Τα Μονοπάτια Του Έρωτα - 3

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ξύπνησε γρήγορα, δεν είχε περάσει πολύ από την ώρα που κοιμήθηκε αν και στο σκοτάδι της καμπίνας δεν μπορούσε να πει πόσο ακριβώς. Διαπίστωσε ότι είχε γυρίσει ανάσκελα στον ύπνο του αλλά δεν ήταν ο μόνος που είχε μετακινηθεί, η Άντζι είχε επίσης αλλάξει θέση. Το κεφάλι της αναπαυόταν τώρα στο στέρνο του και τον είχε αγκαλιάσει με το ένα χέρι της.

Αποφάσισε να μην κινηθεί και την ξυπνήσει. Του άρεσε εξάλλου όπως την είχε δίπλα του και άκουγε την ανάσα της. Ήταν κάτι που ταίριαζε στο χαρακτήρα του. Αποκοιμήθηκε.

Η Άντζι ξύπνησε και διαπίστωσε ότι κοιμόταν πάνω στον Μιχάλη, ήταν άνετα καθώς εκείνος ήταν πολύ πιο μεγαλόσωμος και της άρεσε που ήταν ζεστός. Έκλεισε τα μάτια της και έμεινε έτσι για λίγο. Ήταν τόσο περίεργο, αυτό που ονειρευόταν ότι θα ήταν η κατάληξη της νύχτας της με το Σταύρο είχε γίνει με κάποιον άλλο. Μπορεί να μην είχαν προηγηθεί χάδια και ερωτική πράξη αλλά είχε καταλήξει να κοιμηθεί δίπλα σε έναν άνδρα, σε έναν που της είχε φερθεί πολύ πιο όμορφα από εκείνον που εκείνη ήθελε.

Του ήταν ευγνώμων για τη στάση του, μια στάση πολύ ευγενική και προστατευτική. Ένιωσε μια τρυφερότητα, που δεν είχε ξανανιώσει, για τον Μιχάλη και ανασηκώθηκε τόσο ώστε να μπορεί να τον φιλήσει. Εναπέθεσε απαλά ένα φιλί στο μάγουλο κοντά στα χείλη. Ύστερα τραβήχτηκε στο πλάι και τον άγγιξε ελαφρά στον ώμο για να τον ξυπνήσει. Έπρεπε να το κάνει, για να μπορέσει να σηκωθεί από την κουκέτα χρειαζόταν να σηκωθεί ο ίδιος πρώτα.

Ο Μιχάλης ξύπνησε αμέσως.

-Καλημέρα, είπε η Άντζι.

-Καλημέρα, της είπε. Θες να σηκωθείς;

-Ναι, είπε η κοπέλα.

Ο Μιχάλης σηκώθηκε και η Άντζι έκανε το ίδιο. Εκείνος απέστρεψε το βλέμμα του αμέσως και αυτό γιατί η Άντζι είχε πέσει να κοιμηθεί σχεδόν ολόγυμνη. Φορούσε μόνο ένα εσώρουχο, για να κοιμηθεί είχε βγάλει το μποξεράκι, που προφανώς το φορούσε σαν σορτσάκι κα όχι σαν εσώρουχο όπως τα αγόρια, και τη φανέλα. Βιάστηκε να ντυθεί και μετά του είπε:

-Εντάξει, μπορείς να κοιτάξεις.

Ο Μιχάλης το έκανε και η Άντζι χαμογέλασε.

-Είσαι πολύ ευγενικός. Σε ευχαριστώ για όλα.

-Ε καλά, δεν έσωσα και τη ζωή σου, είπε ο Μιχάλης προσπαθώντας να κρύψει ότι ένιωθε άβολα που τον ευχαριστούσε. Λίγη ναυτία είχες.

-Τη ζωή μου όχι, την αξιοπρέπειά μου σίγουρα, είπε η Άντζι και τον αγκάλιασε. Σε ευχαριστώ.

Αυθόρμητα τον φίλησε στο μάγουλο και βγήκε από την καμπίνα. Ο Μιχάλης ξάπλωσε και πάλι. Στην κουκέτα πλανιόταν το άρωμα που φορούσε η Άντζι. Στο μυαλό του ήρθε το πώς την είχε δει έστω και στιγμιαία, το γυμνό, λεπτό της σώμα, τα στήθη της στητά και συμμετρικά… Όχι, είπε στον εαυτό του, δεν μπορείς να την σκέφτεσαι έτσι, δεν είναι δική σου και δεν είναι πρέπον. Και αν θες να τη σκέφτεσαι, σκέψου το χαμόγελό της. Ήταν γλυκό χαμόγελο, σκέφθηκε και αποκοιμήθηκε.

 

Η Δανάη έγραφε στον πίνακα το θέμα του δοκιμίου που ήθελε να γράψουν, δεν ήταν εύκολο και ήταν ένα θέμα με πιθανότητες να το βρουν μπροστά τους στις εξετάσεις οπότε όλοι παρακολουθούσαν με προσοχή. Ή σχεδόν όλοι. Ο Βαγγέλης και ο Σταύρος ασχολούνταν με την ίδια τη Δανάη και μάλιστα όχι σαν καθηγήτρια.

-Της κάνει ωραίο κώλο αυτό το παντελόνι, είπε ο Βαγγέλης και ο Σταύρος χαμογέλασε.

-Σφικτό, είπε και γύρισε στους πίσω. Δεν είναι ωραία η Δάρα σήμερα;

Ο Ερνέστος αναδεύτηκε στη θέση του σαν να ήθελε να αρπάξει τον Σταύρο από τον λαιμό αλλά εκείνος δεν το πρόσεξε. Έκλεισε το μάτι στον Βαγγέλη και απευθύνθηκε στον Μιχάλη.

-Σκέψου τη σκυμμένη στην έδρα και εσύ να είσαι από πίσω, εκτός και αν προτιμάς στα όρθια στον πίνακα.

Ο Ερνέστος έδωσε μια σφαλιάρα στο Σταύρο.

-Τι’ ναι ρε; έκανε εκείνος.

-Να σέβεσαι, είπε ο Ερνέστος, μιλάς για μια γυναίκα που είναι κυρία, δεν μιλάς για καμιά του δρόμου που ούτε εκεί θα έπρεπε να εκφράζεσαι έτσι.

-Ναι καλά, είπε ο Σταύρος και κούνησε το στυλό μπροστά στον Μιχάλη δασκαλίστικα, ας έσκυβε γυμνή μπροστά σου και ας μην της τον έχωνες.

Ο Μιχάλης τινάχθηκε όρθιος και τον χαστούκισε, ο Σταύρος και ο Βαγγέλης σηκώθηκαν επίσης. Έκαναν να ορμήσουν στο Μιχάλη αλλά ξαφνικά ο Σταύρος δέχθηκε ακόμα ένα χτύπημα, ο Ερνέστος έσπευδε να βοηθήσει τον φίλο του.

Η Δανάη στράφηκε εκείνη τη στιγμή προς τους μαθητές και είπε αυθόρμητα:

-Αυτοί χτυπιούνται!

Πήγε κοντά τους γρήγορα.

-Τι συμβαίνει, γιατί αρπαχτήκατε;

-Είχαμε μια διαφωνία, είπε ειρωνικά ο Σταύρος.

-Για τη σεξουαλικότητα των γυναικών, είπε με ύφος ο Βαγγέλης.

Ο Μιχάλης άρπαξε το στυλό του Σταύρου και τον έσπασε στα δύο.

-Την επόμενη φορά θα είναι ο λαιμός σου, είπε ψυχρά.

-Θες να πας λίγο έξω να ηρεμήσεις; πρότεινε η Δανάη.

Ο Μιχάλης ένευσε παίρνοντας βαθιές ανάσες.

-Σας ευχαριστώ.

 

Ο Ερνέστος διηγήθηκε την ιστορία στην Δανάη αναφέροντας τα αρχικά σχόλια των συμμαθητών τους σαν να είχαν διατυπωθεί γενικά για τις κοπέλες και όχι για εκείνη συγκεκριμένα.

-Θα πρέπει να έβαλαν για παράδειγμα κάποια που να εκτιμάτε, ωστόσο, για να αρπαχτήκατε έτσι.

-Ναι, είναι κάποια σημαντική, είπε ο Ερνέστος.

-Και τυχερή που υπερασπιστήκατε έτσι την τιμή της.

Μια ανακοίνωση ακούστηκε ότι η τραπεζαρία του πλοίου ήταν τώρα ανοιχτή.

-Ώρα για πρωινό, είπε ο Ερνέστος.

-Πρέπει να πας να ξυπνήσεις τον Μιχάλη.

-Δεν τρώει πρωινό, λέγοντας να τον ξυπνήσω εννοούσε για το μεσημέρι.

-Εσύ; Τρως πρωινό;

-Φυσικά, θα πάω.

Ο Ερνέστος σηκώθηκε και είπε:

-Μισό λεπτό να τα αφήσω όλα όπως τα βρήκα και να πάμε για πρωινό.

Σταμάτησε απότομα. Μιλώντας τόση ώρα με την Δανάη ελεύθερα είχε ξεχάσει ότι δεν ήταν με μια συμμαθήτριά του αλλά με μια καθηγήτρια. Μπορεί να μη βρίσκονταν στο σχολείο αλλά υπήρχε ένα ιεραρχικό κενό.

-Ναι, είπε με ένα χαμόγελο η Δανάη και η καρδιά του άρχισε να χτυπάει και πάλι κανονικά.

 

Η Άντζι μπήκε στην καμπίνα της και βρήκε τις τρεις συγκατοίκους της να είναι ξύπνιες και να συζητούν. Η Μαρία ήταν ξαπλωμένη στην κουκέτα της, πάνω από τη δική της, η Χριστίνα απέναντι ήταν καθισμένη στην δική της με το μαξιλάρι στην αγκαλιά της όπου ακουμπούσε τους αγκώνες της, η Μαρίνα στην κάτω κουκέτα ήταν ξαπλωμένη, γυμνή με ένα εσώρουχο μόνο. Ένιωσε την επιθυμία να της ορμήσει και να σβήσει το αυτάρεσκο χαμόγελο από τα χείλη της αλλά συγκρατήθηκε.

-Καλημέρα, είπε.

