Καληνύχτα

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Σε κοιτάζω να κοιμάσαι, είναι κάτι που θα μπορούσα να το κάνω από τώρα ως την αιωνιότητα. Είσαι τόσο υπέροχα όμορφη, το πρόσωπό σου παραδομένο στη γαλήνη, ήσυχη από τις έννοιες και τα προβλήματα. Νιώθω για' σενα μια τρυφερότητα που ποτέ δεν ένιωσα για άλλη γυναίκα και σε κάποιες τέτοιες στιγμές το νιώθω περισσότερο. Πόσο θα ήθελα να χαιδέψω το μεταξένιο χείμαρρο των μαλλιών σου, πόσο θα ήθελα να νιώθω τη γλυκιά θέρμη των χειλιών σου.
   Ξυπνώ, η εικόνα χάνεται. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και ανοίγω την πόρτα του δωματίου. Είναι ακόμα νύχτα, πολλά αστέρια λάμπουν στον ουρανό, δείχνουν να τρεμοσβήνουν. Αφήνομαι να τα κοιτώ, όπως κάνω σχεδόν κάθε νύχτα πριν κοιμηθώ, είναι και αυτά μακριά μου όπως εσύ. το αεράκι που φυσάει με κάνει να ριγήσω. Όπως έχω σηκωθεί από το κρεβάτι είναι εγγυημένος τρόπος να αρρωστήσω.
   “Αφού δεν προσέχεις καθόλου, ” σαν να ακούω τη φωνή σου. Πάντα έχεις να κάνεις με το πόση λίγη σημασία δίνω στην ασφάλειά μου από κάθε είδους ατυχήματα. Σκέφτομαι τη γλυκια σου φωνή και το σαν τρεχούμενο νερό γέλιο σου. Δεν ξέρεις πόσο μου λείπουν και τα δυο.
    Επιστρέφω στο κρεβάτι μου. Ξαπλώνω με την εικόνα σου στο μυαλό μου. Τώρα που θα κοιμηθώ η σκέψη μου πάλι θα σε αναζητήσει. Είσαι κάπου εκεί έξω αλλά ταυτόχρονα και τόσο κοντά μου.
   Καληνύχτα αγαπημένη μου....

Οι Ταξιδιωτες Των Κόσμων 2

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Τον κύκλωσε ένα σκοτάδι πιο βαθύ και από το αρχέγονο σκότος πριν τη δημιουργία του σύμπαντος. Ένιωσε το σώμα του να παγώνει σε σημείο που το κρύο να του προκαλεί πόνο. Τεράστιες δυνάμεις απειλούσαν να τον συνθλίψουν και απόκοσμες φωνές σφυροκοπούσαν ανελέητα το μυαλό του τρεφόμενες με τον πυρήνα της ύπαρξής του. Ρούφηξαν άπληστα τις αναμνήσεις του, απομύζησαν τις δυνάμεις του, τον χτύπησαν ως που να απομείνει εξαντλημένος. Δεν ήξερε ποιος ήταν πλέον. Τότε οι απόκοσμες αυτές φωνές τον άφησαν, τον τίναξαν προς έναν κόσμο όπου θα ήταν ευάλωτος, εύκολη λεία για εκείνους που ακολουθούσαν και εκεί το δρόμου του σκοταδιού. Δεν ήταν σε θέση να παλέψει, δεν είχε πια τον τρόπο να αντισταθεί.
   “Μην απελπίζεσαι Ραμίρ Γκάνελον, μια απαλή φωνή μίλησε στο μυαλό του και ο ήχος της ήταν ικανός να μειώσει έστω και λίγο το μαρτύριό του, έχασες τις δυνάμεις σου αλλά όχι την ψυχή σου και το ποιος είσαι δεν εξαρτάται παρά μόνο από αυτήν. Έχε θάρρος γιατί ο κόσμος στον οποίο βρίσκεσαι δεν έχει ακόμα ασπασθεί το σκοτάδι.”
   Η φωνή χάθηκε.
   Ένιωσε το περιβάλλον γύρω του να αλλάζει με τρόπους που δεν μπορούσε να κατανοήσει και την επόμενη στιγμή προσέκρουσε με την πλάτη σε κάτι σκληρό. Ένιωσε σταγόνες να πέφτουν στο πρόσωπό του και άνοιξε τα μάτια του. Ο ουρανός ήταν γεμάτος με μολυβένια σύννεφα και ήδη έπεφτε ένα ψιλόβροχο, αυτό που είχε νιώσει στο πρόσωπό του. Σηκώθηκε από το έδαφος. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα μικρό τρίγωνο γης καλυμμένο με αγριόχορτα και πολύ περισσότερα σκουπίδια. Δυο τρία καχεκτικά δενδράκια πάλευαν να επιβιώσουν και καλοδέχονταν τη βροχή που τα καθάριζε από τη σκόνη και τα πότιζε.
   Περπάτησε στην άκρη αυτού του χώρου που θεωρητικά ήταν πάρκο και βγήκε στο δρόμο, κοίταξε τα ψηλά κτίρια, ένα γύρω. Δεν ήξερε που βρισκόταν, ούτε ποιος ήταν. Ήταν στο έλεος του πρώτου εχθρού που θα συναντούσε.
   Στάθηκε. ένας γρήγορος έλεγχος αποκάλυψε ότι μπορεί το πνεύμα του να είχε χτυπηθεί και να ένιωθε τον εαυτό του σαν να ήταν ξένος, όμως το σώμα του είχε περάσει τη δοκιμασία ανέγγικτο. Δεν ήταν τραυματισμένος, σχεδόν δεν ένιωθε ούτε καν κουρασμένος. Φορούσε ακόμα τα ίδια ρουχα, λευκό πουκάμισο, μαύρο παντελόνι και το λευκό μανδύα. Η σπάθα του, που την είχε θηκαρώσει για να απελευθερώσει το Ροδόλφο της Ασόν, ήταν ακόμα στο πλευρό του μέσα στη δερμάτινη θήκη της. Δεν ήταν ανυπεράσπιστος παρότι δεν θυμόταν πως να χειριστεί την σπάθα.
   Τράβηξε την κουκούλα του μανδύα πάνω από τα ξανθά μαλλιά του για να προστατευτεί από τη βροχή και κοίταξε τριγύρω. Προς τα που έπρεπε να κινηθεί; Δεν υπήρχε κάτι γνώριμο σε αυτό το ξένο, και παράδοξο για εκείνον, περιβάλλον. Δεν υπήρχε τρόπος να βρει τα σημεία του ορίζοντα. Προχώρησε προς την κατεύθυνση που ήταν ήδη στραμμένος.

   Ο Ροβέρτος της Αβέρν δεν αντιμετώπισε την επίθεση που βίωσε ο φίλος του. Αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο ότι εκείνος δεν είχε δεχθεί την κατάρα του μάγου αλλά και στο ότι ταξίδευε μέσα από τη Σκιώδη Πύλη κατευθυνόμενος από τη δύναμη του συντρόφου του. Ένιωσε και εκείνος το ψύχος που το ταξιδι ανάμεσα στους κόσμους συνεπαγόταν αλλά αυτό ήταν όλο.
   Βρέθηκε σε ένα στενό δρομάκι χαμένο ανάμεσα σε δυο ψηλά κτίρια και κοίταξε τριγύρω. Αυτό που αντίκριζε του ήταν το ίδιο ξένο όπως και στον Ραμίρ, δεν έμοιαζε με τίποτα που είχαν δει στο δικό τους κόσμο. Θυμήθηκε αυτά που είχε διηγηθεί ένας άλλος Ιππότης που είχε ταξιδέψει σε αυτόν τον κόσμο, ο ίδιος που τον είχε στείλει και τώρα εδώ. Ήταν ένας κόσμος ολότελα διαφορετικός από τον δικό τους. Τουλάχιστον μοιραζόταν τις ίδιες αξίες – αν και όχι πάντα – με το δικό τους και δεν υπηρετούσε τις δυνάμεις του Σκότους.
   -Καλύτερα να βρω τον Ραμίρ και να φύγουμε από' δω το γρηγορότερο, μονολόγησε.

