Οι Φλόγες Της Ντομίνικα 1(συνέχεια)

Author: Νυχτερινή Πένα /

Η 23η Μονάδα Αντιμετώπισης Καταστροφών στεγαζόταν σε ένα μεγάλο κτιριακό συγκρότημα κοντά στο Μέλροουζ, σχεδόν στις εκβολές του ποταμού Ράριταν. Το να βρίσκεται έξω από την κυρίως πόλη του Νιούαρκ αποτελούσε μια μικρή δυσκολία για τα μέλη της που είχαν περισσότερη απόσταση να διανύσουν από τα σπίτια τους, αλλά εξυπηρετούσε επιχειρησιακά μιας και μπορούσαν να μετακινηθούν προς το αεροδρόμιο συντομότερα.

Το συγκρότημα αποτελείτο από πολλά διαφορετικά κτίρια. Κάποια, κυρίως τα διοικητικά, ήταν αναπαλαιωμένα και απέπνεαν τον αέρα μιας άλλης εποχής ενώ κάποια άλλα ήταν αντιπροσωπευτικά δείγματα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Μερικά ήταν απλώς χρηστικά και κατάλληλα για τις επιχειρησιακές ανάγκες, όπως οι χώροι εξοπλισμού και των οχημάτων.

Το κτίριο που στέγαζε το γραφείο υπηρεσίας, και έδρα της νυχτερινής βάρδιας, ήταν ένα από τα μοντέρνα μέρη του συγκροτήματος. Ο Τζώρτζ Μπράουν πέρασε την αυτόματα ανοιγόμενη είσοδο και έδειξε την ταυτότητά του στους άνδρες της ασφάλειας πριν προχωρήσει στο μεγάλο φουαγιέ και το γραφείο της γραμματείας.

-Ποιοι είναι υπηρεσία; ρώτησε.

Η γραμματέας του έριξε μια ματιά και μετά του έδωσε το πινάκιο της βάρδιας. Ο Τζώρτζ διέτρεξε με το βλέμμα την κατάσταση και χαμογέλασε βλέποντας τα ονόματα του Μάικ και της Αμπέρ. Αυτοί οι δύο πάντοτε βρίσκονταν σε αυτήν την βάρδια. Βρήκε πιο κάτω τον Ρόμπερτ αλλά και τον γιατρό Νίκολας Φούλτον.

Κάθε βάρδια είχε τριάντα δύο άτομα, άνδρες και γυναίκες, κάθε ειδικότητας που μια επιχείρηση διάσωσης ή εκκένωσης θα μπορούσε να χρειαστεί. Επέστρεψε το πινάκιο και προχώρησε προς τον ανελκυστήρα. Το γραφείο του βρισκόταν στον δεύτερο όροφο αλλά ήθελε να σταματήσει και στο κέντρο επικοινωνίας στον πρώτο.

Ο πρώτος όροφος καταλαμβανόταν από τα αποδυτήρια, πολλά μέλη της μονάδας συνήθιζαν να αλλάζουν τα ρούχα τους με την στολή εδώ, και από το κέντρο επικοινωνιών. Περνώντας την είσοδο, ο Τζώρτζ κοντοστάθηκε για να συνηθίσουν τα μάτια του στο ημίφως. Εξαιτίας των πολλών οθονών και οργάνων, στον χώρο επικρατούσε χαμηλός φωτισμός που διευκόλυνε στην εργασία σε όλα αυτά.

Βάρδια τώρα είχε ένας από τους καλύτερους τεχνικούς της μονάδας, ο Φίλιπ Νόουλαντ, που βρισκόταν μπροστά από μια οθόνη στην οποία έτρεχαν στήλες δεδομένων.

-Beam me up, Scotty! είπε τραβώντας την προσοχή του τεχνικού αναφερόμενος όχι μόνο στην υψηλή τεχνολογία που χρησιμοποιούσε αλλά και στην αγαπημένη του σειρά.

-Ταγματάρχα, είπε, νωρίς νωρίς.

-Ανέλαβα την αποστολή στην Ντομίνικα, είπε ο Τζώρτζ. Έχουμε νεότερα;

-Α, γι’ αυτό ήρθες από τώρα. Κινητοποιήθηκαν και άλλες μονάδες και από την Νέα Υόρκη και θα γίνει ενημέρωση στην μεγάλη αίθουσα σε μισή ώρα. Ήδη ετοιμάζονται αεροπλάνα στο αεροδρόμιο.

-Και από εσένα;

-Έτοιμο το δορυφορικό λινκ και το κέντρο επικοινωνιών του αεροσκάφους θα συνδέεται με εμένα εδώ και με τις ομάδες στο έδαφος οπότε θα μπορείτε να μιλάτε και με εμένα απευθείας.

-Άψογος όπως πάντα, Φίλιπ.

-Από εσένα είναι έπαινος.

Ο Φίλιπ έκανε πίσω την αναπηρική πολυθρόνα του και γύρισε προς το μέρος του Τζώρτζ. Ήταν παραπληγικός, αποτέλεσμα μιας σπάνιας νευροπάθειας από την οποία είχε προσβληθεί πολύ παλιά, παρότι θα μπορούσε να βγει στη σύνταξη είχε προτιμήσει να παραμείνει στην υπηρεσία όπου αξιοποιούσε την ευφυία και τις ικανότητές του.

-Σε ζήτησε και ένας νεαρός, είπε.

-Εμένα;

-Ναι, τον έστειλε ο μεγάλος. Φορούσε στολή της αστυνομίας, παράσημα και όλα τα καλά.

-Α κάτι μου είπε ο ταξίαρχος, είναι κάποιος που θέλει να αφήσει την αστυνομία για να έρθει σε εμάς. Και μιας και μιλάμε για καινούριους, ενημέρωσες και τον δόκιμο ότι μας καλέσανε;

-Φυσικά.

-Εντάξει, θα είμαι στο γραφείο μου, με ενημερώνεις αν έχουμε κάτι.

Ο Τζώρτζ επέστρεψε στον ανελκυστήρα και μόλις η πόρτα του θαλαμίσκου άνοιξε, αντίκρισε ένα συνάδελφο και ομόβαθμο, τον ταγματάρχη Γουίλσον. Ήταν αξιωματικός υπηρεσίας της προηγούμενης βάρδιας και θα παρέμενε τώρα ως τον αντικαταστάτη του Τζώρτζ.

-Εσένα έψαχνα, του είπε ο Γουίλσον καθώς έμπαινε στον θαλαμίσκο ο Τζώρτζ.

-Α, μπα, γιατί;

-Ο μεγάλος μας έφερε έναν καινούριο υποψήφιο, ήταν στην αστυνομία  της Νέας Υόρκης αλλά θέλει να βρει κάτι πιο ήρεμο. Ξέρω ότι στον έστειλε εσένα, αλλά μιας και έχεις έναν δόκιμο ήδη έλεγα μήπως ήθελες να τον μεταφέρουμε σε άλλη ομάδα.

-Θες να τον πάρεις; ρώτησε ο Τζώρτζ ενώ πίεζε το κουμπί για τον δεύτερο όροφο.

