Τα Χρονικά Της Εσπέρια Ι - Η Συνωμοσία Της Σκιάς 7

Author: Νυχτερινή Πένα /

                                                 Κεφάλαιο ΙΙΙ
                                            Ιππότες Και Μάγοι

   -Στα όπλα! φώναξε ο Ιππότης ενώ ξεθηκάρωνε τη σπάθα του και ύψωνε την ασπίδα του.
   -Σώπασε! πρόσταξε ο μάγος σημαδεύοντάς τον με το ραβδί του.
   Ένα γαλάζιο φως έλαμψε καθώς το ξόρκι του μάγου σταματούσε στην περίμετρο του μικρού καταυλισμού τους.
   -Έξυπνο Λευκέ! είπε ο μαυροφορεμένος μάγος με τρόπο σαν να έφτυνε τις λέξεις. Δεν θα σας σώσει όμως. Επίθεση!
   Από τις σκιές βγήκαν μια σειρά από όντα που οι δυο Ιππότες αναγνώριζαν πολύ καλά. Ήταν κοντά σχετικά με γκρίζο δέρμα, μεγάλο κεφάλι και δυνατά, μυώδη σώματα.
   -Γκόμπλιν, είπε με απέχθεια ο Λάτιρ.
   Τα Γκόμπλιν φορούσαν θώρακες και κράνη και ήταν οπλισμένα με μεγάλα σπαθιά σαν μπαλτάδες. Καθώς δεν ήταν πλάσματα που να μπορούν να μάθουν στρατηγικές και τακτικές εφοδιάζονταν με όπλα που έκαναν για μια απευθείας έφοδο και για μια μάχη όπου χρησιμοποιούσαν ωμή βία και μόνο. Οι δυο Ιππότες αναγνώρισαν τα δυο προπορευόμενα Γκόμπλιν, ήταν αξιωματικοί και ο καθένας είχε στις διαταγές του από επτά πολεμιστές. Τρεις φιγούες με μακριούς χιτώνες στάθηκαν κοντά στο μάγο. Ήταν Γκόμπλιν σαμάνοι, κάτι σαν μάγοι γιατροί. Η μαγεία τους ιδιαίτερα καταστροφική δεν ήταν ευτυχώς πολύ δυνατή αν και κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει τι θα έκαναν μαζί με τον μαύρο μάγο.
   Ο Σίντρεκ οπισθοχώρησε προς το μέρος των υπολοίπων. Ο Λάτιρ ήρθε στο πλευρό του έτοιμος για μάχη και στάθηκε δεξιά του ενώ αριστερά του στάθηκε ο Άλαμον. Ο μαθητευόμενος μάγος των Ξωτικών κρατούσε ένα σπαθί με λάμα εγχάρακτη με ρούνους. Πρόφερε μια μαγική λέξη και η λάμα έλαμψε με ένα απόκοσμο φως.
   -Δέκα Γκόμπλιν δεν θα με ανησυχούσαν τόσο αν δεν υπήρχε ο μάγος και εκείνοι οι τρεις, είπε ο Σίντρεκ. Πίσω τους η Ζέμις κοίταζε τους σαμάνους ανήσυχη. Δίπλα της η Ετάνια είχε κλείσει τα μάτια της. Το δεξι χέρι της ήταν απλωμένο μπροστά της με τα δάκτυλα μισόκλειστα σαν να ήθελε να πιάσει κάτι, τα ακροδάκτυλα του αριστερού ακουμπούσαν στο μέτωπό της καθώς αυτοσυγκεντρωνόταν.
   Ο Άλασταρ είχε πάρει το ραβδί του στο χέρι και στεκόταν σαν να περίμενε κάτι. Το προστατευτικό φως χάθηκε ξαφνικά και ο μαύρος μάγος κραύγασε θριαμβευτικά. Τα Γκόμπλιν όρμηξαν πάνω στους Ιππότες ενώ από από το σκοτάδι υλοποιούνταν δυο όντα σαν νυχτερίδες αλλά μεγαλύτερα από αετούς με κόκκινα μάτια και οπλισμένα με φονικά ράμφη. Όρμηξαν και αυτά στη μάχη, διψασμένα για αίμα. Ο σκοτεινός μάγος έκανε ένα σχήμα στον αέρα και ένα ον ακόμα εμφανίστηκε, ήταν ψηλό σαν άνθρωπος και καλυμμένο ολόκληρο με φολίδες, κάθε ένα από τα τέσσερα χέρια του ήταν οπλισμένο με ένα σπαθί. Το οφιοειδές κεφάλι του στράφηκε προς την Ετάνια και άρχισε ξαφνικά να τρέχει προς το μέρος της με εκπληκτική ταχύτητα.