   Δεν πίστευε στα μάτια της. Είχε κοιτάξει το στενό και ήταν άδειο. Είχε πάρει το βλέμμα της να δει τη βροχή, που είχε αρχίσει να πέφτει δυνατότερη και λιγόστευε τις πιθανότητες να βρει πελάτη απόψε, και όταν ξανακοίταξε αυτός στεκόταν εκεί. Από που είχε εμφανιστεί; Δεν είχε αυτοκίνητο, δεν είχε βγει από κάποιο σπίτι. Ο άνδρας ερχόταν προς το μέρος της, ντυμένος στα μαύρα με μάυρο μανδύα που διέθετε και κουκούλα. Φαινόταν γεροδεμένος και όπως πλησίασε, και διέκρινε τα χαρακτηριστικά του, είδε ότι ήταν γοητευτικός άνδρας. Είχε καστανά μαλλιά και γαλανά μάτια, μια ουλή διέσχιζε κάθετα το αριστερό μάγουλό του. Θα της ήταν ευχάριστο να την αγγίξει αυτός. Κάτι που δεν συνέβαινε εύκολα στη δουλειά της.
   Το όνομά της ήταν Γιαρμίλα Ντομπόροβιτς, είχε έρθει στην Ελλάδα αναζητώντας μια καλύτερη τύχη και είχε αναγκαστεί να εκπορνευτεί υπό την απειλή της απέλασης ή της εξόντωσης. Είχε μαζευτεί κάτω από την μαρκίζα ενός μαγαζιού με μηχανήματα για να προφυλαχθεί από την βροχή αλλά τώρα αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη της. Εξάλλου σε λίγο θα περνούσε ο Τζίμυ και δεν ήθελε να σκέφτεται τι θα γινόταν αν δεν μπορούσε να του δώσει λεφτά. Δεν τον έλεγαν άδικα κτήνος. Επιθεώρησε την εμφάνισή της βιαστικά. Ντυμένη με ένα αμάνικο μπλουζάκι και ένα σορτς ήταν αρκετά ελκυστική.
   Πλησίασε τον άνδρα και άπλωσε το χέρι της να τον πιάσει από το μπράτσο, με έκπληξη διαπίστωσε πως ήταν σκληρό σαν να αποτελείτο από σίδερο. Δεν πτοείθηκε όμως.
   -Θες να περάσεις καλά ξένε; είπε.
   Την κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε τι του έλεγε.

   Δεν ήταν ότι δεν καταλάβαινε. Είχε χρειαστεί ένα ελάχιστο διάστημα για να αναγνωρίσει τη γλώσσα. Έμοιζε με τη γλώσσα της Νεμούρια, ενός βασιλείου του κόσμου του.
   -Δεν χρειάζομαι παρέα, είπε ήσυχα, χρειάζομαι όμως πληροφορίες. Είδες κάποιον σαν εμένα; Παρόμοια ρούχα, ξανθός με γαλανά μάτια; Ίσως ήταν κάπως σαν χαμένος.
   -Όχι, δεν είδα κάποιον, απάντησε.
   -Αν είναι να την πάρεις τελείωνε, αλλιώς άσε την μπας και βρει άλλον.
   Η Γιαρμίλα ρίγησε, αυτός ήταν ο Τζίμυ. Θυμήθκε με τρόμο το ξυλοκόπημα που είχε δεχθεί άλλη φορά που τον είχε δυσαρεστήσει. Ο Ροβέρτος στράφηκε και κοίταξε τον προαγωγό που πλησίαζε.
   -Στην πατρίδα μου, είπε ο Ιππότης, άτομα σαν εσένα πάνε στα μπουντρούμια.
   Τα μάτια του Τζίμυ στένεψαν. ένα μαχαίρι εμφανίστηκε στο χέρι του.
   -Με απειλείς; σφύριξε. Γολιάθ!
   Ο Γολιάθ ήταν ο σωματοφύλακάς του, ένας πραγματικός γίγαντας από το Καζακστάν που είχε ξεχάσει πια το πραγματικό του όνομα αφού όλοι έτσι τον φώναζαν. Εμφανίστηκε αθόρυβα δίπλα στον Τζίμυ τον οποίο υπάκουγε τυφλά έχοντας τα ίδια άγρια ένστικτα με εκείνον. Παρά τον όγκο του ήταν γρήγορος και επιδέξιος.
   -Σας προειδοποιώ, είπε ο Ροβέρτος, για τις συνέπειες, μιας επίθεσης εναντίον μου.
   Τσάκισέ τον Γολιάθ! είπε ο Τζίμυ και ο μεγαλόσωμος μπράβος του επιτέθηκε. Ο Ροβέρτος όμως δεν ήταν εύκολο θύμα σαν αυτούς που είχε μάθει να αντιμετωπίζει ο Γολιάθ. Χτύπησε με τη γροθιά του γρήγορα και κοφτά στο στήθος σημαδεύοντας τον στην καρδιά. Ήταν η σειρά του Ιππότη να εκπλαγεί καθώς ο Γολιάθ δεν κατάλαβε τίποτα από το χτύπημα και την επόμενη στιγμή τον άρπαζε στα χέρια του με σκοπό να τον συνθλίψει. Αλλά όπως τον σήκωσε ο Ροβέρτος επιτέθηκε ξανά. Άπλωσε τα χέρια του και άρπαξε το κεφάλι του Γολιάθ, το ένα χέρι του άρπαξε το σαγόνι και το άλλο το ινίο του. Το έστριψε απότομα, με ένα ξερό κρακ ο λαιμός του μπράβου έσπασε και σωριάστηκε σαν σπασμένη κούκλα στο βρεγμένο δρόμο. Ο Ροβέρτος στράφηκε στον Τζίμυ που είχε μαρμαρώσει από τον τρόμο. Δεν το περίμενε αυτό. Ο Ιππότης έκανε ένα βήμα μπροστά και τότε ο κακοποιός επιτέθηκε, το χτύπημα με το μαχαίρι ήταν τελείως άτσαλο, ο Ροβέρτος το απέφυγε εύκολα και μετά το έστρεψε πάνω στον Τζίμυ που καρφώθηκε στο ίδιο του το όπλο. Τον άφησε να σωριαστεί στο δρόμο και αυτόν και γύρισε στην Γιαρμίλα.
   -Σίγουρα δεν είδες κάποιον σαν εμένα; Είναι φίλος και πρέπει να τον βρω.
   -Δεν είδα, είπε εκείνη.
   Ο Ροβέρτος της έβαλε στο χέρι κάτι και απομακρύνθηκε. Ήταν ένα χρυσό νόμισμα διαπίστωσε εκείνη με έκπληξη.

   Ήταν μια απέραντη πόλη και εχθρική, που βρισκόταν ο Ραμίρ; Και πως θα τον έβρισκε; Θα ήταν πολύ πιο δύσκολο απ' ό,τι είχε υποθέσει. Είχε τουλάχιστον βοηθήσει μια κοπέλα που είχε ανάγκη από βοήθεια. Στην ευθεία του δρόμου που ακολουθούσε έβλεπε ένα λόφο. Θα ανέβαινε σε υψηλότερο έδαφος, από' κει είχε μια τελευταία ελπίδα να βρει τον Ραμίρ γρήγορα.