-Αν δεν έχεις αντίρρηση, είπε ο Γουίλσον.

-Έγινε, θα ενημερώσεις τον ταξίαρχο;

-Ναι, θα του το πω το πρωί.

-Ποιος θα με αντικαταστήσει;

-Ο Γουέην, είπε ο Γουίλσον ενώ άνοιγαν οι πόρτες του ανελκυστήρα στον δεύτερο όροφο. Τον έχω ειδοποιήσει.

Ο Τζώρτζ ένευσε και έκανε να προχωρήσει προς το γραφείο του.

-Καλή τύχη εκεί έξω, είπε ο Γουίλσον και ο Τζώρτζ τον ευχαρίστησε με ένα νεύμα.

 

Ο Μάικ Κάμπελ περίμενε στην άκρη του πεζοδρομίου με ένα σακίδιο στα πόδια του. Ήταν ντυμένος με ένα μαύρο παντελόνι και ένα πουκάμισο, σπάνια θα τον έβλεπε κανείς με άλλο χρώμα και αυτό συνήθως δεν θα ήταν πολύ μακριά από το μαύρο, ένα σκούρο μπλε λόγου χάρη.

Η Άμπερ έφερε το αυτοκίνητό της κοντά του και εκείνος έβαλε το σακίδιό του στο πίσω μέρος πριν καθίσει στην θέση του συνοδηγού, Καθώς η Άμπερ έφερνε το αυτοκίνητο και πάλι στην κυκλοφορία, ο Βρετανός κοίταξε το ρολόι του.

-Είναι νωρίς, είπε η Άμπερ, δεν θα μας καλούσαν από τώρα για την βάρδια και μόνο. Κάτι έγινε.

-Από όσο έριξα μια ματιά, δεν έχουμε κάποια καταστροφή στην χώρα αλλά από το πρωί υπάρχει μια έκρηξη ηφαιστείου στην Ντομίνικα σε εξέλιξη, οπότε πιστεύω ότι εκεί πάμε.

-Άρα πετάμε το C.

-Το ετοιμάζουν, έμαθα.

Η Άμπερ χαμογέλασε. Αυτό ήταν ίδιον των πιλότων, να μην αφήνουν τίποτα στην τύχη και να έχουν προετοιμαστεί σχεδόν για οτιδήποτε θα τους παρουσιαζόταν. Το είχε και η ίδια και το εκτιμούσε εξαιρετικά στους άλλους. Ο Μάικ δεν μίλησε για λίγο και μετά της είπε:

-Έχεις πάει ποτέ στην Ντομίνικα;

-Όχι, γιατί;

-Είναι μια δύσκολη προσέγγιση και προσγείωση.

-Πιο δύσκολη από το Χονγκ-Κονγκ; ρώτησε η Άμπερ με ένα χαμόγελο.

«Μη χαμογελάς γαμώτο, τις κάνεις πιο έντονες,» ψιθύρισε η κακή φωνή στο μυαλό της που μιλούσε πάντα με την φωνή του πρώην της. Το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη της παρότι ο πρώην της ήταν παρελθόν και βρισκόταν με τον μόνο άνθρωπο που ήξερε ότι ποτέ δεν έδινε σημασία στα σημάδια που κουβαλούσε.

-Μοιάζει κατά κάποιο τρόπο, έχει πολλά ψηλά εμπόδια κοντά στο αεροδρόμιο. Μόνο που δεν είναι ούτε κατά διάνοια σαν το αεροδρόμιο του Χόνγκ-Κονγκ, δεν έχουν σχεδόν κανένα βοήθημα, η προσέγγιση είναι εξ’ όψεως.

-Μέσα στην νύχτα;

-Θα ξημερώσει ως που να φτάσουμε, είπε ο Μάικ. Θα είναι χάραμα, δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Το ηφαίστειο δεν ξέρω πόσο θα μας συσκοτίσει την ατμόσφαιρα.

-Φαντάζομαι θα το διαπιστώσουμε, πως και βρέθηκες στην Ντομίνικα;

-Ήταν μια από τις τελευταίες πτήσεις μου με την RAF πριν το Αφγανιστάν. Είχαμε μεταφέρει υγειονομικό εξοπλισμό. Σχεδόν αμέσως με την επιστροφή μου στην Αγγλία, έφυγα για το Αφγανιστάν.

Η Άμπερ ήξερε ότι μετά την θητεία του σε εκείνη την άγρια περιοχή, μια θητεία που διακόπηκε απότομα από τον τραυματισμό του, είχε έρθει στην υπηρεσία τους. Στο Αφγανιστάν είχε γνωρίσει τον Τζώρτζ που τον έπεισε να έρθει μαζί του όταν ξεκίνησε στην 23η Μονάδα Αντιμετώπισης Καταστροφών. Ήταν ο πιο έμπειρος από τους πιλότους της 23ης και εκείνη κοντά του είχε μάθει πολλά.

«Όχι ότι δεν τον είχε διδάξει και εκείνη μερικά πράγματα,» σκέφθηκε με ένα χαμόγελο που αυτή τη φορά κατάφερε να διατηρήσει.

Φτάνοντας στον προορισμό τους έφερε το μικρό της Φορντ στον χώρο στάθμευσης και μετά βγήκαν με τον Μάικ. Προχώρησαν προς το κτίριο όπου θα συγκεντρωνόταν η ομάδα τους.

-Πρέπει να αλλάξουμε κιόλας, είπε η Άμπερ.

-Στολή πτήσης καλύτερα, είπε ο Μάικ. Να γλιτώσουμε κόπο.

 

-Καλησπέρα, Ρόμπερτ, είπε η Αμάντα πλησιάζοντας το γραφείο της γραμματείας.

Ο Ρόμπερτ είχε φτάσει λίγο πριν από εκείνη και υπέγραφε στην κατάσταση υπηρεσίας. Το γραφείο της γραμματείας ήταν κυκλικό, κάτι που του είχε χαρίσει το εύλογο όνομα το δακτυλίδι, με τις γραμματείς να δουλεύουν στην εσωτερική πλευρά του κύκλου. Τώρα είχε μείνει μια μόνο από τις κοπέλες της γραμματειακής υποστήριξης που θα εξυπηρετούσε την νυχτερινή βάρδια.

-Καλώς την, είπε ο Ρόμπερτ και παραμέρισε για να την αφήσει να υπογράψει και αυτή.

Προχώρησαν μαζί προς τον ανελκυστήρα.

-Καμιά ιδέα πού πάμε; ρώτησε.

-Όχι, ο Φίλιπ είπε ότι είχαμε εντολή να συγκεντρωθούμε αλλά δεν είπε για πού.

-Θα μας πει ο Τζώρτζ σύντομα, φαντάζομαι.

Η πόρτα άνοιξε και μπήκαν στον θαλαμίσκο.

-Όλα καλά; ρώτησε η Αμάντα.

-Είχα μια ακόμα ήσυχη συζήτηση με την Νόλα.

-Ήσυχη; έκανε η Αμάντα σηκώνοντας ένα φρύδι.

-Δεν σπάσαμε τίποτα, είπε ο Ρόμπερτ καθώς σταματούσαν στον πρώτο όροφο.

