Ο Πρώτος Ένορκος 17

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Τρίτο




   Η πρώτη μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν η Σάντρα Μιον, μέλος του προσωπικού της D n' D Commercial, του ομίλου που ανήκε στον Άντονι Βάλμοντ και του οποίου ήταν πρόεδρος ως την ημέρα του θανάτου του. Ήταν μια γυναίκα ασιατικής καταγωγής με κλασσικά σχιστά μάτια, έντονα ζυγωματικά και στιλπνά μαύρα μαλλιά που έφταναν ως τη μέση της. Ντυμένη με ένα συντηρητικό σιέλ ταγέρ και με ελάχιστο διακριτικό μακιγιάζ παρουσίαζε την εικόνα του στελέχους πολυεθνικής εταιρίας όπως το έχουν οι περισσότεροι στο μυαλό τους. Η Ιόλη ήξερε εκ πείρας πως η εμφάνιση και η συμπεριφορά της στην αίθουσα του δικαστηρίου είχαν προγραμματισθεί από τον Μπόνακορ με κάθε λεπτομέρεια. Η Μιον πήρε τη θέση της στη θέση του μάρτυρα και ορκίστηκε να πει την αλήθεια και μόνο αυτή.
   Ο Μπόνακορ σηκώθηκε όρθιος και πήγε και πάλι κοντά στις θέσεις των ενόρκων, ήθελε να βρίσκεται κοντά τους για να μπορεί να αντιλαμβάνεται τη διάθεσή τους, τον ενθουσιασμό ή την αποδοκιμασία τους, να κεντρίζει το ενδιαφέρον τους να μπορεί να αλλάζει την πορεία της κατάθεσης αν έβλεπε πως έχανε την προσοχή τους.
   -Η κυρία Μιον εργάζεται στην εταιρία του θύματος όπου εργάζεται και η κατηγορούμενη, είπε, και θα μας μιλήσει για την σχέση μεταξύ τους όπως και για τις κινήσεις και των δυο την ημέρα του εγκλήματος.
   Στράφηκε προς την μάρτυρα.
   -Ονομάζεστε;
   -Σάντρα Μιον.
   -Κυρία Μιον, μιλήστε μας για τη θέση σας στον όμιλο D n' D.
   -Είμαι επικεφαλής του οικονομικού τμήματος.
   -Είναι μια σημαντική θέση;
   -Μάλιστα, είναι μια θέση που έχει πολλές ευθύνες και απαιτεί άμεση συνεργασία με τον πρόεδρο του ομίλου.
   -Συνεπώς είχατε στενή συνεργασία με το θύμα.
   -Μάλιστα.
   -Η κατηγορούμενη συνεργαζόταν επίσης με το θύμα;
   -Η κατηγορούμενη εργαζόταν στο τμήμα προωθήσεως πωλήσεων, η σχέση της με τον αείμνηστο Άντονι Βάνμοντ δεν είχε να κάνει με την ικανότητά της στη δουλειά αλλά με την προσωπική τους επαφή.
   -Θα μπορούσατε να μας διευκρινίσετε τι εννοείτε με αυτό; ρώτησε ο Μπόνακορ ενώ ψιθυριστά σχόλια ακούγονταν από το ακροατήριο. Ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε ο εισαγγελέας, η υπόνοια για την ηθική ακεραιότητα της Γκαμπριέλα. Πριν φτάσει στην κατηγορία για το φόνο ήθελε να την έχει περιγράψει ως μια αδίστακτη, χωρίς ηθικούς φραγμούς γυναίκα, να επηρεάσει τους ενόρκους προδιαθέτοντάς τους αρνητικά.
   -Η κατηγορούμενη είναι κόρη του κυρίου Ράνσομ, στενού φίλου του αείμνηστου. Είχε λοιπόν την εύνοιά του που εκείνη εκμεταλλευόταν ανάλογα.
   -Δηλαδή; Επαγγελματικά; Γρήγορη άνοδο στην ιεραρχία;
   -Φυσικά ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία της εταιρίας αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο όντας κόρη του κυρίου Ράνσομ. Αλλά το εκμεταλλευόταν και με άλλους τρόπους. Έκανε σχεδόν από την πρώτη στιγμή εμφανές ότι ήταν πρόθυμη να αναπτύξει πιο εγκάρδιες σχέσεις με τον αείμνηστο από τις σχέσεις που κανονικά υπάρχουν μέσα σε μια επιχείρηση.
   -Εννοώντας;
   -Εννοώντας σεξουαλικές σχέσεις, έδειξε αμέσως πως ήταν διαθέσιμη.
   Μουρμουρητά και πνιχτά γελάκια ακούστηκαν στο ακροατήριο. Ο Μπόνακορ ήξερε πως έπαιζε με την υπομονή του δικαστή. Ο Άιρτον σιχαινόταν τέτοια φαινόμενα και αντιδρούσε ανάλογα.
   -Καταλαβαίνετε βέβαια κυρία Μιον, πως στην αίθουσα αυτή αναζητούμε την αλήθεια άρα απλές εικασίες και φήμες δεν μας ενδιαφέρουν. Υπάρχουν γεγονότα που στηρίζουν αυτήν την άποψη; Είσασταν αυτόπτης μάρτυρας σε ένα ή περισσότερα;
   Η μάρτυρας έδειξε να διστάζει.
   -Πόσο ελεύθερα μπορώ να μιλήσω; είπε τελικά μιλώντας χαμηλόφωνα.
   -Μπορείτε να επαναλάβετε;
   Η Μιον το έκανε.
   -Θέλουμε όλη την αλήθεια κυρία Μιον, είπε ο δικαστής, δεν πρέπει να αποκρύψετε τίποτα για να μην εκθέσετε κάποιον ή να σπιλώσετε την μνήμη του νεκρού. Πείτε μας όσα ξέρετε όσο άσεμνα ή πρόστυχα μπορεί να σας φαίνονται.
   -Η Γκαμπριέλα Ράνσομ εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο το γεγονός πως ο αείμνηστος είχε αδυναμία στις γυναίκες και επεδίωξε να γίνει ερωμένη του. Τον φλέρταρε από την πρώτη στιγμή ενώ εκείνος δεν το έκανε ίσως από σεβασμό στη φιλία με τον πατέρα της. Αλλά εκείνη επέμενε όλο και πιο προκλητικά ως που πέτυχε αυτό που ήθελε.
    -Πως γνωρίζετε ότι δεν ήταν απλό φλερτ; Στο κάτω κάτω της γραφής οι ώριμοι άνδρες πάντα είναι γοητευτικοί για τις νεαρές κοπέλες.
   -Γιατί είδα με τα μάτια μου την συνέχεια, είπε η Μιον και συνέχισε διστακτικά. Είδα την κατηγορούμενη να κάνει έρωτα με τον Άντονι Βάλμοντ. Εμ....
   -Συνεχίστε παρακαλώ, είπε ήσυχα ο Μπόνακορ, καταλαβαίνουμε όλοι πόσο άβολα αισθάνεστε μιλώντας για τέτοια λεπτά ζητήματα δημοσίως αλλά έχουμε μια υπόθεση φόνου και πρέπει να έρθουν στο φως όλα όσα αποδεικνύουν το κίνητρο της κατηγορούμενης.

   Η Σάντρα Μιον ένιωθε άσχημα να μιλάει για τέτοια θέματα; Η Γκαμπριέλα θα γελούσε αν η θέση της δεν ήταν τόσο απελπιστική. Ήξερε πολύ καλά τη γυναίκα αυτή, ήταν από τα πρώτα άτομα που είχε γνωρίσει στην εταιρία. Αδίστακτη και ωφελιμίστρια δεν δίσταζε μπροστά σε οτιδήποτε για να πετύχει τους στόχους της. Η εκμετάλλευση των σωματικών της προσόντων δεν ήταν σπάνια. Και τώρα κατηγορούσε την Γκαμπριέλα για το ίδιο. Ποια; Εκείνη που αποτελούσε κοινό μυστικό ότι είχε κοιμηθεί με όλους τους άνδρες του διοικητικού συμβουλίου. Γιατί είχε δεχθεί να καταθέσει; Τη μισούσε τόσο;
    Θυμήθηκε εκείνο το βράδυ τα προηγούμενα Χριστούγεννα, είχε μόλις λίγους μήνες στην D n' D και εκείνο το πάρτι ήταν η πρώτη της φορά σε εκδήλωση της εταιρίας. Είχε διασκεδάσει πολύ και είχε χαρεί διαπιστώνοντας πως την συμπαθούσαν οι συνάδελφοι της. Όταν ξεκίνησε να φύγει ήταν τόσο χαρούμενη που ξέχασε να πάρει το παλτό της. Της το θύμισε το κρύο της Δεκεμβριάτικης νύχτας. Επέστρεψε να το πάρει. Πήρε τον ανελκυστήρα μόνο που από συνήθεια πίεσε το κουμπί για τον 33ο όροφο που βρισκόταν το γραφείο της και όχι εκείνο του 20ου όπου είχε γίνει η γιορτή.
   Βγαίνοντας στον όροφο από τον ανελκυστήρα κατάλαβε το λάθος της αλλά η πόρτα πίσω της είχε προλάβει να κλείσει. Ξανακάλεσε τον ανελκυστήρα και τότε άκουσε πνιχτές φωνές και ήχους από το γραφείο του Βάλμοντ. Αποφάσισε να πάει να ευχηθεί στο αφεντικό της αντί να περιμένει εκεί. Διαπίστωσε πως κανείς άλλος δεν βρισκόταν στον όροφο και προχώρησε προς το γραφείο. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και αυτό που είδε την έκανε να σταματήσει σοκαρισμένη. Ο Βάλμοντ είχε πετάξει το σακάκι από το κουστούμι του μαζί με το πουκάμισο και τη γραβάτα του και έκανε έρωτα με την Σάντρα που ήταν ήδη ολόγυμνη. Έκανε να φύγει αλλά εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή πριν στραφεί και απομακρυνθεί το βλέμμα της συνάντησε αυτό της Μιον. Αυτό που είδε την τάραξε ακόμα περισσότερο, το βλέμμα της δεν ήταν εκείνο που θα περίμενε κανείς, γεμάτο πόθο ή λαγνεία. Ήταν σκληρό και υπολογιστικό.
   Την είχε δει, η Γκαμπριέλα ήταν σίγουρη γι' αυτό. Αλλά δεν είχε γίνει ποτέ αναφορά στο γεγονός, οι σχέσεις τους εξακολουθούσαν να είναι τυπικές όπως και ως τότε. Και τώρα η Σάντρα Μιον, κατέθετε εναντίον της. Άραγε για να την εκδικηθεί; Τη θεωρούσε αντίπαλο που έπρεπε να βγει από τη μέση.

   -.... και διαπίστωσα ότι έκανε έρωτα με τον κύριο Βάλμοντ. Ήταν ολόγυμνη.....
   Η Γκαμπριέλα συνειδητοποίησε με φρίκη τι συνέβαινε. Η Σάντρα χρησιμοποιούσε ακριβώς το ίδιο περιστατικό μόνο που είχε αντιστρέψει τους ρόλους.
   -Λες ψέμματα! ούρλιαξε ενώ τιναζόταν όρθια. Πως μπορείς;
   -Λυπάμαι, είπε ατάραχη η Σάντρα, φύλαξα το μυστικό σου όσο καιρό δεν έβλαπτε κανέναν. Τώρα πια δεν μπορώ.
   -Λες ψέμματα, ούρλιαξε ξανά η Γκαμπριέλα σε κατάσταση σοκ. Γιατί το κάνεις αυτό; Ε; Με θέλεις νεκρή; Επειδή σε είδα;
   -Κύριε πρόεδρε, είπε ο Μπόνακορ, αυτή η συμπεριφορά προσβάλλει το δικαστήριο και ασκεί ψυχολογική πίεση στη μάρτυρα.
   -Κυρία συνήγορε, είπε ήρεμα ο Άιρτον, συνετίστε την πελάτη σας.
   Η Ιόλη ήδη μιλούσε ψιθυριστά στην Γκαμπριέλα και την κανάκευε προσπαθώντας να την ηρεμήσει.
   Ο Μπόνακορ στράφηκε και πάλι στη μάρτυρα.
   -Άρα η κατηγορούμενη και το θύμα είχαν μια ερωτική σχέση που θα χαρακτηρίζατε έντονη, είπε συνοψίζοντας την όλη ως τώρα κατάθεση της Μιον, ξέροντας πως τέτοια συμπεράσματα εντυπώνονταν πιο εύκολα στο μυαλό των ενόρκων.
   -Μάλιστα.
   -Την ημέρα του εγκλήματος είχατε παρατηρήσει κάποια αλλαγή στη συμπεριφορά του θύματος;
   -Μπορώ να πω ναι. Ο αείμνηστος ήταν σε αδημονία, υπερκινητικός, ανυπομονούσε για κάτι.
   -Αυτό ήταν κάτι ασυνήθιστο για εκείνον;
   -Όχι δεν θα το έλεγα, ο αείμνηστος ήταν πάντα υπ' ατμόν, άνθρωπος της δράσης και όσο πλησίαζε σε κάποια επιτυχία, στο κλείσιμο κάποιας δουλειάς, στην επίτευξη κάποιας συμφωνίας τόσο και εντεινόταν αυτό.
   -Άρα ήταν μια συνηθισμένη μέρα;
   -Δεν διέφερε σε κάτι.
   -Η κατηγορούμενη; Την είδατε εκείνη την ημέρα;
   -Μόνο την ώρα που σχολούσε. Έφυγε μισή ώρα μετά τον κύριο..... τον αείμνηστο. Θυμάμαι ότι το παρατήρησα γιατί ρώτησε μια από τις κοπέλες στη γραμματεία αν εκείνος είχε φύγει.
   -Παρατηρήσατε κάτι περίεργο, ασυνήθιστο;
   -Φαινόταν πολύ ευχαριστημένη με τον εαυτό της, αυτό πάντα τη χαρακτήριζε, δεν θα την έλεγες ποτέ μετριόφρονα άνθρωπο αλλά σίγουρα εκείνη την ημέρα ήταν ιδιαίτερα έντονο.
   -Την είδατε ξανά μέχρι σήμερα την κατηγορούμενη;
   -Όχι.
   Ο Μπόνακορ στράφηκε στο δικαστή.
   -Ολοκλήρωσα την εξέταση της μάρτυρος κύριε πρόεδρε.
   -Η υπεράσπιση επιθυμεί να εξετάσει τη μάρτυρα;
   -Μάλιστα κύριε πρόεδρε, είπε η Ιόλη.
   Ο Άιρτον κοίταξε το ρολόι του και μετά είπε:
   -Θα διακόψουμε για μια ώρα και θα συνεχίσουμε με την εξέταση της μάρτυρος από την υπεράσπιση.
    Καθώς όλοι σηκώνονταν ο Μακ Γκρέγκορ είδε τον Βαλίν να βγαίνει από την αίθουσα.
    -Μπορώ να πάω στην τουαλέτα; ρώτησε το δικαστικό κλητήρα.