Οι Ταξιδιωτες Των Κόσμων 1

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Πρώτο



   Τα τύμπανα χτυπούσαν αργά και ρυθμικά καθώς οι δυο στοίχοι των φρουρών με τις πορφυρές στολές πλησίαζαν το ικρίωμα μεταφέροντας ανάμεσά τους τον καταδικασμένο σε θάνατο άνδρα. Εκείνος βάδιζε με το κεφάλι ψηλά, στητός και αγέρωχος σαν να πήγαινε προς τη στέψη του σε βασιλιά και όχι προς το θάνατο. Άκουγε τους στεναγμούς και το θρήνο εκείνων που τον μοιρολογούσαν από τώρα αλλά δεν κοίταζε, κρατούσε το βλέμμα του καρφωμένο μπροστά.
   Η πλατεία βρισκόταν στην άκρη της πόλης στη βάση σχεδόν του τείχους. Στρατιώτες είχαν παραταχθεί στις πλευρές της πλατείας κρατώντας τον κόσμο μακριά. Όλοι όσοι είχαν μαζευτεί το είχαν κάνει για να αποχαιρετίσουν τον άρχοντά τους και ήταν μόνο ο φόβος που τους κρατούσε να μην δείξουν τα αισθήματά του αν και πολλές γυναίκες έκλαιγαν φανερά.
   Στο κέντρο της πλατείας ήταν τοποθετημένο το ικρίωμα με το αιματοβαμμένο κούτσουρο, ο δήμιος περίμενε ήδη με το μεγάλο πέλεκυ ακουμπισμένο μπροστά του. Στα αριστερά του ικριώματος υπήρχε μια εξέδρα όπου σε μια πολυθρόνα που έμοιαζε με θρόνο καθόταν ένας άνδρας με κόκκινο μανδύα. Τα χέρια του, που ακουμπούσαν στα σκαλισμένα σε λεοντοκεφαλές μπράτσα της πολυθρόνας, ήταν ντυμένα με κόκκινα γάντια. Ήταν ο δικαστής που είχε καταδικάσει αυτόν τον άνδρα. Ο μελλοθάνατος δεν τον κοίταξε καθώς ανέβαινε στο ικρίωμα. Αντίθετα κοίταξε σε ένα σημείο ακριβώς απέναντι. Εκεί μια όμορφη κοπέλα ντυμένη με ένα φόρεμα που πρόδιδε αριστοκρατική καταγωγή έκλαιγε στην αγκαλιά μιας συνομήλικής της. Για πρώτη φορά το βλέμμα του μαλάκωσε και στο πρόσωπό του φάνηκε κάποιο συναίσθημα.
   -Ροδόλφε της Ασόν, είπε ο δικαστής με μια φωνή δυνατή και παγερή. Καταδικάστηκες σε θάνατο και η ποινή θα εκτελεστεί άμεσα. Έχεις να πεις τίποτα;
   Ο Ροδόλφος της Ασόν κοίταξε περιφρονητικά τον δικαστή και μετά έστρεψε το βλέμμα του και πάλι στην κοπέλα που έκλαιγε. Ήταν η Φιντέλια, η κοπέλα που σε ένα μήνα θα γινόταν σύζυγός του. Την κοίταξε έντονα σαν να ήθελε να πάρει μαζί του την εικόνα της.
   -Ας αποδοθεί δικαιοσύνη! είπε ο δικαστής.
   Ο δήμιος τον έριξε στα γόνατα και ακούμπησε το κεφάλι του στο ξύλο. Εκείνος συνέχιζε να κοιτάει την αγαπημένη του. Είχε ήσυχη τη συνείδησή του, ήταν αθώος για όλες τις κατηγορίες που ο δικαστής είχε απαγγείλει εναντίον του, και δεν τον ένοιαζε ο θάνατος. Το μόνο που τον λυπούσε ήταν η απώλεια της ζωής που θα ζούσε με την Φιντέλια. Ήθελε πολύ μια οικογένεια. Η Φιντέλια τον κοίταζε, ήταν έτοιμη να καταρρεύσει και η φίλη της την είχε αγκαλιάσει και τη στήριζε.
   Ο δήμιος σήκωσε τον πέλεκυ, το φως του ήλιου έλαμψε πάνω στην καλογυαλισμένη λεπίδα. Η Φιντέλια έκρυψε το πρόσωπό της στο στήθος της φίλης της, δεν άντεχε να βλέπει την εκτέλεση εκείνου που αγαπούσε. Ο δήμιος κατέβασε με φόρα τη φονική λεπίδα που σταμάτησε εκατοστά από το λαιμό του θύματός του. Πνιχτά σχόλια ακούστηκαν από το πλήθος, ήταν ένα βασανιστήριο που συνήθιζαν οι δήμιοι. Όμως η έκφραση του προσώπου του δήμιου έδειχνε πως κατέβαλλε προσπάθεια να ολοκληρώσει την κίνησή του.
   Ο δικαστής ήταν πιο γρήγορος να καταλάβει τι συνέβαινε.
   -Εσύ! βρυχήθηκε δείχνοντας κατηγορηματικά στην απέναντι πλευρά της πλατείας.
   Εκεί, στην πρώτη γραμμή του πλήθους στεκόταν ένας άνδρας με λευκό μανδύα. Το αριστερό χέρι του τεντωμένο έδειχνε το δήμιο που εξακολουθούσε να προσπαθεί να ολοκληρώσει την εκτέλεση του Ροδόλφου της Ασόν. Πέρασε ανάμεσα σε δυο φρουρούς και προχώρησε προς το δικαστή. Τα βήματά του ακούγονταν ηχηρά στις πλάκες της πλατείας.
   -Ο Θεός μας δίνει δύναμη για να βοηθούμε εκείνους που έχουν ανάγκη, είπε ο άνδρας με το λευκό μανδύα.
   -Ο δικός μου θεός μου δίνει δύναμη για να την απολαύσω! κραύγασε αλαζονικά ο δικαστής.
   -Μπαγκράς, είπε όχι κάποια έκπληξη ο νεοφερμένος.
   -Σκοτώστε τον! διέταξε ο δικαστής.
   Ο άνδρας έκανε μια απότομη κίνηση με το απλωμένο χέρι του και το όπλο τινάχτηκε από το χέρι του δήμιου. Τίναξε πίσω το λευκό μανδύα του, αποκαλύπτοντας το λευκό πουκάμισο και το μαύρο παντελόνι κάτω από αυτόν, και τράβηξε μια σπάθα.
   Με φοβισμένες κραυγές το πλήθος τραβήκτηκε πίσω θέλοντας να αποφύγει να βρεθεί ανάμεσα στους στρατιώτες και τον άνδρα αυτόν με τις προφανώς ανεπτυγμένες δυνάμεις αποκαλύπτοντας και άλλους άνδρες που πλησίαζαν για να λάβουν μέρος στη μάχη, κάποιοι με επίσης λευκούς μανδύες αλλά οι περισσότεροι με μαύρους.
   -Δεν στέκεται μόνος του μάγε, είπε ένας από αυτούς με τους λευκούς χιτώνες.
   Με ένα εφιαλτικό γέλιο ο δικαστής άλλαξε μορφή μπροστά στα μάτια τους. Τώρα ήταν ένας ξερακιανός άνδρας ντυμένος με έναν μαύρο μανδύα κεντημένο με ασημένια αποκρυφιστικά σύμβολα. Στα χέρια του κρατούσε ένα ραβδί που κατέληγε σε ένα σχέδιο σαν το γαμψό νύχι ενός αρπακτικού.
   Ο πρώτος από τους αντιπάλους του μάγου με το λευκό μανδύα είχε φτάσει στο δήμιο. Εκείνος είχε τραβήξει ένα μαχαίρι και το ακουμπούσε στο λαιμό του Ροδόλφου.
   -Αν τον σκοτώσεις, είπε ο άνδρας, ποιος θα σε σώσει από' μενα; Πέταξε το μαχαίρι και φύγε. Δεν θα σε καταδιώξω.
   Ο δήμιος κοίταξε στα μάτια τον αντίπαλό του. Είχε γαλανά μάτια και ένα έντονο βλέμμα που τον έκανε να νιώθει ότι τον διαπερνούσε. Πέταξε το μαχαίρι και τράπηκε σε φυγή. Ο αντίπαλός του δεν τον καταδίωξε αλλά ασχολήθηκε με το να βοηθήσει τον Ροδόλφο της Ασόν να σηκωθεί και μετά να του λύσει τα χέρια.
   -Σου χρωστάω τη ζωή μου και σου είμαι πραγματικά υπόχρεος, ποιος είσαι; ρώτησε εκείνος.
   -Ονομάζομαι Ραμίρ Γκάνελον.
   -Και είσαι καταραμένος στην αιωνιότητα! βρυχήθηκε ο μάγος.
   Στράφηκαν και οι δυο και είδαν τον μάγο να έχει στρέψει το ραβδί του πάνω στον Ραμίρ Γκάνελον. Μια ριπή ενέργειας τινάκτηκε από την άκρη του ραβδιού και χτύπησε στο έδαφος μπροστά στα πόδια του Ραμίρ.
   -Εναγκαλίσου τη Λήθη, φώναξε ο μάγος, εναγκαλίσου τον ίδιο σου τον αφανισμό. Στο σκοτάδι θα πορεύεσαι και στο σκοτάδι θα ζεις. Δύναμη δεν θα' χεις και τίποτα από όλα αυτά δεν θα μπορείς να θυμηθείς.
   Μια σφαίρα μαύρης ενέργειας τύλιξε ξαφνικά τον Ραμίρ και εξαφανίστηκε μετά παίρνοντάς τον μαζί της.