Η Αμάντα γέλασε καθώς έβγαινε και προχωρούσε προς τα αποδυτήρια. Εκείνη είχε έρθει με τα πολιτικά ρούχα της και τώρα θα άλλαζε με την στολή, ο Ρόμπερτ είχε κρατήσει την συνήθεια από την αστυνομία να πηγαίνει με την στολή στην δουλειά.

 

Ο Μάικ στάθηκε μπροστά στον φωριαμό του σχεδόν γυμνός. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη και άγγιξε την ουλή που κατέβαινε κάθετα την δεξιά πλευρά της κοιλιάς του και χανόταν κάτω από την γραμμή του εσώρουχού του. Συνολικά ήταν δεκαοκτώ εκατοστά και παρά τα χρόνια που είχαν περάσει την ένιωθε να μυρμηγκιάζει τις μέρες με αυξημένη υγρασία.

-Όταν βλέπω αυτήν την ουλή θυμάμαι πόσο κοντά φτάσαμε στο να σε χάσουμε εκείνη την νύχτα στην Κανταχάρ.

Ο Μάικ στράφηκε και αντίκρισε τον Τζώρτζ. Ο επικεφαλής της βάρδιας πήγε στον δικό του φωριαμό και τον άνοιξε. Από το ράφι πάνω πάνω πήρε τα διακριτικά και το σήμα της μονάδας και τα προσάρμοσε στο μανίκι του. Στράφηκε στον Μάικ που είχε ντυθεί και εκείνος.

-Έτοιμος;

-Ναι, πάμε.

Οι στολές που φορούσαν στην Μονάδα Αντιμετώπισης Καταστροφών έμοιαζαν με τις καθημερινές χρηστικές του στρατού μόνο που αντί για παραλλαγής ή γκρι που είχαν στον στρατό, αυτές εδώ ήταν απλά βαθύ μπλε. Ο Μάικ είχε βάλει την γκρι στολή πτήσης των πιλότων. Αντίθετα με τον Τζώρτζ που είχε διατηρήσει τον βαθμό του, εκείνος δεν το είχε κάνει μιας και ερχόταν από την αεροπορία μιας ξένης χώρας.

 

-Έτοιμη για ταξίδι; ρώτησε η Αμάντα καθώς έβγαζε την μπλούζα της και έμενε με τα εσώρουχα για να φορέσει την μπλε στολή της. Στο μανίκι έφερε το λευκό περιβραχιόνιο με τον κόκκινο σταυρό που την ξεχώριζε σαν μέρος του ιατρικού προσωπικού.

Η Άμπερ που είχε αρχίσει ήδη να φοράει την στολή πτήσης ένευσε. Κοίταξε την Αμάντα καθώς ντυνόταν. Δεν ζήλευε τις καμπύλες της που της επέτρεπαν ένα θηλυκό ντύσιμο και τραβούσαν την προσοχή των ανδρών, αυτό που έφερε ένα τσίμπημα πόνου στην καρδιά της ήταν ότι εκείνη μπορούσε να έχει αυτή την προσοχή γιατί ήταν ασημάδευτη. Η ίδια δεν θα μπορούσε πια να το έχει αυτό, και δεν ήθελε θαυμαστές, ήθελε μια ανθρώπινη επαφή, μια σχέση που να την γεμίζει. Μια που ήταν αδύνατη αφού έβλεπε στα μάτια εκείνων των ανδρών που την κοίταζαν πόση αποστροφή τους προκαλούσαν τα σημάδια της.

-Έτοιμη, πάμε;

-Ναι, είπε στην Αμάντα που δεν μάντευε τίποτα από τις σκέψεις που βασάνιζαν την πιλότο.

 

Η αίθουσα ενημερώσεων ήταν στον τρίτο όροφο του κεντρικού κτιρίου και τον καταλάμβανε κατά το μεγαλύτερο μέρος του. Είχε θέσεις για πάνω από εκατό άτομα και ένα σύστημα ήχου και εικόνας που θα ζήλευαν πολλοί κινηματογράφοι στον κόσμο.

Οι θέσεις των ακροατών ήταν αρκετά αναπαυτικές ενώ είχαν και προσαρμοσμένο τραπεζάκι για να μπορεί κάποιος να κρατήσει σημειώσεις. Ήταν τοποθετημένες σε σειρές που σχημάτιζαν τόξα και σε αρκετό βάθος με πρόσωπο στην γιγαντοοθόνη και το πόντιουμ στα δεξιά της. Πιο δίπλα από το πόντιουμ υπήρχε και ένα τραπέζι με θέσεις για τους ομιλητές.

Απόψε η αίθουσα ήταν γεμάτη και στο τραπέζι βρίσκονταν πέντε άνδρες, ένας εκ των οποίων ήταν ο Τζώρτζ ο οποίος ανέβηκε στο βήμα πρώτος. Άγγιξε το μικρόφωνο και αμέσως επικράτησε απόλυτη ησυχία.

-Σήμερα το πρωί το ηφαίστειο του όρους Γουάτ στην Ντομίνικα άρχισε να εμφανίζει έντονη δραστηριότητα. Είναι ένα στρωματοηφαίστειο της Ηωκαινίου περιόδου με πιθανότητα πολλαπλών θαλάμων και διόδων λάβας στο εσωτερικό του. Η τελευταία του έκρηξη ήταν το 1997 και ήταν σχετικά ακίνδυνη αλλά αυτή την φορά όλα δείχνουν ότι… Ναι, Μπόιλς;

Ένας από τους άνδρες στην πρώτη σειρά είχε σηκώσει το χέρι του διακόπτοντας τον Τζώρτζ.

-Όταν λέμε σχετικά ακίνδυνη, τι εννοούμε;

-Ατμό, στάχτη και βλήματα από πέτρες.

-Μια χαρά, κάτι σαν το Όρος του Χαμού όταν πάει ο Φρόντο να ρίξει το δακτυλίδι, σχολίασε ο Μπόιλς προκαλώντας βροντερά γέλια στην αίθουσα.

-Και θα μοιάζει ακόμα περισσότερο σε λίγο, αυτή την φορά αναμένεται να υπάρξει και έκχυση λάβας, ήδη η στάθμη στον κώνο έχει ανέβει αρκετά, σύμφωνα με το παρατηρητήριο ηφαιστειακής δραστηριότητας της Ντομίνικα. Και εδώ μπαίνουμε εμείς. Αποστολή μας είναι να βοηθήσουμε στην εκκένωση της ανατολικής πλευράς του νησιού μέχρι να εκτονωθεί το ηφαίστειο. Θα μετακινηθούμε με τρία αεροπλάνα. Το πρώτο θα μεταφέρει τον εξοπλισμό μας και κάποια οχήματα, το δεύτερο οχήματα και το τρίτο το προσωπικό. Περισσότερες λεπτομέρειες θα έχουμε όταν φτάσουμε εκεί και συντονιστούμε με τις αρχές της χώρας για το ποιες ακριβώς θα είναι οι ζώνες ευθύνης μας. Μάικ, ενημέρωσέ μας λίγο για τα της πτήσης ως εκεί.