   Η Λίζα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και χαμογέλασε στο είδωλό της. Η νεαρή τραγουδίστρια είχε έρθει να φρεσκαριστεί, πάντα πρόσεχε την εμφάνισή της και τώρα ακόμα ένας λόγος περισσότερο που βρισκόταν στην αίθουσα του δικαστηρίου όπου υπήρχαν τόσοι δημοσιογράφοι.
   Όταν ετοίμαζε τα πράγματά της για την περίπτωση που θα την επέλεγαν για ένορκο είχε σκεφθεί να πάρει πιο συντηρητικά ρούχα αλλά είχε απορρίψει την ιδέα. Και τώρα χαιρόταν γι' αυτό. Από την αρχή της είχε τραβήξει την προσοχή ο Μακ Γκρέγκορ αν και εκείνος έδειχνε να έχει το νου στην υπόθεση και μόνο. Μετά την προσοχή της την είχε τραβήξει ο Κρίστιαν Ζάιτς, ο έκτος ένορκος που είχε επιλεγεί. Από το σώμα τον ενόρκων ήταν ο πιο σχετικός με τα καθήκοντα που καλούνταν να ασκήσουν μιας και ήταν δικηγόρος. Την είχε φλερτάρει το προηγούμενο βράδυ και αυτό της άρεσε γιατί ήταν ένας καλοβαλμένος άνδρας και είχε αμέσως δείξει ενδιαφέρον για εκείνη. Το μειονέκτημά του ήταν πως εκεί που ο Μακ Γκρέγκορ ήταν απόμακρος και σκεφτικός ο Ζάιτς έκανε πολύ εμφανές τι ακριβώς ήταν που τον ενδιέφερε.
   Ολοκλήρωσε την περιποίησή της και ετοιμάστηκε να βγει από τις γυναικείες τουαλέτες όταν άκουσε μια ήρεμη συζήτηση από τις ανδρικές. Αναγνώρισε τη φωνή του Μακ Γκρέγκορ και κατάλαβε πως μιλούσε για την υπόθεση της Γκαμπριέλα.
   "Με ποιον μιλάει; αναρωτήθηκε η κοπέλα, αυτό δεν επιτρέπεται."
   Οι τουαλέτες χωρίζονταν με τοίχο που δεν έφτανε ως την οροφή. Αποφασισμένη να μάθει τι συνέβαινε η Λίζα πάτησε σε έναν νιπτήρα ώστε να φτάσει να δει πάνω από τον τοίχο. Το έκανε με προσοχή για να μην την αντιληφθούν.
   Στις διπλανές τουαλέτες βρισκόταν ο Μακ Γκρέγκορ μαζί με έναν ακόμα άνδρα που η Λίζα είχε ακούσει άλλη μια φορά το όνομά του, τον λοχία Βαλίν.
   -Λέει ψέμματα ή δεν λέει την αλήθεια ολόκληρη, έλεγε ο Βαλίν.
   -Πως το ξέρεις;
   -Από τον τόνο της φωνής της.
   Ο Μακ Γκρέγκορ ακουμπούσε στον τοίχο ενώ ο Βαλίν στεκόταν δίπλα στην πόρτα. Ο πρώτος είχε την πλάτη του στραμμένη προς εκείνη, τον δεύτερο τον έβλεπε προφίλ. Ο Μάικ απομακρύνθηκε από τον τοίχο και η Λίζα ανησύχησε πως θα την έβλεπε αλλά ήταν σκεφτικός και δεν σήκωσε ψηλά το κεφάλι του.
   -Ένστικτο; ρώτησε.
   -Όχι, είπε ο Βαλίν που φάνηκε να διστάζει.
   -Αλλά;
   -Ξέρεις για τις συνήθειες μου σχετικά με το άλλο φύλλο, ξεκίνησε τελικά ο λοχίας κοιτώντας τα πλακάκια του δαπέδου.
   -Ναι, είπε ο Μάικ. Κατάλαβες κάποια ανακρίβεια; Ανακολουθία;
   Ο Βαλίν και πάλι άργησε να απαντήσει. Η ερωτική του ζωή μόνο πλούσια μπορούσε να χαρακτηρισθεί κάτι που ήξερε πως δεν ίσχυε για τον ανώτερό του και στενό φίλο του.
   -Ξέρω πως ποτέ δεν ήσουν..... δεν είχες πολλές επαφές και μετά το θάνατο της Καμί δεν υπήρξε στη ζωή σου άλλη γυναίκα.... Αισθάνομαι άβολα.
   -Δεν υπάρχει πρόβλημα, πες μου. Γιατί λέει ψέμματα;
   -Ο τρόπος που μίλησε για τη σκηνή, δεν την είδε μόνο. Την έζησε, και με πολύ πάθος.
   -Άρα κοιμόταν με τον Βάλμοντ;
   -Σίγουρα. Μπορεί να μη λέει ψέμματα. Μπορεί απλά να μη λέει όλη την αλήθεια. Αν κάνανε κάτι αρρωστημένο, οι τρεις τους, άφησε τον εαυτό της απέξω και κατάθεσε σαν θεατής.
   -Αυτή η υπόθεση χειροτερεύει, είπε ο Μάικ και έκλεισε τα μάτια του. Με τα υπόλοιπα τι γίνεται;
   -Η ασφάλεια του ξενοδοχείου ανατέθηκε σε' μας. Επισήμως μήπως οι θερμόαιμοι θελήσουν να πάρουν εκδίκηση από' σενα. Η διοίκηση ήθελε για λίγο να είσαι φρουρούμενος μήπως οι Τούρκοι έχουν καμιά ιδέα αντιποίνων. Δεν θα περνάει τίποτα, δεν θα μπαίνει κανείς ή να βγαίνει αν δεν το θέλουμε εμείς.
   -Τα τηλέφωνα;
   -Το φροντίσαμε.
   -Ωραία, αυτά προς το παρόν.
   -Μάικ, πιστεύεις πως είναι αθώα;
   -Δεν ξέρω, αλλά δεν θα τη στείλω για την ένεση αν δεν είμαι σίγουρος για την ένοχή της.
   -Τον σκότωσε.
   -Αν όντως τον σκότωσε γιατί τη βίασε, είπε ο Μακ Γκρέγκορ, τότε είναι αθώα και ορκίζομαι στην ψυχή της Καμί ότι δεν θα πάει φυλακή.

Ο Πρώτος Ένορκος 16

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Οι υποστηρικτές και των δυο πλευρών συγκεντρώθηκαν από νωρίς έξω από το δικαστικό μέγαρο φωνάζοντας συνθήματα και αγριοκοιτάζοντας τους αντιπάλους τους κάτω από τα όλο και πιο ανήσυχα βλέμματα των αστυνομικών που αντιλαμβάνονταν πως αρκούσε μια σπίθα για να φέρει την καταστροφή. Ένα αντικείμενο που θα εκτοξευόταν από τη μια παράταξη στην άλλη, ένα σχόλιο ή ένα βλέμμα που κάποιος θα έπαιρνε προσωπικά και θα ξεσπούσε μια άγρια σύγκρουση.
   Η άφιξη του δικαστή Άιρτον δεν έφερε καμία αλλαγή και έγινε απρόσκοπτα. Κανένας δεν διανοήθηκε να τον ενοχλήσει ή να τον εμποδίσει. Αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο γεγονός πως το όλο σύστημα απονομής δικαιοσύνης είχε την εμπιστοσύνη των πολιτών αλλά και στη φήμη του ίδιου του Στήβεν Άιρτον ως ανθρώπου που δεν μπορούσε κανείς να εκφοβίσει. Λεγόταν μάλιστα πως κάποιος που το είχε δοκιμάσει είχε δεχθεί ένα άκρως διδακτικό μάθημα στις γνώσεις του δικαστή πάνω στην αυτοάμυνα.
   Οι φεμινιστικές οργανώσεις, αν και βρίσκονταν σε διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ τους, είχαν καταφέρει να συμφωνήσουν στην επίδοση ενός κοινού ψηφίσματος στο δικαστή υποδεικνύοντας τα ελαφρυντικά της Γκαμπριέλα για τη διάπραξη του εγκλήματος που τη βάραινε. Ο Άιρτον το είχε παραλάβει σχολιάζοντας πως ήξερε τη νομοθεσία και τη νομολογία και πως ακόμα τίποτα δεν είχε γίνει αφού σήμερα θα ξεκινούσε ουσιαστικά η ακροαματική διαδικασία.
   Η άφιξη όμως των ενόρκων δεν ήταν το ίδιο απρόσκοπτη. Οι φωνές και τα συνθήματα έφτασαν σε ένα εκκωφαντικό κρεσέντο. Οι υποστηρικτές και των δυο πλευρών φώναζαν όσο περισσότερο μπορούσαν και ανέμιζαν πανό και πλακάτ με τα συνθήματα και τις θέσεις τους. Καθώς οι ένορκοι κατέβαιναν από το λεωφορείο τους καλούσαν με τα ονόματά τους, που είχαν διαρρεύσει από τους δημοσιογράφους, να κάνουν το σωστό. Οι φωνές, ειδικά από τους εχθρικά διατεθειμένους προς την Γκαμπριέλα, κόπασαν τη στιγμή που αποβιβάστηκε ο Μακ Γκρέγκορ. Το μάθημα που είχε δώσει το προηγούμενο απόγευμα στον άνδρα που τον είχε προσβάλλει ήταν ακόμα νωπό στη μνήμη όλων.
   Οι ένορκοι έφτασαν στην είσοδο του δικαστικού μεγάρου και πέρασαν στο εσωτερικό του. Ένας αστυνομικός που έβγαινε βιαστικός έπεσε πάνω στον Ρέηντζερ, είπε ένα γρήγορο συγνώμη και βγήκε. Οι ένορκοι πέρασαν στην αίθουσα των συνεδριάσεων και περίμεναν την άφιξη των αντιδίκων.
   Πρώτος έφτασε ο Μπόνακορ που πάρκαρε επίτηδες έξω από τον προστατευτικό κλοιό των αστυνομικών και προχώρησε πεζός προς το δικαστήριο προσφέροντας στις κάμερες και τις φωτογραφικές μηχανές των δημοσιογράφων την εικόνα που ήθελαν, ο άψογος νομικός που δεν χρειάζεται προστασία γιατί έχει την αγάπη του κόσμου κάνοντας το καθήκον του στο ακέραιο. Τα αδηφάγα μέσα μαζικής ενημέρωσης ρούφηξαν άπληστα την εικόνα, ο εισαγγελέας ήταν πάντα καλός συνεταίρος. Τους έδινε απλόχερα αυτό που ήθελαν σε αντάλλαγμα για την υποστήριξή τους.
   Προχώρησε απολαμβάνοντας τις επευφημίες των επικριτών της Γκαμπριέλα και με το μυαλό του στο πόσο χρήσιμη θα του φαινόταν η δημοτικότητα αυτή πολύ σύντομα. Δεν είχε λόγο να ανησυχεί για τη δίκη. Όλα τα στοιχεία συνηγορούσαν στη δική του άποψη. Το ήξεραν και οι φεμινιστικές οργανώσεις που του είχαν απευθύνει ένα υπόμνημα για την υπεράσπιση της Γκαμπριέλα. Ναι θα νικούσε σ' αυτήν την δίκη και θα ζητούσε τη θανατική ποινή για την Γκαμπριέλα Ράνσομ.
   Ακούγοντας τις φωνές πίσω του να δυναμώνουν ο εισαγγελέας στράφηκε να δει έχοντας καταλάβει πως έφτανε το περιπολικό που μετέφερε την κατηγορούμενη. Είχε δώσει εντολές να σταματάει το περιπολικό έξω από τον αστυνομικό κλοιό ώστε να υφίσταται η Γκαμπριέλα την ταπείνωση να περνάει μέσα από το εξαγριωμένο πλήθος που την αποδοκίμαζε. Με ευχαρίστηση την είδε να σκύβει το κεφάλι κάτω από τις ύβρεις του όχλου που έπνιγαν τα όποια ενθαρρυντικά λόγια της φώναζαν οι υπερασπιστές της.
   Πήγε στην αίθουσα που θα διεξαγόταν η δίκη χωρίς να κρύβει το χαμόγελό του.