   Ονομαζόταν Ροβέρτος της Αβέρν και ήταν από τους καλύτερους πολεμιστές ανάμεσα στους Ιππότες του Όρκου. Είχε γνωριστεί με τον Ραμίρ πολλά χρόνια πριν, την πρώτη τους μέρα σαν δόκιμοι. Είχαν γίνει στενοί φίλοι και είχαν πολεμήσει μαζί πολλές φορές. Τώρα ο Ροβέρτος πολεμούσε λίγο μακρύτερα από το φίλο του. Όντας αμφιδέξιος πολεμούσε κρατώντας ένα σπαθί σε κάθε χέρι. Ριχνόταν στη μάχη στα σημεία που ήταν εντονότερη και σκορπούσε τον όλεθρο στους εχθρούς. Οι φρουροί του μάγου δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν τους Ιππότες και πολλοί κείτονταν ήδη νεκροί.
   Στη φωτιά της μάχης παρέμενε απόλυτα ψύχραιμος και συγκροτημένος. Πολεμούσε μεθοδικά και ήταν τρομερός αντίπαλος, άφοβος απέναντι στον οποιονδήποτε, πολυμήχανος και τολμηρός. Είδε τον μάγο να στρέφει το ραβδί του και φώναξε μια προειδοποίηση στο φίλο του που χάθηκε στο θόρυβο της μάχης, την κλαγγή των όπλων και τις φωνές των μαχητών. Επιχείρησε να τον προειδοποιήσει τηλεπαθητικά αλλά ο μάγος είχε προνοήσει γι' αυτό, είχε ρίξει κάποιο ξόρκι γύρω από τον Ραμίρ που δεν επέτρεπε να τον ειδοποιήσει με αυτόν τον τρόπο.
   Όρμηξε να προλάβει την κίνηση του μάγου. Με μια τρομερή πολεμική κραυγή επιτέθηκε στους φρουρούς επιχειρόντας να ανοίξει δρόμο προς το φίλο του. Με τα δυο σπαθιά του να στερουν ζωές σε κάθε χτύπημα, ένας αληθινός άγγελος του θανάτου, άνοιξε ένα ματωμένο μονοπάτι αλλά δεν ήταν δύνατον να προλάβει. Είδε την μαύρη σφαίρα να τυλίγει τον Ραμίρ.
   -Μάικ! φώναξε.
   Ένας από τους άλλους Ιππότες με τους λευκούς μανδύες γύρισε και κοίταξε τον Ροβέρτο. Εκείνος του έδειξε προς την κατεύθυνση του Ραμίρ που εκείνη ακριβώς τη στιγμή εξαφανιζόταν. Ο Ιππότης στράφηκε και αποτελείωσε με ένα κοφτό χτύπημα τον αντίπαλό του. Ύστερα αντέστρεψε τη σπάθα του και ακούμπησε την αιχμή της στο έδαφος. Γονάτισε και άρχισε να προφέρει κάτι σαν ευχή ή εξορκισμό. Ο Ροβέρτος ένιωσε την παγωνιά πίσω του και στράφηκε για να ατικρίσει μια αψίδα μέσα στην οποία βασίλευε το πιο ερεβώδες σκοτάδι που είχε ποτέ αντικρίσει.
   “Είναι μια Σκιώδης Πύλη,” άκουσε τον Μάικ στο μυαλό του, “ θα σε οδηγήσει στον ίδιο τόπο και χρόνο όπου έστειλε τον Ραμίρ. Δεν ξέρω πόσο κοντά αλλά είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω χωίς άλλες πληροφορίες."
   Ο Ροβέρτος γύρισε και κοίταξε τον συμπολεμιστή του.
   -Θα τον φέρω πίσω, υποσχέθηκε πριν περάσει την πύλη. Το τελευταίο πράγμα που είδε πριν τον καταπιεί το σκοτάδι ήταν ο Μάικ που προχωρούσε να αντιμετωπίσει το μάγο.

Όνειρο

Author: Νυχτερινή Πένα /

    Σε βλέπω να κλαις, καθισμένη έξω κάτω από το σεληνόφωτο. Δεν ξέρω το γιατί μα κάτι σε πονάει. Τα δάκρυα είναι αψευδής μάρτυρας, είναι εκεί. Κυλάνε στα μάγουλά σου, μικρά λαμπερά διαμαντάκια κάτω από το χλωμό φως σφυρηλατημένα από τον πόνο της καρδιάς σου. Δεν κλαις με λυγμούς, είναι βουβό το κλάμα, μόνο τα δάκρυα σταλάζουν ασταμάτητα. Είναι πιο μεγάλη η θλίψη όταν βγαίνει έτσι.
   Έρχομαι κοντά σου, σου μιλώ μα δεν μ' ακούς, είμαι ανήμπορος να σταματήσω τα δάκρυα, ανίκανος να σου πάρω τον πόνο να μην σε βασανίζει. Θέλω να σε βοηθήσω, να σε ανακουφίσω έστω αλλά δεν είναι δυνατόν. Δεν με αφήνεις καν να έρθω κοντά σου. Γιατί; Τι είναι που σε κάνει να υποφέρεις; Ποιο βάρος σηκώνεις πάλι μόνη;
   Με την αγωνία αυτή ξυπνώ. Πετάγομαι από το κρεβάτι. Το δωμάτιο οικείο, είναι το δικό μου, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Μόνο ο ήχος του ρολογιού διακόπτει την πρωινή σιγαλιά. Ανοίγω την πόρτα, είναι πολύ πρωί, μόλις έχει ξημερώσει. Αφήνω το γκρίζο φως να μπει στο δωμάτιο και προσπαθώ να διώξω το όνειρο από το μυαλό μου.
   Δεν είσαι καλά το ξέρω, κάτι σου συμβαίνει. Το αισθάνομαι. Στρέφω το βλέμμα στον ουρανό όπου ακόμα η μέρα και η νύχτα συνυπάρχουν και κάνω μια ευχή να είσαι καλά, δεν θέλω τίποτα άλλο.
   Φοβάμαι για' σενα όσο και σ' αγαπάω.

Βροχή

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Απόψε επιτέλους έβρεξε, μια καλοκαιρινή καταιγίδα με μπόλικο νερό και τη φαντασμαγορική συνοδεία κεραυνών και αστραπών. Ήμουν έξω, πήγαινα για το σπίτι όταν άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες με εκείνον τον απαλό σχεδόν ντροπαλό ήχο που ξεκινάει από ανεπαίσθητος για να γίνει δυνατός και συνεχής. Σε λιγότερο από ένα λεπτό άρχισε να βρέχει δυνατά. Αλλά δεν επιτάχυνα το βήμα μου, άφησα το νερό να πέσει πάνω μου. Το καλοκαίρι που δεν κάνει κρύο η βροχή είναι ευχάριστη και δίνει μια τόσο ξεχωριστή αίσθηση. Σαν μια εξ' ουρανού κάθαρση, σαν να παίρνει από πάνω μου όλα τα βάρη, να με καθαρίζει, να με ξεκουράζει και να με ανανεώνει. Άφησα τη βροχή να με χαιδέψει με τα υδάτινα δάκτυλά της ως που πήγα σπίτι.
   Εκεί κάθισα στο σκοτάδι και αφέθηκα στον ήχο της, τον ήχο της όχι μόνο όπως πέφτει από ψηλά αλλά και όλες τις μεταμορφώσεις του από τα αντικείμενα που συναντά, το απαλό θρόισμα όπως πέφτει στα φύλλα των δένδρων, το ρυθμικό χτύπημα στο τζάμι, το πιο κοφτό στα κάγκελα της βεράντας, το κελάρυσμα όπως κατεβαίνει τις υδρορροές, τόσοι ήχοι, μουσική μιας πρωτότυπης και μοναδικής ορχήστρας.
   Το νερό έχει μουσική, μου έλεγες. Πόσο δίκιο είχες. Θυμάμαι που μου έλεγες ότι σκεφτόσουν μια συμφωνία πάνω στον ήχο του νερού, τότε δεν είχα καταλάβει μα τώρα ναι. Καταλαβαίνω τι θες να πετύχεις, ποιες νότες θες να μαγέψεις, μια συμφωνία του νερού, μια τέτοια γλυκιά μελωδία. Ελπίζω ότι θα την δημιουργήσεις γρήγορα, θα είναι σίγουρα ένα αριστούργημα.
   Οι σκέψεις μου γυρίζουν σε' σενα τώρα, μπλέκουν με τις νότες που ακόμα παίζει η νυχτερινή αυτή καταιγίδα, και καθώς γλιστρώ στα μυθικά μονοπάτια των ονείρων σου τις αφιερώνω. Μαζί με αυτές τις σκέψεις και σε προσκαλώ να με συνοδέψεις στους ονειρότοπους που απόψε θα επισκεφθώ. Και η βροχή συνεχίζει να πέφτει, απαλά, μουσικά.

Στη Μελωδία Της Αγάπης Σου

Author: Νυχτερινή Πένα /

Στη μελωδία της αγάπης σου
τύλιξέ με,
με το γλυκό σου γέλιο
ταξίδεψέ με.

Τα όνειρά μου πλέξε
με τα δικά σου,
οδήγησέ με σε ονειρότοπους
εκεί που πάει μόνο η καρδιά σου.

Με τη γλυκιά φωνή σου
ησύχασέ με, γαλήνεψέ με,
στη φωτεινή χάρη σου
κράτησέ με.

Και αν είναι όνειρο
μέσα στη νύχτα
φύλαξέ με,
ως την αυγή συντρόφευσέ με.

Βραβείο 2

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ναι πήρα και δεύτερο βραβείο σαν κάτοχος ιστολογίου! Αυτή τη φορά δράστης είναι η meanan που μου απένειμε το βραβείο φιλίας και με τη σειρά μου το απονέμω σε άλλα μπλογκ. Η σειρά είναι με τη σειρά που τα γνώρισα και ήρθαν στο μυαλό μου και όχι με σειρά αξιολόγησης ή προτίμησης.