-Καλώς την, είπε η Χριστίνα, πώς πέρασες τη νύχτα σου;

-Όμορφα, είπε η Άντζι και κάθισε στην κουκέτα της.

-Λεπτομέρειες παρακαλώ, είπε η Χριστίνα προστακτικά.

-Φαίνομαι για κορίτσι που φιλιέται και το λέει;

-Δηλαδή δεν;

-Δεν είπα αυτό επίσης, εσείς;

-Εγώ το απόλαυσα, είπε η Μαρίνα, μιλάμε για άγριο σεξ και δεν είχα ξανανιώσει τέτοιο ερεθισμό. Στον οργασμό ούρλιαξα.

-Πόσοι ήταν απόψε;

-Ένας αλλά πέρασα υπέροχα.

-Αναρωτιέμαι, είπε η Μαρία, πώς είναι. Δεν έχω ακόμα…

-Παρθένα; είπε η Μαρίνα, α, αυτό πρέπει να αλλάξει.

Η Μαρία κοκκίνισε.

-Ώπα, ηρέμησε, είπε η Χριστίνα, αυτή είναι δική της απόφαση και θα την πάρει όταν θα είναι έτοιμη.

Στράφηκε στην Μαρία.

-Είναι μια υπέροχη εμπειρία αλλά χρειάζεται η κατάλληλη στιγμή με τον κατάλληλο άνθρωπο, μην βιαστείς λοιπόν.

-Πάμε για πρωινό; ρώτησε η Άντζι, πεινάω μπορώ να πω.

Ντύθηκαν και βγήκαν από την καμπίνα.

-Σοβαρά τώρα, είπε η Χριστίνα στην Άντζι, ήσουν με κάποιον; Έκανες έρωτα απόψε;

-Γιατί;

-Δείχνεις τόσο… ήρεμη… γαληνεμένη.

-Ναι, ε; Κοιμήθηκα καλά και ας μην έκανα έρωτα απόψε.

-Πώς και έτσι; Είχες ραντεβού με τον Σταύρο, δεν είχες;

-Προτίμησε την Μαρίνα, είπε η Άντζι και κοίταξε με φονικό βλέμμα την Μαρίνα που προπορευόταν και η στενή φόρμα της δεν έκρυβε ότι φορούσε ένα ελάχιστο εσώρουχο από κάτω.

-Να πάρει, είπε η Χριστίνα, δεν έχει ιερό και όσιο η τσούλα. Αλλά τότε εσύ;

-Κοιμήθηκα με κάποιον… κυριολεκτικά. Κοιμήθηκα στην αγκαλιά του αλλά να μείνει μεταξύ μας.

-Εντάξει, τι λες να φάμε για πρωινό;

 

Ο Μιχάλης άνοιξε τα μάτια του και βρέθηκε να κοιτάζει την από πάνω κουκέτα. Ήταν ακόμα μόνος του στην καμπίνα. Ανασηκώθηκε και κοίταξε την ώρα. Ετοιμάστηκε και βγήκε. Ανέβηκε στο κατάστρωμα και κοίταξε την θέα. Τώρα δεν έβλεπε πια στεριά, μόνο θάλασσα. Προχώρησε προς την πλώρη για να αποφύγει και τον ήλιο. Βρήκε εκεί κάποιους συμμαθητές του που αγνάντευαν.

-Κοίτα εκεί, είπε ένας στον διπλανό του δείχνοντάς του ένα νησάκι λίγο μεγαλύτερο από βράχο, με έναν μαρμάρινο κίονα πάνω.

-Είμαστε ακόμα στα χωρικά μας ύδατα; ρώτησε ο άλλος.

-Μπα, όχι, είπε ο Μιχάλης, είναι μακριά για να είναι στις Διαποντίους Νήσους.

-Άρα τι είναι; Αλβανία;

-Ναι.

-Και θα μας λένε μετά οι Αλβανοί ότι έχουν πολιτισμό με τα δικά μας αρχαία.

Ο Ερνέστος ήρθε και κάθισε δίπλα στον Μιχάλη.

-Κοιμήθηκες;

-Εντάξει, τώρα μπορώ να κρατήσω άλλο ένα εικοσιτετράωρο όρθιος.

-Θα χρειαστεί, είπε ο Ερνέστος, θα αργήσουμε να φτάσουμε στο Μπάρι, δεν ξέρω πόσο ή αν θα προλάβουμε να κοιμηθούμε.

-Κανένα πρόβλημα. Εσύ τι έκανες;

-Ήπια καφέ με την Δανάη, πήγαμε και για πρωινό.

Ο Μιχάλης κούνησε το κεφάλι του.

-Είναι υπέροχος άνθρωπος, είπε ο Ερνέστος. Έχουμε πολλές κοινές απόψεις και καταλαβαίνει πράγματα που…

Στράφηκε και κοίταξε τον Μιχάλη.

-Δεν είναι σαν άλλες.

-Προφανώς.

-Θα χαρώ να ξαναπιώ έναν καφέ μαζί της.

-Πολύ πιθανόν να γίνει, έχουμε κάτι μέρες μπροστά μας.

 

Το Viscountess ήταν Κυπριακό αλλά από πλευράς γευμάτων θα μπορούσε να είναι και Βρετανικό. Το μεσημεριανό ήταν στις 11:30 και το δείπνο στις 19:30. Μετά το γεύμα και μιας και πολλοί είχαν ξενυχτίσει, πήγαν για ύπνο και επικράτησε ησυχία. Ήταν και πάλι αρκετοί για να γεμίσει το σαλόνι και έτσι ο Μιχάλης βολεύτηκε στον προθάλαμο όπου υπήρχε ένα μικρό τραπέζι. Άρχισε να γράφει και σύντομα ξέχασε τα πάντα ώσπου μια σκιά έπεσε πάνω στο κείμενό του.

Σήκωσε το βλέμμα του και αντίκρισε τον Βαγγέλη.

-Τι γράφεις; ρώτησε εκείνος. Την εμπειρία σου με την Άντζι; Καλό κομμάτι και δεν στο’ χα.

-Θα γράψω τον επικήδειό σου, είπε ο Μιχάλης, αν δεν ξεκουμπιστείς.

Ο Βαγγέλης δεν έκανε καμία κίνηση και ο Μιχάλης σηκώθηκε όρθιος. Τότε έκανε πίσω και βγήκε στο κατάστρωμα με τον Μιχάλη να ακολουθεί αποφασισμένος να του δώσει ένα μάθημα. Βγήκε στο κατάστρωμα και έστριψε δεξιά για τη σκάλα που οδηγούσε στο επόμενο κατάστρωμα και εκεί κάποιος έπεσε με φόρα πάνω του. Έκανε ένα βήμα πίσω και βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο, και με τη Μαρία στην αγκαλιά του. Η κοπέλα τον κοιτούσε με ορθάνοιχτα μάτια.

-Συγνώμη, είπε, έπεσα από τη σκάλα. Σε χτύπησα;

-Όχι, είμαι εντάξει, όλα καλά. Μου ξέφυγε μόνο το κωλόπαιδο, καλά την επόμενη φορά θα τον φτιάξω.

Άφησε τη Μαρία από τα χέρια του και επέστρεψε στο έργο του.

Λίγο πιο ψηλά στη σκάλα, η Μαρίνα χαμογέλασε ικανοποιημένη.

 

Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν το Viscountess III μπήκε στο λιμάνι του Μπάρι. Ο Μιχάλης με τον Ερνέστο ήταν από τους πρώτους που αποβιβάστηκαν, αυτή τη φορά αντί να περιμένουν είχαν κατέβει νωρίς για να είναι έτοιμοι να βγουν. Είχαν βαρεθεί στο πλοίο, όπως και οι περισσότεροι, μετά από τόσες ώρες ειδικά καθώς εκείνοι το είχαν γυρίσει όλο και τη νύχτα. Κυριολεκτικά το είχαν γυρίσει. Δεν είχαν πάει μόνο όπου απαγορευόταν, στη γέφυρα και το μηχανοστάσιο, και δεν είχαν κατεβεί στο γκαράζ πού ήταν αποπνικτικά.

Στάθηκαν στην προκυμαία και ο Μιχάλης έκανε τον σταυρό του. Στο ερωτηματικό βλέμμα του Ερνέστου έδειξε στην απέναντι πλευρά του λιμανιού μια μεγάλη εκκλησία.

-Ο άγιος Νικόλαος, πολιούχος του Μπάρι, είπε.

-Ε δεν είναι καθολική εκκλησία;

-Ναι, αλλά έχει τα λείψανα του αγίου Νικολάου.

-Του δικού μας αγίου Νικολάου; Που γιορτάζει στις 6 Δεκεμβρίου;

Ο Μιχάλης ένευσε συμφωνώντας και την επόμενη στιγμή παραπάτησε καθώς κάποιος έπεσε στην πλάτη του με φόρα. Όντας αρκετά σωματώδης κλονίστηκε αλλά δεν έπεσε. Αντίθετα κράτησε όρθια τη Μαρία, που ήταν εκείνη που είχε πέσει πάνω του.

-Συγγνώμη, τραύλισε η κοπέλα. Δεν ξέρω πώς σκόνταψα. Δεύτερη φορά σήμερα. Είμαι αδικαιολόγητη.

Ο Μιχάλης χαμογέλασε.

-Δε με σκότωσες κιόλας.

Η Μαρία είχε κοκκινίσει και κοίταζε το τσιμέντο στα πόδια της.

-Σοβαρά δεν έγινε τίποτα, έλα να σε πάω μέχρι το πούλμαν.

Μαζεύτηκαν όλοι μαζί και η Δανάη πήρε το λόγο:

-Καλώς ήρθατε στην Ιταλία. Η ώρα εδώ είναι μια ώρα πίσω από τη δική μας. Θα πάμε στο Σορέντο και στο ξενοδοχείο που έχουμε κλείσει εκεί. Τα δωμάτια είναι τρίκλινα οπότε θα χωριστείτε λίγο διαφορετικά από ό,τι στις καμπίνες. Να σας πω και δύο πραγματάκια για να έχετε υπόψιν όσον αφορά τις αγορές σας εδώ. Η λίρα, έτσι τη λένε άσχετα αν εμείς τη λέμε λιρέτα για να την ξεχωρίζουμε από την Αγγλική, είναι σοβαρά υποτιμημένο νόμισμα, η αναλογία με τη δραχμή…

Ο Μιχάλης τα ήξερε αυτά και έριξε μια ματιά γύρω του. Όλοι πρόσεχαν τις οδηγίες αλλά ο Ερνέστος πρόσεχε την ίδια τη Δανάη.