   Σταμάτησαν για τη νύχτα σε ένα πλάτωμα πάνω από το χείμαρρο Σαστελάρ. Οι τρεις μεριές του πλατώματος ήταν σχετικά απότομες και δύσκολα θα ανέβαινε κάποιος από εκεί και σίγουρα όχι μια δύναμη επίθεσης, η μια μόνο πλευρά θα χρειαζόταν να υπερασπιστεί και εκεί τοποθετήθηκαν φρουροί. Μιας και σκόπευαν να ξεκινήσουν και πάλι με το πρώτο φως της αυγής δεν έστησαν σκηνές αλλά χρησιμοποίσαν μόνο κουβέρτες και μανδύες για να ετοιμαστούν για ύπνο.
   Ανάψανε φωτιές και δειπνήσανε με μερικά από τα τρόφιμα που είχαν μαζί τους. Η Ρουθ φρόντισε να φάει η Έλισεθ και την έβαλε να κοιμηθεί πριν καθίσει και εκείνη κοντά στη φωτιά. Οι Ιππότες συζητούσαν καθώς δειπνούσαν και ήταν εύκολο να καταλάβει τους δεσμούς αδερφικής φιλίας που τους ένωναν. Είδε τον Ίριαν και τον Φένορ να συζητάνε και μετά ενώ ο πρώτος καθόταν κοντά στους άνδρες που δειπνούσαν ο δεύτερος έκανε μια μικρή βόλτα στους σκοπούς και μετά επέστρεψε αλλά κάθισε λίγο πιο πέρα. Ακούμπησε την πλάτη του στη ρόδα του κάρου και κοίταξε τον ουρανό με τους αναρίθμητους αστερισμούς. Σηκώθηκε και πήγε κοντά του. Τα βήματά της δεν ακούστηκαν στο μαλακό χορτάρι αλλά εκείνος την αντιλήφθηκε και την κοίταξε. Η Ρουθ προσπάθησε να αξιολογήσει το βλέμμα του, κρίνοντας πως ήταν φιλικό κάθισε κοντά του. Ο Φένορ την κοίταξε και όντως το βλέμμα του ήταν φιλικό, η Ρουθ ένιωσε ασφαλής κοντά του. Καθώς εκείνος δεν μίλησε η κοπέλα έμεινε επίσης σιωπηλή.
   -Από που είσαι; τη ρώτησε ξαφνικά ο Ιππότης.
   -Από το Γκλόστερ, είπε η κοπέλα ξαφνιασμένη με την κάπως προσωπική ερώτηση.
   -Οι γονεις σου ζουν; Έχεις συγγενείς εκεί;
   -Όχι δε ζουν, η αδερφή μου έχει παντρευτεί και ζει λίγο έξω από το χωριό. Γιατί;
   -Σκεφτόμουν πιθανές εναλλακτικές. να σας κρύβαμε εκεί και μετά να πάμε στο Στόρμγκαρντ να λογαριαστούμε με αυτόν τον προδότη των Χάρκους. Αλλά δεν μπορούμε να το κάνουμε όσο είσαστε μαζί μας, δεν μπορώ να βάλω σε κίνδυνο την Έλισεθ, ειδικά αν έχει σκοτωθεί ο Ερρίκος. Το αίμα της Ντρομέθια πρέπει να παραμείνει στο θρόνο της Εσπέρια.
   -Λυπάμαι, δν μπορώ να προσφέρω ένα καταφύγιο.
   -Εντάξει, δεν πειράζει, χαμογέλασε ο Φένορ. Κάτι θα σκεφτώ.
   -Εσύ δεν έχεις οικογένεια για να μας κρύψεις; ρώτησε η Ρουθ περισσότερο αρπάζοντας την ευκαιρία να μάθει κάτι γι' αυτόν παρά γιατί επιθυμούσε να κρυφτεί. Ένιωθε πιο ασφαλής με τους Ιππότες.
   -Δεν έχω, είπε ο Φένορ, αλλά και να είχα θα ήταν μια προφανής κρυψώνα. Αν ο Ράουμας σκοτώθηκε όπως λένε εγώ με τον Ίριαν είμαστε οι τελευταίοι από την ανώτερη βαθμίδα της ιεραρχίας.
   -Κατάλαβα, άρα μάλλον θα μείνουμε μαζί σας.
   -Είναι πιο επικίνδυνο, και όσο σας έχουμε μαζί μας δεν μπορούμε να δοκιμάσουμε να πάμε στο Στόρμγκαρντ.
   -Γιατί όχι; Η Έλισεθ είναι νόμιμη κληρονόμος και θα μπορούσε να σας βοηθήσει. Ο λαός της πόλης την αγαπάει και θα πολεμήσει μαζί σας.
   -Είμαστε μακριά όμως, είπε ο Φένορ, στο δρόμο μπορούν να συμβούν πολλά. Αλλά πάλι.... Θα μπορούσαμε από θάλασσα, να χάσουν και τα ίχνη μας. Καλή ιδέα Ρουθ.
   Η κοπέλα τον κοίταξε ξαφνιασμένη από τον έπαινο και τον τόνο της φωνής του. Ο Φένορ σηκώθηκε και φώναξε τον Ίριαν. Οι δυο Ιππότες μίλησαν για λίγο και ύστερα κοντά τους ήρθε ο Λουθ. Ο Φένορ του έδωσε ένα μικρό κομμάτι περγαμηνής και νεότερος Ιππότης το πήρε. Δυο λεπτά αργότερα ένα γεράκι πετούσε στο νυχτερινό ουρανό.
   Ο Φένορ επέστρεψε κοντά στη Ρουθ αλλά πριν προλάβει να της πει οτιδήποτε ένα βέλος ήρθε σφυρίζοντας να περάσει δίπλα του και να καρφωθεί στο αμάξωμα του κάρου.
   -Στα όπλα! ακούστηκε μια κραυγή.

   Ο Σίντρεκ και ο Λάτιρ έκαναν μπροστά με σκοπό να εμποδίσουν το σαυρόμορφο ον αλλά εκείνο πήδηξε πάνω από τα κεφάλια τους και προσγειώθηκε κοντά στην Ετάνια που άνοιγε εκείνη τη στιγμή τα μάτια της. Πρόφερε την τελευταία λέξη από το ξόρκι της και μια σφαίρα λευκού φωτός τινάχθηκε από το χέρι της. Το μαγικό πλάσμα χτυπήθηκε καίρια αλλά όχι πριν προλάβει να χτυπήσει την Ετάνια που σωριάστηκε στο έδαφος με ένα βαθύ τραύμα στην κοιλιά και ένα στο μπράτσο. Ο Θόρας έτρεξε κοντά της και κάθισε στο γρασίδι, την ανασήκωσε στην αγκαλιά του και έφερε ένα φιαλίδιο στα χείλη της.
   Οι δυο Ιππότες συγκρούστηκαν με τα Γκόμπλιν και μια σκληρή μάχη άρχισε. Τα δυο ιπτάμενα τέρατα που είχε καλέσει ο σκοτεινός μάγος επιτέθηκαν στον Άλαμον που τα αντιμετώπισε με το μαγικό του όπλο. Καθώς όμως ήταν απασχολημένος μ' αυτά δεν είδε ένα Γκομπλιν που είχε τραβηκτεί από τη μάχη με τους Ιππότες και πλησίασε στα νώτα του. Το αντιλήφθηκε πολύ αργά. Το Γκόμπλιν βύθισε το σπαθί με ορμή στο λαιμό του. Το Ξωτικό σωριάστηκε και την επόμενη στιγμή τον αποκεφάλισε. Με ένα ουλιακτό η Ζέμις άπλωσε τα χέρια της μπροστά κάνοντας το Γκόμπλιν παρανάλωμα του πυρός. Με δάκρυα στα μάτια η κοπέλα έμεινε να κοιτάζει το νεκρό Άλαμον όταν συνειδητοποίησε ότι οι τρεις σαμάνοι την σημάδευαν με τα κοντόχοντρα ραβδιά που κρατούσαν στα χέρια τους. Φλόγες τινάκτηκαν προς το μέρος της, εκείνη έστρεψε την προσοχή της στην φωτιά για να πάρει τον έλεγχό της αλλά διαπίστωσε έντρομη πως δεν μπορούσε. Δεν ήταν όπως οι φωτιές που είχε τόσες φορές τιθασεύσει, αυτή ήταν μια κακόβουλη φλόγα, αν ήταν ζωντανό ον θα ήταν κάτι πολύ μοχθηρό. Έμεινε ακίνητη όπως το πουλί που σαγηνεύεται από το βλέμμα του φιδιού και δεν αντιδρά ενώ το πλησιάζει ο θάνατος. Ένα χέρι τυλίκτηκε γύρω από τη μέση της και την τράβηξε. Η Ζέμις βρέθηκε δίπλα στον Λατίρ καλυμμένη πίσω από την ασπίδα του πάνω στην οποία χτυπούσε η πύρινη επίθεση.
   Ο Άλασταρ έκανε ένα βήμα μπροστά, μια κίνηση του ήταν αρκετή για να εξαφανίσει την φωτιά και ακόμα μια για να εξαφανίσει τα ιπτάμενα τέρατα του αντιπάλου του. Ύστερα ύψωσε το ραβδί του και πρόφερε ένα ξόρκι. Δυνατό φως ξεχύθηκε σαν να είχε ανατείλει ο ήλιος. Ο αντίπαλός του έκανε μια γρήγορη κίνηση περικλείοντας τον εαυτό του σε μια μαγική ασπίδα αλλά αφήνοντας τους τρεις σαμάνους στο χαμό τους.
   Ο Λατίρ άφησε τη Ζέμις και επάστρεψε στη μάχη κοντά στον Σιντρέκ σωριάζοντας νεκρά και τα τελευταία Γκόμπλιν. Ύστερα στράφηκαν στον μάγο που είχε απομείνει μόνος του. Εκείνος γέλασε σαρδόνια και ύψωσε το ραβδί του, το χτύπησε με βία κάτω και την επόμενη στιγμή φλόγες τινάχτηκαν από τη γη για να σβήσουν αμέσως καθώς ο Άλασταρ εξουδετέρωνε το ξόρκι. Απτόητος ο σκοτεινός μάγος έτεινε το χέρι του μπροστά και από τα ακροδάκτυλά του τινάκτηκαν κληματσίδες που έδεσαν πρώτα τους Ιππότες και μετά  κινήθηκαν προς τη Ζέμις και την Ετάνια που είχε σηκωθεί θεραπευμένη από το φίλτρο του Θόρας. Ο Άλασταρ πρόφερε ένα ξόρκι διαλύοντας τις κληματσίδες σε λεπτή σκόνη. Οι Ιππότες οπισθοχώρησαν προς τον Άλασταρ καθώς ο σκοτεινός μάγος πρόφερε μια επίκληση. Η Ετάνια ήρθε κοντά τους, αν εξαιρούσε κανένας τα σκισμένα της ρούχα ήταν και πάλι μια χαρά.
   Δυο ακόμη σαυρόμορφα πλάσματα υλοποιήθηκαν από το πουθενά και όρμησαν πάνω τους. Η Ζέμις σήκωσε το χέρι της, αυτά πέθαιναν από τη φωτιά, το είχε ήδη διαπιστώσει. Αλλά την πρόλαβε η Ετάνια, ήταν και εκείνη οργισμένη για την απώλεια του φίλου τους και ήθελε να ξεσπάσει. Τα δυο όντα διαλύθηκαν μαζί με κάτι ακόμα σκιώδες που είχε αρχίσει να μορφοποιείται.
   Ο σκοτεινός μάγος πρόφερε μια κατάρα που έκανε τους αντιπάλους του να ριγήσουν, και μόνο ο ήχος της δεν προμήνυε τίποτα καλό. Μόνο ο Άλασταρ ήξερε τι ήταν, ο αντίπαλός του είχε ξεστομίσει μια νεκρομαντική κατάρα και αυτό δεν ήταν καλό. Μπροστά στα μάτια τους τα νεκρά Γκόμπλιν σηκώθηκαν και πήραν πάλι τα όπλα τους, τα μάτια τους ήταν απλανή και οι κινήσεις τους αργές αλλά ήταν το ίδιο επικίνδυνα και φονικά.
   -Απέθαντοι, είπε με τρόμο η Ζέμις.