Ο Μάικ σηκώθηκε από την θέση του και προχώρησε προς το βήμα. Ο Τζώρτζ του παραχώρησε τη θέση του και ο Μάικ πήρε θέση στο πόντιουμ ενεργοποιώντας την οθόνη και προβάλλοντας ένα χάρτη.

-Η πτήση ως την Ντομίνικα δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο, διαρκεί περίπου επτά ώρες και θα προσεγγίσουμε το νησί από βορρά. Η προσγείωση είναι άλλη ιστορία. Το διεθνές αεροδρόμιο Τσαρλς Ντάγκλας δεν διαθέτει όργανα προσέγγισης, γίνεται οπτικά και γι’ αυτό μόνο από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου.

-Και εμείς θα το επιχειρήσουμε μέσα στην νύχτα; ρώτησε ένας άνδρας.

-Όχι, καθόλου. Η Ντομίνικα είναι μια ώρα μπροστά από εμάς, μαζί με τις επτά ώρες που θέλουμε για να πάμε, υπολογίζω ότι θα φτάσουμε εκεί κάπου μεταξύ οκτώ και εννέα το πρωί αναλόγως με το πόσο γρήγορα θα φύγουμε από’ δω.

Ο Μάικ άλλαξε την εικόνα στην οθόνη. Αυτό που έβλεπαν τώρα ήταν κατανοητό μόνο από τους πιλότους. Ήταν η σχηματική παράσταση της προσέγγισης. Με έναν δείκτη λέιζερ τους έδειξε μερικές ενδείξεις στο κάτω μέρος του σχεδιαγράμματος.

-Στα νότια έχει υψώματα αρκετού ύψους, είναι οι παρυφές του Μορν Ντιαμπλοτίν. Η Ντομίνικα έχει ακόμα έναν αεροδιάδρομο στον νότο, αλλά ο διάδρομος δεν είναι αρκετός για να προσγειωθούμε χώρια που με τους καπνούς του ηφαιστείου αμφιβάλλω αν θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε προσγείωση εκεί. Οπότε το Ντάγκλας είναι η μόνη μας επιλογή. Και εκεί ο διάδρομος δεν είναι πολύ μεγάλος οπότε καλό είναι να πατήσετε όσο πιο σύντομα μπορείτε και να κόψετε άμεσα με την αντίστροφη. Στην τελική και μέχρι του κατωφλιού του διαδρόμου υπάρχει ένα χωράφι με φοίνικες, δεν υπάρχει περίπτωση να μην το δείτε, θα είναι μια καλή οπτική επιβεβαίωση ότι είστε στην σωστή πορεία.

-Όταν λέμε ότι ο διάδρομος δεν είναι πολύ μεγάλος; ρώτησε ένας πιλότος. Για τι μήκος μιλάμε;

-Είναι 1756 μέτρα με ελαφρά κλίση κατωφέρειας καθώς θα προσγειωθούμε στον 9.

-Ευχαριστούμε Μάικ, είπε ένας ξερακιανός άνδρας που δεν ήταν άλλος από τον ταξίαρχο Άνταμ Λη, διοικητή της 23ης Μονάδας Αντιμετώπισης Καταστροφών.

Ο πιλότος επέστρεψε στην θέση του κάθισε δίπλα στην Άμπερ. Ένας άλλος άνδρας σηκώθηκε από το τραπέζι και στάθηκε δίπλα στο πόντιουμ. Ο Μάικ βόγκηξε και έγειρε προς το μέρος της Άμπερ.

-Αυτά είναι κακά νέα, της είπε.

-Γιατί; απάντησε εκείνη το ίδιο ψιθυριστά.

-Αυτός ο τύπος δίπλα στον Λη, είναι ο γερουσιαστής Κόρμακ, είναι μπελάς για την υπηρεσία και θα είναι και για εμάς αν έρθει μαζί.

-Ένας γερουσιαστής; Γιατί να έρθει μαζί;

Την απορία της την έλυσε ο Λη.

-Έχω την τιμή να σας παρουσιάσω τον αξιότιμο γερουσιαστή Άντριου Κόρμακ μέλος της επιτροπής της γερουσίας για τα κρατικά κονδύλια των σωμάτων ασφαλείας και την υποεπιτροπής για τις υπηρεσίες έρευνας και διάσωσης ο οποίος και…

-Κατάλαβες τώρα; μουρμούρισε ο Μάικ στο αυτί της Άμπερ και εκείνη την στιγμή σαν να τον άκουγε ο Τζώρτζ έκανε έναν μορφασμό απέχθειας.

Η Άμπερ ωστόσο δεν πρόσεχε τίποτα από τα δύο καθώς ένιωθε την ανάσα του ζεστή στο λαιμό της, σχεδόν σαν φιλί, ή σαν να ετοιμαζόταν να την φιλήσει, και για μια ακόμα φορά συνειδητοποιούσε τι είχε χάσει για πάντα.

-Ο γερουσιαστής θα έρθει μαζί σας για να εκτιμήσει τις επιχειρησιακές δυνατότητες και ανάγκες των Μονάδων Αντιμετώπισης Καταστροφών.

-Να πάρει και να σηκώσει! είπε ο Μάικ.

Οι Φλόγες Της Ντομίνικα 1

Author: Νυχτερινή Πένα /

Η γυναίκα λικνιζόταν πάνω από τον άνδρα σαν χορεύτρια ανατολίτικων χορών προσφέροντάς του ηδονή. Ήταν μια νεαρή γυναίκα ασιατικής καταγωγής με λεπτοκαμωμένο σώμα. Καθισμένη ιππαστί πάνω στον εραστή της τον κοίταζε στα μάτια ενώ αύξανε τον ρυθμό της.

Είδε τους μύες της κοιλιάς του να σφίγγονται και κατάλαβε ότι πλησίαζε στην ολοκλήρωση, τα χέρια του που κράτησαν γερά τους γοφούς της ήταν ακόμα ένα ενδεικτικό σημείο. Συνέχισε πιο έντονα και χαμογέλασε αυτάρεσκα με το βογκητό που ξέφυγε από τα χείλη του.

Της άρεσε αυτός ο άνδρας, ήταν γυμνασμένος και μυώδης, αντίθετα με τους περισσότερους πελάτες της ήταν ευχάριστη η συνεύρεση μαζί του. Και δεν χρειαζόταν να υποκριθεί ιδιαίτερα μαζί του όπως και αυτήν την στιγμή που πλησίαζε στην κορύφωση.  

Το κινητό του άνδρα χτύπησε στην πιο ακατάλληλη στιγμή αλλά ο εραστής της δεν το αγνόησε. Άπλωσε το χέρι του και το πήρε από το κομοδίνο δίπλα του.

-Μπράουν, είπε.

-Τι προτιμάς; είπε η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. Ένα ηφαίστειο στην Ντομίνικα ή μια πλημμύρα στο Μισούρι;

-Την Ντομίνικα.

-Συγκέντρωσε τους δικούς σου και φεύγεις αμέσως για το Νιούαρκ. Θα σας συναντήσουν εκεί ομάδες από την ενάτη και την εικοστή δευτέρα.