1.  Ονειροπαγίδα http://oneiropagida09.blogspot.com/

2.  Διαμαντένια Προβλήτα http://diamantenia-problita.blogspot.com/

3.  Raven in Fairyland http://raven-in-fairyland.blogspot.com/

4.  Ο Αλχημιστής http://alchemist32.blogspot.com/

5.  Νeverland http://neverland09.blogspot.com/

6.  Έτσι απλά.. http://porcupine-killkiss.blogspot.com/

7.  Winter's Night Dream http://ginny-winternightsdream.blogspot.com/2010/06/blog-post.html

8.  Tiger Lily  http://tigerlily95.blogspot.com/

9.   Στη Γειτονιά Των Ονείρων http://neighbourhooddreams.blogspot.com/
10. Moonlight http://vag-ctella-moonlight.blogspot.com/
11. Δεύτερη Πνοή http://meghannmeggie.blogspot.com/
12.Αστερόσκονη http://stardust-marian.blogspot.com/

Μπράβο σε όλους, να συνεχίσετε να πλουτίζετε τον παγκόσμιο ιστό με όμορφα κείμενα και σκέψεις. Και ευχαριστώ meanan που μου το απένειμες.

Σκέψεις Μιας Νύχτας Με Βροχή

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Η βροχή πέφτει έξω από πολύ ώρα. Δεν είναι η βροχή που μου αρέσει, εκείνη η άγρια καταιγίδα με το νερό να πέφτει σαν καταρράκτης από τα ουράνια και να συνοδεύεται από τα εκκωφαντικά μπάσα της βροντής και τις τρομερές όσο και φαντασμαγορικές ηλεκτρικές εκκενώσεις της αστραπής. Είναι αντιθέτως μια ήσυχη, απαλή βροχή από εκείνη που οι παλιοί έλεγαν ποτιστική γιατί πέφτει σιγά και το χώμα την απορροφά προς όφελος των φυτών. Αυτή η βροχή πέφτει αθόρυβα σχεδόν με το μουρμουρητό του νερού να ακούγεται μόνο, απαλό, ήσυχο, ένας ήχος που γαληνεύει.
   Κάθομαι στο γραφείο μου, μόνο το επιτραπέζιο φωτιστικό είναι αναμμένο και δίνει έναν κύκλο από ζεστό φως. Κοιτάω τη λευκή κόλλα μπροστά μου καθώς το μυαλό μου περιπλανιέται σε σκέψεις γεμάτες στίχους αλλά και γεμάτες από εσένα. Το βλέμμα μου περιπλανιέται στα βιβλία μου και στις σημειώσεις των μυθιστορημάτων μου, απέναντί μου ο χάρτης του φανταστικού κόσμου που δημιούργησα με καλεί να βυθιστώ στη μαγεία του και στην απόλαυση της συγγραφής αλλά η σκέψη μου είναι σε' σενα.
   Πιάνω το στυλό. Στην αρχή χαράζω μερικές γραμμές στο λευκό χαρτί, αφηρημένα, λες και χρειάζεται να ξεμουδιάσει πριν αρχίσω να γράφω. Μερικοί στίχοι έχουν μορφοποιηθεί στο μυαλό μου, τους αποτυπώνω στο χαρτί.
   Κοιμίσου γλυκά
   και μη λυπάσαι,
   όλα θα περάσουν καλή μου
   μη φοβάσαι.
  Στίχοι που αναφέρονται σε' σενα. Είσαι μια συχνή παρουσία στη σκέψη μου και μου αρέσει γιατί είναι μια γλυκιά, τρυφερή σκέψη. Μια σκέψη που με συντροφεύει σε δύσκολες ώρες, μια σκέψη που με κάνει πιο ανθρώπινο και δεκτικό στους άλλους. Μια σκέψη που δεν μου κάνει κακό, ποτέ μην το πιστέψεις.
   Όνειρα γλυκά ας σε συντροφεύσουν
   να σε ταξιδέψουν και να σε μαγέψουν
   όμορφη παρέα να σου κρατήσουν
   ως που το πρωί του ήλιου οι ακτίνες να σε ξυπνήσουν.
  Η νύχτα προχωράει, αναρωτιέμαι αν έχεις καταφέρει να κοιμηθείς. Ξέρω πόσα πολλά σε απασχολούν και πως στην ησυχία της νύχτας όλα δείχνουν ακόμα πιο δύσκολα και ακατόρθωτα. Αλλά ελπίζω να κατάφερες να κοιμηθείς, το χρειάζεσαι τόσο. Ελπίζω ότι πήρες το αρκοδάκι σου και αποκοιμήθηκες, ξένοιαστη έστω και για λίγο. Κοιμίσου λοιπόν ήρεμη και ήσυχη ως το πρωί και τίποτα ας μη σε ενοχλήσει ως που θα σε ξυπνήσει το γλυκό φιλί του ήλιου στο πρόσωπό σου.
   Καληνύχτα.

Λυπάμαι

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Τι κάνεις όταν κάποια που είναι σημαντική για' σενα πονάει, όταν έχει συμβεί κάτι στη ζωή της και υποφέρει; Όταν αντιμετωπίζει προβλήματα που αν όχι ανυπέρβλητα είναι ωστόσο δυσεπίλυτα; Γιατί με απασχολεί το θέμα; Θα εξηγήσω αμέσως.
   Όσοι με διαβάζουν τακτικά ξέρουν ότι συνήθως γράφω τις ιστορίες μου και ξεχνώ τον κόσμο γύρω μου όπως και εκείνος με ξεχνάει συνήθως. Τίποτα δεν με αποσπά από τη συγγραφή και χάνομαι στους φανταστικούς κόσμους που δημιουργώ. Όμως σήμερα αυτό δεν συνέβει.
   Υπάρχει μια κοπέλα πολύ σημαντική για' μενα. Πολλά από τα κείμενα και τα ποιήματα που υπάρχουν σ' αυτό το ιστολόγιο είναι γραμμένα για εκείνη. Σήμερα λοιπόν η κοπέλα αυτή αντιμετώπισε ένα σοβαρό πρόβλημα, δεν είχε να κάνει με εμένα ήταν κάτι που προέκυψε ξαφνικά και την τάραξε καθώς είναι μια σχεδόν ανυπέρβλητη δυσκολία. Ποτέ δεν την άκουσα τόσο ταραγμένη, τόσο απογοητευμένη, απελπισμένη. Και εγώ εκτός από το να είμαι κοντά της δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Δεν μπορούσα να απαλύνω τον πόνο της, να την κάνω να ηρεμήσει. Και νιώθω τόσο άσχημα γι' αυτό. Και λυπάμαι που στη δύσκολη ώρα δεν μπορώ να της προσφέρω τίποτα.

Ο Πρώτος Ένορκος 23 - Φινάλε

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Η Γκαμπριέλα καθόταν σε μια καρέκλα με τα μπράτσα της διπλωμένα στο τραπέζι και το πρόσωπό της χωμένο σε αυτά. Ένιωθε τόσο τρομοκρατημένη ώστε φοβόταν πως αν σηκωνόταν όρθια τα πόδια της δεν θα την κρατούσαν. Ήταν σε κατάσταση πανικού σχεδόν όπως και όταν πάλευε για να γλιτώσει από τον Άντονι Βάλμοντ. Ένιωθε το στομάχι της ανακατεμένο σαν να είχε μόλις αναρρώσει από μακριά ασθένεια και εξίσου αδύναμη. Είχε σταθεί αδύνατον να φάει οτιδήποτε το μεσημέρι και είχε περιοριστεί να πιει έναν χυμό για να μην καταρρεύσει στη μέση της διαδικασίας αν και τώρα φοβόταν πως δεν θα το απέφευγε αυτό.
   Άκουσε την πόρτα του δωματίου αλλά δεν σήκωσε το κεφάλι της. Ήξερε πως ήταν η Ιόλη και πως θα της έλεγε ότι έπρεπε να επιστρέψουν στην αίθουσα όπου θα κατέθετε. Έτρεμε στην ιδέα να μιλήσει για όσα είχαν συμβεί, όχι από ντροπή αλλά από φόβο. Φοβόταν πως ο εισαγγελέας θα κατάφερνε να κάνει τα λόγια της να ακουστούν σαν αισχρά ψέμματα και θα καταδικαζόταν να περάσει την υπόλοιπη ζωή της στη ζωντανή κόλαση της φυλακής.
   Ένιωσε τα χέρια της Ιόλης να ακουμπάνε απαλά στους ώμους της.
   -Σε καταλαβαίνω, είπε η δικηγόρος. Έχω βρεθεί στη θέση σου. Πρέπει να σταθείς δυνατή.
   -Δεν μπορώ.
   -Ναι μπορείς, δεν είσαι παρά το θύμα ενός κτήνους, είπε η Ιόλη ήρεμα αλλά επιτακτικά. Δεν έκανες κάτι για το οποίο θα έπρεπε να ντρέπεσαι. Κοίτα με θάρρος τον κόσμο και αποτέλεσε παράδειγμα για χιλιάδες γυναίκες που καθημερινά κακοποιούνται και δεν έχουν τη δύναμη και το θάρρος να αντιδράσουν.
   Η Γκαμπριέλα σήκωσε το κεφάλι της από τα μπράτσα της.
   -Δεν είμαι ηρωίδα, είπε, δεν θα μπορούσα να εμπνεύσω τους άλλους. Φοβάμαι.
   -Θα σου πω ένα μυστικό, είπε η Ιόλη ενώ απαλά τη σήκωνε από την καρέκλα, ήρωες δεν γίνονται εκείνοι που δεν φοβούνται αλλά εκείνοι που ξεπερνούν το φόβο τους.