   Ο Φένορ κοίταξε προς την απέναντι πλευρά του πλατώματος. Ο ένας από τους ιππότες που ήταν εκεί σκοποί είχε πέσει νεκρός οι άλλοι δυο υποχωρούσαν μαχόμενοι. Μια ομάδα ενόπλων είχε επιτεθεί πεζή ενώ πίσω τους έρχονταν και άλλοι έφιπποι που κουβαλούσαν τόξα. Τους είδε να στοχεύουν και φώναξε μια προειδοποίηση:
   -Βέλη! Φυλαχθείτε!
   Με έναν ήχο σαν τρεχούμενο νερό τα βέλη διέγραψαν την τροχιά τους και άρχισαν να πέφτουν προς τους στόχους τους. Ο Φένος έκανε βουτιά στο έδαφος τραβώντας και τη Ρουθ που είχε μείνει άναυδη από την ξαφνική εμφάνιση των εισβολέων. Ο Ιππότης κύλισε κάτω από το κάρο και βρέθηκε στην πίσω πλευρά όπου είχε καταφτάσει ο Ορθ. Ο Φένορ κοίταξε πίσω, οι Ιππότες είχαν χρησιμοποιήσει τις ασπίδες τους και είχαν περάσει αλώβητοι τη δοκιμασία. Ο Γκρέγκον είχε γυρίσει όπως ήταν ξαπλωμένος και είχε καλύψει με το σώμα και την ασπίδα του την Έλισεθ.
   -Πρέπει να φύγουμε από' δω, φώναξε.
   Ο Ίριαν ορμηξε μπροστά με μια ομάδα συμπολεμιστών του για να βοηθήσει τους δυο που μάχονταν με τους πεζούς. Έφτασε στη μάχη και βρέθηκε αμέσως ανάμεσα στος εχθρούς ίδιος με άγγελο του θανάτου με τα δυο όπλα του να βάφονται αμέσως με αίμα καταφέρνοντας καίρια χτυπήματα.
   Ο Λουθ και ο Ντάις είχαν αρχίσει να ετοιμάζουν τα άλογα, οι υπολοιποι Ιππότες μαζεύονταν κοντά στο κάρο και εκείνοι που είχαν τόξα ανταπέδιδαν τις βολές.
   -Τα άλογα που έσερναν το κάρο σκοτώθηκαν αλλά θα ζέψουμε από τα δικά μας που είναι προστατευμένα, είπε ο Ντάις.
   -Πρέπει να βιαστούμε, φώναξε ο Γκρέγκον που κατέφτασε κουβαλώντας την Έλισεθ.
   Η μάχη μαινόταν, πιεζόμενοι ο Ίριαν και οι υπόλοιποι υποχωρούσαν προς το μέρος των συντρόφων τους. Εκείνοι τους υποστήριζαν με βέλη μιας και είχαν καταφέρει να εξουδετερώσουν τους αντιπάλους τους τοξότες.
   -Τα άλογα είναι έτοιμα!
   Οι Ιππότες άρχισαν να ανεβαίνουν στη σέλα και απέκτησαν πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων τους. Άρχισαν να υπερισχύουν και τους απώθησαν ενώ πίσω οι υπόλοιποι ετοίμαζαν το κάρο όπου ο Γκρέγκον συνέχιζε να καλύπτει την Έλισεθ.
   Ήταν έτοιμοι να φύγουν όταν μια σάλπιγγα ανήγγειλε την άφιξη ενός νέου εχθρού.