-Έγινε.

Ο άνδρας έκλεισε το τηλέφωνο και κάλεσε αμέσως έναν άλλο αριθμό.

-Μάζεψε όλη την ομάδα, είπε όταν του απάντησαν. Έχουμε αποστολή.

Ο άνδρας άφησε το τηλέφωνο και έφερε και πάλι τα χέρια του στους γοφούς της κοπέλας.

-Δυστυχώς πρέπει να συντομεύουμε.

-Φεύγεις; ρώτησε με ελαφρά τραγουδιστή φωνή.

-Ναι, και μάλιστα μακριά.

Το όνομά του ήταν Τζώρτζ Μπράουν και ήταν αξιωματικός της 23 ης Μονάδας Αντιμετώπισης Καταστροφών. Αν και τώρα βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, θα ξεκινούσε σε λίγο η βάρδια του και για τον λόγο αυτό είχε δεχθεί το τηλεφώνημα.

Αλλά η δουλειά μπορούσε να περιμένει ακόμα για λίγο. Έπιασε τους γοφούς της πρόθυμης παρτενέρ του πιο σφιχτά και απόλαυσε την ηδονική κλιμάκωση του οργασμού.

-Θα αργήσουμε να τα ξαναπούμε; είπε η κοπέλα ενώ φορούσε τα εσώρουχά της.

-Λογικά όχι, είπε ο Τζώρτζ, τα ηφαίστεια είναι μια κατάσταση που εξελίσσεται γρήγορα. Θα σου τηλεφωνήσω.

Η κοπέλα φόρεσε ένα μικροσκοπικό φόρεμα που κολάκευε την σιλουέτα της και ο Τζώρτζ της έβαλε στο χέρι ένα μάτσο νομίσματα.

-Θα χαρώ να τα ξαναπούμε, είπε η κοπέλα.

-Θα τηλεφωνήσω όταν ξαναχρειαστώ τις υπηρεσίες σου.

Μόλις η κοπέλα έφυγε έκανε ένα γρήγορο μπάνιο και μετά φόρεσε την καθημερινή μπλε στολή υπηρεσίας και ξεκίνησε για την έδρα της 23 ης Μονάδας στο Νιου Τζέρσεϋ. Ήταν από τους ανώτερους αξιωματικούς της μονάδας αυτής και γι’ αυτό αναλάμβανε πάντα επικεφαλής σε όποια βάρδια βρισκόταν.

 

Η σκακιστική λέσχη «Ιππότες του Νιου Τζέρσεϋ» έμοιαζε να έχει βγει από μια άλλη εποχή, από την βικτωριανή Αγγλία ίσως. Είχε έναν αέρα αριστοκρατικής πολυτέλειας με μεγάλες δερμάτινες πολυθρόνες και σκαλιστά τραπέζια, ενώ οι βαριές κουρτίνες στα παράθυρα και το απόλυτα επαγγελματικό προσωπικό συνέτειναν σε αυτή την εικόνα. Ακόμα οι σκακιέρες με τα ξυλόγλυπτα κομμάτια ήταν ξεχωριστής ποιότητας.

Ο άνδρας που έπαιζε στο γωνιακό τραπέζι, δίπλα στο παράθυρο, εκτιμούσε την ατμόσφαιρα της λέσχης ακόμα περισσότερο όντας Βρετανός. Παρότι είχε χρόνια στην Αμερική, ο Μάικ Κάμπελ ήταν γέννημα θρέμμα της γηραιάς Αλβιόνος. Είχε γεννηθεί στο Σάουθαμπτον και είχε μεγαλώσει εκεί μέχρι την εισαγωγή του στην σχολή πιλότων της RAF. Από τότε ακόμα έτρεφε μια μεγάλη αγάπη για το σκάκι στο οποίο είχε γίνει ένας εξαιρετικός παίχτης με το πέρασμα του χρόνου.

Κοίταξε την σκακιέρα μπροστά του. Ο αντίπαλός του ήταν καλός αλλά μπορούσε να δει το σχέδιό του και είχε μια πολύ καλή ιδέα του τι να κάνει για να το αποφύγει και να το στρέψει προς όφελός του. Μετακίνησε την βασίλισσά του σε ένα σημείο που φαινομενικά τουλάχιστον ήταν τρωτή. Το κινητό του βούιξε εκείνη τη στιγμή. Κοίταξε την οθόνη και συνοφρυώθηκε.

-Συγγνώμη Τζιμ, είπε στον αντίπαλό του, αυτό πρέπει να το απαντήσω.

Ο άλλος έγνευσε κοιτώντας τη σκακιέρα και ο Μάικ Κάμπελ πίεσε το πλήκτρο απάντησης.

-Κάμπελ, είπε.

-Μας καλέσανε για κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, άμεση αποχώρηση.

-Εντάξει, θα πάρω εγώ την Άμπερ για να με φέρει κιόλας, είπε ο Μάικ Κάμπελ.

Παρά τα χρόνια στην Αμερική, είχε διατηρήσει την προφορά που πρόδιδε την καταγωγή του.

-Αλήθεια πώς δεν έμαθες να οδηγείς τόσα χρόνια; είπε ο Τζιμ κάνοντας την κίνησή του.

-Δεν κατάφερα να συνηθίσω το σύστημά σας, οδηγείτε ανάποδα, ρε φίλε.

Ο Μάικ Κάμπελ κοίταξε την σκακιέρα και χαμογέλασε. Είχε πιάσει το στρατήγημά του, μετακίνησε την βασίλισσα και άφησε τον αντίπαλό του να καταλάβει τι είχε συμβεί. Εκείνος προχώρησε στην κλασσική σκακιστική κίνηση αποδοχής της ήττας γέρνοντας τον βασιλιά του. Στη θέση που είχε βρεθεί ήταν μια κίνηση από το ματ.

-Κρίμα που δεν έχεις χρόνο για ακόμα ένα παιχνίδι, είπε ο Τζιμ καθώς ο Μάικ Κάμπελ σηκωνόταν όρθιος.

-Μόνο αν θες να το παίξουμε εξ’ αποστάσεως, είπε ο Μάικ.

-Μπα, θα περιμένω την επόμενη φορά εδώ.

Ο Μάικ τον χαιρέτησε και προχώρησε προς την έξοδο. Ήταν ένας γεροδεμένος άνδρας και σχετικά μεγαλόσωμος με φαρδιές πλάτες. Παρότι ο κανονισμός δεν έκανε λόγο για την κόμμωση, εκείνος διατηρούσε τα καστανά μαλλιά του κοντά όπως όταν ήταν στην RAF.

Βγαίνοντας στο δρόμο έκανε ένα τηλεφώνημα. Όταν απάντησαν, είπε:

-Μας κάλεσαν να φύγουμε, μπορείς να περάσεις από το σπίτι μου να με πάρεις;

Άκουσε την απάντηση και είπε:

-Είσαι θησαυρός, Άμπερ, περιμένω.

 

Η Άμπερ Στόουν έκλεισε την βρύση και βγήκε από το ντους, πήρε ένα μπουρνούζι και άρχισε να σκουπίζεται. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και κοίταξε το είδωλό της.