   -Γίνεται χαμός εκεί έξω, είπε η Λίζα. Δεν της αξίζει της κακομοίρας αυτό. Ακόμα και αν είναι ένοχη δεν χρειάζεται αυτήν την διαπόμπευση.
   Στεκόταν δίπλα στο παράθυρο και κοιτούσε έξω. Δεν απευθυνόταν σε κάποιον συγκεκριμένα και ήταν η Ντέμπορα Γουντς που απάντησε.
   -Σιγά μην την λυπηθούμε κιόλας, όπως έστρωσε θα κοιμηθεί.
   Η Λίζα κοίταξε την μεγαλύτερή της γυναίκα με μάτια στενεμένα από την οργή. Έκανε να κινηθεί προς το μέρος της αλλά το βλέμμα της έπεσε στον Μακ Γκρέγκορ που έκανε μια ανεπαίσθητη αρνητική κίνηση με το κεφάλι του. Οργισμένη σκέφθηκε να τον αγνοήσει αλλά η σκέψη πως εκείνος ήταν ο μόνος που φαινόταν να μη θεωρεί την Γκαμπριέλα de facto ένοχη τη συγκράτησε. Κοίταξε και πάλι έξω. Η Γκαμπριέλα είχε πλέον μπει στο δικαστικό μέγαρο και τα πλήθη είχαν κάπως ησυχάσει.
   -Παρακαλώ περάστε στην αίθουσα, είπε ο δικαστικός κλητήρας.
   Καθώς όλοι πήγαιναν προς την πόρτα ο Μάικ πρόφτασε την Λίζα.
   -Μην αντιδράς, της ψιθύρισε βιαστικά. Μη δώσεις αφορμή να σε εξαιρέσουν από τους ενόρκους, αν πιστεύεις τόσο στην αθωότητά της είσαι η μόνη της ελπίδα εδώ μέσα.
   Η Λίζα τον κοίταξε αλλά δεν πρόλαβε να ρωτήσει τίποτα καθώς πέρασαν στην κατάμεστη αίθουσα του δικαστηρίου.

   Η Γκαμπριέλα τελείωσε με το κούμπωμα του πουκαμίσου της και κοίταξε την Ιόλη που της χαμογέλασε ενθαρρυντικά.
   -Δεν έχει νόημα, είπε η κοπέλα. Ακούς τι γίνεται εκεί έξω; Ακόμα και αν αθωωθώ δεν θα είμαι ποτέ ξανά αποδεκτή. Πουθενά.
   Η Ιόλη πλησίασε και την αγκάλιασε.
  -Αυτό ακριβώς θέλουν, να χάσεις το θάρρος σου. Μην τους κάνεις το χατήρι. Κράτα ψηλά το κεφάλι, δεν πρέπει να ντρέπεσαι επειδή υπερασπίστηκες τον εαυτό σου. Έλα πάμε.
   Πήραν τη θέση τους στην αίθουσα και σχεδόν αμέσως μπήκε ο δικαστής.
  "Αρχίζουμε",σκέφθηκε η Ιόλη και δεν ήταν η μόνη.

   Ο Στήβεν Άιρτον στράφηκε και κοίταξε τους δώδεκα ενόρκους. Ο Μπόνακορ, που ήταν έτοιμος να σηκωθεί και να ξεκινήσει τη δίκη με την εναρκτήρια αγόρευσή, του μόρφασε αλλά δεν είπε τίποτα. Δεν μπορούσε να πει εξάλλου, στην αίθουσα του δικαστηρίου ο δικαστής εκπροσωπεί τον νόμο και είναι απόλυτος κύριος στην αίθουσα. Άλλους δικαστές μπορούσε να τους χειραγωγήσει, ακόμα και να τους εκφοβίσει, όχι όμως αυτόν τον δικαστή.
   -Θα σας πω κάποια λόγια, είπε ο Άιρτον στο σώμα των ενόρκων, σχετικά με τη διαδικασία. Ο κύριος εισαγγελέας θα σας πει ποια είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής στη συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι απαραίτητα η πλήρης αλήθεια, ούτε η απόφαση που πρέπει να λάβετε. Είναι η θέση της πολιτικής αγωγής. Για την υποστήριξη της θέσης του ο κύριος εισαγγελέας θα παρουσιάσει κάποιους μάρτυρες. Ακούστε τι έχουν να πουν με προσοχή αλλά μη βιαστείτε να προχωρήσετε σε λήψη μιας απόφασης ως το τέλος της διαδικασίας. Είσαστε ελεύθεροι να κρατήσετε σημειώσεις αν το επιθυμείτε και νομίζετε πως θα σας είναι χρήσιμο αλλά δεν είναι απαραίτητο, στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας θα σας παραδοθούν όλα τα τεκμήρια που θα παρουσιαστούν στη δίκη καθώς και αντίγραφα των καταθέσεων. Αν έχετε κάποια ερώτηση σχετικά με κάποια κατάθεση, μπορείτε να την υποβάλλετε σύμφωνα με το προηγούμενο δεδικασμένο της υποθέσως Ροντρίγκες. Η κυρία συνήγορος θα παρουσιάσει τις θέσεις της υπεράσπισης και θα καλέσει τους δικούς της μάρτυρες όπου ισχύουν τα όσα ήδη είπα. Στο τέλος και οι δυο πλευρές θα κάνουν μια τελική αγόρευση και πλέον θα είναι η ώρα για την ετυμηγορία σας.
   Ο δικαστής έκανε μια μικρή παύση και ύστερα πρόσθεσε:
   -Θέλετε να ρωτήσετε κάτι τώρα;
   Κανένας από το σώμα των ενόρκων δεν κινήθηκε και ο δικαστής είπε:
   -Καλώς, σας εύχομαι καλή επιτυχία στο έργο σας. Κύριε Μπόνακορ, μπορείτε να αρχίσετε.
   Ο Μπόνακορ σηκώθηκε και έστρωσε το σακάκι του. Με αργά βήματα πλησίασε τις θέσεις των ενόρκων και στάθηκε κοντά στην πρώτη σειρά των θέσεων.
   -Κυρίες και κύριοι, ονομάζομαι Ζαν - Πιερ Μπόνακορ, ξεκίνησε με αυτοπεποίθηση, και είμαι εισαγγελέας της έδρας σε αυτήν την υπόθεση της πολιτείας κατά της Γκαμπριέλα Ράνσομ. Η υπόθεση ονομάζεται η πολιτεία κατά της Γκαμπριέλα Ράνσομ γιατί το έγκλημα που διαπράχθηκε έγινε κατά κάποιου που δεν μπορεί πλέον να διεκδικήσει τίποτα. Ο Άντονι Βάλμοντ είναι νεκρός, δεν μπορεί να αξιώσει δικαιοσύνη και η πολιτεία αναλαμβάνει το έργο αυτό. Θα αποδείξουμε λοιπόν ενώπιόν σας ότι η Γκαμπριέλα Ράνσομ χρησιμοποιήσε τη σεξουαλική έλξη που ένιωσε ο Άντονι Βάλμοντ για να τον παρασύρει σε μια θανάσιμη παγίδα. Είναι μια νέα και όμορφη γυναίκα όπως μπορείτε να δείτε και ο Άντονι Βάλμοντ δελεάστηκε. Ήταν ένας παντρεμένος άνδρας και σίγουρα είναι μεμπτό αυτό αλλά δεν του άξιζε να πεθάνει με κομμένο το λαιμό σαν σφάγιο αρχαίας θυσίας. Θα αποδείξουμε, τι άνθρωπος ήταν ο νεκρός όπως και τι κρύβεται πίσω από το αγγελικό όνομα της Γκαμπριέλα Ράνσομ, τα κίνητρα και το φθόνο που την οδήγησαν στο τρομερό της έγκλημα. Ευχαριστώ.
   Ο Μπόνακορ επέστρεψε στη θέση του. Ήταν σίγουρος πως είχε κάνει καλή εντύπωση στους ενόρκους και τους είχε προδιαθέσει ευνοΐκά απέναντι στην υπόθεσή του.
   Ο Μακ Γκρέγκορ είχε την ίδια άποψη. Ο εισαγγελέας και γενικά η κατηγορούσα αρχή έχει πλεονέκτημα, σε κάθε δίκη σχεδόν, εξαιτίας της ανθρώπινης προδιάθεσης που ευκολότερα πείθεται για την ενοχή κάποιου παρά για την αθωότητα. Ο Μπόνακορ είχε κάνει μια ήπια και μετριοπαθή παρουσίαση παρουσιάζοντας το πρόσωπο κοινωνικού λειτουργού που δεν έχει τίποτα το προσωπικό με κανέναν αλλά κάνει το καθήκον του. Ο Ρέηντζερ έβλεπε ότι είχε πετύχει κατά πολύ η προσέγγισή του. Από τους δώδεκα ενόρκους πέρα από τον ίδιο μόνο ο Βίνεκερ και η Λίζα δεν είχαν δει με καλό μάτι την πρώτη αγόρευση του δημόσιου κατήγορου. Ο ηλικιωμένος πρώην βιβλιοπώλης γιατί η γνώση της ανθρώπινης ψυχολογίας, που τόσα χρόνια συναναστροφής με κόσμο του είχαν χαρίσει, του επέτρεπε να δει την αλήθεια πίσω από την παράσταση και η νεαρή τραγουδίστρια γιατί ήταν πεπεισμένη πως η Γκαμπριέλα ήταν αθώα. Ψιθυριστά είχε αποκαλέσει τον εισαγγελέα με μια παγκοσμίως κοινή λέξη με τρία άλφα. Οι υπόλοιποι ωστόσο ένορκοι είχαν δεχθεί την αγόρευση του θετικά.
   Η Ιόλη σηκώθηκε για να κάνει τη δική της εναρκτήρια αγόρευση. Στάθηκε όρθια μπροστά στο κάθισμά της, δεν ήθελε να πλησιάσει τους ενόρκους, ήθελε να διαφοροποιήσει την στάση της από τον Μπόνακορ όσο περισσότερο μπορούσε, ακόμα και τέτοιες λεπτομέρειες έπαιζαν το ρόλο τους στην εικόνα που σχημάτιζαν στο μυαλό τους οι ένορκοι.
   -Ονομάζομαι Ιόλη Χόφμαν, είπε με ήρεμη και συγκρατημένη φωνή. Είμαι η συνήγορος της Γκαμπριέλα Ράνσομ. Βρίσκομαι εδώ για να αποδείξω ένα και μόνο πράγμα, ότι η κοπέλα που κάθεται σ' αυτήν εδώ την θέση, εγκαταλελειμένη απ' όλους.......
   -Ένσταση, κύριε πρόεδρε! φώναξε ο Μπόνακορ ενώ τιναζόταν όρθιος. Προσπαθεί να επηρεάσει συναισθηματικά τους ενόρκους.
   -Είναι γεγονός κύριε πρόεδρε, είπε η Ιόλη, έχω αναλάβει την υπεράσπισή της εθελοντικά, άνευ αμοιβής. Δεν είναι σε θέση να προσλάβει δικηγόρο.
   -Γεγονός άσχετο με τη δίκη! είπε ο Μπόνακορ.
   -Σχετικό, είπε με πάθος η Ιόλη αποκαλύπτοντας για πρώτη φορά στην Γκαμπριέλα τη φλόγα που έκρυβε μέσα της και το ότι θα πάλευε με όλες της τις δυνάμεις σ' αυτήν την δίκη.
   -Μπορείτε να το αποδείξετε αυτό κυρία συνήγορε; ρώτησε ο Άιρτον ήσυχα.
   -Αν ο κύριος κατήγορος με αφήσει να ολοκληρώσω, είπε δηκτικά η Ιόλη.
   -Η ένσταση απορρίπτεται.
   -Θα αποδείξω λοιπόν, είπε η Ιόλη, ότι αυτή η ανυπεράσπιστη κοπέλα, δεν είχε ποτέ σκεφθεί να παγιδεύσει και να δολοφονήσει τον Άντονι Βάλμοντ, γιατί αυτό σημαίνει φόνος πρώτου βαθμού, πως υπήρξε προμελέτη. Πως υπήρχε πρόθεση και είχε προμελετηθεί το έγκλημα. Η Γκαμπριέλα Ράνσομ όμως δεν είχε προμελετήσει τίποτα. Επέστρεφε από τη δουλειά της και έπεσε θύμα ενός κτηνώδους βιαστού, αμύνθηκε με το μόνο τρόπο που της ήταν εύκαιρος. Ναι σκότωσε τον Άντονι Βάλμοντ αλλά ήταν αυτοάμυνα και όχι προμελετημένος φόνος και αυτό θα αποδείξουμε. Ευχαριστώ.
   Η Ιόλη κάθισε και πάλι, τα λόγια της δεν είχαν περάσει χωρίς αντίκτυπο αλλά απείχαν από το να έχουν επηρεάσει τους ενόρκους το ίδιο με του Μπόνακορ που σηκωνόταν από τη θέση του για να καλέσει την πρώτη του μάρτυρα.