   Ο Στήβεν Άιρτον χτύπησε το σφυρί του και η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε και πάλι. Η Ιόλη κάλεσε στη θέση του μάρτυρα την Γκαμπριέλα. Η κοπέλα σηκώθηκε και προχώρησε νιώθοντας κάθε ίνα του είναι της να ουρλιάζει: “Φύγε τώρα! Όσο μπορείς ακόμα! Τρέξε!” Δεν μπορούσε να το κάνει, θα ήταν σαν να παραδεχόταν την ενοχή της. Αλλά και το να βαδίσει προς το έδρανο του μάρτυρα ήταν τρομερά δύσκολο. Ποτέ λίγα βήματα δεν ήταν δυσκολότερα.
   Κάθισε στο έδρανο τελικά και αφού ορκίστηκε η Ιόλη ήρθε κοντά της. Η Γκαμπριέλα κράτησε το βλέμμα της καρφωμένο στη συνήγορό της για να μην κοιτάξει κανέναν άλλο. Από τις προηγούμενες μέρες ήξερε πως δεν υπήρχαν και πολλά βλέμματα συμπαθείας για εκείνη σε αυτήν εδώ την αίθουσα.
   Η κατάθεσή της άρχισε. Μιλούσε με το κεφάλι σκυμμένο με το βλέμμα προσηλωμένο στα πλεγμένα πάνω στα γόνατα χέρια της. Η Ιόλη της έκανε κάποιες ερωτήσεις οδηγώντας την κατάθεσή της και τονίζοντας τα σημεία που ήθελε αλλά κυρίως την άφηνε να μιλήσει. Και η Γκαμπριέλα μίλησε.
   Παρά το φόβο της ως που να καθίσει σε αυτήν την θέση, όταν άρχισε να μιλάει ένιωσε μια απρόσμενη λύτρωση που μπορούσε να μιλήσει για όλο αυτό που είχε συμβεί και δηλητηρίαζε τη ζωή της. Διηγήθηκε πως σταμάτησε στο δρόμο νομίζοντας ότι ο Βάλμοντ είχε κάποιο πρόβλημα με το αυτοκίνητό του μόνο και μόνο για να τη ζαλίσει με κάποιο μαντήλι εμποτισμένο με ναρκωτικό, αιθέρα ίσως. Όταν είχε και πάλι συναίσθηση του τι γίνεται ήταν πια γυμνή και με τα άκρα της δεμένα σε σχοινιά που κατέληγαν στα πασαλάκια. Πάλεψε για να γλιτώσει, αντιστάθηκε όσο και όπως μπορούσε την ίδια στιγμή που ήξερε πως δεν μπορούσε να αποφύγει το φοβερό πεπρωμένο της. Δεν υπήρχε κανένας να τη βοηθήσει, κανένας δεν άκουσε τις κραυγές της, κανένας που να δείξει έλεος. Ο Βάλμοντ την έκανε δική του, ικανοποίησε τα ποταπά ένστικτά του ενώ εκείνη ακόμα πάλευε και ικέτευε να μην της κάνει τέτοιο κακό. Ένα μέρος της ψυχής της έμεινε για πάντα σε εκείνη την βροχερή νύχτα.
   Απόλυτη σιωπή είχε πέσει στο ακροατήριο, όλοι παρακολουθούσαν με τη μέγιστη προσοχή την κατάθεσή της. Οι δώδεκα ένορκοι την άκουγαν επίσης προσεκτικά, κάποιοι έβλεπαν για πρώτη φορά την πιθανότητα τα γεγονότα να μην είναι όπως τα παρουσίαζε ο εισαγγελέας. Ακόμα και ο Μακ Γκρέγκορ την άκουγε με προσοχή. Εκείνος ήξερε τι είχε γίνει αλλά τώρα έβλεπε πως τα είχε βιώσει όλα αυτά η Γκαμπριέλα.
   Έφτασε στο επίμαχο σημείο. Διηγήθηκε πως κατάφερε να ελευθερώσει το ένα χέρι της, ίσως η καταρρακτώδης βροχή να είχε μαλακώσει πολύ το χώμα, και να αρπάξει το μαχαίρι. Είχε χτυπήσει στα τυφλά. Το μόνο που κατάλαβε ήταν το αίμα που την περιέλουσε και πως ο Βάλμοντ έπεσε στο πλάι. Έλυσε και το άλλο χέρι της και μετά τα πόδια της και τράπηκε σε φυγή. Δεν ήξερε για πόσο περιπλανήθηκε.
   -Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο, μετά θυμάμαι που συνήλθα στο νοσοκομείο, κατέληξε.
   -Δεν έχω άλλες ερωτήσεις, είπε η Ιόλη.
   -Κύριε Μπόνακορ, είπε ο δικαστής.
   Ο εισαγγελέας σηκώθηκε από τη θέση του. Το βλέμμα που έριξε στην Γκαμπριέλα την έκανε να ριγήσει.
   Ο Μπόνακορ έριξε μια ματιά στο σώμα των ενόρκων και μετά πλησίασε το έδρανο του μάρτυρα όπου καθόταν η Γκαμπριέλα με την ψυχή της ελαφρωμένη από όλα όσα είχε ζήσει τώρα που είχε βρει το θάρρος να μιλήσει γι' αυτά αλλά τρομοκρατημένη γιατί είχε έρθει η ώρα να αντιμετωπίσει το δημόσιο κατήγορο.
   -Πριν από την σεξουαλική σας επαφή με το θύμα είχατε προφανώς και άλλες σεξουαλικές επαφές, έτσι δεν είναι; είπε ο Μπόνακορ.
   -Ναι, είπε η Γκαμπριέλα και τα μάγουλά της φλογίστηκαν. Ο τρόπος που το είχε πει ο εισαγγελέας ήταν σαν να υποννοούσε κάτι βρώμικο.
   -Πολλές;
   -Ένσταση! φώναξε η Ιόλη. Δεν εξετάζει την Γκαμπριέλα! Προσπαθεί να τη διασύρει.
   -Κύριε Μπόνακορ οδηγούν κάπου αυτές οι ερωτήσεις;
   -Αν η συνήγορος με αφήσει να τις ολοκληρώσω θα οδηγήσουν, απάντησε δηκτικά ο εισαγγελέας.
   -Θα επιτρέψω την ερώτηση αλλά θέλω να φτάσουμε κάπου κύριε Μπόνακορ.
   -Μάλιστα κύριε πρόεδρε, είπε ο εισαγγελέας και στράφηκε πάλι στη Γκαμπριέλα. Πρέπει να απαντήσετε στην ερώτηση.
   -Είχα κάποιες σχέσεις, είπε η κοπέλα και είχα κάνει έρωτα.
   -Άρα μια ερωτική προσέγγιση δεν θα σας τρόμαζε και σίγουρα θα ξέρατε πως να προσελκύσετε έναν άνδρα. Αυτό δεν κάνατε και στον Άντονι Βάλμοντ; Του προσφέρατε παιχνίδια που δεν είχε ξαναπαίξει, καινούριες συγκινήσεις.
   -Όχι.
  -Καταθέσατε πως ο Άντονι Βάλμοντ σας έγδυσε χωρίς τη θέλησή σας αλλά δεν είχατε κανένα σημάδι από κάτι τέτοιο.
   -Με είχε ναρκώσει.
   -Πράγμα που εσείς ισχυρίζεστε αλλά για το οποίο δεν υπάρχει απόδειξη. Ξεκινήσατε ένα παιχνίδι που ξέφυγε από τον έλεγχό σας;
   -Όχι.
   -Φυσικά όχι, είπε ο Μπόνακορ αιφνιδιάζοντας την, δεν ήταν παιχνίδι. Ήταν προσχεδιασμένος φόνος μελετημένος σε όλες τις λεπτομέρειες, ακόμα και σε αυτές που θα σας χρησίμευαν στο δικαστήριο. Έτσι δεν είναι;
   -Όχι.
   -Η Σάντρα Μιόν κατέθεσε ότι είχατε ερωτική σχέση με το θύμα, τον παγιδεύσατε και τον δολοφονήσατε.
   -Είπε ψέμματα.
   -Για το ότι δεν είχε σχέση με το θύμα όχι για το αν είχατε εσείς.
   -Είπε ψέμματα! φώναξε η Γκαμπριέλα. Δεν ήμουν ερωμένη του Βάλμοντ. Ποτέ!
   Δάκρυα είχαν φανεί στα μάτια της.
  -Αλλά δεν έχεις αποδείξεις γι' αυτό, έτσι; είπε ήσυχα αλλά με εμφανή ψυχρότητα ο Μπόνακορ. Μόνο τις εικασίες του λοχία – έβαλε όση περιφρόνηση μπορούσε στο βαθμό – Κένινγκ. Δεν έχω άλλες ερωτήσεις.
   -Οι αντίδικοι να πλησιάσουν την έδρα, είπε ο δικαστής.
   Ο Μπόνακορ και η Ιόλη πλησίασαν τη θέση του Άιρτον. Εκείνος τους κοίταξε για μια στιγμή και μετά ρώτησε:
   -Είσαστε έτοιμοι για τις τελικές αγορεύσεις σας; Αν ναι θέλω να προχωρήσετε για να συντομεύσουμε τη διαδικασία αφού οι ένορκοι παραμένουν απομονωμένοι.
   -Είμαι έτοιμος, είπε ο Μπόνακορ.
   -Και' γω κύριε πρόεδρε, είπε η Ιόλη.
   -Ας προχωρήσουμε τότε.
  Ο Μπόνακορ αγόρευσε πρώτος. Με τον ίδιο ήρεμο και αποστασιοποιημένο τρόπο που μιλούσε σε όλη τη δίκη έκανε και την αγόρευσή του. Δεν υπήρχε εμπάθεια ή προσωπικό όφελος, το μόνο που ζητούσε ήταν η δικαιοσύνη. Ήταν μια προσέγγιση που πάντα λειτουργούσε υπέρ του πείθοντας τους ενόρκους για την ορθότητα της πολιτικής αγωγής. Παρουσίασε τα στοιχεία και συνόψισε τις καταθέσεις. Κατέληξε καλώντας τους ενόρκους να κάνουν το καθήκον τους – κάτι για το οποίο ήταν σίγουρος δήλωσε – και ζητώντας την καταδίκη για τη Γκαμπριέλα Ράνσομ.
   Η Ιόλη μίλησε πολύ λιγότερο, αντίθετα με τον Μπόνακορ έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στο συναίσθημα. Αν και τόνισε τα όσα είχε πει ο Κένινγκ, μίλησε περισσότερο για το σωματικό αλλά κυρίως ψυχικό μαρτύριο της Γκαμπριέλα. Κατέληξε καλώντας τις γυναίκες ενόρκους να σκεφθούν τι θα είχαν κάνει για να αποφύγουν μια παρόμοια μεταχείριση, και τους άνδρες να αναλογιστούν την αντίδρασή τους αν αυτό που συνέβει στη Γκαμπριέλα είχε συμβεί στην σύζυγο ή την κόρη τους.
   Μόλις η Ιόλη κάθισε στη θέση της ο Στήβεν Άιρτον στράφηκε στο σώμα των ενόρκων.
   -Με τις αγορεύσεις των αντιδίκων ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία. Τώρα πλέον καλείστε να καταλήξετε σε μια ομόφωνη ετυμηγορία. Δεν υπάρχει καμία βιάση, μπορείτε να συζητήσετε όλα τα επιχειρήματα. Αν δεν καταλήξετε απόψε σε μια απόφαση θα συνεχίσουμε το πρωί.
   Σταμάτησε για μια στιγμή και μετά είπε:
   -Μπορείτε να αποσυρθείτε.
   Οι δώδεκα ένορκοι άφησαν τις θέσεις τους και πέρασαν στην αίθουσα που προοριζόταν για αυτήν ακριβώς τη χρήση. Η Γκαμπριέλα κοίταξε την πόρτα να κλείνει πίσω από τον Ζάιτς που μπήκε τελευταίος και ένιωσε να παγώνει.
   Η ώρα της κρίσης είχε φτάσει.
  