«Το κάνεις ξανά και ξανά,» ψιθύρισε μια κακιά φωνή στο μυαλό της, «λες και πρόκειται να φύγουν ποτέ.»

Όχι, δεν θα έφευγαν, το ήξερε αυτό. Οι αναθεματισμένες οι ουλές θα ήταν πάντα εκεί για να της θυμίζουν την συντριβή της με το ελικόπτερο σε εκείνη την αποστολή. Δεν μετάνιωνε για το ρίσκο που είχε αναλάβει, πάντα ήθελε να βοηθάει ανθρώπους που βρίσκονταν σε ανάγκη και σε κίνδυνο, αλλά σε εκείνη την αποστολή το τίμημα ήταν αρκετά βαρύ.

Ήταν ψηλή και γεροδεμένη, η φύση της δουλειάς αλλά και η αγάπη της για την άσκηση είχαν διατηρήσει το σώμα της σε μια πολύ καλή κατάσταση. Στον καθρέφτη το είδωλό της, της αντιγύρισε το βλέμμα. Είχε ζεστά καστανά μάτια που δέσποζαν σε ένα αρμονικό πρόσωπο με λίγο τονισμένα ζυγωματικά και αψεγάδιαστη, μέχρι την συντριβή, επιδερμίδα. Τώρα λευκές ουλές κοσμούσαν το αριστερό της μάγουλο και το σαγόνι ενώ μια ακόμα υπήρχε στον κρόταφό της αλλά αυτή δεν φαινόταν πολύ μιας και διατηρούσε επίτηδες μακριά τα μαύρα μαλλιά της ώστε να καλύπτουν εκείνη την ουλή και κατά ένα μέρος και τις υπόλοιπες.

Το σώμα της δεν είχε λιγότερες, από το στήθος ως το μηρό είχε αλλεπάλληλες ουλές, από τα θραύσματα του ανεμοθώρακα του ελικοπτέρου κυρίως, αν και κάποιες ήταν από τα συντρίμμια που την πλάκωσαν μετά. Αυτές οι ουλές δεν την απασχολούσαν τόσο πολύ μιας και δεν συνήθιζε να φοράει σορτς.

Άρχισε να σκουπίζει το νερό από πάνω της αλλά το τηλέφωνό της που άρχισε να παίζει την εισαγωγή μιας από τις αγαπημένες της μπαλάντες, του I would do anything for love, την διέκοψε. Βγήκε από το μπάνιο ανατριχιάζοντας, το υπόλοιπο σπίτι δεν ήταν τόσο ζεστό όσο το μπάνιο με τους υδρατμούς, και πήρε το τηλέφωνο.

-Παρακαλώ;

Χαμογέλασε ακούγοντας τον Μάικ, και του είπε:

-Μόλις βγήκα από το μπάνιο, ντύνομαι και έρχομαι να σε πάρω.

Άκουσε την απάντηση και άφησε το τηλέφωνο.

 

-Μαμά; Θα συνεχίσουμε το παζλ;

Η Αμάντα Βέηλ κοίταξε την κόρη της που ήταν ακόμα καθισμένη στο τραπέζι που είχαν φάει το βραδινό τους. Η Ελεωνόρ τής έμοιαζε πολύ αν και είχε τα μάτια του αδικοχαμένου πατέρα της.

-Δεν μπορώ, κουκλίτσα μου, θα πάω για δουλειά, θα έρθει η Φάνι, να μείνει μαζί σου.

-Α, ωραία, την Φάνι την συμπαθώ και παίζει πάντα μαζί μου.

-Πολύ ωραία, αλλά να μην αργήσεις να πας για ύπνο.

-Το υπόσχομαι, είπε σοβαρά η Ελεωνόρ.

Η Αμάντα δεν μπόρεσε να μην χαμογελάσει με το επίσημο ύφος της κόρης της. Η Ελεωνόρ ήταν πολλή σοβαρή και υπεύθυνη για την ηλικία της και πραγματικά μπορούσε να στηρίζεται στον λόγο της και σε ό,τι υποσχόταν.

Τελείωσε με το συμμάζεμα της κουζίνας και πήγε να ετοιμαστεί για την δουλειά. Είχε εκπαίδευση νοσοκόμας και είχε δουλέψει σε νοσοκομεία της περιοχής, με μειωμένο ωράριο μετά τη γέννηση της Ελεωνόρ, είχε περάσει στην υπηρεσία αυτή μετά το θάνατο του συζύγου της αρχιφύλακα Άνταμ Γκρέηβς. Τα χρήματα ήταν καλύτερα και δούλευε αποκλειστικά νύχτα, γεγονός ευπρόσδεκτο για να μπορεί να περνά και χρόνο με την κόρη της.

Πήρε το σακίδιό της και επέστρεψε στο μικρό σαλόνι του σπιτιού όπου βρήκε την Ελεωνόρ να κάθεται μπροστά στο αναμμένο τζάκι. Πριν προλάβει να της πει οτιδήποτε, ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας, σε έναν μελωδικό ήχο σαν κελάηδημα πουλιού. Την άνοιξε και αντίκρισε την ανιψιά της, κόρη του αδερφού της.

-Καλώς την, είπε. Σε ευχαριστώ που θα μείνεις με την Ελεωνόρ.

-Χαρά μου, περνάμε πάντα καλά. Σου έφερα και αυτό που σου υποσχέθηκα, Έλι, είπε και το κορίτσι σηκώθηκε από την θέση του με μάτια που έλαμπαν.

-Ωραία, θα σας αφήσω τότε εγώ, είπε η Αμάντα και θα τα πούμε το πρωί.

 

-Δηλαδή δεν σε νοιάζει; Δεν είσαι ποτέ εδώ όταν πρέπει, Ρόμπερτ!

-Είμαι όσο περισσότερο είναι δυνατόν, Νόλα, έχω όμως και μια δουλειά, και ξέρεις ότι είναι μια δουλειά που δεν μπορώ να κάνω εκπτώσεις στον χρόνο ή στην προσοχή μου.

-Αηδίες! Σε βολεύει!

Το αντρόγυνο που μάλωνε στεκόταν στην μέση ενός περιποιημένου σαλονιού με καλά έπιπλα που έδειχναν καλό γούστο αν και κανένας από τους δύο δεν το πρόσεχε αυτή τη στιγμή.

-Και τέλος πάντων δε βλέπω κάποιο πρόβλημα.

-Όχι, ε; Το ότι η κόρη σου γυρίζει ξημερώματα δεν είναι πρόβλημα;

-Είναι ενήλικη δεν είναι; Και δεν είναι ότι έχει προβλήματα με ναρκωτικά ή κάτι τέτοιο. Οι επιδόσεις της στην σχολή αλλά και την κολύμβηση είναι άριστες. Γιατί να ανησυχώ;

-Γιατί δεν ξέρουμε με ποιον γυρνάει και τι κάνει!

-Είναι μεγάλο κορίτσι.