Τα Χρονικά Της Εσπέρια Ι - Η Συνωμοσία Της Σκιάς 6

Author: Νυχτερινή Πένα /

   -Τι πρόβλημα;
   -Ο Μακέρ του Δρας είχε βγει για περιπολία και επέστρεψε με νέα ότι στην Νούθια πλησιάζει ένα στρατιωτικό απόσπασμα.
   -Καιρός να φύγουμε, είπε ο Φένορ. Ίριαν; Πως είσαι;
   -Μια χαρά, είπε εκείνος και σηκώθηκε. Ας ξεκινήσουμε, είπε και άρχισε να κουμπώνει το χιτώνιό του που είχε ανοίξει η Ετάνια.
   Βγήκαν από τη σκηνή και αρχίσανε να καθοδηγούν τους υπόλοιπους Ιππότες στις ετοιμασίες της αναχώρησης. Άρχισαν να μαζεύουν τις σκηνές και να φορτώνουν στα άλογα τα κομμάτια τους όπως και τα υπόλοιπα εφόδιά τους.
   Η Ρουθ και η Έλισεθ παρακολουθούσαν αυτήν την προετοιμασία χωρίς να έχουν πολλά να κάνουν. Εκείνες είχαν ελάχιστα πράγματα και τα είχαν ήδη μαζεμένα σε ένα σάκο. Η μικρή πριγκίπισσα άφησε ξαφνικά το πλευρό της Ρουθ και έτρεξε στον Ορθ. Ο μεγαλόσωμος Ιππότης είχε φορτώσει στο άλογό του τη σκηνή του και τώρα τοποθετούσε στη σέλα μερικά εφόδια.
   -Πως μπορώ να βοηθήσω; ρώτησε η Έλισεθ.
   -Δεν χρειάζεται υψηλοτάτη, απάντησε τυπικά ο Ορθ.
   -Εγώ το θέλω.
   -Εντάξει τότε, ο Δράκος πεινάει, μπορείς να του δώσεις ένα μήλο;
   -Ποιος είναι ο Δράκος; ρώτησε η μικρούλα.
   Ο Ορθ χάιδεψε τη χαίτη του αλόγου του που χλιμίντρισε ευχαριστημένο. Ο Ιππότης έδωσε στην Έλισεθ ένα κόκκινο μήλο και εκείνη το τάισε στο άλογο με το τρομακτικό όνομα που το έφαγε γαλήνια πλαταγίζοντας με ευχαρίστηση τα χείλη του. Ύστερα έγλυψε με τη γλώσσα του της παλάμη της κάνοντάς την να γελάσει.
   Ο Φένορ πλησίασε και η Ρουθ τον χαιρέτησε. Εκείνος την κοίταξε. Στη θέα της ένιωσε μια περίεργη ζεστασιά να τον γεμίζει. Τώρα η κοπέλα είχε δέσει τα μακριά μαλλιά της σε μια πλεξίδα που έπεφτε στην πλάτη της.
   -Ξέρεις να ιππεύεις; τη ρώτησε.
   -Μεγάλωσα σε μια αγροτική οικογένεια. Μπορώ να ιππεύσω αλλά τα δικά σας είναι πολεμικά άλογα.
   -Είναι καλά εκπαιδευμένα, είπε ο Φένορ.
   -Τότε δεν θα έχω πρόβλημα υποθέτω. Η Έλισεθ;
   -Είναι μικρή για να ιππεύσει, μπορείς να την πάρεις μαζι σου ή να ανέβει στο κάρο που θα πάρουμε μαζί μας με προμήθειες και για να μεταφέρουμε τον Γκρέγκον που είναι τραυματισμένος.

   Φτάνοντας στο πέρασμα της Ναλκάμια ο Άλασταρ και οι σύντροφοί του σ' αυτό το ταξίδι βρήκαν την Ετάνια να τους περιμένει γαλήνια καθισμένη σε έναν βράχο. Σταμάτησαν κοντά της και ξεπέζευσαν.
   -Πιο γρήγορη από ό,τι περίμενα, είπε ο μάγος και η Ετάνια χαμογέλασε με τον έπαινο του μέντορά της.
   -Τι νέα από το Φένορ και τους υπόλοιπους; ρώτησε ο Σίντρεκ ανήσυχος.
   -Είναι καλά, βοήθησα και' γω σ' αυτό.
   Τους εξήγησε τι είχε συμβεί και τα νέα που της είχε μεταφέρει ο Ιππότης.
   -Άρα κάτι περίεργο συμβαίνει, κάποιος λέει ψέμματα. Ο Χάρκους επιβάλλει τη θέλησή του και κατηγορεί την Ιπποσύνη. Τους θέτει εκτός νόμου. Και ο βασιλιάς; Δεν αντιδρά, αν είναι ζωντανός γιατί δεν αντιδρά; Γιατί αυτή η σιωπή; Αν πάλι είναι νεκρός που είναι το σώμα του; Γιατί ο Χάρκους δεν το επιδεικνύει να ισχυροποιήσει τη θέση και τα επιχειρήματά του; Αινίγματα. Αινίγματα χωρίς λύσεις, είπε ο Άλασταρ. Ελάτε. Ας συνεχίσουμε ως το Άκρεν όσο πιο σύντομα μπορούμε για να βρούμε την άκρη.

   Ήταν έτοιμοι για αναχώρηση. Αφού απότισαν τιμές στον τάφο των πεσόντων συντρόφων τους οι Ιππότες ανέβηκαν στα άλογά τους και ξεκίνησαν. Ο δρόμος που ακολουθούσαν ήταν αρκετά φαρδύς κάτι που τους επέτρεπε να ιππεύουν σε σχηματισμό γύρω από το κάρο που μετέφερε τις προμήθειες και τον Γκρέγκον, τον Ιππότη που είχε τραυματιστεί στη σύγκρουση με τους μάγους της Βαρ Ντραζούλ. Για τη μικρή πριγκίπισσα το ταξίδι αυτό ήταν πρωτόγνωρη εμπειρία μιας και ελάχιστα είχε ταξιδέψει ως τώρα και στο ταξίδι από το Στόρμγκαρντ ως εδώ κοιμόταν. Μιλούσε με τον Γκρέγκον και την άκουγαν να γελάει δυνατά.
   -Περνάει καλά, είπε ο Φένορ καθώς ίππευε όχι πολύ μπροστά από το κάρο.
   -Ναι, πράγματι, είπε η Ρουθ, τι της λέει ο σύντροφός σας και γελάει; Δεν το περίμενα από έναν Ιππότη.
   -Περιλαμβάνονται και μερικές αστείες στιγμές στην ιστορία της Ιπποσύνης.
   -Χαίρομαι που την κάνει να γελάει, μπορεί στο μέλλον να μην έχει την ευκαιρία να το κάνει.
   -Θα τον βρούμε τον βασιλιά και θα δώσουμε τέλος σε αυτήν την παράνοια.
   -Ή θα μας βρει εμάς κάποιο κακό, είπε δυσοίωνα η Ρουθ.
   -Θα σας προστατεύσουμε εμείς, είπε ήσυχα ο Φένορ.
   Η Ρουθ τον κοίταξε.
   -Το κάνατε ήδη, είπε, αλλά με ποιο τίμημα;
   -Όποιο και αν είναι, όποιο και αν χρειαστεί, απάντησε ο Ιππότης.
   -Φοβάμαι, είπε η κοπέλα.
   -Δεν είναι κακό να φοβάσαι, κακό είναι να αφήσεις τον φόβο να σε καθηλώσει. Ήρωες δεν γίνονται εκείνοι που δεν φοβούνται αλλά εκείνοι που νικούν το φόβο τους.
   Ένας Ιππότης πλησίασε καλπάζοντας.
   -Βρήκα μπροστά ένα μέρος κατάλληλο για να περάσουμε τη νύχτα, δίπλα στο χείμαρρο του Σαστελάρ.
   -Ωραία Μακέρ, δείξε μας το δρόμο.

