψε ότι είχε να κάνει κάτι με το αντικείμενο που είχε πάρει από τον άνδρα στην υπόγεια διάβαση αλλά δεν ήξερε πως να το χρησιμοποιήσει. Έπρεπε ωστόσο να κάνει κάτι, δεν μπορούσε να παραμείνει εκεί, θα τραβούσε την προσοχή και θα ήγειρε υποψίες.
   Σήκωσε το χέρι του και χτύπησε την πόρτα ήσυχα. Δυο άνδρες της ασφάλειας τον κοίταξαν με περιέργεια. Έβγαλε από την τσέπη του το ηλεκτρονικό πάσο.
   -Κάτι έπαθε, είπε, δεν κάνει τίποτα.
   Οι δυο άνδρες κοιτάκτηκαν και μετά ο ένας άνοιξε την πόρτα. Ο Ροβέρτος μπήκε γνέφοντας το ευχαριστώ του.
   -Δώσε να δω, είπε ο ένας από τους άνδρες, αν μπορώ να το φτιάξω.
   Ο Ιππότης του έδωσε το ηλεκτρονικό πάσο και προχώρησε προς τη σκάλα διασχίζοντας το εντυπωσιακό φουαγιέ. Δεν φάνηκε να τραβάει την προσοχή. Κόντευε να φτάσει στη μεγάλη σκάλα όταν ένιωσε κάτι σκληρό να ακουμπάει στην πλάτη του και μια φωνή να ψιθυρίζει στο αυτί του:
   -Νόμιζες ότι είσαι πιο έξυπνος από' μας ε; Προχώρα ήσυχα τώρα αν δεν θες να σε εκτελέσω επί τόπου.

   Μια ομοβροντία αστραπόβροντων ικανών να τρομάξουν και τον γενναιότερο άνδρα τους υποδέκτηκε καθώς πλησίαζαν το καταραμένο νησί του Αλκιμάρ και ο άνεμος δυνάμωνε κάνοντας το πλοιάριο να κλυδωνίζεται άγρια. Οι δυο άρχοντες του Ζίριον κατάφερναν να το κυβερνούν όμως οδηγώντας το προς έναν όρμο που διέκριναν κάτω από τα σύννεφα της καταιγίδας.
   -Πλησιάζουμε, είπε ο Σάιμον.
   -Θυμηθείτε, είπε ο Γκίντεον Νεμίνιον ήρεμα αλλά αρκετά δυνατά ώστε να ακούγεται πάνω από τη βοή των κυμάτων, πρέπει να βρούμε τον Μάικ πριν αντιμετωπίσουμε τον Μπαγκράς. Πρέπει να περάσουμε απαρατήρητοι ως τότε.
   Με έναν μαλακό, πνιχτό ήχο το πλοιάριο άγγιξε την αμμώδη ακτή. Είχαν φτάσει, μια απόκοσμη οιμωγή τους υποδέκτηκε.

   Ο Ροβέρτος με την κάνη του πιστολιού στην πλάτη του προχώρησε προς τον ανελκυστήρα όπως του υπέδειξαν οι αιχμαλωτιστές του. Δεν είχε παραδοθεί, κάθε άλλο. Περίμενε την πρώτη ευκαιρία να αντιδράσει. Τα μάτια του κατέγραφαν την κάθε κίνηση γύρω του και ήταν σε ετοιμότητα να εκμεταλλευτεί και την πιο ελάχιστη ευκαιρία για να ξεφύγει από τα χέρια των εχθρών του. Πλησιάζοντας τον ανελκυστήρα κοίταξε την αστραφτερή μεταλλική πόρτα. Μελέτησε την εικόνα που έβλεπε στην αντανάκλαση στην επιφάνειά της. Εκτός από τον έναν που τον σημάδευε υπήρχαν ακόμα δυο άνδρες που ήταν οπλισμένοι αν και δεν κρατούσαν φανερά τα όπλα τους.
   Η πόρτα άνοιξε και μπήκαν στο θαλαμίσκο, έσπρωξαν τον Ιππότη στην πίσω πλευρά με το πρόσωπό του στραμμένο στο τοίχωμα του. Τώρα το όπλο δεν πίεζε την πλάτη του. Ο Ροβέρτος διακινδύνευσε μια κλεφτή ματιά πάνω από τον ώμο του. Οι τρεις άνδρες έδειχναν αρκετά χαλαρωμένοι, σίγουροι πως είχαν τον έλεγχο της καταστάσεως.
   Αντέδρασε με την ταχύτητα που τον χαρακτήριζε πάντα στη μάχη. Τίναξε το δεξί του χέρι σφιγμένο σε γροθιά και πέτυχε τον άνδρα που βρισκόταν πιο κοντά του στο πρόσωπο. Ένας ξερός ήχος τον ενημέρωσε ότι είχε σπάσει την μύτη του αντιπάλου του που διπλώθηκε στα δύο βογγώντας. Ταυτόχρονα τράβηξε με το άλλο χέρι του τον δεύτερο από τους άνδρες προς το κέντρο του θαλαμίσκου, ανάμεσα στον ίδιο και σε εκείνον που κρατούσε το πιστόλι που δεν πυροβόλησε από φόβο μήπως και χτυπήσει το σύντροφό του. Ο Ροβέρτος έσπρωξε τον έναν πάνω στον άλλο και στη σύγχιση που ακολούθησε ξεθηκάρωσε τα όπλα του. Μερικά χτυπήματα και ήταν ο μόνος ζωντανός μέσα στον ανελκυστήρα που σταμάτησε την κάθοδό του.
   Η πόρτα άνοιξε και ο Ροβέρτος αντίκρισε ένα αναπάντεχο θέαμα.