-Μάλιστα, σκέφθηκε ο Μιχάλης και μετά έκανε να στραφεί και εκείνος προς την καθηγήτρια.

Δεν πρόσεξε ότι η Μαρία τον κοιτούσε.

 

Αφήσανε το Μπάρι στις έντεκα και κάτι και πήραν το δρόμο για το Σορέντο. Οι περισσότεροι είχαν αποκοιμηθεί μέσα στο σκοτάδι. Ο Μιχάλης ήταν από τους λίγους που δεν το είχαν κάνει, απολάμβανε τη διαδρομή στο σκοτάδι με τη συνοδεία μουσικής.

Έριξε μια ματιά στο πίσω κάθισμα από εκείνον, εκεί καθόταν ο Ερνέστος ο οποίος δεν κοιμόταν και ο οποίος σιγοψιθύριζε τους στίχους του All For Love μαζί με το τρίο των ερμηνευτών.

Και ο Μιχάλης δεν είχε καμία αμφιβολία ποια σκεφτόταν.

 

Φτάσανε στο Σορέντο στις 04:30. Το ξενοδοχείο που θα διέμεναν, το Λεόνε, ήταν στην οδό Παρσιάνο, ένα μικρό στενό δρόμο. Κατέβηκαν από τα δύο πούλμαν και αναστάτωσαν την ήσυχη γειτονιά πρώτα και το ξενοδοχείο μετά με την άφιξή τους και την διαδικασία να τακτοποιηθούν σε δωμάτια.

Ο Μιχάλης θα μοιραζόταν το δωμάτιο 310 με τον Ερνέστο και τον Δημήτρη. Ήταν ένα απλό δωμάτιο, στον τρίτο και τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου, με τρία μονά κρεβάτια τοποθετημένα παράλληλα και ένα μικρό μπουντουάρ στον τοίχο με ένα σκαμπό. Μιας και εκείνοι ήθελαν να κοιμηθούν, ο Μιχάλης δέχτηκε να πάρει τελευταίος σειρά για μπάνιο.

Ενώ ο Δημήτρης έμπαινε για ένα μπάνιο, μουσική ακούστηκε από το διπλανό δωμάτιο.

-Για όνομα του Θεού, είπε ο Ερνέστος, όρεξη έχουν πρωινιάτικα. Πάω να τους πω να το κλείσουν.

-Άσε το σε’ μενα, είπε ο Μιχάλης, δεν σκοπεύω να κοιμηθώ. Ετοιμαστείτε εσείς.

Βγήκε στον διάδρομο και χτύπησε την πόρτα του διπλανού δωματίου. Του άνοιξε η Μαρίνα ντυμένη με ένα μποξεράκι και με μια φανέλα.

-Καλώς τον, έλα να μας κάνεις παρέα.

Ήταν με δύο ακόμα κοπέλες που εκείνος δεν ήξερε, συμμαθήτριες από άλλο τμήμα αλλά δεν ήξερε ούτε καν τα ονόματά τους.

-Όχι, ευχαριστώ. Απλά θα ήθελα να χαμηλώσετε την μουσική, τα παιδιά δίπλα θέλουν να κοιμηθούν.

-Εσύ δεν θα κοιμηθείς;

-Όχι, θέλω να γράψω.

-Είσαι τελείως ξενέρωτος, είπε η Μαρίνα.

-Ας το κλείσουμε, είπε μια από τις άλλες, Να κοιμηθούμε και εμείς λίγο.

-Ευχαριστώ, είπε ο Μιχάλης και επέστρεψε στο δωμάτιό του.

Έκανε ένα μπάνιο και μετά κάθισε να γράψει.

 

Πήραν πρωινό στις επτά το πρωί, τηγανητά αυγά με μπέικον, βούτυρο και μαρμελάδα και καφέ. Ο Μιχάλης είχε καθίσει με τον Ερνέστο σε ένα τραπέζι  και ο δεύτερος σέρβιρε καφέ, όταν πλησίασαν η Χριστίνα, η Μαρία και η Άντζι.

-Μπορούμε να καθίσουμε; ρώτησε η Χριστίνα.

-Βεβαίως, είπε ο Ερνέστος, καφέ;

-Ευχαριστώ.

-Κοιμηθήκατε καλά; ρώτησε ο Μιχάλης.

-Πολύ καλά, είπε η Χριστίνα.

-Κοιμήθηκα καλύτερα στο πλοίο, είπε η Άντζι με ένα ζεστό χαμόγελο.

Ο Ερνέστος την κοίταξε. Είπε αυτό που νομίζω; αναρωτήθηκε ο νεαρός άνδρας.

-Καλύτερα από όλους κοιμήθηκε ο Δήμου, είπε η Χριστίνα, κοιμήθηκε στην Πάτρα και ξύπνησε στο Σορέντο. Σηκωτό τον κατεβάσανε από το πλοίο στο Μπάρι.

-Μετά από τόσες δραμαμίνες τι περίμενες; σχολίασε ο Ερνέστος.

Ο πρώτος που τελείωσε ήταν ο Μιχάλης και σηκώθηκε.

-Πάω μια μικρή βόλτα και έρχομαι.

Βγήκε από το ξενοδοχείο και περπάτησε στον ήσυχο δρόμο. Ήταν ακόμα πρωί και λίγοι άνθρωποι βρίσκονταν ήδη έξω. Ακολούθησε τον δρόμο ως τη διασταύρωση με την οδό Σαν Αντόνιο, σταμάτησε και κοίταξε το μικρό παρεκκλήσιο της Καρδιάς της Παρθένου και μετά πήρε το δρόμο της επιστροφής. Του άρεσε αυτή η ησυχία που είχε η Ιταλική πόλη, όπως του άρεσε και στην Αθήνα βέβαια η πρωινή ησυχία.

Δεν αργήσανε να αποχαιρετήσουν το Λεόνε και το Σορέντο και μετά από μια σχετικά σύντομη διαδρομή μιάμισης ώρας φτάσανε στον προορισμό τους. Κατέβηκαν από τα πούλμαν και μαζεύτηκαν όλοι μαζί.

-Κυρίες και κύριοι, είπε η Δανάη, καλώς ήρθατε στην Πομπηία.

Τα Μονοπάτια Του Έρωτα - 2

Author: Νυχτερινή Πένα /

Η Άντζι ξύπνησε και τεντώθηκε, μια κίνηση που τέντωσε τη φανέλα της και διέγραψε ξεκάθαρα τις θηλές του στήθους της. Οποιοσδήποτε άλλος θα το είχε προσέξει αμέσως, ο Μιχάλης την κατάλαβε όταν ανακάθισε και του μίλησε.

-Καλημέρα, ακόμα γράφεις; Τι ώρα είναι; ρώτησε με τη φωνή βραχνή ακόμα από τον ύπνο.

-Είναι πολύ πρωί ακόμα, είπε ο Μιχάλης ενώ έγραφε. Μπορείς να ξανακοιμηθείς.

-Είδες τον Σταύρο;

-Θα σε γελάσω, δεν πρόσεχα.

Η Άντζι έριξε μια ματιά γύρω. Δεν έβλεπε τον Σταύρο. Να είχε έρθει και να μην την είχε δει; Να μην είχε έρθει ακόμα; Κακή συνεννόηση είχαν κάνει, η κοπέλα αποφάσισε να πάει στην καμπίνα της. Το βλέμμα της σταμάτησε στον Μιχάλη. Ακόμα έγραφε όπως και την ώρα που εκείνη είχε πέσει για ύπνο. Το μόνο που είχε αλλάξει ήταν ότι πάνω στο τραπέζι βρισκόταν και ένα πακέτο με μπισκότα γεμιστά με σοκολάτα. Ένιωσε την κοιλιά της να γουργουρίζει.

-Μπορώ; είπε δείχνοντας τα μπισκότα.

-Ελεύθερα, είπε ο Μιχάλης συνεχίζοντας να γράφει.

Η Άντζι πήρε ένα μπισκότο και άρχισε να το τρώει παρακολουθώντας τον να γράφει με έναν στρωτό ευανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα.

-Τι γράφεις;

-Διάφορα.

-Να δω;

Ο Μιχάλης ανασήκωσε τους ώμους. Η Άντζι πήρε το χαρτί.

-Δεν είναι ακόμα τελειωμένο, είπε ο Μιχάλης αλλά η Άντζι δεν έδωσε σημασία. Διάβαζε.

Χλωμή σελήνη,

φύλακα της νύχτας,

πρόσεχε εκείνη

που την ευτυχία μου δίνει.

 

Η παρουσία της φωτίζει

τη ζωή μου,

το χαμόγελό της

ζεσταίνει την ψυχή μου.

 

Το πρόσωπό της

τόσο γλυκό

ω, δεν χορταίνω

με τις ώρες να το κοιτώ.

 

Στο ζεστό της βλέμμα

θέλω να χάνομαι…

 

-Πολύ ωραίο, είπε η Άντζι, ποια είναι η τυχερή; Κάποια από εμάς εδώ;

-Δεν υπάρχει τυχερή, δεν είναι για κάποια.

-Έλα τώρα, δεν μπορεί.

-Στο ίδιο σχολείο πάμε, με ξέρεις για δημοφιλή με τα κορίτσια;

-Όχι, αναγκάστηκε να παραδεχθεί η Άντζι, αλλά θα μπορούσε να είναι για κάποια που σου αρέσει άσχετα αν δεν είναι αμοιβαίο το συναίσθημα.

-Δεν είναι για κάποια, μπορώ να συνεχίσω;

-Ναι, βέβαια, είπε η Άντζι και του έδωσε το χαρτί πίσω.

Σηκώθηκε και πέρασε δίπλα του. Εκείνος είχε επιστρέψει στο γράψιμο και συμπλήρωνε το τετράστιχο που ήταν μισό. Εκείνη άφησε το σαλόνι και πήρε τη σκάλα για το επόμενο κατάστρωμα. Άκουσε κάποιο θόρυβο και μια φωνή που της φάνηκε οικεία και έριξε μια ματιά μέσα στο χώρο με τις ντουζιέρες, αυτό που είδε θα προτιμούσε να μην το είχε δει και θα το θυμόταν πολλές φορές τις επόμενες μέρες.