   Ο ήλιος έγειρε στη δύση του σαν κουρασμένος ταξιδιώτης που φτάνει στο τέλος του μεγάλου και κοπιαστικού δρόμου του. Το γλυκό μούχρωμα απλώθηκε στην Εσπέρια, προάγγελος της νύχτας, μιας νύχτας που θα βαφόταν με το άλικο του αίματος.
   Ο Άλασταρ και οι σύντροφοί του σταμάτησαν στην άκρη μιας μικρής κοιλάδας και ετοιμάστηκαν να φτιάξουν τον πρόχειρο καταυλισμό τους σε μια επίπεδη έκταση με γρασίδι. Ήταν ένα μάλλον κρύο βράδυ και μάζεψαν ξύλα για τη φωτιά. Μόλις τα στοίβαξαν ο Σίντρεκ στράφηκε στον Λάτιρ.
   -Έχεις μια τσακμακόπετρα νομίζω αν και ανάμεσα σε τόσους χρήστες της μαγείας δεν νομίζω να μας χρειαστεί.
   -Και βέβαια όχι, είπε η Ζέμις, έδειξε με το δείκτη του δεξιού χεριού της το σωρό των ξύλων και μια ζωηρή φωτιά άναψε.
   Καθίσανε κοντά στη φωτιά και γευματίσανε με τρόφιμα από τις προμήθειες που όλοι κουβαλούσαν. Ο Θόρας έβγαλε από μια τσέπη ένα μικρό μεταλλικό φλασκί και τράβηξε το πώμα. Οσφρίστηκε το περιεχόμενο με απόλαυση και μετά κατέβασε μια γερή γουλιά.
   -Ααα, έκανε, κανένα δεν συγκρίνεται με το παλιό καλό κρασί του Δρικλ. Ετάνια ντροπή, να μην τιμάς αυτό το νέκταρ της γενέτειράς σου!
   -Προτιμώ το μυαλό μου καθαρό, είπε η κοπέλα.
   Ο Θόρας κούνησε το κεφάλι του και σχολίασε στον Σίντρεκ.
   -Δεν με ακούει αυτή η κοπέλα και χάνει όλα τα καλά.
   -Εσύ; Πίνεις; ρώτησε ο Λάτιρ την Ζέμις.
   -Φυσικά, είπε η κοκκινομάλλα χαρίζοντάς του ένα χαμόγελο.
   -Έλα Ιππότη, πάρε να δοκιμάσεις, είπε ο Θόρας και του πέταξε το φλασκί.
   Αφού δειπνήσανε μείνανε λίγη ώρα να συζητάνε μιλώντας κυρίως για την Ιπποσύνη για να γνωρίσουν τους δυο νεοφερμένους στην ομάδα. Απέφευγαν να μιλήσουν για την κατάσταση που αντιμετώπιζαν, δίπλα στη φωτιά ένιωθαν προστατευμένοι και ήθελαν να κρατήσουν μακριά το σκοτάδι που απειλούσε να τους τυλίξει. Μετά ξάπλωσαν εκεί γύρω εκτός από τον Σίντρεκ που έμεινε σκοπός.
   Η Ζέμις ξάπλωσε κοντά στην Ετάνια και διαπίστωσε ότι εκείνη δεν είχε ακόμα κοιμηθεί.
   -Ξαγρυπνάς; ρώτησε χαμηλόφωνα.
   -Δεν έχω ύπνο.
   -Γιατί;
   -Σκεφτόμουν τον Ίριαν του Μάκασορ.
   -Εκείνον που θεράπευσες;
   -Ναι, είπε η Ετάνια. Δεν ξέρω, τη στιγμή που τον άγγιξα και αισθάνθηκα την καρδιά του να χτυπάει κάτι άλλαξε. Δεν ξέρω ακριβώς πως να το πω.... Τέλος πάντων, ας κοιμηθούμε τώρα και τα λέμε το πρωί.
   Η Ετάνια γύρισε στο πλάι και άπλωσε το χέρι της. Χάιδεψε το θύσσανο των κόκκινων μαλλιών της Ζέμις.
   -Καληνύχτα μικρούλα.
   Σε λίγο κοιμούνταν όλοι εκτός από τον Σίντρεκ που στεκόταν σκοπός. Αλλά δεν έμεινε για πολύ μόνος. Μια σκιά εμφανίστηκε στην περίμετρο του μικρού τους καταυλισμού και στάθηκε έξω από το φως που έδινε η φωτιά.
   -Μείνε εκεί που είσαι και δήλωσε το σκοπό της παρουσίας σου εδώ! είπε ο Ιππότης.
   -Σκοπός μου είναι ο θάνατός σας Ιππότη, είπε ο ξένος και προχώρησε αποκαλύπτοντας τον μαύρο χιτώνα ενός σκοτεινού μάγου.

Τα Χρονικά Της Εσπέρια Ι - Η Συνωμοσία Της Σκιάς 5

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Ο Ίριαν ετοιμάστηκε να κινηθεί την τελευταία δυνατή στιγμή για να μην προλάβει να αλλάξει ο εχθρός του πορεία φιλοδοξώντας να του καταφέρει και κάποιο πλήγμα. Ο μάγος σήκωσε το ραβδί του και μια δέσμη πορφυρής ενέργειας τινάχθηκε προς τον Ιππότη με την ορμή βαμπίρ που ορμάει στο λαιμό του θυματός του. Εκείνος έπεσε στο πλάι και η θανατηφόρα δύναμη πέρασε πάνω από το σώμα του και χτύπησε μια σκηνή που τυλίχτηκε σε φλόγες.
   Κάτι μεγάλο πέρασε πάνω από το κεφάλι του πεσμένου Ίριαν και έπεσε πάνω στο μάγο ανατρέποντάς τον. Με έκπληξη ο Ιππότης είδε ότι ήταν ένα από τα υποζύγια που το είχε πετάξει ο Ορθ πάνω στον αντίπαλό του, το ίδιο που αντιμετώπιζε πριν εκείνος. Ο μάγος σηκώθηκε αλλά όχι και το υποζύγιό του που είχε τσακιστεί από τη σύγκρουση. Επιτέθηκε στον Ίριαν που έσπευσε να τον αντιμετωπίσει πριν προλάβει να χρησιμοποιήσει κάποιο ξόρκι. Τα δυο όπλα του βρόντηξαν καθώς χτυπούσαν το ραβδί του μάγου. Εκείνος πρόφερε μια κατάρα που έκανε το ραβδί να τινάξει μια αστραπή. Ο Ίριαν απέφυγε το χτύπημα αν και όχι τελείως, μια αιμάτινη γραμμή χαράκτηκε κατά μήκος του βραχίονά του. Αντεπιτέθηκε με μια σειρά από χτυπήματα που έκαναν τον μάγο να πισωπατήσει. Εκείνος έκανε ένα βιαστικό βήμα πίσω και πρόφερε ένα ξόρκι. Εξαφανίστηκε από τα μάτια του Ιππότη μόνο και μόνο για να εμφανιστεί λίγο πιο πέρα και να σηκώσει το ραβδί του προφέροντας μια κατάρα.