   Ο Ραμίρ άνοιξε τα μάτια του νιώθοντας ανανεωμένος. Αν και το προηγούμενο πρωί με τα όσα είχαν προηγηθεί είχε αργήσει να ξυπνήσει, ήταν από εκείνους που ξυπνούν νωρίς. Κοίταξε γύρω με προσοχή μην ξυπνήσει την Γιαρμίλα, όλα ήταν όπως το βράδυ όταν κοιμήθηκε. Αλλά κάτι τον ανησυχούσε. Σαν κάτι να μην ήταν όπως έπρεπε. Η Γιαρμίλα κοιμόταν ήρεμα, με μια γαλήνη που σπάνια απλωνόταν στο πρόσωπό της αν και ο Ιππότης δεν μπορούσε να το ξέρει αυτό. Είχε μετακινηθεί στον ύπνο της και είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στο στέρνο του.
   Την μετακίνησε με προσοχή για να μην ξυπνήσει και τη σκέπασε με το μανδύα του. Σηκώθηκε όρθιος και τεντώθηκε να ξεμουδιάσει. Πολύ αργά θυμήθηκε το τραυματισμένο χέρι του αλλά δεν μπόρεσε να σταματήσει την κίνησή του. Παρά το τι περίμενε δεν πόνεσε, ούτε καν μια ενόχληση. Κοίταξε το τραύμα, και έκπληκτος διαπίστωσε πως είχε επουλωθεί πλήρως. Ψηλάφησε το τραύμα, δεν είχε μείνει κανένα ίχνος.
   Το παραπονεμένο κλαψούρισμα της Κάτκα τον απέσπασε από την εξέταση του τραύματος. Πήγε κοντά στο κοριτσάκι που κοιμόταν, είχε κλάψει στον ύπνο της. Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το κεφάλι της μικρούλας.
   -Κοιμίσου ήσυχα κοριτσάκι, δεν θα επιτρέψω σε τίποτα να σε βλάψει.
   Ένα μαγικό δέσιμο ακόμα λύθηκε. Έμενε πια μόνο ένα, το τελευταίο και ισχυρότερο. Ο Μπαγκράς ούρλιαξε με ανήμπορη λύσσα.