-Και εσύ δεν νοιάζεσαι, μεγάλωσε και ξένοιασες;

Ο άνδρας ήταν ένας μεγαλόσωμος τύπος με φαρδιές πλάτες και μπράτσα που τέντωναν τα μανίκια στο πουκάμισο που φορούσε. Τα μαύρα μαλλιά του ήταν κομμένα κοντά σε στρατιωτικό στυλ και τα μαύρα του μάτια άστραφταν τώρα από θυμό.

-Αν θυμάμαι καλά, εσύ ήσουν που ήθελες να αλλάξω δουλειά για να βελτιωθούν τα οικονομικά μας.

-Ναι, αλλά όχι σε βάρος του να είσαι εδώ, του να είσαι μέλος αυτής της οικογένειας.

Η Νόλα Τόου - Γκράχαμ ήταν μια ωραία γυναίκα ακόμα και τώρα που είχε μπει για τα καλά στην πέμπτη δεκαετία της ζωής της. Είχε και εκείνη μαύρα μαλλιά μόνο που τα είχε μακριά, έφταναν ως την μέση της πλάτης της. Τώρα ανέμιζαν καθώς κουνούσε το κεφάλι της θυμωμένη. Δεν πρόλαβε να συνεχίσει την αντιπαράθεσή τους καθώς το τηλέφωνο την διέκοψε. Ο Ρόμπερτ το σήκωσε και το έκλεισε μετά από μια σύντομη στιχομυθία.

-Πρέπει να φύγω, είπε, και δεν ξέρω πότε θα επιστρέψω, μας καλέσανε για διάσωση.

Η Νόλα έσφιξε τα χείλη.

-Θα συνεχίσουμε μόλις επιστρέψεις, είπε μόνο.

Οι Φλόγες Της Ντομίνικα - Εισαγωγή

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο μικρός Πέντρο γλίστρησε μέσα στην κουζίνα από το μικρό, στενό παραθυράκι πάνω από τον νεροχύτη. Πήδηξε στο δάπεδο ανάλαφρα και αθόρυβα και έτρεξε στην πόρτα. Την άνοιξε και βγήκε στον μικρό προθάλαμο που οδηγούσε στην πόρτα της εξόδου αλλά και στην σκάλα για τα δωμάτια των παιδιών που βρίσκονταν στην ιεραποστολή. Λίγα βήματα ακόμα και θα ήταν ασφαλής, ανεντόπιστος για άλλη μια φορά.

Ένα, δύο και…

-Πέντρο πού ήσουν τέτοια ώρα, για τ’ όνομα του Θεού;

Ο μικρός γύρισε και αντίκρισε την αδερφή Κλαρίσα. Η ηλικιωμένη αδερφή ήταν η ανώτερη μετά από την ηγουμένη και υπεύθυνη για τα παιδιά που βρίσκονταν εδώ.

-Έξω, είπε κοιτώντας την στα μάτια με το πιο ειλικρινές του βλέμμα. Για μια μπανάνα.

Η μοναχή αναστέναξε. Με τα μέσα που είχε η ιεραποστολή κατάφερνε να συντηρεί αυτά τα παιδιά και να τα προφυλάσσει από το έγκλημα ή την εκμετάλλευση και ναι μεν τα συντηρούσε αλλά δεν μπορούσε να κάνει και πολλά περισσότερα. Τα παιδιά δεν πεινούσαν αλλά πολλές φορές τους έλειπε το κάτι παραπάνω. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Πέντρο θα έβγαινε έξω με το πρώτο φως της αυγής για να ψάξει για κανένα φρούτο. Μπανάνα συνήθως που ήταν κάτι που στο νησί της Ντομίνικα φύτρωνε σε αφθονία.

-Και πού την έψαχνες; ρώτησε. Μέσα σε καμιά καμινάδα; Πώς έγινες έτσι;

«Πώς έτσι;» αναρωτήθηκε ο μικρός Πέντρο που κοίταξε τα χέρια του και τα ρούχα του. Ήταν γεμάτα στάχτες. Πού είχε βρεθεί; Κατάλαβε κάτι να πέφτει πάνω του αλλά είχε υποθέσει ότι ήταν από την νυχτερινή πάχνη.

-Δεν πήγα σε καμινάδα. Έξω έγινε αυτό.

-Θες να πεις ότι ο Κύριος βρέχει στάχτες; είπε η μοναχή δύσπιστα.

Ο Πέντρο κούνησε το κεφάλι του καταφατικά και εκείνη πήγε στην πόρτα με σκοπό να ανοίξει και να του δείξει ότι αυτό ήταν αδύνατο. Την άνοιξε αλλά έμεινε εκεί ακίνητη σαν τη γυναίκα στην ιστορία που τους είχε μια φορά πει, την γυναίκα του Λωτ. Πράγματι από τον ουρανό έπεφτε καπνιά και κομμάτια στάχτης. Το βλέμμα της στράφηκε στο βουνό. Το όρος Γουάτ ήταν στεφανωμένο από βαριά σύννεφα και καπνός έβγαινε από την κορυφή του.

-Ω Θεέ μου! έκανε η μοναχή.

Το ηφαίστειο είχε ξυπνήσει.

Ο Κρυφός Μας Εαυτός

Author: Νυχτερινή Πένα /

Δύο νεαρά κορίτσια απάγονται μετά από ένα πάρτι στο σπίτι της μίας. Ο απαγωγέας συλλαμβάνεται μετά από λίγο έχοντας εκτελέσει ένα ειδεχθές έγκλημα. Και η αστυνομία δεν μπορεί να τον κρατήσει, γιατί αν το κάνει δεν θα τους αποκαλύψει που είναι τα κρατά τις δύο κοπέλες και οι οποίες βρίσκονται σε μια δεξαμενή με το νερό να ανεβαίνει.

Μια πολύ καλή, δυνατή αστυνομική περιπέτεια από τον Γιώργο Δάμτσιο, με αγωνία και με δουλεμένες ανατροπές. Πολύ καλύτερο από το προηγούμενο που είχα διαβάσει, την Εξημέρωση. Και αν έχω να του προσάψω κάτι είναι ότι δεν του αρέσει το απόλυτα καλό τέλος, πάντα έχουμε και κάτι που δεν θα θέλαμε να γίνει.

Ιστολόγιο του μήνα – Οκτώβριος 2026

Author: Νυχτερινή Πένα /

Το πρόσεξα λόγω του λογοπαιγνίου με το όνομα του γνωστού καλλιτέχνη και το διάβασμα και έτσι μπήκα να ρίξω μια ματιά. Βρήκα πολλά κείμενα με προσωπικές σκέψεις, διάφορα θέματα, και η επικαιρότητα, ειδικά αυτή η δύσκολη που ζούμε.