   Αφού έφαγαν ένα γρήγορο σχετικά γεύμα, ο Άλασταρ και οι σύντροφοί του ετοιμάστηκαν να φύγουν. Είχαν σχεδόν φτάσει στην πόρτα όταν ένας μεθυσμένος θαμώνας του πανδοχείου άρπαξε την Ζέμις από τη μέση και την τράβηξε στην αγκαλιά του.
   -Έλα να διασκεδάσουμε, είπε ο άνδρας προσπαθώντας να χαιδέψει την κοπέλα.
   -Άσε την ήσυχη! πρόσταξε ο Λάτιρ και ο Σίντρεκ ήρθε αμέσως στο πλευρό του.
   Ο μεθυσμένος άνδρας τους κοίταξε με ένα κακό χαμόγελο.
   -Ιππότες του Ρόδου. δεν θα μπορείτε να διατάζετε για πολύ. Ο αντιβασιλιάς λόρδος Χάρκους σας κήρυξε εκτός  νόμου. Προδότες που δολοφονήσατε το βασιλιά μας και απαγάγατε την πριγκίπισσα Έλισεθ.
   -Αρκετά! Δεν θα ανεχθώ εδώ μέσα άλλες από αυτές τις ηλίθιες φήμες. Και αν δεν μπορείς να κρατήσεις κλειστό το στόμα σου Χίντολες να μην έρχεσαι εδώ. Και άσε αμέσως το κορίτσι πριν ο ευγενικός Ιππότης σου κόψει τα χέρια και την επιθυμία να ξαναγγίξεις γυναίκα.
   Ο ιδιοκτήτης του πανδοχείου πλησίασε ενώ ο μεθυσμένος παρατούσε την Ζέμις. Σηκώθηκε από το τραπέζι και έκανε δυο βήματα πριν σωριαστεί στο δάπεδο όπου άρχισε να ροχαλίζει με έναν ήχο που θύμιζε επίθεση οργισμένων γκόμπλιν.
   -Συγνώμη γι' αυτό. Από χθες το βράδυ μερικοί αρχίσανε να λένε αυτές τις βλακείες. Ο λόρδος Κάλους ήδη έχει διατάξει τη σύλληψη όλων των Ιπποτών στην επικράτειά του.
   -Κατάλαβα, είπε βλοσυρά ο Σίντρεκ.
   -Ακούσαμε ότι τη νύχτα έγινε μάχη και σκοτώθηκαν οι τελευταίοι Ιππότες με επικεφαλής τον Ράουμας.
   Ο Σίντρεκ και ο Λάτιρ κοιτάκτηκαν οδυνηρά ξαφνιασμένοι.
   -Αν συνέβει αυτό τελείωσαν όλα, είπε ο Λάτιρ.
   -Ο Φένορ θα ξέρει, είπε ο Σίντρεκ, μακάρι να είχαμε ένα γεράκι.
   -Μπορώ να καλέσω ένα, είπε η Ετάνια.
   -Σίγουρα μπορείς, είπε ο Άλασταρ, αλλά όσο θα απομακρύνεται θα εξασθενεί η μαγεία σου και δεν είναι σίγουρο ότι θα φτάσει εκεί που πρέπει. Καλύτερα να πάει κάποιος εκεί.
   -Θα μπορούσα να μεταφερθώ, είπε η Ετάνια.
   -Ναι, είπε ο Άλασταρ. Και μετά θα μας βρεις στη Ναλκάμια.
   Βγήκαν από το πανδοχείο αφού ευχαρίστησαν τον πανδοχέα. Ανέβηκαν στα άλογά τους, οι μαθητές του μάγου είχαν τα δικά τους στο στάβλο, και ξεκίνησαν παίρνοντας μαζί τους το άλογο της Ετάνια. Εκείνη στάθηκε στην μέση της αυλής, ακίνητη σαν ένα άγαλμα σε κάποια ξεχασμένη όμορφη θεότητα. Καθώς έφταναν στην πρώτη στροφή του δρόμου ο Λάτιρ κοίταξε πίσω και είδε έπληκτος ότι είχε χαθεί. Η Ζέμις τον σκούντηξε πειρακτικά.
   -Μαγεία σερ Ιππότη.
   -Λέγε με Λατ.

   Ο μάγος πέταξε το ραβδί του μπροστά, η αιχμή είχε μεταμορφωθεί σε κεφάλι φιδιού, ενώ  πρόφερε μια μαγική επίκληση. Ο Ίριαν δεν πρόλαβε να αποφύγει το μαγικό αυτό πλήγμα. Τα δηλητηριώδη δόντια έκλεισαν γύρω από τον καρπό του αριστερού χεριού και ο Ιππότης βόγγηξε από τον πόνο. Ένιωσε τις δυνάμεις του να χάνονται ενώ ο ίδιος βυθιζόταν σε ένα σκοτεινό κενό. Σωριάστηκε στο χορτάρι ενώ τα μάτια του έκλειναν. Ο μάγος κραύγασε θριαμβευτικά αλλά η κραυγή του μετατράπηκε σε επιθανάτιο ρόγχο καθώς ο Φένορ τον έφτανε και τον διαπερνούσε με τη σπάθα του.
   Ο Ιππότης στάθηκε ασθμαίνοντας και κοίταξε γύρω, η μάχη ήταν σκληρή αλλά είχε τελειώσει. Είχαν σκοτώσει τους εχθρούς τους ως τον τελευταίο. Πέντε δικοί τους ήταν πεσμένοι, από όσο μπορούσε να δει.
   -Ορθ! φώναξε. Μετέφερε τον Ίριαν στη σκηνή μας. Λουθ, οργάνωσε μια φρουρά. Ίσως έχουμε και άλλες επισκέψεις.
   Η Ρουθ βγήκε από τη σκηνή της.
   -Είσαι καλά; ρώτησε τον Ιππότη.
   -Ναι, είπε εκείνος.
   Προχώρησε στη σκηνή και γονάτισε δίπλα στον Ίριαν. Ακούμπησε το χέρι του στο στήθος του φίλου του. Το δηλητήριο απλωνόταν αλλά δεν ήταν ένα συνηθισμένο δηλητήριο, ήταν αποτέλεσμα μιας σκοτεινής μαγείας που εξαπλωνόταν στο σώμα του γοργά απομυζόντας τη ζωή του. Ήταν πέρα από τις δυνάμεις του. Φρόντισε να είναι ο φίλος του όσο πιο άνετα ήταν δυνατόν και μετά βγήκε από τη σκηνή. Ο Ορθ τον περίμενε έξω.
   -Πως είναι τα πράγματα;
   -Τέσσερις νεκροί, έξι τραυματίες, μόνο ένας τόσο ώστε να μην μπορεί να πολεμήσει. Ανησυχούν για τον Ίριαν αλλά είναι περήφανοι για τη νίκη που πετύχαμε.
   -Θα φροντίσουμε για την ταφή των νεκρών μας και μετά θα ετοιμαστούμε για μετακίνηση.
   -Ο Ίριαν;
   -Πρέπει να βρούμε κάποιον θεραπευτή και σίγουρα αυτό δεν θα γίνει εδώ.

   Ο Χάρκους κοίταξε τον μαυροντυμένο μάγο μπροστά του νιώθοντας λιγότερο φόβο μιας και ένιωθε ανώτερος καθώς ο μάγος είχε αποτύχει στην αποστολή του.
   -Φαίνεται πως είναι καλύτερα να βασίζεται κανείς σε μια καλά οπλισμένη δύναμη παρά στην Βαρ Ντραζούλ, είπε ο καγκελάριος. Αποτύχατε!
   Βρίσκονταν στην αίθουσα του θρόνου. Ο Χάρκους σαν καγκελάριος και αντιβασιλέας πλέον καθόταν σε μια επιβλητική θέση μπροστά στο θρόνο.
   -Αντιμετωπίσαμε εκλεκτούς πολεμιστές.
   -Ιππότες του Ρόδου, η ελίτ των πολεμιστών της Εσπέρια, τι περιμένατε; Να πέσουν αμαχητί;
   -Ούτε οι δικοί σου τα κατάφεραν καλύτερα, είπε δηκτικά ο μάγος. Πόσοι επέστρεψαν;
   -Κανένας, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ο Χάρκους. Αλλά τα σώματα ήταν εκεί και τα μετρήσαμε, ξέραμε πόσοι ήταν με τον Ράουμας. Δεν επέζησε κανένας. Γιατί οι επιζώντες δεν επέστρεψαν εδω δεν το ξέρω. Πολλοί στην Εσπέρια θα το θεωρούσαν ανόσιο να σκοτώσουν Ιππότη, ίσως πανικοβλήθηκαν συνειδητοποιώντας ότι έθεσαν τέρμα στην Ιπποσύνη.
   -Αυτό δεν είναι ακριβές, μένουν αυτοί στη Νούθια και εκείνοι στο Γνοφώδες Όρος.
   -Το κάστρο είναι απόρθητο. Ακόμα και με μαθητευόμενους κυρίως να το επανδρώνουν δεν θα πέσει εύκολα.
   -Αυτό μπορεί να περιμένει, αυτό που δεν μπορεί είναι η εξόντωση της Έλισεθ Ντρομέθια.