Δεν Σε Ξεχνώ

Author: Νυχτερινή Πένα /

Η νύχτα σταλάζει κάτι
από τη μοναξιά της στην ψυχή μου,
αργά και βασανιστικά
απλώνοντας το σκοτεινό κενό της μέσα μου βαθιά,
θέλοντας να διώξει τη θυμησή σου
τώρα που είσαι μακριά.

Μα δεν το μπορεί,
δεν είναι δυνατό,
γιατί καμία γλύκα
δεν μπορεί να διώξει
το γλυκό σου γέλιο
από την καρδιά μου,
κανένα άρωμα
δεν μπορεί να φτάσει
το λεμονανθό στα μαλλιά σου.

Καμιά υπόσχεση λήθης
ή ανέφελης και ξέννοιαστης ευτυχίας
δεν μπορεί να με κάνει να λησμονήσω,
από την μνήμη και την καρδιά μου
να σε σβήσω.

Ο Πρώτος Ένορκος 15

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Οι πέντε επιλεγμένοι ένορκοι πέρασαν στην αίθουσα που θα χρησιμοποιούταν και για τις συνεδριάσεις του σώματος. Από τη στιγμή που συγκαταλέγονταν στους ενόρκους θα έπρεπε να παραμείνουν απομονωμένοι. Ο δικαστικός κλητήρας που είχε αναλάβει την φροντίδα τους θα φρόντιζε να γευματίσουν και θα μετέφερε τυχόν παραγγελίες τους σε δικούς τους ανθρώπους για τα πράγματα που θα χρειάζονταν για την παραμονή τους στο ξενοδοχείο Κόλονι.
   -Κύριε λοχαγέ θέλετε κάτι για να γευματίσετε;
   -Όχι ευχαριστώ, είπε ο Μάικ Μακ Γκρέγκορ.
   -Κάποιο μήνυμα;
   -Ναι, θέλω να πείτε στον λοχία Βάλιν, να σας δώσει την τσάντα μου. Δεν θα δυσκολευτείτε να τον βρείτε, φοράει στολή σαν τη δική μου με μόνη διαφορά τα διακριτικά στο μανίκι. Δεν θα υπάρχουν άλλοι ένστολοι στο ακροατήριο.
   -Εντάξει κύριε λοχαγέ, είπε ο δικσστικός κλητήρας και έφυγε.
   Ο Μάικ πήγε κοντά στο παράθυρο και κοίταξε έξω, είχε θέα στην είσοδο του δικαστικού μεγάρου και τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές που συνέχιζαν να ανταλάσσουν λεκτικά πυρά με τους αστυνομικούς να προσπαθούν να αποτρέψουν μια κανονική σύγκρουση. Η Λίζα Σαντς ήρθε δίπλα του.
   -Φοβάμαι πως θα αγριέψουν τα πράγματα, είπε η τραγουδίστρια.
   -Ως που να ολοκληρωθεί η δίκη θα έχουμε τέτοια, είπε ο Ρέηντζερ βλοσυρός, βλέπεις η δίκη αυτή έχει ταράξει πολύ την κοινή γνώμη. Ας ελπίσουμε πως δεν θα ξεπεράσουν την τωρινή τους ένταση.
   -Είναι αθώα; είπε η Λίζα. Τι λες εσύ;
   -Δεν ξέρω, είπε ο Μάικ Μακ Γκρέγκορ, δεν έχω στοιχεία για να το πω αυτό. Αλλά είμαι σίγουρος πως κάτι δεν είναι όπως δείχνει.
   Χαμογέλασε και πρόσθεσε.
   -Ξέρεις υποτίθεται πως δεν πρέπει να συζητήσουμε για την υπόθεση ως το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας.
   -Δεν νομίζω πως υπάρχουν και πολλά για να σκεφτούμε, είπε η Ντέμπορα Γουντς, είναι πολύ απλό το θέμα. Κυκλοφορούσε με μια φούστα που δεν έκρυβε τίποτα και τον άναψε, όταν εκείνος πήγε να επωφεληθεί και εκείνη δεν του δόθηκε απλά την ανάγκασε να κάνει έρωτα μαζί του.
   -Απλά την ανάγκασε; είπε εξοργισμένη η Λίζα. Δηλαδή είναι εντάξει με' σενα να την αναγκάσει να κάνει έρωτα μαζί του;
   -Άκου να σου πω νεαρή μου, είπε η Ντέμπορα. Μια γυναίκα που προκαλεί έναν άνδρα πρέπει να είναι έτοιμη να υποστεί και τις συνέπειες. Ο άνδρας είναι απλά άνδρας και αυτό είναι που θέλει να πάρει από μια γυναίκα.
   -Τι λες μωρή........ η Λίζα έκανε να κινηθεί προς την Ντέμπορα αλλά ο Μακ Γκρέγκορ την άρπαξε από το μπράτσο.
   -Κυρίες μου, επενέβηκε ο Βίνεκερ. Σας παρακαλώ, θα μείνουμε μερικές μέρες όλοι μαζί ας μην δυσκολεύουμε την κατάσταση. Ας μείνουμε σε πολιτισμένο επίπεδο και ας μην προδικάζουμε τίποτα πριν ακούσουμε τις καταθέσεις και δούμε τα αποδεικτικά στοιχεία.
   Η παρέμβασή του έφερε την ηρεμία και ο Μακ Γκρέγκορ άφησε το χέρι της Λίζας. Η τραγουδίστρια δεν έφυγε από το πλευρό του.
   -Πιστεύω στην αθωότητά της, είπε απαλά. Κανένας δεν είχε το δικαίωμα να βιάσει μια γυναίκα για την απόλαυσή του. Δεν πιστεύω ότι του έστησε παγίδα. Ούτε - έριξε μια φαρμακερή ματιά προς την μεριά της Ντέμπορα - ότι ήταν μια πρόκληση που ξέφυγε από τα όρια.

  Η συνέχεια της δίκης έγινε με την επιλογή και των υπολοίπων μελών του σώματος των ενόρκων. Η τελική σύσταση του σώματος ήταν επτά άνδρες και πέντε γυναίκες. Το σώμα που είχε προκύψει ήταν πιο πολύ της αρεσκείας του Μπόνακορ αλλά ο εισαγγελέας δεν ήταν πολύ ευχαριστημένος, είχε την αίσθηση πως δεν είχε χειριστεί την επιλογή με τον καλύτερο τρόπο αν και δεν αμφέβαλε πως θα κέρδιζε τη δίκη.
   Η Ιόλη ένιωθε απογοητευμένη αλλά δεν το έδειξε για να μην φοβίσει την Γκαμπριέλα. Η πρώτη μέρα της δίκης είχε κουράσει την κοπέλα που ένιωθε τελείως αποκαμωμένη. Καθώς ο Στήβεν Άιρτον άφηνε την αίθουσα έχοντας διακόψει τη συνεδρίαση για το επόμενο πρωί η Γκαμπριέλα έγερνε εξαντλημένη το κεφάλι της στα διπλωμένα μπράτσα της.
   Η αίθουσα άρχισε να αδειάζει αφήνοντας μόνους τους αντίδικους και τους δώδεκα ενόρκους που περίμεναν να πάρουν τα πράγματά τους. Ο Μακ Γκρέγκορ είχε από πριν προνοήσει και ο Βαλίν δεν είχε παρά να φέρει από το τζιπ το σακίδιο. Το ίδιο καλά προετοιμασμένος αποδείχθηκε ο Βίνεκερ.
   -Θα πρέπει να ελέγξω τα πράγματά σας, είπε ο δικαστικός και ο Μακ Γκρέγκορ άνοιξε το σακίδιο αποκαλύπτοντας μια ακόμα στολή, εσώρουχα και ένα βιβλίο. Ο έλεγχος δεν τον ανησυχούσε, το όπλο του ήταν στη μέση του και τα υπόλοιπα απαγορευμένα αντικείμενα στο διπλό πάτο του σακιδίου. Στάθηκε σε ένα σημείο που να βλέπει το περιεχόμενο των αποσκευών των υπολοίπων, ίσως τον βοηθούσε αυτό. Δεν βρέθηκε τίποτα αν και κατασχέθηκε ένα πορνοπεριοδικό που είχε στην κατοχή του ο Κρίστιαν Ζάιτς, ένας δικηγόρος που ήταν ο έκτος ένορκος που είχε επιλεγεί.
   Ο Μάικ είδε τον δικαστικό κλητήρα να κοκκινίζει καθώς άνοιγε την τσάντα της Λίζας και έβλεπε τα σέξι εσώρουχά της, η τραγουδίστρια πρόσεξε το βλέμμα του Μάικ και του χαμογέλασε με νόημα.
   -Ωραία, είπε ο δικαστικός, είμαστε έτοιμοι, πάμε.
   Οι δώδεκα ένορκοι τον ακολούθησαν έξω στο δρόμο όπου ένα τεράστιο πλήθος κραύγαζε κατά της Γκαμπριέλα με μένος διψασμένου για αίμα όχλου σε Ρωμαική αρένα.

   Ένα λεωφορείο θα μετέφερε τους δώδεκα ενόρκους στο ξενοδοχείο Κόλονυ στου οποίου τον τελευταίο όροφο θα έμεναν. Ο δικαστικός κλητήρας και οι ένορκοι πέρασαν το μπλόκο των αστυνομικών και προχώρησαν προς το λεωφορείο που περίμενε. Οι δυο πλευρές που είχαν συγκεντρωθεί και κραύγαζαν συνθήματα πολλαπλασίασαν τις προσπάθειές τους βλέποντας το σώμα που θα έκρινε την υπόθεση. Οι εχθρικά διακείμενοι προς την Γκαμπριέλα ήταν πολύ πιο επιθετικοί. Είχαν φτάσει σχεδόν στο λεωφορείο όταν ξέσπασε το κακό.
   Ο Μακ Γκρέγκορ βάδιζε τελευταίος στη σειρά των ενόρκων και δεν φαινόταν να δίνει σημασία στο πλήθος που ωρυόταν αλλά ήταν χαμένος σε σκέψεις. Ένας μεγαλόσωμος άνδρας από τους Φρουρούς της Οικογένειας άρπαξε τον Ρέηντζερ από το αριστερό χέρι και φώναξε άγρια:
   -Εσύ είπες πως θα την καταδικάσεις σε θάνατο την άθλια πόρνη μόνο αν είναι ένοχη; Είναι ένοχη! ντροπή σου να την υποστηρίξεις! Ντροπιάζεις τη στολή που φοράς!
   Άλλη προσβολή ίσως να την είχε αγνοήσει ο Μακ Γκρέγκορ, αλλά όχι αυτή. Μαζί με τον πόνο από το τραυματισμένο χέρι που τον είχε αρπάξει ο άντρας ο Ρέηντζερ είχε κάθε λόγο να αντιδράσει πολύ βίαια. Τράβηξε το χέρι του και χτύπησε τον άνδρα με τα δυο δάκτυλα σε καίριο σημείο που του έκοψε την ανάσα και καθώς εκείνος ξέπνοος διπλωνόταν στα δυο τίναξε το γόνατό του προς τα πάνω. Τον πέτυχε καίρια τσακίζοντας του τη μύτη. Καθώς τον σώριαζε στο δρόμο στράφηκε στους συντρόφους του.
   -Υπάρχει κι' άλλος που να θεωρεί πως ντροπιάζω τη στολή που φοράω; είπε με φωνή που δεν διέφερε σε τόνο απ' ό,τι μέσα στο δικαστήριο αλλά τόσο απειλητική που οι σύντροφοι του πεσμένου άντρα πισωπάτησαν.
   Ο Μάικ ανέβηκε στο λεωφορείο και κάθισε σε μια θέση. Κοίταξε τους ταραξίες που σήκωναν το σύντροφό τους και συγκράτησε την επιθυμία του να χαμογελάσει, από μιας απόψεως αυτό το περιστατικό τον βόλευε. Η Λίζα ήρθε και κάθισε δίπλα του, ήταν χλωμή και ανήσυχη.
   -Έχουν αγριέψει τα πράγματα, είπε κοιτώντας το μαινόμενο πλήθος.
   -Σε κάνει να ξανασκέφτεσαι τις επιλογές σου, ε; είπε ήσυχα ο Ρέηντζερ.
   -Όχι, είπε απότομα η κοπέλα, δεν είμαι από αυτές κύριε Μακ Γκρέγκορ.
   Μια λάμψη φάνηκε για μια στιγμή στα μάτια του Μάικ που μετά χαμογέλασε. Η Λίζα τον κοίταξε περίεργα.
   -Δεν φοβάσαι, έτσι; τον ρώτησε.
   -Όχι, απάντησε ήρεμα εκείνος. Δεν έχει μείνει τίποτα πια σ’ αυτόν τον κόσμο που να μπορεί να με κάνει να φοβηθώ. Αντίκρισα το θάνατο με πολλές μορφές και δεν διατηρώ καμία ψευδαίσθηση για το τι είναι ικανός να κάνει ο άνθρωπος. Τι μένει λοιπόν να φοβηθώ;
   -Κυνικός λοιπόν.
   -Απλά ρεαλιστής, είπε με ένα χαμόγελο που όμως δεν άγγιξε τα μάτια του ο Μακ Γκρέγκορ.
   Το λεωφορείο ξεκίνησε και καθώς περνούσε ανάμεσα στα πλήθη που φώναζαν η Λίζα είπε σιγανά:
   -Εγώ φοβάμαι. Ξέρω ποιο είναι το σωστό αλλά φοβάμαι τις συνέπειες που θα έχει να το πράξω.
   -Για όλους έρχεται η ώρα της επιλογής, είπε ο Μακ Γκρέγκορ.
 