Ο Σταύρος στεκόταν μπροστά στα κουβούκλια στις ντουζιέρες, ήταν ολόγυμνος και έσταζε νερό, πρέπει να είχε κάνει μπάνιο. Αλλά δεν ήταν αυτό που την είχε αφήσει έτσι άναυδη. Την είχε αφήσει η παρουσία της Μαρίνας. Η συμμαθήτριά της ήταν ολόγυμνη και γονατισμένη μπροστά στον Σταύρο. Ακόμα χειρότερα τα χέρια της βρίσκονταν στους γοφούς του και ο ανδρισμός του στο στόμα της!

Καταραμένη τσούλα! Σκέφθηκε η Άντζι με τον θυμό της να φουντώνει.

 Από τον τρόπο που το χειριζόταν δεν ήταν η πρώτη φορά, ήξερε τι έκανε και ο Σταύρος βόγκηξε με ευχαρίστηση. Τραβήχτηκε και τη σήκωσε όρθια, εκείνη χαμογέλασε και του γύρισε την πλάτη;

-Βλέπεις κάτι που να σου αρέσει;

Ο Σταύρος έβαλε το χέρι του στην πλάτη της και την έσπρωξε να λυγίσει στα δύο, στάθηκε πίσω της και πέρασε το χέρι του μπροστά, η Μαρίνα γουργούρισε με ευχαρίστηση και η Άντζι μάντεψε τι έκανε ο Σταύρος. Ύστερα εκείνος έφερε τον ανδρισμό του στο άνοιγμα των γλουτών της και η Μαρίνα έσκυψε ακόμα περισσότερο.

-Καλό τσουλάκι είσαι, είπε ο Σταύρος και έσπρωξε απότομα τον ανδρισμό του μέσα της.

Την έπιασε από τη μέση και τραβήχτηκε για να βυθιστεί μέσα της με ακόμα περισσότερη φόρα. Η Μαρίνα έβγαλε μια κραυγή και τότε η Άντζι συνειδητοποίησε ότι ο Σταύρος δεν την έπαιρνε απλά από πίσω αλλά είχε προτιμήσει το πρωκτικό σεξ. Ο Σταύρος έριξε μια με την παλάμη του στο γυμνό γλουτό της και η Μαρίνα έβγαλε ένα βογκητό ευχαρίστησης.

-Ναι… έτσι μου αρέσει… ξέσκισέ με.

Η Άντζι ένιωσε το στομάχι της να ανακατεύεται και χολή να ανεβαίνει στο στόμα της.

-Μ’ αρέσει που είσαι έτσι σφιχτή, είπε ο Σταύρος, μάλλον δεν σε έχει πάρει άλλος έτσι. Θα περάσουμε καλά στην Ιταλία.

-Ναι, είπε η Μαρίνα, μ’ αρέσει… Μη σταματάς.

Για κάποιο λόγο ήρθαν στο μυαλό της οι στίχοι που μόλις λίγα λεπτά πριν είχε διαβάσει. Έφερε το χέρι της στο στόμα και έτρεξε έξω στο κατάστρωμα. Έφτασε στο παραπέτο και έκανε εμετό στη θάλασσα. Ο αέρας ανέμιζε τα ρούχα της και έφερνε τα μαλλιά της στο πρόσωπό της. Ένιωσε ένα χέρι στα μαλλιά της να τα παραμερίζει.

-Τι έπαθες; Σε έπιασε ναυτία μόλις κατέβηκες κάτω;

Δεν απάντησε και όποιος ήταν που την είχε βοηθήσει δεν περίμενε απάντηση, της έβαλε στο χέρι ένα μπουκάλι με νερό.

-Ξέπλυνε το στόμα σου… Έλα πιες και λίγο.

 Τη βοήθησε να πάνε να καθίσουν σε έναν πάγκο κοντά στην πόρτα για το εσωτερικό του πλοίου. Της έβαλε μπισκότα στο χέρι.

-Φάε, ακόμα και αν είναι να ξανακάνεις εμετό καλύτερα να έχεις κάτι να βγάλεις.

Συνειδητοποίησε ότι την είχε βοηθήσει ο Μιχάλης. Ένα ρίγος την διαπέρασε. Ο Μιχάλης άφησε το σακίδιό του στον πάγκο και έβγαλε το μπουφάν που φορούσε. Τη σκέπασε με αυτό και αμέσως ένιωσε καλύτερα καθώς ήταν ζεστό από το σώμα του. Έφαγε τα μπισκότα σκεφτική.

Ήταν απογοητευμένη από τον Σταύρο, αναρωτιόταν αν είχε πέσει τόσο έξω γι’ αυτόν, αν είχε ενθουσιαστεί μαζί του και είχε παραβλέψει κάποια σημάδια ότι ήταν τέτοιος. Αναρωτήθηκε τι θα είχε γίνει αν τον είχε συναντήσει όπως λέγανε. Περίμενε να κάνουν έρωτα. Δεν περίμενε όμως αυτό που είχε δει, θα της το είχε ζητήσει άραγε ή ήταν ιδέα της Μαρίνας; Όσο και αν θα ήθελε να κατηγορήσει το τσουλί, με το οποίο ήταν πυρ και μανία, αναγνώριζε ότι ο Σταύρος δεν έδειχνε καθόλου άμαθος, τα είχε ξανακάνει όλα αυτά και προφανώς θα είχε δοκιμάσει να της τα επιβάλλει.

Έριξε μια πλάγια ματιά στον Μιχάλη.

Και η άκρα αντίθεση, σκέφθηκε, ο άνθρωπος που έγραφε ποιήματα για το πόσο γλυκό είναι το συναίσθημα χωρίς να έχει κάποια να το απευθύνει. Κάποιος που δεν ενδιαφερόταν για το πώς ήταν τα πράγματα αλλά ακολουθούσε τον δικό του δρόμο. Δεν τον ήξερε σχεδόν καθόλου, πριν από απόψε δεν είχε μιλήσει ποτέ μαζί του και τώρα είχε σπεύσει να τη βοηθήσει. Και το είχε κάνει με κινήσεις που ήταν προσεκτικές και όμως απαλές.

Ο Μιχάλης κοιτούσε την ακτή, είχε αρχίσει να φαίνεται λίγο γκρι στον ουρανό.

-Πού είμαστε, ξέρεις; τον ρώτησε.

-Ναι, αυτά τα βουνά που βλέπεις, εκεί που χαράζει, είναι η οροσειρά της Πίνδου, τα φώτα εκεί χαμηλά πρέπει να είναι τα Σύβοτα ή η Πάργα.

-Σου αρέσει η γεωγραφία;

-Όχι ιδιαίτερα, αλλά κοίταξα το χάρτη για την πορεία του ταξιδιού μας πριν ξεκινήσω.

Η Άντζι έγνευσε. Άρχιζε να νιώθει την έλλειψη ύπνου και μετά τα όσα είχαν γίνει ένιωθε εξαντλημένη. Αλλά πού να πήγαινε; Πίσω στην καμπίνα της; Αν συναντούσε την Μαρίνα θα γινόταν της κακομοίρας. Και δεν ήθελε να εξηγεί.

-Μπορώ να κοιμηθώ στην καμπίνα σου; ρώτησε τον Μιχάλη. Δεν θα κοιμηθείς όπως το βλέπω.

Ο Μιχάλης την κοίταξε για μια στιγμή. Μετά σηκώθηκε.

 

Η Δανάη ξύπνησε και τεντώθηκε. Είχε κοιμηθεί καλά και είχε ξεκουραστεί. Ανακάθισε στην κουκέτα της και άκουσε την Αγγελέτου που κοιμόταν. Η ίδια δεν είχε ανάγκη από άλλο ύπνο και σηκώθηκε. Ντύθηκε και βγήκε.

Οι συνάδελφοί της κοιμούνταν και το ίδιο έκαναν και οι πιο πολλοί μαθητές αν και κάμποσοι βρίσκονταν ακόμα και τώρα στο σαλόνι και διασκέδαζαν με πειράγματα, και συζήτηση ενώ κάποιοι έπαιζαν χαρτιά.

Βγήκε στο κατάστρωμα, της άρεσε πάντα η αυγή και ο πρωινός αέρας που τη φυσούσε στο πρόσωπο της ήταν αναζωογονητικός. Κοίταξε την θάλασσα, γκρίζα στο φως της αυγής, και την ξηρά πέρα από αυτή. Πήρε μια βαθιά ανάσα θαλασσινού αέρα και μια νέα ευχάριστη οσμή της ήρθε, φρέσκος καφές. Μια καλή ιδέα για τόσο πρωί.

Ακολούθησε την οσμή και την έφερε στο πίσω μέρος του καταστρώματος. Εκεί βρισκόταν ένα μπαρ και μια πισίνα που ήταν άδεια. Το καλοκαίρι θα ήταν το πιο δημοφιλές μέρος του πλοίου αλλά τώρα ήταν τελείως έρημο. Όχι τελείως έρημο, διαπίστωσε η Δανάη, βρίσκονταν εδώ δύο άτομα και μάλιστα ο καφές μύριζε από’ δω. Πλησίασε το μπαρ όπου ήταν καθισμένοι ο Ερνέστος και ο Μιχάλης.

-Εσείς φτιάξατε καφέ; ρώτησε.

-Ναι, είπε ο Ερνέστος, πείσαμε έναν καμαρότο να μας δώσει το κλειδί και φτιάξαμε καφέ. Απλά είπε να το κρατήσουμε μυστικό. Θέλετε λίγο καφέ;

-Ε να μη σας τον στερήσω, είπε η Δανάη.

-Εμείς είμαστε εντάξει, είπε ο Μιχάλης που κοιτούσε την στεριά.

-Τι είναι εκεί πέρα;

-Η πατρίδα μου, είπε ο Ερνέστος, η Κέρκυρα. Κάποτε μέρος των εδαφών της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, εξ’ ου και το επώνυμό μου.