   -Χρειάζεται να εκλέξουμε έναν πρόεδρο για να συντονίζει τη σύσκεψή μας, είπε ο Ζάιτς, δεν είναι ότι θα έχει την ευθύνη της απόφασης ή ότι θα έχει διπλή ψήφο ή κάτι τέτοιο. Απλά θα συντονίσει την συζήτηση και είναι εκείνος που θα ανακοινώσει την ετυμηγορία.
   Οι δώδεκα ένορκοι είχαν καθίσει γύρω από το οβάλ τραπέζι στην αίθουσα που προοριζόταν για τη χρήση από εκείνους. Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν στυλό και λευκές κόλλες χαρτί για σημειώσεις και αντίγραφα όλων των καταθέσεων. Μια πεντόλιτρη φιάλη με εμφιαλωμένο νερό στο ειδικό μηχάνημα και ποτήρια μιας χρήσεως μαζί με ένα καλάθι απορριμάτων συμπλήρωναν τον εξοπλισμό της αίθουσας.
   -Και αυτός θα είσαι εσύ; ρώτησε επιθετικά η Λίζα.
   -Είμαι δικηγόρος, de facto ο πιο σχετικός.
   -Εγώ δεν συμφωνώ, γιατί να μη γίνει ο κύριος Μακ Γκρέγκορ; είπε η Λίζα τονίζοντας τη λέξη κύριος. Έδειξε περισσότερο μυαλό και θάρρος στην ακροαματική διαδικασία.
   -Ευχαριστώ για την ψήφο, Λίζα, είπε ο Ρέηντζερ, αλλά εγώ προτείνω τον κύριο Βίνεκερ. Όχι μόνο από σεβασμό στο ότι είναι ο μεγαλύτερος ανάμεσά μας αλλά και επειδή λόγω της ηλικίας έχει μεγαλύτερη πείρα με τους ανθρώπους.
   Η πρόταση του έγινε δεκτή και από τους υπόλοιπους και έτσι ο Βίνεκερ χρίστηκε πρόεδρος.
   -Ας δούμε που βρισκόμαστε, είπε ο πρώην βιβλιοπώλης. Ποιοι πιστεύουν ότι η Γκαμπριέλα Ράνσομ είναι ένοχη;
   Το αποτέλεσμα δεν αποτελούσε έκπληξη. Οκτώ ψήφισαν ένοχη, μια δεν έχω αποφασίσει, τρεις αθώα.
   -Έχουμε λοιπόν πολύ δρόμο μπροστά μας, είπε ο Βίνεκερ.
   -Τι θα συμβεί αν δεν μπορέσουμε να συμφωνήσουμε; ρώτησε η Λίζα. Θα επικρατήσει η άποψη της πλειοψηφίας;
   -Όχι, απάντησε ο Ζάιτς, η απόφαση απαιτείται να είναι ομόφωνη. Αν δεν καταλήξουμε σε μια τέτοια τότε θα κηρυχθεί κακοδικία και θα επαναληφθεί η δίκη σε έξι μήνες με άλλο σώμα ενόρκων.
   -Ας μην προτρέχουμε, είπε ο Βίνεκερ. Λύντα, ας αρχίσουμε από εσένα. Τι είναι αυτό που σε κάνει να μην μπορείς να αποφασίσεις;
   Η Λύντα Μέρντοκ, μια νοικοκυρά με δυο παιδιά που μόλις είχε πατήσει τα σαράντα, πήρε το λόγο νιώθοντας μάλλον άβολα με όλα τα βλέμματα πάνω της:
   -Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τα γεγονότα με τρόπο που να εξηγούνται και ήμουν έτοιμη να πιστέψω ότι ήταν έτσι αλλά τα όσα είπε ο λοχίας Κένινγκ με έκαναν να αμφιβάλλω. Και τώρα δεν ξέρω.
   -Εγώ νομίζω ότι απλώς έκανε ικεσίες, είπε η Ντέμπορα Γουντς. Ίσως τον γοήτευσε, δεν ξέρετε πόσο εύκολα κάτι τέτοιες προσελκύουν τους άνδρες.
   -Ανάλυση κατάστασης, είπε ο Μακ Γκρέγκορ. Εκπαιδεύονται σε αυτό σε αληθινές συνθήκες επιχειρήσεων. Απαιτείται επιτυχία άνω του 90% για να περάσουν. Μαθαίνουν να είναι ακριβείς ακόμα και στις ικασίες τους γιατί από αυτό πολλές φορές θα εξαρτηθεί η ζωή όχι μόνο η δική τους αλλά και των συντρόφων τους.
   -Δεν ήταν ικασίες δηλαδή;
   -Όχι ήταν αυτό που έγινε.