   Η Γκαμπριέλα επέστρεψε στη φυλακή νιώθοντας αποκαμωμένη σαν να είχε περπατήσει μια εξουθενωτικά μεγάλη απόσταση. Δεν είχε χρειαστεί να πει τίποτα στο δικαστήριο, να κάνει το ο,τιδήποτε, αλλά και πάλι ένιωθε αποστραγγισμένη και από την τελευταία ικμάδα δύναμης. Αναλογιζόταν με τρόμο την στιγμή που θα έπρεπε να καταθέσει, να αντιμετωπίσει τον εισαγγελέα που δεν έδειχνε κανέναν οίκτο και να ανοίξει την ψυχή της μπροστά στα αδηφάγα όρνια των μέσων μαζικής ενημέρωσης.
   Στη διαδρομή ως τη φυλακή η κοπέλα βρισκόταν σε μια κατάσταση ληθαργική, χαμένη στις σκέψεις της και αναλογιζόμενη το ζοφερό σκοτάδι που κάλυπτε το μέλλον της. Σχεδόν δεν κατάλαβε πότε φτάσανε στην φυλακή και την οδήγησαν στην τραπεζαρία όπου δειπνούσαν οι κρατούμενες.
   Η Γκαμπριέλα δεν είχε βρεθεί ποτέ στο χώρο αυτό, τις δυο προηγούμενες μέρες είχε γευματίσει με την Ιόλη στο δωμάτιο που τους είχε διατεθεί για να συναντηθούν και το πρώτο της βράδυ εδώ δεν είχε καμιά διάθεση για φαγητό, ειδικά μετά την κακοποίηση που είχε υποστεί.
   Ντυμένη και πάλι με τη στολή της φυλακής η Γκαμπριέλα πέρασε την είσοδο της τραπεζαρίας και προς μεγάλη της ανακούφιση σχεδόν κανένας δεν έδειξε να της δίνει σημασία. Η Γκαμπριέλα προχώρησε στον πάγκο όπου οι κρατούμενοι έπαιρναν το φαγητό τους από τους βαριεστημένους μάγειρες και μετά κάθονταν ανά οκτώ στα μεγάλα τραπέζια από μελαμίνη. Πήρε το δίσκο με το φαγητό και πήγε στο πιο κοντινό τραπέζι. Κάθισε και άρχισε να τρώει χωρίς να προσέχει ούτε το φαγητό αλλά ούτε και ποιος άλλος ήταν καθισμένος στο τραπέζι. Αιφνιδιάσθηκε έτσι απόλυτα όταν δέχθηκε ένα δυνατό σπρώξιμο στο στήθος και τινάχτηκε πίσω από τον πάγκο όπου καθόταν, βρέθηκε με την πλάτη στο πάτωμα και μια γυναίκα καθισμένη στην κοιλιά της που την χτυπούσε ουρλιάζοντας:
   -Πως τολμάς να καθίσεις στο ίδιο τραπέζι με’ μένα;
   Αιφνιδιασμένη όπως ήταν η Γκαμπριέλα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να σηκώσει τα χέρια της για να προστατέψει το πρόσωπό της από τα χτυπήματα που της κατάφερνε η άλλη γυναίκα ενώ την περιέλουζε με έναν πραγματικό οχετό από βρισιές πολλές από τις οποίες η Γκαμπριέλα θα κοκκίνιζε και να σκεφτεί. Κρατούμενες είχαν μαζευτεί γύρω τους και γελούσαν χωρίς να κάνουν τίποτα για να σταματήσουν την γυναίκα αυτή.
   -Κόφτο Νέηλαντ! Κόφτο γιατί θα σου σπάσω το λαιμό και θα το απολαύσω κιόλας, είπε δυνατά μια ψυχρή φωνή.
   Νεκρική σιγή επικράτησε στην τραπεζαρία, οι δεσμοφύλακες που δεν είχαν κάνει τίποτα για να επέμβουν παρέμειναν και πάλι στη θέση τους αλλά οι κρατούμενες έσπευσαν να απομακρυνθούν από το σύμπλεγμα των δυο γυναικών καθώς η Αλεξάνδρα Νιέβανς πλησίαζε. Η Νέηλαντ σηκώθηκε και απομακρύνθηκε βιαστικά καθώς η Νιέβανς βοηθούσε την Γκαμπριέλα να σηκωθεί από το δάπεδο.
   -Θα το πω μια φορά, είπε η Νιέβανς και όποια με αναγκάσει να το επαναλάβω θα το μετανιώσει. Όποια κάνει στην Ράνσομ ο,τιδήποτε θα το πληρώσει.
   Η σιγή ήταν απόλυτη, η φήμη της πνευματικής αστάθειας της Νιέβανς ήταν τόσο διαδεδομένη ώστε ακόμα και εκείνες από τις κρατούμενες με τις βαρύτερες ποινές την φοβούνταν πραγματικά.
   -Και ξέρετε πως ό,τι λέω το εννοώ, πρόσθεσε.
   -Εντάξει! Αρκετά! Όλες στα κελιά σας! Τώρα!
   Η Γκαμπριέλα και η Νιέβανς πήγαν στο δικό τους.
   -Ευχαριστώ, είπε η κοπέλα και με αυτήν την απλή λέξη έκφρασε αυτό που ένιωθε.

  Το ξενοδοχείο Κόλονυ είχε ξαναχρησιμοποιηθεί για τη φιλοξενία σώματος ενόρκων κάτι που συνέβαινε γιατί ήταν το πιο κοντινό στο δικαστικό μέγαρο αλλά και γιατί ήταν διαμορφωμένο κατάλληλα για το σκοπό αυτό. Ο ένατος και τελευταίος όροφος διέθετε δώδεκα υπνοδωμάτια, μια μεγάλη σάλα που εξυπηρετούσε ως σαλόνι και τραπεζαρία και ένα χωλ στο οποίο κατέληγε η σκάλα αλλά και ο ανεκλκυστήρας και από το οποίο γινόταν η πρόσβαση στον υπόλοιπο όροφο.
   Δυο ασυνομικοί εγκαταστάθηκαν στο χωλ ενώ οι δώδεκα ένορκοι εγκαθίσταντο στα δωμάτιά τους. Ο Μακ Γκρέγκορ ακούμπησε το σακίδιό του πάνω στο κρεβάτι του και άρχισε να το αδειάζει. Όταν το άδειασε τράβηξε τον πάτο του σακιδίου αποκαλύπτοντας την κρυψώνα όπου βρισκόταν ένα κινητό τηλέφωνο τελευταίασς τεχνολογίας, ο Ρέηντζερ το έβαλε στην τσέπη. Ύστερα τακτοποίησε τα πράγματά του.
   Άφησε το δωμάτιο για να πάει για δείπνο. Οι υπόλοιποι ένορκοι βρίσκονταν ήδη στο σαλόνι συζητώντας για να γνωριστούν μεταξύ τους μιας και θα περνούσαν μαζί κάποιες μέρες. Ο Μακ Γκρέγκορ κάθισε μαζί τους αλλά ελάχιστες φορές πήρε το λόγο, τους άφησε να συζητάνε αποκαλύπτοντάς του το χαρακτήρα τους.

Ο Πρώτος Ένορκος 14

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Ο δεύτερος υποψήφιος ένορκος ήταν ένας άνδρας που ονομαζόταν Στάνισλας Λιοβ γόνος μεταναστών από την πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση. Ήταν ένας μεγαλόσωμος τύπος με δυνατά μπράτσα και ξυρισμένο κεφάλι. Κάθισε βαρειά στη θέση του μάρτυρα και ορκίστηκε με δυνατή φωνή. Η Ιόλη σηκώθηκε όρθια και έκανε την πρώτη της ερώτηση:
   -Είσαστε παντρεμένος;
   -Δεν βλέπω τι σχέση έχει αυτό, είπε ο Λιοβ.
  -Απαντάτε στις ερωτήσεις χωρίς περιττά σχόλια, είπε ο δικαστής αυστηρά και ο Λιοβ είπε βαρύθυμα:
   -Είμαι χωρισμένος.
   -Μπορείτε να μας πείτε την αιτία του διαζυγίου;
   -Είχαμε μια διαφωνία.
  -Σοβαρή διαφωνία φαντάζομαι, είπε η Ιόλη κοιτώντας το χαρτί που κρατούσε, αφού χτυπήσατε τη σύζυγό σας τόσο ώστε να μείνει ένα εξάμηνο στο νοσοκομείο.
   Ο Λιοβ δεν είπε τίποτα, απ' όσο είχε μάθει η Ιόλη είχε διαφωνήσει με τη σύζυγό του για κάτι ασήμαντο αλλά εξοργισμένος της επιτέθηκε και την ξυλοκόπησε σπάζοντας της και τρία πλευρά. Φυσικά μόλις βγήκε από το νοσοκομείο εκείνη έκανε μήνυση για επίθεση και πρόκληση σωματικών βλαβών και ζήτησε διαζύγιο. Ένας τέτοιος άνθρωπος σίγουρα θα έβλεπε την Γκαμπριέλα αρνητικά.
   -Ζητώ την εξαίρεση του υποψηφίου, είπε η Ιόλη.
  Ο Λιοβ κατέβηκε από τη θέση του μάρτυρα και προχώρησε προς την έξοδο ενώ ο επόμενος υποψήφιος έπαιρνε τη θέση του για να εξεταστεί από τον Μπόνακορ. Ήταν ένας ηλικιωμένος άνδρας με λευκά μαλλιά και ανοιχτά γαλανά μάτια.Παρά την ηλικία του ήταν ευθυτενής και προχώρησε με σταθερό βήμα προς τη θέση του μάρτυρα. Το κουστούμι του ήταν καθαρό και περιποιημένο αν και φανερά παλιό. Ονομαζόταν Μάθιου Βίνεκερ. Αφού ορκίστηκε, ο εισαγγελέας σηκώθηκε όρθιος και ρώτησε:
   -Πόσων ετών είστε κύριε Βίνεκερ;
   -Έκλεισα τα εβδομήντα δύο το Γενάρη.
  -Γνωρίζετε πως όποιος έχει συμπληρώσει το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας του μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντα του ενόρκου;
   -Το ξέρω, είπε ο Βίνεκερ, αλλά δεν το επιθυμώ. Δόξα τω Θεώ είμαι καλά στην υγεία μου και απολύτως ικανός να ασκήσω τα καθήκοντά μου.
   -Γνωρίζετε πως οι ένορκοι θα μείνουν σε απομόνωση ως το τέλος της δίκης;
   -Ναι.
   -Ποιο είναι το μορφωτικό σας επίπεδο;
   Παρ' ότι προσβλητική μια τέτοια ερώτηση επιτρέπεται στο συγκεκριμένο στάδιο της δίκης μιας και η νομολογία δέχεται πως απαιτείται τουλάχιστον η στοιχειώδης εκπαίδευση για να μπορεί κάποιος να ασκεί καθήκοντα ενόρκου.
   -Έχω τελειώσει κολλέγιο, απάντησε ο Βίνεκερ.
   -Και εργάζεστε;
   -Είμαι συνταξιούχος, εργαζόμουν ως βιβλιοπώλης, είχα δικό μου βιβλιοπωλείο στη λεωφορο 421.
   Ο Μπόνακορ αποφάσισε να αφήσει τον Βίνεκερ στο σώμα των ενόρκων, στην ηλικία του θα ήταν μάλλον συντηρητικών απόψεων. Θα τον απέρριπτε λογικά η υπεράσπιση.
   -Εντάξει με την πολιτεία, είπε.
   Απόδείχθηκε πως ο υπολογισμός του ήταν λανθασμένος. Η Ιόλη δεν απέρριψε τον Βίνεκερ έχοντας καταλάβει πως εκείνος το ήθελε και υπολογίζοντας τόσο στο γεγονός πως ο γηραιός ένορκος θα είχε κάθε λόγο να είναι αρνητικά διακείμενος προς τον εισαγγελέα και ότι θα τον εκνεύριζε με αυτήν την κίνησή της.
   Δεν είχε άδικο, η αποδοχή του Βίνεκερ εκ μέρους της ολοφάνερα νευρίασε τον Μπόνακορ και η Ιόλη το εκμεταλλεύτηκε. Ο επόμενος υποψήφιος για το σώμα των ενόρκων ήταν η πρώτη γυναίκα στον κατάλογο. Ονομαζόταν Λίζα Σαντς και ήταν τραγουδίστρια σε ένα γυναικείο συγκρότημα. Προχώρησε στο διάδρομο γνωρίζοντας ότι τραβούσε τα βλέμματα με το μπλουζάκι που φορούσε και άφηνε τη μισή κοιλιά της ακάλυπτη και με το στενό και επιμελώς σκισμένο τζιν παντελόνι της. Η Ιόλη τη δέχθηκε στους ενόρκους, η Λίζα Σαντς ήταν μόλις είκοσι ενός και σίγουρα θα έβλεπε με συμπάθεια την υπόθεση της Γκαμπριέλα. Ο ακόμα εκνευρισμένος Μπόνακορ τη δέχθηκε κάτι που τον έκανε ακόμα πιο κακόκεφο όταν συνειδητοποίσε το λάθος του.
  