   Η Ετάνια υλοποιήθηκε ακριβώς μπροστά στην είσοδο του στρατοπέδου και βρέθηκε να τη σημαδεύουν τρία σπαθιά. Έκανε ένα βήμα πίσω και σήκωσε τα χέρια της σε ένδειξη ότι δεν έχει κακό σκοπό.
   -Είμαι φίλη. Έρχομαι εκ μέρους του Άλασταρ, είπε.
   -Φένορ! φώναξε ο ένας από τους τρεις Ιππότες και εκείνος πλησίασε. Κοίταξε εξεταστικά την Ετάνια. Η κοπέλα του εξήγησε ποια ήταν και πως είχε βρεθεί εκεί.
   -Τι νέα μας φέρνεις;
   Η Ετάνια του είπε και ο Ιππότης την άκουσε προσεκτικά. Της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει.
   -Δεν ξέρω αν αληθεύει αυτό, αν είχαν πεθάνει τόσοι Ιππότες θα το είχα νιώσει, όπως το ένιωσα και πριν. Πες στον Άλασταρ ότι δεν έχουμε ωστόσο νέα του Ράουμας και θα μετακινηθούμε. Εν τω μεταξύ αν μπορείς σε χρειάζομαι να θεραπεύσεις τον Ίριαν.
   Μπήκαν στη σκηνή και η λευκοφορεμένη κοπέλα γονάτισε δίπλα στον ξαπλωμένο πολεμιστή. Ξεκούμπωσε βιαστικά το χιτώνιό του και ακούμπησε την παλάμη της στο στέρνο του στο μέρος της καρδιάς. Έκλεισε τα μάτια.
   -Όχι δεν χάθηκε η ελπίδα, ψιθύρισε και άρχισε να απαγγέλει ένα ξόρκι.
   Ο Ίριαν άνοιξε τα μάτια του. Στο πρόσωπό του φαινόταν ο πόνος που του είχε προκαλέσει το μαγικό πλήγμα.
   -Ποια είσαι εσύ;  Ένας άγγελος;
   -Όχι, είπε η Ετάνια και χαμογέλασε. Είμαι άνθρωπος όπως και εσύ, καλώς ήρθες πίσω στη γη των ζωντανών.
   Ασυναίσθητα χάιδεψε με τις άκρες των δακτύλων της το πρόσωπό του. Αμήχανη σηκώθηκε από δίπλα του και είπε στον Φενόρ:
   -Τώρα είναι εντάξει. Εγώ θα επιστρέψω κοντά στον Άλασταρ. Να προσέχετε.
   Βγήκε από τη σκηνή και ενεργοποίησε το ξόρκι που θα την έφερνε κοντά στο δάσκαλό της.
   -Η μάχη; ρώτησε ο Ίριαν.
   -Νικήσαμε, είπε ο Φένορ αλλά δεν πρόλαβε να πει τίποτα άλλο καθώς ο Λουθ μπήκε στη σκηνή.
   -Έχουμε πρόβλημα.

Νοερή Καληνύχτα

Author: Νυχτερινή Πένα /


Η νύχτα έχει προχωρήσει, τα έργα της ημέρας έχουν τελειώσει και οι περισσότεροι πια αναπαύονται. Αλλά όχι και' γω, αν και τα έργα της ημέρας κατέπαυσαν απέχω πολύ ακόμα από το να παραδωθώ στην αγκαλιά του Μορφέα.
Μέσα στη σιγαλιά τη νύχτας κάθομαι κυκλωμένος από τα βιβλία και τα χαρτιά μου, το μυαλό μου ταξιδεύει στα μυθιστορήματά μου, σε κόσμους γεμάτους ιππότες και τέρατα, μάγους και άρχοντες των σκοτεινών δυνάμεων. Αυτό δεν παύει ποτέ, είναι ο κύκλος της δημιουργίας και μέσα σε αυτόν σε κύρια θέση, όπως σε κάθε έκφανση της ζωής μου, βρίσκεσαι εσύ.
Σε σκέφτομαι τόσο συχνά, συνέχεια σχεδόν. Κλείνω τα μάτια μου και αυτό αρκεί για να έρθει το πρόσωπό σου ολοζώντανο στη σκέψη μου. Το όμορφο χαμόγελο, το λείο αψεγάδιαστο δέρμα, τα απαλά χειλάκια. Και μετά όλα αυτά που δεν φαίνονται, η μεγαλοθυμία σου, η κατανόηση, η αγάπη.
Όταν οι περιστάσεις μας κρατάνε μακριά και μου λείπεις, πολλές φορές το κάνω αυτό, σε επισκέπτομαι νοερά. Σε κρατώ κοντά μου, σου υπόσχομαι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω και ποτέ δεν θα σε αφήσω, γρήγορα θα είμαι και πάλι κοντά σου. Και πως είμαι πάντα μαζί σου, ακόμα και τώρα που κοιμάσαι να σε προσέχω και να σε φυλάω από τα άσχημα όνειρα.
Κοιμίσου πριγκίπισσα της ψυχής μου, ίσως κάπου στον ονειρόκοσμο να συναντηθούμε.