-Από την Κέρκυρα είναι η καταγωγή σου;

-Εκεί γεννήθηκα. Ήρθα στην Αθήνα…

Η Δανάη ένευσε νιώθοντας κάπως αμήχανα. Ήξερε τι ήθελε να πει ο Ερνέστος, ο λόγος που είχε έρθει στην Αθήνα ήταν ο ίδιος για τον οποίον ήταν και δύο έτη μεγαλύτερος από τους συμμαθητές του.

-Πηγαίνεις;

-Κάθε καλοκαίρι, και ενδιάμεσα μερικές φορές.

-Είναι ωραίο νησί, από τα πιο όμορφα νησιά μας.

-Πράγματι.

Ο Ερνέστος έβαλε καφέ σε μια κούπα και της τον πρόσφερε. Η Δανάη τον πήρε και τον ευχαρίστησε. Δοκίμασε, ήταν γλυκός και δυνατός.

-Ωραίος καφές, είπε.

-Ο κύριος από’ δω τον έφτιαξε, είπε ο Μιχάλης και σηκώθηκε από τη θέση του. Λοιπόν, να πηγαίνω.

-Θα γράψεις πάλι; είπε ο Ερνέστος.

-Όχι, τώρα πρέπει να κοιμηθώ λίγο, κοντεύω τις 24 ώρες ξύπνιος, θα έχω προβλήματα να δω σε λίγο αν δεν κοιμηθώ. Μόνο πού δεν ξέρω που θα κοιμηθώ ακριβώς. Τέλος πάντων, ξύπνα με για το φαγητό.

Ο Μιχάλης έφυγε και η Δανάη στράφηκε στον Ερνέστο.

-Αλήθεια δεν κοιμήθηκε όλη τη νύχτα;

-Ούτε εγώ, είπε ο Ερνέστος με ένα χαμόγελο. Δεν βολευτήκαμε στην καμπίνα μας στις κουκέτες.

-Και τι κάνατε όλη νύχτα;

-Βλέπαμε τη θέα, εκείνος έγραψε, εγώ διάβασα λίγο, μιλούσαμε κιόλας κάμποση ώρα.

-Στο σαλόνι όλα αυτά;

-Μόνο το γράψιμο και το διάβασμα που είπα, αλλιώς καθόμασταν έξω, είχε πιο καλή θέα και δεν είχε τόση φασαρία.

Ο Ερνέστος ήπιε λίγο καφέ και η Δανάη τον μιμήθηκε. Ντυμένη πιο άνετα και ανεπίσημα από ό,τι στο σχολείο θα μπορούσε να περάσει για συνομήλική του και όχι για λίγα χρόνια πιο μεγάλη.

-Το ξενύχτισαν πολλοί στο σαλόνι; ρώτησε η Δανάη.

-Σχεδόν όλοι όσοι δεν κοιμήθηκαν και δεν είχαν ξελογιάσματα κατά νου.

Ξελογιάσματα, σκέφθηκε η Δανάη και χαμογέλασε. Όσο και αν το ξεχνούσαν μερικές φορές, οι μαθητές που συνόδευαν δεν ήταν πια παιδιά. Ήταν ολόκληροι άνδρες και γυναίκες με τις ανάλογες ορμές και ανάγκες. Κοίταξε τον Ερνέστο, εκείνος είχε βγει ήδη από την εφηβεία, ήταν ένας νέος άνδρας. Και μάλιστα όμορφος άνδρας.

-Εσείς να φανταστώ δεν είχατε, είπε.

-Ο Μιχάλης δεν θα το σκεφτόταν αυτό ακόμα και αν το πλοίο ναυαγούσε και έμενε σε ένα νησί μόνος του με μια κοπέλα. Εγώ δεν μπορώ να πω ότι συγκινούμαι από τις νεαρές κυρίες που μας συνοδεύουν.

-Πολύ ανώριμες να υποθέσω;

-Πολύ ανέμελες, είπε ο Ερνέστος. Εντάξει δεν λέω, καλό και το χιούμορ και το γέλιο αλλά δεν μπορούν να παίρνουν τα πάντα με την ίδια ελαφρότητα.

-Δεν είναι όλες έτσι.

-Ίσως όχι όλες αλλά οι περισσότερες το μόνο που αυτή τη στιγμή παίρνουν στα σοβαρά είναι οι πανελλήνιες.

-Οπότε εσείς οι δύο δεν είχατε κατά νου τα ξελογιάσματα, είπε η Δανάη, κύλισε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.

-Ταιριάζουμε πολύ είναι η αλήθεια. Επίσης παρότι έχουμε και κοινά ενδιαφέροντα έχουμε και διαφορετικά πεδία γνώσεων. Με μορφώνει στην ιστορία και σε γενικές γνώσεις, τον κατατοπίζω στις θετικές επιστήμες και σε μερικά πρακτικά θέματα… Ενίοτε τα χρειάζεται για τις ιστορίες του.

-Στο γραφείο των καθηγητών εκτιμούν το ότι δεν το κάνετε εν ώρα μαθήματος, είπε η Δανάη με ένα χαμόγελο.

-Στο μάθημα είμαστε τύποι και υπογραμμοί!

-Πράγματι, αν και θυμάμαι κάποια φορά που έγραφα στον πίνακα και σας βρήκα να χτυπιέστε με τους μπροστινούς σας.

Ο Ερνέστος συνοφρυώθηκε και μετά χαμογέλασε καθώς θυμήθηκε το συμβάν.

-Θέμα τιμής, είπε. Μας θίξανε και επακολούθησε σύγκρουση.

-Σαν τζέντλεμεν του παλιού καιρού; Μονομαχία;

-Κάπως έτσι.

-Καλά τι σας είπανε;

Ο Ερνέστος δεν απάντησε αμέσως, και αυτό γιατί το θέμα αφορούσε την ίδια αν και εκείνη δεν το ήξερε.

 

Ο Βαγγέλης σηκώθηκε από την κουκέτα του και διαπίστωσε ότι ήταν μόνο στην καμπίνα, ο Μιχάλης και ο Ερνέστος δεν είχαν κοιμηθεί, το ήξερε αλλά τώρα είχε σηκωθεί και ο Δημήτρης. Αποφάσισε να βγει, άνοιξε την πόρτα και στο φως που μπήκε διαπίστωσε ότι είχε κάνει λάθος, δεν ήταν μόνος του στην καμπίνα. Η κουκέτα του Μιχάλη ήταν κατειλημμένη και το θέαμα ήταν το πιο αναπάντεχο, στην κουκέτα κοιμόταν η Άντζι. Έμεινε να την κοιτάει, τα σκεπάσματα είχαν κατέβει ως την καμπύλη του στήθους της, λίγο και θα τα έβλεπε πλήρως. Αναρωτήθηκε αν θα ξυπνούσε έτσι και την ξεσκέπαζε λίγο.

Την κοίταξε, κοιμόταν βαθιά, η ανάσα της έβγαινε απαλά, τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα και ο Βαγγέλης σκέφθηκε ότι θα ήταν απολαυστική στο στοματικό σεξ, με τη σκέψη ένιωσε τον ανδρισμό του να σκληραίνει και τον έτριψε αφηρημένος. Την επόμενη στιγμή ένιωσε έναν πόνο στο πίσω μέρος του λαιμού του καθώς ένα χέρι προσγειώθηκε εκεί με δύναμη και τον τράβηξε έξω από την καμπίνα. Γύρισε και αντίκρισε έναν Μιχάλη που τον κοιτούσε με μάτια που έβγαζαν φωτιά.

-Τι κάνεις εκεί;

-Είσαι κρυφή πληγή, είπε ο Βαγγέλης. Καλά λένε τα σιγανά ποταμάκια… Πότε την έριξες; Το κάνατε στην κουκέτα και δεν πήραμε χαμπάρι; Δεν είναι από αυτές που ουρλιάζουν, ε;

-Δεν είναι τίποτα, απλά κοιμάται. Σκάσε και δίνε του γιατί θέλω να κοιμηθώ και’ γω.

-Αγκαλίτσα μαζί της;

-Να μη σε νοιάζει!

Ο Βαγγέλης έφυγε και ο Μιχάλης έκλεισε την πόρτα, του ξέφυγε και έκλεισε με θόρυβο καθώς το πλοίο είχε αρχίσει να κουνάει.

-Όλο το βράδυ πήγαινε σαν Αρσακειάδα, είπε ο Μιχάλης, τώρα βρήκε να κουνήσει.

-Τι ώρα είναι; ρώτησε η Άντζι που την είχε ξυπνήσει η πόρτα.

-Επτά.

-Να ξανακοιμηθώ;

-Ναι, είπε με ένα χαμόγελο ο Μιχάλης αλλά η Άντζι δεν ήταν τόσο νυσταγμένη ώστε να μη σκέφτεται.

-Πού θα κοιμηθείς εσύ;

-Κάπου θα βολευθώ.

Η Άντζι τραβήχτηκε στη μέσα άκρη της κουκέτας.

-Έλα, ξάπλωσε εδώ, δεν με πειράζει.

Ο Μιχάλης ένευσε.

-Εντάξει, δεν θα γδυθώ οπότε δεν χρειάζομαι σκεπάσματα, κράτησέ τα εσύ.

Ξάπλωσε και την κοίταξε, είχε κλείσει τα μάτια της και παραδινόταν ήδη στην αγκαλιά του Μορφέα. Πρόσεξε και εκείνος τα χείλη της. Αλλά η δική του σκέψη ήταν ότι ήταν ακόμα κάτι που γλύκαινε το πρόσωπό της.

Τα Μονοπάτια Του Έρωτα - 1

Author: Νυχτερινή Πένα /

Στην Ματίνα,

γιατί χωρίς εσένα αυτή η ιστορία δεν θα είχε γραφεί.

 

 

1.

 

-Είναι κακογραμμένο, έτσι; Δεν το συζητάμε.

-Φυσικά είναι κακογραμμένο.

-Ωχ! Θα έχουμε μποφόρ στο ταξίδι! Αφού συμφώνησε και αυτός ότι είναι κακογραμμένο.

-Δεν είναι κακογραμμένο για τα γεγονότα αλλά για το πως είναι γραμμένο.

-Ε και μας λέει και κάτι άσχετα. Μια παράγραφος για την Ανεξάρτητη Μεραρχία που έφτασε λέει συντεταγμένη και δε διαλύθηκε. Πρέπει να το θυμόμαστε;

-Ναι! Μια μεραρχία ήταν κάπου δέκα χιλιάδες άνδρες, ήταν άθλος αυτό που κατάφεραν. Μια σύγχρονη κάθοδος των Μυρίων.