   Η Γκαμπριέλα λίγα πράγματα αντιλαμβανόταν από όλα αυτά μιας και κρατούσε το βλέμμα της χαμηλωμένο και δεν τολμούσε να κοιτάξει κανέναν και τίποτα νιώθοντας τρόμο στη σκέψη να αντικρίσει τους ανθρώπους που θα έκριναν τη μοίρα της. Μετά από τον Μακ Γκρέγκορ δεν είχε τολμήσει να κοιτάξει κάποιον άλλο παρ' ότι η φωνή του Βίνεκερ την είχε κάνει να πιστέψει πως ήταν ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να καταλάβει τη θέση της αν του εξηγούσε τι συνέβει εκείνο το βράδυ.
  
   Μετά τη Λίζα Σαντς επελέγησαν δυο ακόμη ένορκοι, η Ντέμπορα Γουντς και η Τζοάννα Γκράχαμ. Η πρώτη ήταν μια ξερακιανή πρώην δασκάλα που κοίταξε με απέχθεια την τραγουδίστρια και κάθησε μακριά της, εκείνη είχε καθίσει δίπλα στον Μακ Γκρέγκορ που δεν είχε ασχοληθεί μαζί της και παρακολουθούσε την επιλογή των υπολοίπων ενόρκων προσεκτικά. Η δεύτερη ήταν μια σαραντάρα με δυο παιδιά στέλεχος μιας πολυεθνικής κατασκευαστικής εταιρίας.
   Οι επόμενοι τρεις υποψήφιοι απορρίφθηκαν από την Ιόλη και ένας τέταρτος από τον Μπόνακορ πριν επιλεχθεί ο πέμπτος ένορκος και ο δικαστής διακόψει για μεσημέρι τη δίκη. Η ώρα ήταν 13:15 και θα συνέχιζαν σε μια ώρα.

Ο Πρώτος Ένορκος 13

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Ο δικαστής κάλεσε τον Μπόνακορ και την Ιόλη να πλησιάσουν την έδρα και εκείνοι το έκαναν. Η Γκαμπριέλα ένιωσε απροστάτευτη καθώς η συνήγορός της, και μόνη της σύμμαχος σ' αυτόν τον απεγνωσμένο αγώνα που έδινε, απομακρυνόταν από κοντά της. Ένιωθε όλα τα βλέμματα πάνω της και άκουγε τα ψιθυριστά σχόλια αν και δεν διέκρινε τι λεγόταν. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της και πάλεψε να τα συγκρατήσει. Το πουκάμισο που της είχε δώσει η Ιόλη ήταν με μακρύ μανίκι αλλά ένιωσε να παγώνει και ασυναίσθητα έφερε τα χέρια της στα μπράτσα της σαν να αγκάλιαζε τον εαυτό της, σαν για να προφυλαχθεί από το κρύο που πήγαζε από μέσα της. Τα φλας άστραψαν καθώς οι φωτογράφοι έσπευσαν να την αποθανατίσουν σ' αυτήν την ευάλωτη στιγμή της.
   -Προδικαστικά θέματα, είπε ο Άιρτον. Δεν μιλάμε για εγγύηση έτσι;
   -Ναι, είπε η Ιόλη που ήξερε ότι με κατηγορία φόνου κανένας δικαστής δεν θα ενέκρινε αποφυλάκιση με εγγύηση. Οι ένορκοι;
  -Οι ένορκοι θα μείνουν απομονωμένοι κατά τη διάρκεια της δίκης, δεν θα υπάρχει λογικός άνθρωπος που να πιστεύει ότι ο χαμός εκεί έξω δεν θα τους επηρεάσει αν πηγαίνουν σπίτι τους και όλοι γύρω ξέρουν ότι είναι στο σώμα των ενόρκων. Εξ' αιτίας της απομόνωσης, για να μειωθεί ο χρόνος της, θα έχουμε συνεδρίαση και κάθε απόγευμα. Υπάρχει αντίρρηση;
   Οι δυο αντίδικοι δεν είχαν και ο δικαστής συνέχισε:
   -Επίσης σας προειδοποιώ για το εξής. Επειδή η καταδίκη σημαίνει θανατική ποινή θα επιτρέψω μια ελευθερία στην ακροαματική διαδικασία αλλά υπάρχουν και όρια. Δεν θέλω άσκοπους διαξιφισμούς και αντιδικίες. Κατανοητό;
   Οι δυο αντίδικοι ένευσαν και ο δικαστής πρόσθεσε κάτι ακόμα:
   -Απαιτώ σεβασμό προς το δικαστήριο, ενημερώστε τους μάρτυρες σας, δεν θα διστάσω να επιβάλλω τα προβλεπόμενα πρόστιμα.
   Ο Μπόνακορ κοκκίνισε καθώς αυτό ήταν μια έμμεση προειδοποίηση, ήξερε πως ο Άιρτον εννοούσε αυτό που έλεγε, εξ' άλλου είχε κάνει τα λόγια του πράξη την τελευταία φορά που είχαν συναντηθεί σε δίκη και είχε κοστίσει στον εισαγγελέα εξακόσια δολάρια.
   -Ας αρχίσουμε, είπε ο δικαστής.
   Ο Μπόνακορ και η Ιόλη επέστρεψαν στις θέσεις τους και ο γραμματέας ανακοίνωσε την έναρξη της επιλογής των ενόρκων.
   -Μάικ Μακ Γκρέγκορ, είπε διαβάζοντας το πρώτο όνομα στη λίστα.
   Ο Μακ Γκρέγκορ σηκώθηκε από τη θέση του στο ακροατήριο και προχώρησε στο διάδρομο, πέρασε το χαμηλό διαχωριστικό κιγκλίδωμα και προχώρησε στη θέση του μάρτυρα. Κάθισε και κοίταξε τον Μπόνακορ που ήταν εκείνος που θα ξεκινούσε την εξέταση των υποψηφίων ενόρκων. Ο εισαγγελέας είχε σηκωθεί όρθιος και κοίταζε ένα φύλλο χαρτί που κρατούσε. Στην πραγματικότητα δεν διάβαζε τίποτα, προσπαθούσε να ψυχολογήσει τον άνδρα απέναντί του. Ο Μακ Γκρέγκορ αταραχος κοίταξε την Γκαμπριέλα. Τώρα την ξανάβλεπε από εκείνο το βράδυ στο νοσοκομείο, το αδύνατο σώμα της τώρα δεν ήταν γυμνό και λίγα σημάδια απέμεναν από την κακοποίησή της, λίγα εξωτερικά σημάδια. Στα μαύρα μάτια της καθρεπτιζόταν αυτό που ένιωθε. Σαν να διαισθάνθηκε το βλέμμα του η Γκαμπριέλα τον κοίταξε αλλά εκείνος είχε στρέψει την προσοχή του στο γραμματέα που πλησίαζε με τη Βίβλο για να ορκιστεί.
   -Δεν χρειάζεται, είπε ο Μπόνακορ, ο κύριος λοχαγός έχει δώσει όρκο στην πατρίδα που καλύπτει και αυτήν την περίπτωση.
   Ο γραμματέας αποσύρθηκε και ο εισαγγελέας πέρασε στην πρώτη ερώτηση.
   -Έχετε κάποια σχέση με την υπόθεση ή την κατηγορούμενη;
   -Ήμουν στο νοσοκομείο όταν την έφεραν, απάντησε ο Μάικ.
   -Γιατί;
   -Χρειαζόμουν ιατρική φροντίδα λόγω των καθηκόντων μου.
   -Για ποιο λόγο;
   -Αυτό είναι απόρρητο.
   -Μιλήσατε μαζί της;
   -Ήταν σε κατάσταση σοκ. Όχι.
   -Έχετε ενημερωθεί για την υπόθεση;
   -Όσο και ο καθένας εδώ μέσα.
   -Έχετε σχηματίσει άποψη;
   -Όχι.
   Ο καταιγισμός των ερωτήσεων δεν είχε πτοήσει στο ελάχιστο τον Ρέηντζερ και ο εισαγγελέας τον κοίταξε ανήσυχος. Το ένστικτό του του έλεγε να τον απορρίψει αλλά δεν ήθελε να το κάνει χωρίς καλή αιτίαση.
   -Που βρισκόσασταν τις τελευταίες μέρες;
   -Στη στρατιωτική βάση Ντάουνβιου.
   -Όταν η κατηγορούμενη καταδικαστεί, η ποινή θα είναι θάνατος.Έχετε πρόβλημα με αυτό;
   Η ερώτηση έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη του Μακ Γκρέγκορ, ήξερε που το πήγαινε ο Μπόνακορ. Κάποιοι άνθρωποι δεν αντέχουν στην ιδέα του ότι θα καταδικάσουν κάποιον σε θάνατο και αποφεύγουν να κρίνουν ένοχο τον κατηγορούμενο. Αν έλεγε πως έχει πρόβλημα με την θανατική ποινή ο εισαγγελέας θα ζητούσε την εξαίρεσή του.
   -Έχω σκοτώσει πολλές φορές, είπε ο Μακ Γκρέγκορ, αν και ποτέ κάποιον που δεν το άξιζε. Αν η κατηγορούμενη αποδειχθεί ένοχη, πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας, και τότε μόνο, θα πρέπει να καταδικαστεί με την εσχάτη των ποινών.
   Ο Μπόνακορ κοίταξε υπολογιστικά τον Μακ Γκρέγκορ, η διατύπωση της απάντησης έδειχνε γνώσεις νομικής. Πόσο επικίνδυνος ήταν;
   Η Ιόλη αναρωτιόταν και αυτή για τον Μάικ Μακ Γκρέγκορ. Ήξερε λόγω περιστάσεων κάπως πιο πολλά πράγματα για' κεινον απ' ότι ο Μπόνακορ αλλά και πάλι αναρωτιόταν για τη θέση του σ' αυτήν την δίκη.
   -Έχω ξανακούσει τη φωνή του, είπε η Γκαμπριέλα σιγανά στην Ιόλη, δεν ξέρω που και πως.
   -Όπως είπε ήταν στο νοσοκομείο, παρατήρησε η Ιόλη, εκεί θα την άκουσες τη φωνή του.
   -Τότε ήταν κάπου κοντά μου..... δεν ξέρω είναι όλα τόσο θολά στο μυαλό μου αλλά θυμάμαι πως ένιωσα ότι δεν ήθελε το κακό μου, ήθελε να με προστατέψει.
   Η Ιόλη κοίταξε την κοπέλα δίπλα της σκεφτική, η Γκαμπριέλα ήταν σε κατάσταση σοκ επί τρεις ημέρες, τα όσα μπορεί να θυμόταν απ' αυτές ήταν υποκειμενικά και αναξιόπιστα αλλά δεν είχε κάτι καλύτερο για να αποφασίσει. Τότε το είδε, το βλέμμα του Μακ Γκρέγκορ, παγερό όσο κοιτούσε το ακροατήριο ή τον εισαγγελέα, έγινε για μια στιγμή βλέμμα συμπόνοιας καθώς σταματούσε στην κοπέλα που κοίταζε τα χέρια της όπως ακουμπούσε στο τραπέζι.
   -Εντάξει με' μενα, είπε ο Μπόνακορ έχοντας πάρει την απόφασή του.
   -Η υπεράσπιση, είπε ο δικαστής.
   -Δεν θα υποβάλλω ερωτήσεις, είπε η Ιόλη, εντάξει με την υπεράσπιση.
   -Κύριε Μακ Γκρέγκορ μπορείτε να περάσετε στις θέσεις των ενόρκων.
   Ο Μάικ το έκανε και κάθησε στην πρώτη σειρά των θέσεων. Ο πρώτος ένορκος για τη δίκη της Γκαμπριέλα Ράνσομ είχε εκλεγεί.

Σκέψεις Κάποιας Νύχτας

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Απόψε είναι μια από τις νύχτες που μου αρέσουν. Έξω γίνεται χαλασμός, δυνατός αέρας και βροχή, σκοτάδι. Μέσα έχω αφήσει μόνο το φως πάνω από το γραφείο μου και γράφω με τη συνοδεία μουσικής. Χαμένος στις σκέψεις μου με το μυαλό μου στον φανταστικό κόσμο της Έρεμορ όπου εκτελίσσεται το μυθιστόρημά μου έχω ξεχάσει τον κόσμο γύρω μου και ο κόσμος με έχει ξεχάσει.
   Αλλά όχι δεν έχω ξεχάσει τελειως τον κόσμο. Η σκέψη μου μπορεί να βαδίζει στα αιματοβαμμένα πεδία της μάχης αλλά ταυτόχρονα επισκέπτεται και εσένα, την μόνη μου άλλη αδυναμία πέρα από το γράψιμο. Την μόνη άλλη παράμετρο που δεν θέλω να λείψει από τη ζωή μου. Το μόνο φωτεινό σημείο στο σκοτεινό τοπίο των ονείρων μου.
   Μόλις σου ευχήθηκα καληνύχτα αλλά νιώθω να μου λείπεις. Σε σκέφτομαι να κοιμάσαι ήσυχα, με την ανάσα σου τόσο απαλή ώστε να μην ακούγεται καν, αγκαλιασμένη με το αρκουδάκι σου. Να ταξιδεύεις σε όμορφα, γλυκά όνειρα ως το πρωί μακριά από τις σκέψεις που σε βασανίζουν και σε ταράζουν.
   Θα μπορούσα να σε κοιτάζω έτσι με τις ώρες, και παρότι θα ήθελα να χαιδέψω τα μαλλιά σου δεν θα το έκανα για να μη σε ξυπνήσω, ξέρω πόσο εύκολα ξυπνάς. Απλά θα σε κοιτούσα, να κοιμάσαι και να ονειρεύεσαι, και να χαμογελάς στα όμορφα όνειρα, το χαμόγελό σου γλυκιά ανάμνηση του τόσο ζεστού γέλιου σου.
   Κοιμίσου λοιπόν, εύχομαι όμορφα όνειρα και αγγέλων φτερουγίσματα να σε συντροφεύσουν ως το ξημέρωμα της νέας μέρας. Καληνύχτα.