   Το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας αναζωπύρωσε τη διάθεση των διαδηλωτών που φώναζαν με ανανεωμένο μένος συνθήματα για τη θέση τους, υπέρ ή κατά της Γκαμπριέλα. Δεν αποφάσισαν να φύγουν ούτε με τον ερχομό της νύχτας που έφερε μαζί του μια πτώση της θερμοκρασίας και μια ήπια χιονόπτωση όχι σαν των προηγουμένων ημερών. Στις επτά και μισή οι ένορκοι επέστρεψαν στην αίθουσα του δικαστηρίου για να ανακοινώσουν δια στόματος Βίνεκερ ότι δεν είχαν ακόμα φτάσει σε ετυμηγορία αλλά δεν ήθελαν να διακόψουν για τη νύχτα.
   Από εκείνη τη στιγμή οι υποστηρικτές της Γκαμπριέλα πέρασαν σε μια άλλη μορφή διαμαρτυρίας, άναψαν κεριά και στάθηκαν βουβά στραμμένοι προς το δικαστικό μέγαρο σε μια σιωπηλή ικεσία για τη νέα γυναίκα που αντιμετώπιζε τη θανατική ποινή αν καταδικαζόταν. Οι αντίπαλοί τους τους χλεύασαν για την παθητική στάση τους αλλά οι αστυνομικοί συγκινημένοι από την κίνηση αυτή τους ανάγκασαν να σωπάσουν.

   Η Γκαμπριέλα δεν είχε ιδέα για όλα αυτά. Ήταν καθισμένη σε μια καρέκλα στο μικρό δωμάτιο δίπλα στην αίθουσα που διεξαγόταν η δίκη. Δεν έβλεπε, δεν άκουγε, δεν μπορούσε να αισθανθεί τίποτα. Ο χρόνος είχε γι' αυτήν σταματήσει. Περίμενε την απόφαση και τίποτα άλλο δεν μπορούσε να παρακάμψει αυτήν την σκέψη και να φτάσει στη συνείδησή της. Ήταν σίγουρη πως θα καταδικαζόταν, ήταν άδικο αλλά έτσι θα γινόταν. Τα επιχειρήματα της πολιτικής αγωγής είχαν μεγαλύτερη βαρύτητα και σίγουρα είχαν πείσει τους ενόρκους.
   Η πόρτα άνοιξε και κάποιος μπήκε αλλά η Γκαμπριέλα δεν έκανε τον κόπο να σηκώσει το βλέμμα της. Τι σημασία είχε ποιος ήταν; Για εκείνη είχαν όλα τελειώσει.
   -Έλα, της είπε απαλά η Ιόλη. Πρέπει να επιστρέψουμε στην αίθουσα, οι ένορκοι κατέληξαν σε ετυμηγορία.
   Ακολούθησε μηχανικά την Ιόλη στην κατάμεστη αίθουσα όπου είχαν όλοι πάρει τις θέσεις τους και περίμεναν την είσοδο των ενόρκων. Οι ένορκοι μπήκαν με πρώτο τον Βίνεκερ και τελευταίο όπως πάντα τον Ζάιτς που έδειχνε χολωμένος ως συνήθως.
   -Καταλήξατε σε ομόφωνη ετυμηγορία; ρώτησε ο Άιρτον.
   -Μάλιστα κύριε πρόεδρε.
   Ο Βίνεκερ έδωσε ένα διπλωμένο χαρτάκι στον δικαστικό κλητήρα που το μετέφερε στο δικαστή. Εκείνος το άνοιξε και διάβασε την ετυμηγορία χωρίς να φανεί τίποτα στην έκφραση του προσώπου του. Το έδωσε στον κλητήρα που το επέστρεψε στον Βίνεκερ.
   -Η κατηγουρόμενη να σηκωθεί όρθια.
   Η Γκαμπριέλα το έκανε τρέμοντας. Ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά, στα μηνίγγια της ένιωθε μια πίεση σαν από μια μέγκενη. Κοίταξε τους ενόρκους αλλά τίποτα δεν έδειχνε την απόφαση που είχαν πάρει.
   -Έχοντας ακούσει όλες τις καταθέσεις προσεκτικά και έχοντας εξετάσει όλα τα στοιχεία, διάβασε ο Βίνεκερ, καταλήξαμε στην απόφασή μας. Βρίσκουμε την κατηγορούμενη Γκαμπριέλα Ράνσομ....
   Η Γκαμπριέλα ένιωσε όλο της το σώμα να σφίγγεται. Είχε έρθει το τέλος.
   -...... αθώα από κάθε κατηγορία κρίνοντας ότι σκότωσε τον Άντονι Βάλμοντ εβρισκόμενη σε άμεσο κίνδυνο για τη ζωή της άρα σε κατάσταση αυτοάμυνας όπως την ορίζει ο νόμος και την δέχεται η νομολογία.
   Ζητωκραυγές ακούστηκαν στην αίθουσα και τα φλας άστραψαν ομαδικά καθώς η Γκαμπριέλα με δάκρυα στα μάτια έπεφτε στην αγκαλιά της Ιόλης.
   -Η υπόθεση έκλεισε, είπε ο Μακ Γκρέγκορ.
   -Τι κάνεις απόψε; τον ρώτησε η Λίζα κάνοντας τον Ζάιτς να εκφέρει μια βλαστήμια.

   Η Έλεν Βάλμοντ κοίταξε τον άνδρα μπροστά της. Ήταν καθισμένη στο γραφείο της στο σπίτι της στο Μπήμοντ Χάιτς. Ο Μάικ Μακ Γκρεγκορ στεκόταν μπροστά της ήρεμος αλλά αγέρωχος. δεν του είχε προσφέρει κάθισμα για να τον μειώσει αλλά αυτό που είχε έρθει να της πει ήταν για εκείνη μια δυσάρεστη έκπληξη.
   -Με κατηγορείτε δηλαδή για ανάμειξη στη δίκη;
   -Έχω όλες τις απαραίτητες αποδείξεις. Ομολόγησαν εκείνοι που τους είπατε να με σκοτώσουν.
   -Και γιατί δεν με συλλαμβάνετε τότε;
   -Είπα να σας δώσω μια ευκαιρία να σώσετε την τιμή του ονόματός σας.
   -Γιατί;
   -Γιατί έχετε μια εγγονή, μια ήσυχη κοπέλα που ποτέ δεν εκτιμήσατε από μια κόρη που επίσης ποτέ δεν εκτιμήσατε. Δεν χρειάζετε να σας δει να καταδικάζεστε.
   Ο Μακ Γκρέγκορ γύρισε να φύγει.
   -Θα μπορούσα να στη φυτέψω στην πλάτη, είπε η γριά.
   Ο Ρέηντζερ δεν σταμάτησε.
   -Αυτό δεν θα άλλαζε τίποτα, απάντησε.
  Είχε φτάσει στην εξώπορτα όταν άκουσε τον πυροβολισμό που έβαλε τέλος στη ζωή της Έλεν Βάλμοντ.

   Ο Μακ Γκρέγκορ στάθηκε στην πίστα του αεροδρομίου Ντάουνβιου. Η παραμονή του στο Τορόντο είχε τελειώσει, θα έφευγε για το Μόντρεαλ και μετά για την Αφρική σε ειρηνευτική αποστολή του ΟΗΕ. Δεν ήταν ασυνήθιστο. Στη ζωή του, ειδικά τα τελευταία χρόνια, η μια αποστολή διαδεχόταν την άλλη.
   Η υπόθεση την οποία σαν ένορκος είχε εκδικάσει είχε πλέον κλείσει. Η αυτοκτονία της Έλεν Βάλμοντ είχε αποδοθεί στη θλίψη για την απώλεια του γιου της και τις αποκαλύψεις που είχαν γίνει στο δικαστήριο. Ο Μπόνακορ είχε παραιτηθεί αμέσως μετά την ήττα του στις εκλογές. Ναι, δεν είχε μείνει κάποια εκκρεμότητα. Η Γκαμπριέλα Ράνσομ έπρεπε να χτίσει τη ζωή της από την αρχή, όπως και τη σχέση με τους γονείς της, μα θα τα κατάφερνε.
   Προχώρησε προς το C – 130 στο οποίο επιβιβαζόταν η μονάδα του και αναρωτήθηκε τι θα τον περίμενε στη Σομαλία.

                   
                                                           ΤΕΛΟΣ