-Συγνώμη μπορώ να δω το διαβατήριό σας;

Η συζήτηση αυτή γινόταν στην ουρά για τον έλεγχο των διαβατηρίων στο λιμάνι της Πάτρας, ένα από τα μεγαλύτερα στη χώρα. Η παρέα των μαθητών που συζητούσε για το βιβλίο της ιστορίας στο οποίο θα εξετάζονταν σε λίγους μήνες για την εισαγωγή τους στις πανεπιστημιακές σχολές είχαν φτάσει στην υπάλληλο που έλεγχε τα διαβατήρια και τους είχε διακόψει.

Η διαδικασία δεν ήταν χρονοβόρα. Καθώς θα ταξίδευαν από την Ελλάδα στην Ιταλία που ήταν επίσης χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτείτο μόνο μια επίδειξη του διαβατηρίου χωρίς σφραγίδες ή βίζα.

Ο πρώτος που πέρασε τον έλεγχο και βγήκε στην άπλα του λιμανιού είπε:

-Ώπα μάγκες, κάνει κρύο.

-Τι περιμένεις; του είπε ο επόμενος που βγήκε, είναι περασμένα μεσάνυχτα.

-Αλλά δεν φυσάει, είπε ένας τρίτος, εκείνος που είχε υπερασπιστεί το βιβλίο της ιστορίας θα έχουμε καλό ταξίδι.

-Αυτό πες το στον Δήμου.

-Γιατί;

-Έχει πάρει τόσες δραμαμίνες από τον φόβο του για τη ναυτία που δεν ξέρει που βρίσκεται.

Όλοι γέλασαν και εκείνος που είχε ρωτήσει κούνησε το κεφάλι του.

-Τη ναυτία; Φοβάται τη ναυτία;

 

Προχώρησε λίγο πιο πέρα και πήρε μια βαθιά ανάσα θαλασσινού αέρα. Του άρεσε η θάλασσα όπως και τα πλοία και δεν τον είχε ποτέ πειράξει ταξίδι. Απομακρύνθηκε από τους υπόλοιπους και άφησε να τον τυλίξει η ησυχία και το σκοτάδι.

Δεν τον πείραζε ποτέ η ησυχία και σίγουρα δε φοβόταν το σκοτάδι. Του άρεσε να αγναντεύει έτσι τη νύχτα τα μακρινά φώτα στον ορίζοντα. Ούτε τον πείραζε να μείνει μόνος, η φασαρία και η πολυκοσμία τον κούραζαν εξάλλου. Όπως αυτή που έκαναν οι ογδόντα τρεις συμμαθητές του καθώς περνούσαν τον έλεγχο των διαβατηρίων και μαζεύονταν στην προβλήτα.

Ήταν ένας ψηλός και σωματώδης νέος, είχε ύψος γύρω στο 1,85 και φαρδιές πλάτες, θα μπορούσε να παίζει μπάσκετ αλλά δεν τον ενδιέφερε καθόλου, όπως και τα περισσότερα αθλήματα. Έριξε μια ματιά στον έναστρο ουρανό και μετά έβγαλε τα γυαλιά του για να σκουπίσει τη νυχτερινή δροσιά από τους φακούς.

-Μιχάλη.

Στράφηκε και είδε να τον πλησιάζει ένας συμμαθητής του. Σωματώδης σαν τον ίδιο αν και όχι το ίδιο ψηλός ήταν φανατικός ποδηλάτης αλλά και παίχτης τόσο του μπάσκετ όσο και του ποδοσφαίρου.

-Δημήτρη, είπε.

-Κοιτάζεις τον καιρό; ρώτησε ο Δημήτρης.

-Δεν με ανησυχεί ο καιρός, απλά ήθελα να ξεφύγω λίγο από τη φασαρία.

Ο άλλος χαμογέλασε.

-Να ξεφύγεις από τη φασαρία και διάλεξες την πενταήμερη γι’ αυτό το σκοπό; Καλύτερα να καθόσουν σπίτι.

-Αν δεν ήταν η Πομπηία το ξέρεις ότι δε θα ερχόμουν.

Ο Δημήτρης κούνησε το κεφάλι του.

-Είσαι ανεκδιήγητος!

Άφησε το Μιχάλη να ρεμβάζει και επέστρεψε κοντά στους συμμαθητές του. Για εκείνον η εκδρομή αυτή ήταν η ευκαιρία για μια τελευταία διασκέδαση και για να ξεσκάσει πριν τη δοκιμασία των εξετάσεων. Και αν βέβαια γινόταν κάτι και με την Χριστίνα, δεν θα ήταν καθόλου κακό, κάθε άλλο.

Το πρόσωπο που τον ενδιέφερε περνούσε εκείνη τη στιγμή από τον έλεγχο διαβατηρίων. Η Χριστίνα ήταν μια ψηλή κοπέλα με μακριά καστανά μαλλιά και ένα υπέροχο χαμόγελο. Θα έκανε τα πάντα για να τη βλέπει να χαμογελάει. Το βλέμμα τους διασταυρώθηκε και η Χριστίνα του χαμογέλασε. Δεν έκανε όσο κρύο ήθελε; Εκείνος ένιωθε τώρα μια θέρμη που κανένα κρύο δεν θα διαπερνούσε.

 

Το Viscountess ΙΙΙ ήταν ένα μέσου μεγέθους πλοίο υπό Κυπριακή σημαία που εκτελούσε το δρομολόγιο Πάτρα – Μπάρι. Είχε χώρο για επιβάτες και οχήματα, εκτός από το συγκεκριμένο σχολείο απόψε δεν είχε άλλους επιβάτες εκτός από μερικούς οδηγούς φορτηγών.

-Ξέρεις τυπικά θα έπρεπε να μας σφραγίζουν τα διαβατήρια μιας και κάθε πλοίο θεωρείται έδαφος της χώρας της οποίας τη σημαία φέρει και η Κύπρος δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είπε ο Μιχάλης στον Δημήτρη καθώς παρακολουθούσαν τα πούλμαν τους να επιβιβάζονται.

Οι περισσότεροι είχαν αφήσει τις αποσκευές τους σε αυτά και κουβαλούσαν λίγα πράγματα. Το πόσο λίγα ήταν βέβαια αυτά ήταν ένα σχετικό θέμα. Από μια κοπέλα που κουβαλούσε μια βαλίτσα, ως το συγκάτοικό τους στην ίδια καμπίνα, τον Βαγγέλη, που ήταν με τα χέρια στις τσέπες ήταν μεγάλη η απόσταση.

-Σκέφτεσαι να θέλανε να κάνουνε τέτοιες διακρίσεις οι υπάλληλοι στα διαβατήρια; Δεν θα τελειώνανε ποτέ.

-Το δικό μου το σφραγίσανε.

-Το δικό σου Βάγγο, είπε ο Μιχάλης, το σφραγίσανε γιατί είναι Αμερικάνικο.

-Παιδιά, ακούστε με λίγο με προσοχή.

Αυτός που ζητούσε την προσοχή τους ήταν ο επικεφαλής της εκδρομής καθηγητής Ρήγας, μαθηματικός. Δίπλα του είχαν σταθεί και οι άλλοι τρεις συνοδοί. Ήταν ακόμα ένας καθηγητής, ο Γεωργίου, επίσης μαθηματικός, και δύο καθηγήτριες. Ήταν και οι δύο φιλόλογοι, η Αγγελέτου και η Δάρα.

-Κοίτα τη Δάρα, σκέψου τη μαζί σου κάτω από έναν καταρράκτη, εσύ γυμνός, εκείνη με ένα σι-θρου που δεν θα κρύβει τίποτα από αυτά τα υπέροχα μπαλκόνια της και…

Ο ψιθυριστός μονόλογος του Βαγγέλη διακόπηκε καθώς η απάντηση του Μιχάλη ήταν μια γρήγορη και καθόλου απαλή αγκωνιά στην κοιλιά.

-Θα πέσει κι άλλη, είπε προειδοποιητικά.

Ο Βαγγέλης δεν απάντησε κυρίως γιατί κατάλαβε ότι προσέλκυαν την προσοχή του Ρήγα και αυτό ήταν κάτι που κανένας μαθητής στα καλά του δεν ήθελε.

-Θα ανεβούμε στο πλοίο τώρα, με προσοχή μην έχουμε κανένα ατύχημα εντάξει; Δώστε βάση τώρα να σας πει η κυρία Δάρα πως σας μοιράσαμε στις καμπίνες. Αν θέλετε να κάνετε αλλαγές ελεύθερα αλλά δεν θέλω καυγάδες έτσι;

Η καθηγήτρια έκανε ένα βήμα μπροστά και συμβουλεύτηκε μια λίστα που κρατούσε.

-Καμπίνα ένα, είπε. Αβαγιανού, Αγγελή, Αλεξίου, Αληφραγκή. Καμπίνα δύο Άγας, Αγγελίδης, Αγγελίδης και Αδάμος…

-Δεν έχει και σέξι φωνή; είπε ο Βαγγέλης.

-Γιατί πρέπει να έχουν όλα να κάνουν με το σεξ; Έχουν και ψυχή, ξέρεις, είπε μια ήσυχη φωνή πίσω του.

Ο Βαγγέλης έκανε έναν μορφασμό και είπε:

-Από το κακό στο χειρότερο.

Αυτός που του είχε μιλήσει ήταν ο Ερνέστος Μπριαν, ένας συμμαθητής τους. Αν είχε διαφορές με τον Μιχάλη, ο Βαγγέλης τον Ερνέστο δεν ήθελε καν να τον βλέπει. Αλλά τώρα δεν απάντησε.

-Καμπίνα 9, λοιπόν, είπε ο Δημήτρης.

-Έχει σκάλες, είπε ο Μιχάλης, ας προηγηθούν άλλοι.