Ο Πρώτος Ένορκος 12

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Η Γκαμπριέλα κρατούσε το κεφάλι της σκυφτό αποφεύγοντας να κοιτάξει το πλήθος που ωρυόταν για το κεφάλι της ή εκείνους που την υπεράσπιζαν διακινδυνεύοντας σε πολλές περιπτώσεις την υπόληψή τους αφού η κοινωνική απόρριψη σε αυτούς που ξεφεύγουν από την πλειονότητα είναι το ίδιο εύκολη όσο και καταχρηστική ή άδικη. Εκείνη ένιωθε να την πνίγει η ένταση που κυριαρχούσε και στης οποίας το επίκεντρο βρισκόταν η ίδια. Το αυτοκίνητο που τη μετέφερε τώρα ήταν πιο καθαρό από το αυτοκίνητο του Τζέντον αλλά η ψυχολογική της κατάσταση την έκανε να ασφυκτιά και έπαιρνε κοφτές βιαστικές ανάσες. Χοντρές στάλες ιδρώτα κυλούσαν από το μέτωπό της και ένιωθε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ένιωθε τόσο αδύναμη που φοβόταν πως δεν θα ήταν σε θέση να περπατήσει όταν θα την έβγαζαν από το περιπολικό.
   Το αυτοκίνητο σταμάτησε και οι συνοδοί της την έβγαλαν έξω. Η εμφάνισή της αναζωπύρωσε την ένταση. Οι υπερασπιστές την άρχισαν να φωνάζουν ρυθμικά το όνομά της ενώ ύβρεις και πρόστυχα σχόλια άρχισαν να εκτοξεύονται από την αντίθετη πλευρά μαζί τους και μια πέτρα που χτύπησε την Γκαμπριέλα στο μάγουλο αφήνοντάς της ένα ματωμένο σημάδι. Η κοπέλα βόγκηξε από το πόνο ενώ κάποιος - προστατευμένος από την ανωνυμία του πλήθους - φώναξε:
   -Δεν χρειάζεται δίκη λιθοβολείστε την την πόρνη.
   Η Γκαμπριέλα οδηγήθηκε μέσα στο μέγαρο σε ένα δωμάτιο δίπλα στην αίθουσα που θα εκδικαζόταν η υπόθεσή της. Η Ιόλη την περίμενε εκεί. Οι αστυνομικοί την άφησαν μόνη με τη δικηγόρο και βγήκαν, η δική τους δουλειά είχε ολοκληρωθεί, τώρα η κρατούμενη ήταν ευθύνη της αστυνομίας του Τορόντο και όχι της φυλακής.
   -Τι έπαθες; ρώτησε η Ιόλη πλησιάζοντας την.
   -Κάποιος αποφάσισε πως ήξερε την κατάλληλη ποινή για' μένα, είπε με πίκρα η Γκαμπριέλα, δεν έχει νόημα. Με έχουν ήδη καταδικάσει.
   Η Ιόλη την αγκάλιασε και η κοπέλα άρχισε να κλαίει.
   -Δεν μπορώ να το κάνω, είπε ανάμεσα στα αναφιλητά, με θεωρούν ήδη δολοφόνο.
   -Πρέπει, πρέπει να το κάνεις, είπε η Ιόλη, γιατί είσαι αθώα και είναι άδικο να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου στη φυλακή επειδή αρνήθηκες να υποκύψεις αμαχητί στις ορέξεις ενός άνδρα που νόμιζε πως ήταν δικαίωμά του να σε κακοποιήσει.
   -Δεν έχω τη δύναμη να παλέψω. Και για ποιον άλλωστε; Δεν έχω κανέναν, οι γονείς μου με εγκατέλειψαν.
   Η Ιόλη κοίταξε τη συντετριμμένη κοπέλα και αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να την εμψυχώσει με κάποιο τρόπο. Η άρνηση της οικογενείας της να σταθεί στο πλευρό της την είχε πληγώσει ανεπανόρθωτα. Ακόμα και τώρα που η υπόθεση είχε πάψει να είναι μια υπόθεση βιασμού και ήταν πλέον φόνος όπου η κόρη τους ήταν κατηγορούμενη είχαν κρατήσει τις αποστάσεις αρνούμενοι να τη βοηθήσουν βρίσκοντάς της έναν δικηγόρο ή έστω με ένα επισκεπτήριο που θα ήταν βάλσαμο για την ψυχή της στην κατάσταση που βρισκόταν.
   -Πρέπει να παλέψεις για' σένα, για να μη ζήσεις όλη σου τη ζωή στην φυλακή, είπε τελικά.
   Τα λόγια της Νιέβανς καθώς την αποχαιρετούσε ήχησαν στα αυτιά της Γκαμπριέλα κάνοντας τη να ριγήσει. Τα μετέφερε στην Ιόλη.
   -Η Νιέβανς παρακάλεσε για τη θανατική ποινή όταν καταδικάστηκε, την προτιμούσε από τα ισόβια που της επιβλήθηκαν και έκτοτε έκανε πολλές απόπειρες αυτοκτονίας, της είπε η Ιόλη.
   -Έκανε άλλη μία, είπε η Γκαμπριέλα βλοσυρά.
   -Ξέρει πολύ καλά τι σημαίνει η φυλακή.
   Ένας αστυνομικός άνοιξε την πόρτα του δωματίου.
   -Πρέπει να μεταφερθεί στην αίθουσα, είπε.
   -Δυο λεπτά, απάντησε η Ιόλη, κλείσε την πόρτα σε παρακαλώ.
   Ο αστυνομικός το έκανε και η δικηγόρος στράφηκε στην Γκαμπριέλα.
   -Σου έφερα ρούχα.

   Η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν μακρόστενη και ψηλοτάβανη με μεγάλα παράθυρα. Στη μια άκρη βρισκόταν η δικαστική έδρα με τις σημαίες του Καναδά και του Οντάριο πίσω της και δίπλα της τη θέση που κάθονταν οι μάρτυρες κατά την κατάθεση. Από την άλλη πλευρά ήταν η πόρτα που οδηγούσε στο γραφείο του δικαστή και στον απέναντι τοίχο η πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η Γκαμπριέλα με την Ιόλη. Στην απέναντι πλευρά της αίθουσας βρίσκονταν οι θέσεις των ενόρκων και η πόρτα που οδηγούσε στην αίθουσα που προοριζόταν για τις συσκέψεις τους.
   Απέναντι από το δικαστή βρίσκονταν οι θέσεις του κατηγόρου και της υπεράσπισης. Πίσω τους υπήρχε ένα χαμηλό ξύλινο κιγκλίδωμα και μετά οι θέσεις του κοινού όπου περίεργοι και δημοσιογράφοι συνωστίζονταν για να παρακολουθήσουν τη δίκη. Την πρώτη αυτή μέρα τις περισσότερες θέσεις τις είχαν καταλάβει οι υποψήφιοι ένορκοι. Οι δημοσιογράφοι με σημειωματάρια και φωτογραφικές μηχανές - ο δικαστής είχε αρνηθεί να επιτρέψει τηλεοπτική κάλυψη της δίκης προς μεγάλη απογοήτευση του Μπόνακορ - ήταν έτοιμοι για το κυνήγι της είδησης.
   Η Γκαμπριέλα μπήκε στην αίθουσα ντυμένη με μια απλή μπλε φούστα και ένα λευκό πουκάμισο και με τα μαλλιά της πιασμένα σε μια απλή αλογοουρά. Όπως την είχε συμβουλεύσει η Ιόλη δεν κοίταξε προς κανένα πρόσωπο μέσα στην αίθουσα αλλά κράτησε το βλέμμα της καθηλωμένο στις άδειες θέσεις των ενόρκων απέναντι της. Η εμφάνισή της συνοδεύτηκε από ψιθυριστά σχόλια και τα φλας των φωτογραφικών μηχανών. Κλονίστηκε αλλά η Ιόλη την έπιασε από τον αγκώνα και τη στήριξε ως που έφτασαν στην θέση τους. Η Γκαμπριέλα κάθισε ενώ η Ιόλη ακούμπησε στο τραπέζι μπροστά της το χαρτοφύλακα της και έβγαλε τα χαρτιά και τις σημειώσεις της.
   Αριστερά τους ο Μπόνακορ είχε ετοιμαστεί και στεκόταν όρθιος περιμένοντας την έναρξη της δίκης και αφήνοντας τους δημοσιογράφους να τον αποθανατίσουν με το χαμόγελο της σιγουριάς στο πρόσωπό του.
   Η πόρτα δίπλα στη δικαστική έδρα άνοιξε και ο γραμματέας του δικαστηρίου είπε δυνατά:
   -Παρακαλώ σηκωθείτε.
   Ο δικαστής πήρε τη θέση του και χτύπησε το μικρό ξύλινο σφυρί του στην έδρα.
   -Το δικαστήριο συνεδριάζει υπό τον εντιμότατο Στήβεν Άιρτον.
   Όλοι κάθισαν και πάλι. Η δίκη είχε αρχίσει.

Ο Πρώτος Ένορκος 11

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Δεύτερο



   Η Γκαμπριέλα ξύπνησε πριν ακόμα χαράξει νιώθοντας ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ανακάθισε στο κρεβάτι σκεπτόμενη με φόβο που άγγιζε τα όρια του πανικού ότι σε λίγες ώρες θα άρχιζε η δίκη που πολύ πιθανόν να τερμάτιζε τη ζωή της. Αν καταδικαζόταν δεν θα αργούσε να οδηγηθεί στο θάλαμο όπου η θανατηφόρα ένεση θα ήταν η τελευταία της αίσθηση από τον κόσμο. Ένιωσε ξαφνικά να ασφυκτιά και σηκώθηκε από το κρεβάτι και άρχισε να πηγαινοέρχεται μέσα στο στενό χώρο του κελιού.
   Είχε περάσει και την προηγούμενη μέρα με την Ιόλη προετοιμαζόμενη για τη δίκη μιλώντας για τους μάρτυρες και τι πιθανόν θα κατέθεταν καθώς και για τις ερωτήσεις που ο εισαγγελέας θα της έκανε όταν θα κατέθετε εκείνη. Η παρουσία της Ιόλης και η πείρα της στα δικαστήρια την έκαναν να αισθάνεται πιο σίγουρη αλλά τώρα μόνη της στο μισοσκόταδο και την σχεδόν απόλυτη σιγή του κελιού της ήταν τρομοκρατημένη.
   Βήματα ακούστηκαν στο διάδρομο και η Γκαμπριέλα επέστρεψε στο κρεβάτι της, δεν ήθελε να δώσει αφορμή για να τη χτυπήσουν παραβιάζοντας τους κανονισμούς. Η πόρτα του κελιού της άνοιξε και η Νιέβανς μπήκε μέσα κάτω από τις βλαστήμιες των φρουρών της. Κάθισε στο κρεβάτι της και κοίταξε την Γκαμπριέλα με ένα σχεδόν εύθυμο ύφος.
   -Δεν κοιμάσαι; είπε ενώ οι δεσμοφύλακες απομακρύνονταν.
   -Όχι, ψέλλισε η Γκαμπριέλα φοβούμενη μην την ακούσουν. Δεν μπορώ, σε λίγες ώρες δικάζομαι. Εσύ που ήσουν;
   -Δοκίμασα να αποδράσω, είπε η Νιέβανς και σήκωσε τα χέρια της για να τα δει η συνομιλήτριά της. Νέα τραύματα κοσμούσαν τα χέρια της που ήταν επιδεμένα και πιο ψηλά από τους καρπούς τώρα.
   Ένα ρίγος διέτρεξε τη σπονδυλική στήλη της Γκαμπριέλα καθώς συνειδητοποιούσε πως εννοούσε την απόδραση η Νιέβανς. Η δολοφόνος ξάπλωσε στο κρεβάτι της και εκείνη έμεινε βυθισμένη στις σκέψεις της ως την ώρα που οι δεσμοφύλακες ήρθαν για να την πάρουν. Σηκώθηκε καθώς άνοιγε η πόρτα του κελιού και ένας από τους φρουρούς έλεγε:
   -Μη χασομεράς Ράνσομ! Έξω, γρήγορα.
   Η Νιέβανς σηκώθηκε από το κρεβάτι της και ασυναίσθητα οι δυο φρουροί έπιασαν τα όπλα τους. Εκείνη γέλασε με ένα εφιαλτικά παρανοϊκό γέλιο και μετά ξάφνιασε την Γκαμπριέλα αγκαλιάζοντάς την.
   -Καλή τύχη, της είπε ψιθυριστά, μην γυρίσεις εδώ πέρα. Κάνε ό.τι μπορείς για να το αποφύγεις.

