Ο μικρός Πέντρο γλίστρησε
μέσα στην κουζίνα από το μικρό, στενό παραθυράκι πάνω από τον νεροχύτη. Πήδηξε
στο δάπεδο ανάλαφρα και αθόρυβα και έτρεξε στην πόρτα. Την άνοιξε και βγήκε
στον μικρό προθάλαμο που οδηγούσε στην πόρτα της εξόδου αλλά και στην σκάλα για
τα δωμάτια των παιδιών που βρίσκονταν στην ιεραποστολή. Λίγα βήματα ακόμα και
θα ήταν ασφαλής, ανεντόπιστος για άλλη μια φορά.
Ένα, δύο και…
-Πέντρο πού ήσουν τέτοια
ώρα, για τ’ όνομα του Θεού;
Ο μικρός γύρισε και
αντίκρισε την αδερφή Κλαρίσα. Η ηλικιωμένη αδερφή ήταν η ανώτερη μετά από την
ηγουμένη και υπεύθυνη για τα παιδιά που βρίσκονταν εδώ.
-Έξω, είπε κοιτώντας την στα
μάτια με το πιο ειλικρινές του βλέμμα. Για μια μπανάνα.
Η μοναχή αναστέναξε. Με
τα μέσα που είχε η ιεραποστολή κατάφερνε να συντηρεί αυτά τα παιδιά και να τα
προφυλάσσει από το έγκλημα ή την εκμετάλλευση και ναι μεν τα συντηρούσε αλλά
δεν μπορούσε να κάνει και πολλά περισσότερα. Τα παιδιά δεν πεινούσαν αλλά
πολλές φορές τους έλειπε το κάτι παραπάνω. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Πέντρο
θα έβγαινε έξω με το πρώτο φως της αυγής για να ψάξει για κανένα φρούτο.
Μπανάνα συνήθως που ήταν κάτι που στο νησί της Ντομίνικα φύτρωνε σε αφθονία.
-Και πού την έψαχνες;
ρώτησε. Μέσα σε καμιά καμινάδα; Πώς έγινες έτσι;
«Πώς έτσι;» αναρωτήθηκε ο
μικρός Πέντρο που κοίταξε τα χέρια του και τα ρούχα του. Ήταν γεμάτα στάχτες.
Πού είχε βρεθεί; Κατάλαβε κάτι να πέφτει πάνω του αλλά είχε υποθέσει ότι ήταν
από την νυχτερινή πάχνη.
-Δεν πήγα σε καμινάδα.
Έξω έγινε αυτό.
-Θες να πεις ότι ο Κύριος
βρέχει στάχτες; είπε η μοναχή δύσπιστα.
Ο Πέντρο κούνησε το
κεφάλι του καταφατικά και εκείνη πήγε στην πόρτα με σκοπό να ανοίξει και να του
δείξει ότι αυτό ήταν αδύνατο. Την άνοιξε αλλά έμεινε εκεί ακίνητη σαν τη
γυναίκα στην ιστορία που τους είχε μια φορά πει, την γυναίκα του Λωτ. Πράγματι
από τον ουρανό έπεφτε καπνιά και κομμάτια στάχτης. Το βλέμμα της στράφηκε στο
βουνό. Το όρος Γουάτ ήταν στεφανωμένο από βαριά σύννεφα και καπνός έβγαινε από
την κορυφή του.
-Ω Θεέ μου! έκανε η
μοναχή.
Το ηφαίστειο είχε
ξυπνήσει.