Τα κείμενά του έχουν μια αμεσότητα αλλά και μια λυρικότητα που τα κάνει ευκολοδιάβαστα αλλά και ευχάριστα σαν αναγνωστική εμπειρία. Αν θέλετε να ρίξετε μια ματιά μπορείτε να το κάνετε εδώ: https://loureadblog.com/

Από Τα Ευτράπελα Του 1940

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Ελληνικός στρατός έδωσε την μάχη για να κρατήσει την πατρίδα ελεύθερη, με ηρωισμό και αυτοθυσία που κατέπληξαν όλη την Ευρώπη που παρακολουθούσε την άνιση σύγκρουση. Ωστόσο, δεν έλειψαν και οι εύθυμες στιγμές από το έπος αυτό. Στιγμές ανάμεσα στις μάχες, όταν οι στρατιώτες έπαιρναν μια ανάσα από την αναμέτρηση με τον θάνατο, σαν την ακόλουθη:

Ένα βράδυ οι στρατιώτες ενός λόχου πεζικού ήταν μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά που ετοιμαζόταν το συσσίτιο. Ήταν μια ευκαιρία να ζεσταθούν και να ξαποστάσουν, να μιλήσουν λίγο πέρα από το καθήκον και τις διαταγές.

-Άκουσα να λένε ότι με τις μεγάλες στενοχώριες μπορούν να ασπρίσουν σε μια νύχτα τα μαλλιά σου, έλεγε ένας. Μου το έλεγε ένας παλιός που είχε επιζήσει από τη Σμύρνη το 1922.

-Α, το έπαθε και ο διοικητής μας, είπε ένας άλλος.

-Πως έτσι; Άσχημα μαντάτα από το σπίτι;

-Όχι, όχι, θυμάσαι που χάσαμε εκείνο το φορτηγό με τα εφόδια προχθές στο βομβαρδισμό;

-Ναι, και;

-Στο φορτηγό ήταν και τα πράγματά του.

-Τόσο πολύ στενοχωρήθηκε;

-Όχι, αλλά βλέπεις μέσα στα πράγματα ήταν και η βαφή για τα μαλλιά του!

Επικίνδυνος Πειρασμός

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Τζακ δέχεται να πάρει τη θέση του δίδυμου αδελφού του στην πτήση για το Λονδίνο. Ούτε γιατί διέπραξε ένα έγκλημα για λογαριασμό του. Αλλά όταν ξυπνάει μετά τη συντριβή του αεροπλάνου δεν θυμάται τίποτα, ούτε καν ποιο είναι το όνομά του. Το σπίτι του, η δουλειά του, ακόμα και η γυναίκα του, η Καίτλην του είναι άγνωστα.

Για εκείνη είναι ένα αίνιγμα Δείχνει αγάπη στο πρόσωπό της αλλά εκείνη δεν νιώθει τίποτα τέτοιο. Δεν υπάρχει πια αγάπη μεταξύ τους, ούτε καν κατανόηση η σεβασμός. Και ύστερα ο Τζακ θυμάται, και τώρα κινδυνεύουν

Μια καλή περιπέτεια με μυστήριο και αναπάντεχες σε κάποια σημεία εξελίξεις αλλά δεν είναι γραμμένο σαν περιπέτεια, είναι σαν άρλεκιν. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι κυκλοφόρησε στην σειρά Silk των Bell. Μόνο για λάτρεις του είδους.

Μοιραία Πτώση

Author: Νυχτερινή Πένα /

Η Βερόνικα είναι συγγραφέας αλλά δεν γράφει μυθιστορήματα, γράφει κείμενα κατά παραγγελία. Από γράμματα και παρουσιάσεις μέχρι ερωτικές επιστολές. Πριν ένα χρόνο είχε γράψει τους γαμήλιους όρκους της Ρέητσελ, τώρα καλείται να γράψει ένα κείμενο για την επιμνημόσυνη τελετή της. Η οικογένειά της φαίνεται να θεωρεί το θάνατο ατύχημα ή αυτοκτονία και να ενδιαφέρεται να κρατήσει το καλό της όνομα αλώβητο. Αλλά όντως αυτοκτόνησε η Ρέητσελ; Και γιατί; Η Βερόνικα αρχίζει να το ψάχνει και όσο το κάνει αυτό ανακαλύπτει πράγματα που της έκρυβαν.

Μια καλή ιστορία με ανατροπές, πρώτη σε μια σειρά, με μόνο αρνητικό κάποιες υποπλοκές που θα μπορούσαν να λείπουν καθώς δεν έχουν να προσφέρουν ιδιαίτερα στην όλη ιστορία.

Ο Κανόνας Των Τεσσάρων

Author: Νυχτερινή Πένα /

Όταν ο Τομ και ο Πολ συναντιούνται στο πανεπιστήμιο ανακαλύπτουν ότι τους δένει κάτι ασυνήθιστο, η Υπνερωτομαχία Πολύφιλου, ένα έργο της αναγέννησης που είναι τόσο μυστηριώδες όσο και ο συγγραφέας του. Ο πατέρας του Τομ ήταν μελετητής του έργου αυτού σαν πανεπιστημιακός καθηγητής και ο Πολ κάνει διατριβή πάνω σε αυτήν υπό την επίβλεψη ενός καθηγητή που γνώριζε τον πατέρα του Τομ και μοιραζόταν το πάθος του για το συγκεκριμένο έργο. Και ενώ ο Πολ πλησιάζει στο τέλος της διατριβής του και ανακαλύπτει ένα σπάνιο χειρόγραφο που σχετίζεται με την Υπνερωτομαχία έρχεται και ένας φόνος να συνδεθεί με αυτήν.

Η ιστορία ξεκινάει δυνατά και έχει μια καλή υπόθεση αλλά η μεγάλη ενασχόληση με τα φοιτητικά δρώμενα και τις συνήθειες όπως και μια υπερβολική εμβάθυνση στη λειτουργία των ακαδημαϊκών κύκλων και διενέξεων γεμίζουν το βιβλίο με λεπτομέρειες που πολλές φορές δεν έχουν σχέση με την ιστορία και κουράζουν.

Στο Δρόμο Του Φεγγαριού

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Κολτ Σινκλαίρ ήταν κληρονόμος ενός σημαντικού ονόματος και μιας αμύθητης περιουσίας αλλά και ο γιος που ο πατέρας του ποτέ δεν εκτίμησε. Προτίμησε αντί της κληρονομιάς του να πάρει την αγαπημένη του και να φύγει στον Καναδά με το μικρό του αεροσκάφος. Αλλά παρά το τι πιστεύανε όλοι δεν έφτασε ποτέ. Σαράντα πέντε χρόνια αργότερα η Πενέλοπι Τσέσνατ, μια νεαρή πιλότος, ανακαλύπτει τα συντρίμμια του αεροπλάνου στο Κολντ Σπρινγκ προκαλώντας αίσθηση. Ο Γουάιατ Σινκλαίρ, ανιψιός του Κολτ, ταξιδεύει ως εκεί για να αποκαλύψει την αλήθεια για τον θείο του και να πάψει το σκάνδαλο που βασανίζει την οικογένεια. Η αλήθεια όμως μπορεί να είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, θανάσιμη ακόμα. Και ο Γουάιατ με την Πενέλοπι πρέπει να την ανακαλύψουν μαζί με τα αισθήματα που γεννιούνται μεταξύ τους.

Έχει μια καλή υπόθεση αλλά είναι ένα περισσότερο αισθηματικό βιβλίο παρά μια ιστορία μυστηρίου. Συνιστάται μόνο στους λάτρεις του είδους.