   Ο Μάικ Μακ Γκρέγκορ ντυμένος με την επίσημη στολή του κατέβηκε από το τζιπ και κοίταξε το δικαστικό μέγαρο που στεγαζόταν στο παλιό δημαρχείο της πόλης. Η μισή αστυνομική δύναμη του Τορόντο πρέπει να ήταν μαζεμένη εδώ και υπήρχε ένας πολύ καλός λόγος γι' αυτό. Η δίκη είχε αποκτήσει δημοσιότητα, όπως είχε προβλέψει ο Βαλίν, και του χειρότερου είδους μάλιστα. Οι αστυνομικοί είχαν δημιουργήσει ένα μπλόκο μερικές δεκάδες μέτρα πριν την είσοδο του μεγάρου από το οποίο περνούσαν μόνο όσοι είχαν σχέση με τη δίκη και κάποιοι διαπιστευμένοι δημοσιογράφοι. Στο δρόμο μπροστά στο οδόφραγμα της αστυνομίας είχαν μαζευτεί τα μέλη δυο διαφορετικών παρατάξεων που οι αστυνομικοί κρατούσαν χωρισμένα ελπίζοντας να αποφύγουν τα έκτροπα.
   Αριστερά βρίσκονταν τα μέλη φεμινιστικών οργανώσεων που φώναζαν για την ελευθερία και την αθωότητα της Γκαμπριέλα Ράνσομ όπως και οι πολέμιοι της θανατικής ποινής και δεξιά εκείνοι που ζητούσαν την παραδειγματική τιμωρία της δολοφόνου με πρωταγωνιστές τα μέλη μιας οργάνωσης με την επωνυμία Φρουροί της Οικογένειας. Όσοι προσέρχονταν στο δικαστήριο αντιμετώπιζαν τις φωνές των δυο παρατάξεων που τους καλούσαν να ακούσουν τη συνείδησή τους ή τους απειλούσαν και τους πρόσβαλλαν με διάφορα επίθετα καθόλου κόσμια.
   -Ωραία, είπε βλοσυρός ο Βαλίν, ο Μπόνακορ έχει το σόου που ήθελε.
   -Ναι, είπε ο Μάικ, πάμε.
   Η στολή και το αυστηρό, σχεδόν απειλητικό, παρουσιαστικό του Μακ Γκρέγκορ του επέτρεψαν να περάσει ανέγγικτος μέσα από το πλήθος και να προχωρήσει προς το δικαστήριο. Πίσω του ακούστηκε μια κραυγή:
   -Θάνατος στη δολοφόνο.
   Το περιπολικό που μετέφερε την Γκαμπριέλα από τη φυλακή είχε φτάσει.

Ο Πρώτος Ένορκος 10

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Στο αγγλοσαξωνικό λεγόμενο νομικό σύστημα η ετυμηγορία σε υποθέσεις κακουργήματος βγαίνει από δώδεκα ενόρκους. Καλούνται συνήθως 101 άτομα τυχαία από τους εκλογικούς καταλόγους. Τα ονόματα αυτά κοινοποιούνται στους αντίδικους. Από' κει και πέρα εκείνοι μελετούν τους υποψηφίους προσπαθώντας να συμπεράνουν ποια θα είναι η ανταπόκρισή τους στην υπόθεση και με σκοπό να σχηματίσουν ένα σώμα ενόρκων όσο πιο ευνοΐκό γίνεται προς αυτούς. Κάθε πλευρά μπορεί να κάνει ερωτήσεις στους υποψηφίους και έχει το δικαίωμα να απορρίψει κάποιον που θεωρεί προκατειλημμένο. Μπορεί να απορρίψει εως δώδεκα άτομα στην επιλογή συν δυο στην επιλογή των αναπληρωματικών ενόρκων. Η ρύθμιση αυτή αποβλέπει στην ισορροπημένη σύσταση του σώματος αλλά οι αντίδικοι πάντα προσπαθούν να το εκμεταλλευτούν για να το διαμορφώσουν προς το συμφέρον της υπόθεσής τους.
   Η Ιόλη το εξήγησε αυτό στην Γκαμπριέλα καθώς έβλεπαν μαζί το προφίλ του κάθε υποψηφίου.
   -Θέλουμε νέους ανοιχτόμυαλους ανθρώπους, είπε η δικηγόρος, κατά προτίμηση κοπέλες που μπορούν να σε καταλάβουν και ίσως έχουν βρεθεί στην ίδια θέση ή κινδύνεψαν να βρεθούν.
   -Πως είναι τα πράγματα;
   -Από τους 101 που κλήθηκαν να παρουσιαστούν για τη δίκη θα έρθουν 84, οι υπόλοιποι είτε έχουν αλλάξει τόπο διαμονής είτε έχουν πεθάνει. Από τους 84 γύρω στους 15 με 20 θα έχουν κάποιο εύλογο κώλυμα για να απαλλαγούν αν και ο Άιρτον είναι ιδιαίτερα αυστηρός στο θέμα αυτό. Από τους 65 με 70 που θα μείνουν οι περισσότεροι από αυτούς που θα ήθελα είναι στα τελευταία νούμερα.
   -Άσχημα, δηλαδή, συνόψισε η Γκαμπριέλα σκύβοντας το κεφάλι.
  Η Ιόλη άπλωσε το χέρι της και έπιασε το σαγόνι της, ανασήκωσε απαλά το κεφάλι της και την κοίταξε στα μάτια.
   -Μην το βάζεις κάτω, είπε. Θα παλέψουμε για να βγεις από' δω μέσα, εντάξει;
   Η Γκαμπριέλα ένευσε.

   -Θυμάσαι τον Τενβίνσκι; ρώτησε ο Βαλίν.
   Ο Μάικ Μακ Γκρέγκορ σήκωσε το βλέμμα του από τα έγγραφα που μελετούσε και κοίταξε το φίλο και συνάδελφό του. Ο Βαλίν καθόταν στο περβάζι του παραθύρου κοιτώντας τη βροχή έξω ενώ εκείνος καθόταν στο γραφείο του στο δωμάτιό του.
   -Βγήκε από τη φυλακή ο ταραξίας; είπε ο υπολοχαγός.
   -Ναι, είπε κεφάτα ο Βαλίν, αλλά μην ανησυχείς θα επιστρέψει σύντομα.
   -Μπα; Τι έκανε πάλι;
   -Έμπλεξε σε έναν καβγά και τον συνέλαβαν. Μάντεψε τι είχε πάνω του.
   -Χασίς όπως κάθε φορά.
   -Όχι μόνο, και μια χειροβομβίδα και ένα πιστόλι.
   Ο Μακ Γκρέγκορ σηκώθηκε από τη θέση του και πήγε κοντά στον Βαλίν.
   -Αυτήν την φορά θα πάει για καλά μέσα. Αλλά δεν με απασχολεί αυτό.
   -Σε απασχολεί η δίκη, είπε ο Βαλίν.
   -Ακόμα παλέυω με το σκοτάδι, δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι αυτό που μου διαφεύγει.
   -Δώσε χρόνο στον εαυτό σου, είπε ο Βαλίν, και θα το θυμηθείς.
   -Ίσως να μην έχω πολύ χρόνο. Η δικάσιμος είναι μεθαύριο κάτι που δείχνει πως ο εισαγγγελέας βιάζεται.
   Ο Μακ Γκρέγκορ κοίταξε την βροχή που έπεφτε με ορμή σχηματίζοντας λιμνούλες και ρυάκια στο δρόμο.
   -Ίσως χρειαστούν άλλα μέσα, είπε αργά καθώς ακόμα συλλογιζόταν τις συνέπειες αυτού που ετοιμαζόταν να προτείνει.
   Ο Βαλίν είχε ήδη καταλάβει και η απάντησή του ήταν έτοιμη.
   -Μέσα, θα το πω και στους υπόλοιπους.
   Ο Μάικ ένευσε. Η μονάδα που διοικούσε, το 29ο απόσπασμα Ρέηντζερς ήταν μια μικρή αλλά το γεγονός αυτό επέτρεπε στα μέλη της να γνωρίζονται καλά και να είναι δεμένοι μεταξύ τους. Ο Μακ Γκρέγκορ ήταν επικεφαλής της από το Νοέμβριο του 1997, πλησίαζε στη συμπλήρωση έντεκα ετών στη θέση αυτή και δεν είχε δεχθεί να την αλλάξει με άλλη παρ' ότι θα μπορούσε.
   -Μάικ, είπε ο Βαλίν από την πόρτα, απόψε θα πάω σε ένα επίσημο πάρτι, θα ήθελες να έρθεις;
   Ο Μακ Γκρέγκορ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του καθώς πήγαινε να καθίσει στο γραφείο του.

   Η Γκαμπριέλα επέστρεψε κουρασμένη στο κελί της αλλά σίγουρα σε καλύτερη ψυχολογική κατάσταση απ' αυτήν στην οποία βρισκόταν όταν είχε φύγει. Η προετοιμασία για τη δίκη την είχε κουράσει αλλά τουλάχιστον τώρα έκανε κάτι για να υπερασπίσει τον εαυτό της, δεν περίμενε μοιρολατρικά το τέλος. Η Ιόλη την είχε εμψυχώσει και τώρα ήταν αποφασισμένη, δεν θα πέθαινε χωρίς να παλέψει για το δίκιο της.
   Οι δεσμοφύλακες που την συνόδευσαν ήταν το ίδιο αδιάφοροι με τους πρωινούς και στη διαδρομή από το δωμάτιο που είχε συναντήσει την Ιόλη ως το κελί της δεν μίλησαν σχεδόν καθόλου και όταν το έκαναν ήταν μεταξύ τους και όχι προς αυτήν.
   Η Νιέβανς δεν βρισκόταν στο κελί και η Γκαμπριέλα απόρησε μ' αυτό αλλά δεν είχε τη δύναμη να το καλοσκεφθεί, την προηγούμενη νύχτα δεν είχε κοιμηθεί και τώρα μόλις ξάπλωσε βυθίσθηκε σε ένα λήθαργώδη ύπνο που όμοιο του δεν είχε ξαναβιώσει ποτέ.

   -Εδώ 29ο απόσπασμα, δεχόμαστε συγκεντρωμένα πυρά! Να πάρει μας ακούει κανείς;
   Οι αντάρτες είχαν εξαπολύσει την επίθεσή τους και οι Ρέηντζερς μάχονταν με νύχια και με δόντια να τους απωθήσουν. Οι αντάρτες είχαν αιματοκυλίσει τη χώρα αλλά μπροστά στους βετεράνους Ρέηντζερς δεν τα κατάφερναν παρά μόνο χάρη στο ότι υπερτερούσαν κατά πολύ σε αριθμό. Οι Ρέηντζερς δεν μπορούσαν να δοκιμάσουν να αναδιπλωθούν καθώς στην περίμετρο που υπερασπίζονταν είχαν καταφύγει δεκάδες πρόσφυγες, κυρίως γυναίκες και παιδιά.
   -Οι Γιάνκηδες βάλανε ως συνήθως την ουρά στα σκέλια και την κάνανε, είπε ο Βαλίν καθώς ήρθε δίπλα του. Πως είσαι;
   -Θα δείξει, είπε ενώ ο πόνος τον διέτρεχε σαν αδηφάγα πύρινη λαίλαπα.
   Ακούμπησε στον τοίχο που ήταν φτιαγμένος από πλίνθους ψημμένους στον ήλιο και έκλεισε τα μάτια του πολεμώντας τη ναυτία που απειλούσε να τον κυριεύσει. Τα ξανάνοιξε και βρέθηκε να κοιτάζει μια γυναίκα που θήλαζε το μωρό της κουλουριασμένη στη γωνία που σχημάτιζε ο τοίχος λίγο πιο πέρα.
   -Θα πεθάνουμε όλοι, είπε η γυναίκα.
   -Θα τα καταφέρουμε, είπε ο Μακ Γκρέγκορ.
   -Αν φτάσουν ως εδώ, είπε η γυναίκα, σε εκλιπαρώ να με σκοτώσεις. Και μετά φύλαξε μια σφαίρα για τον εαυτό σου.

   Τινάκτηκε και ανακάθισε στο κρεβάτι μούσκεμα στον ιδρώτα όπως τότε είχε μουσκέψει στο ίδιο του το αίμα. Πήρε βαθιά ανάσα και έκλεισε τα μάτια του. Ποτέ πριν το παρελθόν δεν τον είχε στοιχειώσει έτσι, γιατί τώρα; Σηκώθηκε από το κρεβάτι του και πήγε στο μπάνιο. Έριξε νερό στο πρόσωπό του και ένιωσε καλύτερα.
   Επέστρεψε στο δωμάτιο και σταμάτησε στην πόρτα που ακούστηκε ένα σιγανό χτύπημα. Την άνοιξε για να βρεθεί μπροστά στον Βαλίν που επέστρεφε από το πάρτι που του είχε πει.
   -Το ήξερα ότι δεν κοιμάσαι, είπε εκείνος, είδα το φως. Έχω νέα.
   -Τι νέα;
   -Από εκείνα που δεν σου αρέσουν. Ο Μπόνακορ ήταν στο πάρτι.
   -Και;
   -Είπε σε μια τύπισσα με βαθύ ντεκολτέ, τόσο που να βλέπω τον αφαλό της από' κει, πολλά για τη δίκη και η Μεγκ μου είπε ότι αυτή είναι στο ΙΤV.
   Ο Μάικ μόρφασε, η Μεγκ ήταν η τελευταία σε μια σειρά από ερωμένες του Βαλίν αλλά ήταν δημοσιογράφος και δεν έκανε λάθος σε τέτοια θέματα. Η δίκη πριν καν αρχίσει θα ήταν πρώτη είδηση σε όλη τη χώρα.
   -Κατάρα! είπε ο Μακ Γκρέγκορ.
   Έξω μια βροντή συντάρασσε τα πάντα σαν να γκρεμιζόταν ο ουρανός.