 

Αν υπήρχε ένας άνθρωπος που να είναι πιο εσωστρεφής από τον Μιχάλη αυτός ήταν ο Ερνέστος. Δεν μιλούσε πολύ και αυτό ήταν όταν υπήρχε κάτι να ειπωθεί, οι συνηθισμένες κουβέντες των συμμαθητών του για να περάσει η ώρα δεν τον ενδιέφεραν και δεν συμμετείχε ποτέ. Δεν ήταν σνομπ, απλά ήταν πιο σοβαρός από τους υπόλοιπούς που συνήθως η συμπεριφορά τους του φαινόταν ανώριμη. Βέβαια εκείνος ήταν και μεγαλύτερος κατά δύο χρόνια. Δεν ήταν τυχαίο που καθόταν στο ίδιο θρανίο με το Μιχάλη, στην αρχή τους είχαν βάλει μαζί μιας και το ύψος τους υπαγόρευε ότι έπρεπε να κάθονται πίσω, αλλά είχαν παραμείνει έτσι μιας και ταίριαζαν οι χαρακτήρες τους.

Ο Ερνέστος κάθισε σε ένα μεγάλο κάβο και παρακολούθησε τους υπόλοιπους που ανέβαιναν. Το βλέμμα του διασταυρώθηκε με της Δάρα και εκείνη χαμογέλασε. Ο Ερνέστος αναρωτήθηκε γιατί άτομα σαν τον Βαγγέλη δεν μπορούσαν να δουν πέρα από τη σεξουαλικότητα της γυναίκας. Το βλέμμα του πήγε στο Μιχάλη και χαμογέλασε, εκεί βρισκόταν το άλλο άκρο. Ο Μιχάλης δεν έβλεπε τη σεξουαλικότητα, δεν έβλεπε καν τη γυναίκα. Εκείνος είχε το μυαλό του σε άλλα πράγματα σε βαθμό που να ξεχνούσε πρακτικά τον κόσμο γύρω του.

Ξανακοίταξε την Δανάη Δάρα. Εντάξει, δεν ήταν ψέματα ότι ήταν όμορφη γυναίκα, αλλά δεν ήταν αυτό μόνο. Ήταν καλή στη δουλειά της και ακόμα έβλεπε αυτό που έκανε ως λειτούργημα και όχι ως επάγγελμα και στον ίδιο είχε σταθεί πολύ.

Σηκώθηκε από τον κάβο.

-Πάμε; είπε στον Μιχάλη.

-Ναι, λίγοι μείνανε ακόμη να επιβιβαστούν.

Πέρασαν τον καταπέλτη και βρέθηκαν στο αχανές γκαράζ των αυτοκινήτων. Η ατμόσφαιρα εκεί ήταν βαριά από τις εξατμίσεις και βιάστηκαν να πάνε στη σκάλα για το επόμενο κατάστρωμα. Περνώντας την πόρτα βρέθηκαν σε έναν μακρύ διάδρομο με τις πόρτες των καμπινών ανοιχτές να τους περιμένουν. Έχοντας την οκτώ δεν άργησαν να την βρουν.

Οι καμπίνες του Viscountess ήταν δύο ειδών, δίκλινες ή τετράκλινες. Οι τετράκλινες είχαν από δύο κουκέτες σε κάθε πλευρά και στον τοίχο ανάμεσά τους ένα νιπτήρα και ένα μικρό ντουλαπάκι.

-Δεν μπορώ να ανέβω σε πάνω κουκέτα, είπε ο Μιχάλης, είμαι λίγο βαρύς για τέτοια κόλπα.

-Θα ανέβω εγώ, είπε ο Ερνέστος.

Οι δύο τους πιάσανε τις δύο δεξιά και οι άλλοι τις απέναντι.

-Δεν είναι για ψηλούς, σχολίασε ο Μιχάλης να δω πως θα τη βγάλουμε τη νύχτα.

-Εγώ θα κοιμόμουν και κάτω, είπε ο Δημήτρης. Είμαι πτώμα.

-Να σβήσω το φως; είπε ο Βαγγέλης.

-Ναι.

Σκοτάδι έπεσε στην μικρή καμπίνα. Για λίγο κανείς δεν μίλησε, μετά ο Μιχάλης είπε:

-Έχει φως εκεί στον τοίχο ή μου παίζουν παιχνίδι τα μάτια μου;

-Ναι… είπε ο Βαγγέλης και σηκώθηκε από την κουκέτα του. Είναι… Για φαντάσου… Έχει μια τρύπα.

-Τρύπα σε τοίχο πλοίου; Καθόλου ευοίωνο αυτό, σχολίασε ο Ερνέστος και γέλασαν.

-Δεν είναι εξωτερικός, μη φοβάσαι. Αλήθεια τι είναι από την άλλη πλευρά; είπε ο Βαγγέλης και κοίταξε στην τρύπα. Α! Καμπίνα… Και με γνωστές κατοίκους. Η Χριστίνα…

-Ποια Χριστίνα; πετάχτηκε ο Δημήτρης.

-Η Κλάδη, και η Άντζι, η Μαρία και εκείνη η κοκκινομάλλα μωρέ. Να δούμε με τι θα κοιμηθούν, η Άντζι τα έβγαλε όλα.

-Έλα, έλα στο κρεβάτι σου, είπε ο Μιχάλης. Δεν θα πάρεις μάτι τις κοπέλες που ετοιμάζονται για ύπνο.

-Δε σου είπαμε να κοιτάξεις.

-Βάγγο, είπε ο Δημήτρης. Πέσε να κοιμηθείς, νυστάζω.

Μουρμουρίζοντας ο Βαγγέλης έπεσε για ύπνο και το σκοτάδι επέστρεψε και πάλι. Ο Δημήτρης κοιμόταν σε λίγο, άκουγαν την αναπνοή του να βαθαίνει και να γίνεται ρυθμική.

Ο Μιχάλης άφησε το μυαλό του να ταξιδέψει σε αυτό που αποτελούσε πάντα την τελευταία του σκέψη το βράδυ, αυτά που έγραφε και διάβαζε, πράγματα που δεν είχαν καμία σχέση με το σχολείο και τις εξετάσεις ή την καθημερινότητα.

Δεν μπορούσε όμως να κοιμηθεί, οι κλειστοί χώροι δεν του άρεσαν ποτέ και το ότι χωρούσε στην κουκέτα ίσα ίσα, δεν βοηθούσε την κατάσταση. Σηκώθηκε και πήρε το σακίδιό του.

-Δεν κοιμάσαι; είπε ο Ερνέστος.

-Δεν βολεύομαι, θα πάω έξω.

-Έρχομαι και’ γω.

Βγήκαν από την καμπίνα και κοντοστάθηκαν.

-Πάμε έξω στο κατάστρωμα; ρώτησε ο Μιχάλης και ο φίλος του συμφώνησε.

Ανέβηκαν ακόμα μια σκάλα και βγήκαν σε ένα μικρό χώρο με πόρτες, από τη μια θα πήγαιναν για το σαλόνι του πλοίου, από την άλλη για το εστιατόριο αλλά στο πλάι δεν είχαν τοίχο, είχαν και εκεί πόρτες για να βγουν έξω στο κατάστρωμα του πλοίου. Αυτό έκαναν.

Έπλεαν στο Ιόνιο με πορεία βόρεια και έκανε κρύο τέτοια περασμένη ώρα. Η θέα όμως ήταν μια που άξιζε το κρύο και τον κόπο. Μακριά από τα φώτα της πόλης ο ουρανός αποκάλυπτε όλο το μεγαλείο του, εκατομμύρια άστρα λαμπύριζαν σαν νεόκοπα διαμάντια σε μαύρο βελούδο ενώ μακριά, στην ξηρά, τα φώτα έμοιαζαν να τα αντικατοπτρίζουν έτσι όπως τρεμόπαιζαν.

Ο Μιχάλης προχώρησε προς την πλώρη του πλοίου, έριξε μια ματιά πίσω και πάνω, προς τη γέφυρα του πλοίου, και μετά γύρισε και ακούμπησε στο παραπέτο και αφοσιώθηκε στη θέα. Ο Ερνέστος βολεύτηκε σε μια ανάλογη θέση και αφέθηκε στη γαλήνη της νύχτας.

Ακριβώς πίσω τους ήταν τα παράθυρα του σαλονιού αλλά οι κουρτίνες ήταν κλειστές και δεν ερχόταν έξω καθόλου από το φως ή το θόρυβο. Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι μηχανές του πλοίου και η θάλασσα που έσκαγε πάνω στο κήτος του καθώς έπλεε με ταχύτητα.

-Θα μπορούσα να το κάνω αυτό για ώρες, είπε ο Μιχάλης.

Ο Ερνέστος χαμογέλασε, θα μπορούσε και ο ίδιος. Αλλά αντίθετα με τον φίλο του θα το απολάμβανε περισσότερο αν ήταν μαζί με κάποιο πρόσωπο που θα σήμαινε πολλά για εκείνον, που θα ήταν η μία. Αναστέναξε, δεν το έβλεπε πιθανό, όχι με τα κορίτσια που γνώριζε τώρα.

-Δεν θα ήθελες παρέα σε αυτόν σου τον ρεμβασμό; ρώτησε το Μιχάλη.

-Πέρα από’ σενα;

-Εννοώ αν ήσουν σε ένα άλλο ταξίδι, αν δεν ήταν σχολική εκδρομή.

-Και να ταξίδευα μόνος;

-Δε σου λείπει να έχεις μια αδερφή ψυχή; Κάποια να είναι σημαντική για εσένα;

Ο Μιχάλης κούνησε το κεφάλι του.

-Ξέρεις τι γράφω, με διαβάζεις όταν το μάθημα είναι ανιαρό, τι λες; Ξέρεις μια κοπέλα που να μου ταιριάζει;

Ο Ερνέστος κοίταξε το σακίδιο του φίλου του, ήταν ένα μικρό για την πλάτη, όχι μεγαλύτερο από σχολική τσάντα. Ήταν σίγουρος ότι ο λόγος που αυτό το σακίδιο δεν είχε μείνει στο πούλμαν ήταν ότι στο περιεχόμενό του θα συμπεριλαμβάνονταν τα τρέχοντα γραπτά του. Ήταν η αγαπημένη ασχολία του Μιχάλη, έγραφε νουβέλες, διηγήματα, μικρές ιστορίες και μερικές φορές ποιήματα. Ο ίδιος είχε περάσει αρκετές φορές ευχάριστα την ώρα του, όταν δεν τον ενδιέφερε το μάθημα, διαβάζοντας τα έργα του Μιχάλη.