   -Μάικ ο Τελευταίος Άρχοντας της Χαμένης Πόλης, ψιθύρισε η Λίζα ξυπνώντας.
   Ανασηκώθηκε και κοίταξε γύρω το μικρό της δωμάτιο ακόμα νυσταγμένη. Όλα ήταν όπως κάθε πρωί. Το γραφείο με την μικρή της βιβλιοθήκη στον απέναντι τοίχο, η σχολική τσάντα της δίπλα του, η ντουλάπα με τα ρούχα της στα πόδια του κρεβατιού. Έτριψε τα μάτια της και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Διέσχισε με λίγα βήματα το δωμάτιό της και άνοιξε την πόρτα που έβγαζε στο διάδρομο που ένωνε τα δωμάτια του σπιτιού. Προχώρησε στο χωλ όπου στον καναπέ είχε ξαπλώσει να κοιμηθεί η Διώνη. Η μυστηριώδης κοπέλα στεκόταν κοντά στην πόρτα και κοίταζε έξω.
   -Διώνη;
   Η άλλη κοπέλα γύρισε και την κοίταξε.
   “Βλέπει,” διαπίστωσε με έκπληξη η Λίζα. Τα γαλανά μάτια της έλαμπαν με μια εσωτερική ένταση.
   -Συμβαίνει κάτι; Κινδυνεύουμε;
   -Όχι αυτήν την στιγμή.
   -Ξέρεις ποιος είναι ο Μάικ; ρώτησε η Λίζα και διηγήθηκε τι είχε δει.
   -Ναι, ξέρω, είπε η Διώνη. Είναι ένας πολεμιστής με μεγάλη αφοσίωση στον αγώνα κατά του Σκότους. Και......
   Η Λίζα δεν άκουσε τη συνέχεια της φράσης της άλλης κοπέλας, το δωμάτιο γύρω της άρχισε να χάνεται σαν μια εικόνα που ξεθωριάζει στο δυνατό φως του ήλιου αλλά με τη διαδικασία να ολοκληρώνεται σε δευτερόλεπτα. Ένα άλλο περιβάλλον αντικατέστησε το γνώριμο του σπιτιού της. Δεν ήταν φιλόξενο ή οικείο αλλά ήταν γνωστό γιατί το είχε ξαναδεί. Βρισκόταν στη μεγάλη αίθουσα του μάγου στο Αλκιμάρ.
   Κοίταξε γύρω της, δεν είχε αλλάξει τίποτα από την προηγούμενη φορά που είχε δει αυτό το φρικτό δωμάτιο. Η κοπέλα παρέμενε ακόμα στο κλουβί, ήταν ξαπλωμένη στο δάπεδο κουλουριασμένη σε εμβρυακή στάση. Ο αιχμάλωτος στην αιωρούμενη σφαίρα ήταν στην ίδια στάση με τα μάτια κλειστά.
   Στράφηκε προς τη θέση του μάγου και μια κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της. Τα μαύρα σαν την άβυσσο μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω της.

   Το κάστρο του Αλκιμάρ καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας του νησιού και λίγα σημεία ήταν ακάλυπτα και αφρούρητα, οι πέντε επιδρομείς είχαν βρει ένα τέτοιο όχι μακριά από την πύλη του κάστρου. Ασφάλισαν το πλοιάριό τους και μετά κινήθηκαν με προσοχή ανάμεσα στους βράχους της ακτής. Το ότι δεν υπήρχαν σκοποί δεν σήμαινε ότι δεν υπήρχαν περίπολοι. Προπορευόταν ο Σάιμον και ακολουθούσαν οι υπόλοιποι. Ο Ιππότης διάλεγε τη διαδρομή τους φροντίζοντας να παραμένουν κρυμμένοι από το κάστρο και έχοντας τις αισθήσεις του σε επιφυλακή για να αποφύγει τον αιφνιδιασμό από κάποια περίπολο.
   Φτάσανε κοντά στην πύλη. Ήταν ανοιχτή αλλά δεν διακρινόταν τίποτα πέρα από αυτή στο πηχτό σκοτάδι.
   -Είναι υπερβολικά εύκολο, ψιθύρισε ο Αλεξάντερ.
   -Ίσως είναι παγίδα, είπε ο Ροδόλφος.
   -Αν είναι θα πρέπει να την στρέψουμε προς όφελός μας, είπε ο Σάιμον.
   Κινήθηκαν γρήγορα στο στενό ανοιχτό χώρο προς την πύλη. Είχαν όλοι τραβήξει τα όπλα τους και ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν. Ο Σάιμον προπορευόταν ακόμα και ακολουθούσαν οι υπόλοιποι. Είχαν φτάσει στην αψίδα της πύλης όταν ένα φως φάνηκε.
   -Ποιος είναι εκεί; ρώτησε μια τραχιά φωνή.
   Το χαρακτηριστικό κλικ μιας βαλίστρας που οπλίζει τη συνόδευσε.

4 σχόλια:

Ρεγγίνα είπε...

Πολύ πυκνό κείμενο και ελκυστικό στην πλοκή του.. Αν θέλεις μπες εδώ:http://anemondixtia.blogspot.com/2010/10/blog-post.html
και πρόσθεσε συνέχεια ιστορίας.
Καλό βράδυ

Νυχτερινή Πένα είπε...

Θα το κοιτάξω Ρεγγίνα, ευχαριστώ.

Creep είπε...

Ουίλλιαμ την καλησπέρα μου ήρθα να αφήσω, είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για αυτά που έκανες εσύ για εμένα. Την ιστορία θα την διαβάσω κάποια στιγμή, και αυτή και τις άλλες, στο υπόσχομαι, αλλά όχι τώρα. Είμαι απόλυτα σίγουρη πως θα τις λατρέψω.
Καλό σου μεσημέρι. :)

Νυχτερινή Πένα είπε...

Καλησπέρα Creep. όποτε θες, σε λίγες μέρες θα είναι και αυτή ολοκληρωμένη.

Δημοσίευση σχολίου