-Λίγο δύσκολο, όχι κάποια που ξέρουμε, νομίζω ότι γεννήθηκες κάπου δύο αιώνες καθυστερημένα.

 

Οι καθηγητές είχαν πάρει δίκλινες καμπίνες, οι άνδρες μαζί και οι γυναίκες μαζί. Αυτό δεν πείραζε καθόλου τη Δανάη Δάρα. Μόλις πήγαν στην καμπίνα κάθισε σε μια κουκέτα. Η Αγγελέτου σωριάστηκε στην απέναντι.

-Είμαι πτώμα.

-Ε κάναμε κάμποσο ταξίδι, μετά να τους βάλουμε στο πλοίο…

Η Αγγελέτου άνοιξε τη βαλίτσα της και έβαλε μέσα τα ρούχα της. Η Δανάη πρόσεξε μέσα κάτι που της κίνησε την περιέργεια.

-Τι τις θέλεις τις γόβες;

-Ε πως; Οι γόβες ομορφαίνουν τη γυναίκα, την κάνουν και πιο σέξι.

-Για ποιον; Για τους έφηβους που συνοδεύουμε; γέλασε η Δανάη.

-Όχι, μωρέ τα μυξιάρικα, γέλασε με τη σειρά της η Αγγελέτου. Αλλά ένα φλερτάκι στη Φοντάνα Ντι Τρέβι με έναν Ιταλό δε θα με πείραζε κιόλας.

-Στη Φοντάνα Ντι Τρέβι δεν θα έχουμε χρόνο για φλερτ, είπε η Δανάη, θα πρέπει να προσέχουμε τους δικούς μας μην κάνουν καμιά βουτιά ή πετάξουν κανέναν μέσα.

-Δεν έχεις άδικο, τι λες; Πέφτουμε για ύπνο τώρα που δεν χρειάζεται να τους προσέχουμε;

-Ναι.

Η Αγγελέτου γδύθηκε και έβαλε ένα νυχτικό, πρόσεξε ότι η Δανάη είχε βάλει μια μακό μπλούζα και ένα παντελόνι.

-Πιο πρακτικό, Μαρία μου.

 

-Σαν να κάνει αρκετό κρύο, τελικά, είπε ο Ερνέστος.

Ο Μιχάλης γύρισε και τον κοίταξε.

-Θα πας μέσα;

-Στο σαλόνι, όχι στην καμπίνα, δεν χωράω στην κουκέτα.

-Θα έρθω και εγώ, σκέφθηκα κάτι.

-Μη μου πεις, άσε με να μαντέψω. Καινούρια ιστορία.

-Ποίημα αλλά θα συνεχίσω και την ιστορία.

 

Η Χριστίνα Κλάδη ήταν όμορφη κοπέλα, ήταν ψηλή με γυμνασμένο σώμα και είχε πρόσωπο με αρμονικά χαρακτηριστικά. Τραβούσε τα βλέμματα και το ήξερε αλλά δεν την απασχολούσε, παρότι είχε κάνει κάποιες σχέσεις, δεν ήταν εκεί το μυαλό της, πρώτος σκοπός της ήταν η επιτυχία στις εξετάσεις για τη νομική. Ονειρευόταν να γίνει δικηγόρος από μικρή.

Αλλά παρά το διάβασμα δεν υποτιμούσε την αξία που είχαν οι χαρές της ζωής, το μπάσκετ που έπαιζε για να ξελαμπικάρει και να διοχετεύει την ενεργητικότητά της, η αυτή η εκδρομή που θα ήταν η απαραίτητη ανάπαυλα πριν τη μεγάλη δοκιμασία.

Τώρα ντυμένη με μια φανέλα και ένα μποξεράκι είχε ξαπλώσει στην μια από τις πάνω κουκέτες και μιλούσε με τις  συγκατοίκους της. Απέναντί της η Μαρία είχε αρχίσει να γλαρώνει ενώ κάτω έβλεπε την Άντζι να βάζει τα μποτάκια της ενώ ήταν και εκείνη ντυμένη με τον ίδιο τρόπο με την ίδια.

-Πας κάπου;

-Έχω ένα ραντεβού.

-Αργότερα έχω και εγώ, είπε η Μαρίνα, η κοπέλα κάτω από την Χριστίνα.

Η Άντζι την κοίταξε, η Μαρίνα είχε πέσει για ύπνο με ένα μικροσκοπικό εσώρουχο. Όχι ότι φορούσε και πολλά περισσότερα πριν, σκέφθηκε η Άντζι, ένα εφαρμοστό παντελόνι και ένα μπουστάκι που τόνιζε το τεράστιο στήθος της.

-Γιατί αργότερα;

-Να έχουν κοιμηθεί οι πιο πολλοί, μην μας πάρουν και χαμπάρι, είπε η Μαρίνα και της έκλεισε το μάτι.

-Κατάλαβα, είπε η Χριστίνα. Αρχίζει το ξεσάλωμα.

-Είμαστε 84 σε αυτήν την εκδρομή μην μετρώντας τους καθηγητές. Από τους 84 οι 40 είναι άντρες. Σκοπεύω να καλοπεράσω.

-Θα τους πάρεις όλους;

-Έ όχι όλους, εκείνον τον Φραγκίσκο του Γ1 δεν θα τον κοίταγα καν, όχι να πάω μαζί του. Ή αυτόν τον ψηλό στο 4.

-Τον Ερνέστο;

-Όχι, μωρέ τον άλλο, τον Μιχάλη. Τελείως ξενέρωτος, ο τύπος. Ο άλλος, ο Δημήτρης μου κάνει όμως, όπως και ο Ερνέστος.

Η Χριστίνα κράτησε μια νοερή σημείωση να ενημερώσει το Δημήτρη για τις προθέσεις της συμμαθήτριάς τους.

-Εγώ σας αφήνω, είπε η Άντζι και βγήκε.

-Καλή διασκέδαση, είπε η Μαρίνα, και μακριά από τα μπάζα!

 

Η Άντζι μπήκε στο σαλόνι και έριξε μια ματιά αναζητώντας τον λόγο που βρισκόταν εδώ αλλά δεν μπορούσε να τον βρει, ο Σταύρος δεν ήταν εδώ. Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχαν πει συγκεκριμένη ώρα και δεν ήξερε και ποια ήταν η καμπίνα του να πάει να τον βρει, δεν είχε δώσει βάση όταν τις διάβαζε η Δάρα.

Κάθισε σε μια πολυθρόνα για να περιμένει, μια παρέα δίπλα της έπαιζε αγωνία, τους παρακολούθησε γελώντας με τα σχόλιά τους όταν δεν τραβούσαν καλό χαρτί ή τους ξεπερνούσαν οι συμπαίκτες τους. Μετά από μερικές παρτίδες βαρέθηκε και τράβηξε το κουρτινάκι για να δει έξω από το παράθυρο δίπλα της αλλά δεν υπήρχαν και πολλά να δει στο σκοτάδι. Το σταθερό κούνημα του πλοίου της έφερε νύστα αλλά δεν ήθελε να φύγει, θα χανόταν με το Σταύρο. Αναζήτησε ένα πρόχειρο μέρος για να πάρει έναν υπνάκο και βρήκε το κατάλληλο σημείο. Λίγο πιο πέρα ο Μιχάλης έγραφε σε ένα τραπέζι, το είχε καταλάβει όλο με τα χαρτιά του αλλά αυτό δεν την ενδιέφερε, ήταν ο καναπές απέναντί του που της χρειαζόταν.

Σηκώθηκε και πήγε κοντά του.

-Ο καναπές είναι άδειος;

Ο Μιχάλης ίσα που σήκωσε το βλέμμα.

-Ναι, είναι.

-Μπορώ να ξαπλώσω;

-Ελεύθερα, είπε ο Μιχάλης επιστρέφοντας στο γράψιμό του.

 

-Και τι θα κάνεις; Θα βουτήξεις να τους σώσεις; Τι θα με σταματήσει από το να σου φυτέψω μια σφαίρα;

Ο Τελευταίος Άρχοντας Της Χαμένης Πόλης χαμογέλασε.

-Της έδεσες τα πόδια και την έριξες να πνιγεί και εκείνος βούτηξε να τη σώσει και ενώ το βάρος είναι πολύ δεν την εγκαταλείπει. Δεν σε διδάσκει αυτό τίποτα;

-Μόνο ότι η αγάπη μπορεί να σκοτώσει κάποιον, είπε ο κακοποιός.

-Η αγάπη είναι η μόνη δύναμη που οι δυνάμεις του Σκότους δεν μπορούν, και ποτέ δεν θα μπορέσουν, να κατανοήσουν.

Ο Ιππότης άπλωσε το χέρι του πάνω από το νερό κοιτώντας έντονα τα δύο μπλεγμένα σώματα που βυθίζονταν και προς μεγάλη έκπληξη όλων γύρω άρχισαν να σηκώνονται προς την επιφάνεια. Κραυγές δυσπιστίας ακούστηκαν και όλοι άρχισαν να κάνουν πίσω απομακρυνόμενοι από εκείνον…

-Κάθεσαι και γράφεις και δεν παρατηρείς το θέαμα.

Ο Μιχάλης σταμάτησε και ύψωσε το βλέμμα.

-Ποιο θέαμα; ρώτησε τον Βαγγέλη που στεκόταν δίπλα του. Εκείνος έδειξε την Άντζι. Ο Μιχάλης την είχε τελείως ξεχάσει. Ήταν αλήθεια ότι η φανέλα περιέγραφε το στήθος της τέλεια και το μποξεράκι δεν κάλυπτε τελείως τις καμπύλες της αλλά όπως πάντα εκείνος δεν είχε σηκώσει το βλέμμα του.

-Κοιμάται, είπε, σκάσε μην την ξυπνήσεις.

Ο Βαγγέλης κούνησε το κεφάλι του και πήγε προς την παρέα που έπαιζε ακόμα αγωνία. Ο Μιχάλης κοίταξε την Άντζι. Γιατί όλοι πρόσεχαν τις καμπύλες της και όχι ότι είχε γλυκό πρόσωπο ειδικά όπως είχε αποκοιμηθεί τώρα;

Ήταν η σειρά του να κουνήσει το κεφάλι του και μετά πήρε ένα φύλλο χαρτί, είχε σκεφθεί ένα ποίημα.