Τα Χρονικά Της Εσπέρια Ι - Η Συνωμοσία Της Σκιάς 4

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Οι μαυροντυμένοι καβαλάρηδες πλησίασαν και απλώθηκαν κατά μήκος της πρόχειρης οχύρωσης. Ετοιμάζονταν για επίθεση. Τα φρικαλέα υποζύγιά τους έβγαλαν μια ομαδική υψίσυχνη οιμωγή και τα άλογα χιμίντρισαν τρομαγμένα.
   -Στα όπλα Ιππότες! φώναξε ο Ίριαν. Ο εχθρός βρίσκεται εδώ!
   Η φωνή του αντήχησε στο στρατόπεδο αφυπνίζοντας τους συντρόφους του που άρχισαν να βγαίνουν από τις σκηνές για να πάρουν θέσεις μάχης ενώ έδεναν ακόμα τους ιμάντες στους θώρακές τους και τις ζώνες με τα όπλα τους.
   -Λουθ, Ντάις, είπε ο Φένορ, ησυχάστε τα άλογα.
   Πάτησε πάνω στον άξονα του κάρου και ανέβηκε μετά σ' αυτό για να βλέπει καλύτερα τους εισβολείς.
   -Είμαι ο Φένορ του Άκρεν, Ιππότης του Ρόδου, αναφέρετε το λόγο της παρουσίας σας εδώ!
   -Δώστε μας την Έλισεθ του Οίκου της Ντρομέθια και θα σας χαρίσουμε τις αξιοθρήνητες ζωές σας.
   -Η Έλισεθ Ντρομέθια, πριγκίπισσα του Στέμματος τελεί υπό την προστασία της Ιπποσύνης και δεν θα παραδοθεί παρά μόνο στον πατέρα της το νόμιμο Υψηλο Βασιλιά της Εσπέρια.
   -Τότε θα πεθάνετε! είπε ο επικέφαλης των μαυροντυμένων και έβγαλε μαι κραυγή στην οποία οι Ιππότες απάντησαν με μια πολεμική ιαχή και προχώρησαν να αντιμετωπίσουν τον εχθρό τους. Κραυγές και κλαγγές όπλων ακούστηκαν καθώς μια άγρια και σκληρή μάχη ξεσπούσε.
   Ο επικεφαλής τους σήκωσε το χέρι του οπλισμένο με το μαύρο ραβδί του και μια πορφυρή ριπή ενέργειας τινάχθηκε προς τον Φένορ που πήδηξε από το κάρο και κύλισε στο χορτάρι ενώ το κάρο εξαφανιζόταν σε μια λαμπερή έκρηξη φωτός. Με το πέρασμα ελεύθερο ο αντίπαλός του εφόρμησε καβάλα στο φρικιαστικό του υποζύγιο. Ύψωσε το ραβδί του για να καταφέρει ένα πλήγμα στον Ιππότη πριν μπορέσει να σηκωθεί αλλά το χτύπημά του εμποδίστηκε από δυο όπλα. Ο Ίριαν είχε σπεύσει να βοηθήσει τον φίλο του και εμπλάκηκε σε μια μονομαχία με υποζύγιο και αναβάτη. Ο Φένορ σηκώθηκε όρθιος και έριξε μια ματιά γύρω. Οι Ιππότες είχαν συγκρατήσει την επίθεση στα όρια του στρατοπέδου τους, οι εργασίες οχύρωσης της προηγούμενης μέρας είχαν αποδειχθεί πολύτιμες, τους βοηθούσαν να κρατήσουν τις θέσεις τους. Ένας από τους επιτιθέμενους είχε καρφωθεί στα αιχμηρά εμπόδια μαζί με το φρικαλέο ζώο που ίππευε. Ένας Ιππότης είχε πέσει λίγο ποιο πέρα διαπερασμένος από ένα μαύρο σπαθί. Ένας ακόμα πολεμιστής είχε τραυματιστεί και δυο σύντροφοί του τον μετέφεραν μακριά από τη μάχη.
   Η Ρουθ στεκόταν στην είσοδο της σκηνής και κοίταζε τρομαγμένη την μάχη. Έτρεξε κοντά της.
   -Μείνε μέσα μαζί με την Έλισεθ, καλύτερα να μην την δουν αυτά τα τέρατα.
   Η κοπέλα ένευσε και μπήκε και πάλι στη σκηνή. Ο Φένορ ξεθηκάρωσε τη σπάθα του και επέστρεψε στη μάχη. Έφτασε πάνω στην ώρα για να βοηθήσει τον Ορθ. Ο μεγαλόσωμος πολεμιστής είχε σπάσει τη σπάθα του πάνω στο ραβδί ενός μάγου της Βαρ Ντραζούλ και πάλευε μαζί του με γυμνά χέρια ενώ προσπαθούσε να φυλαχθεί από τα χτυπήματα του υποζυγίου του που ευτυχώς εμποδιζόταν από το φράχτη να τον φτάσει με τα φονικά νύχια του.

   Ο Άλασταρ ξεπέζευσε από τον Άλιξ καθώς σταματούσε και οι δυο Ιππότες που ίππευαν μαζί του τον μιμήθηκαν. Είχαν μόλις μπει σε ένα μικρό, ήσυχο χωριό με χαμηλά λιθόχτιστα σπίτια, και είχαν σταματήσει μπροστά στο πανδοχείο του όπως έλεγε μια μεγάλη επιγραφή πάνω από την πόρτα.
   -Γιατί σταματήσαμε; ρώτησε ο Σίντρεκ.
   -Γιατί χρειάζομαι και εγώ κάπου λίγη ξεκούραση από το δρόμο και μας περιμένουν εδώ.
   Οι δυο Ιππότες ακολούθησαν τον μάγο μέσα στο πανδοχείο. Ήταν ευχάριστα δροσερό και σχετικά άδειο μιας και ακόμα δεν ήταν ούτε μεσημέρι. Ο Άλασταρ προχώρησε προς ένα τραπέζι στο βάθος όπου κάθονταν ήδη μερικά άτομα και τα οποία σηκώθηκαν μόλις τον είδαν. Ο Άλασταρ πλησίασε με τους δυο Ιππότες και είδαν πως τέσσερα άτομα περίμεναν τον μάγο, δυο άνδρες και δυο κοπέλες. Ο Άλασταρ κάλεσε τους δυο Ιππότες να πλησιάσουν και αφού τους σύστησε είπε:
   -Επιτρεψτε μου να σας παρουσιάσω τους μαθητές μου. Ο Άλαμον Φοντάρ, δόκιμος μάγος.
   Ο Άλαμον ένας νεαρός άνδρας με μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια τους χαιρέτησε σοβαρά. Τα αδρά, ευγενικά χαρακτηριστικά του πρόδιδαν καταγωγή από τα ξωτικά.
   -Ο Θόρας απο το Μαρεπέλ.
   Ο Θόρας ένας κοντούλης άνδρας ντυμένος με τα απλά ρούχα ενός ταξιδιώτη, παντελόνι, πουκάμισο, γιλέκο και ταξιδιωτικό μανδύα, τους χαιρέτησε πρόσχαρα.
   -Ελπίζω εσείς τουλάχιστον να εκτιμάτε το καλό φαγητό και το κρασί, είπε φέρνοντας ένα χαμόγελο στους δυο Ιππότες.
   -Η Ετάνια από το Δρικλ, επίσης μαθητευόμενή μου και δόκιμη μάγος.
   Οι δυο Ιππότες μαγεύτηκαν από την Ετάνια. Ήταν μια όμορφη κοπέλα στα τέλη της εφηβείας της, είχε καστανά μαλλιά που έπεφταν ίσα ως τους ώμους, υπέροχα πράσινα μάτια που δέσποζαν σε ένα ντελικάτο γλυκό πρόσωπο. Το δέρμα της ήταν λευκό σαν το χιόνι κάτι που τόνιζε και ο λευκός της μανδάς.
   -Και η Ζέμις, η προστατευόμενή μου.
   Αν η Ετάνια είχε μόλις βγει από την εφηβεία η Ζέμις τώρα τη διένυε, ήταν ένα λεπτοκαμωμένο κορίτσι με κόκκινα μαλλιά και με ανάλογη φλογερή ιδιοσυγκρασία.
   -Κοιτά μη γελάσεις, είπε στον Άλαμορ, θα σε πονέσει πολύ! Χαίρομαι για τη γνωριμία, είπε και χάρισε στους δυο Ιππότες ένα λοξό χαμόγελο.
   -Τι συμβαίνει Άλασταρ; ρώτησε η Ετάνια. Ακούσαμε περίεργα πράγματα.
   -Συμβαίνουν περίεργα πράγματα. Σας άφησα προχθές για να μεταβώ στο Στόρμγκαρντ με ένα ξόρκι τηλεμεταφοράς γιατί με κάλεσε σε βοήθεια η Έλισεθ.
   -Που είναι τώρα;
   -Όπως ξέρετε το ξόρκι αυτό μπορεί να μεταφέρει εμένα μόνο αλλά ευτυχώς ο Άλιξ ήταν κοντά, είπε ο μάγος και εξήγησε τι είχε συμβεί και τα όσα είχαν ειπωθεί στην Νούθια.
   -Λέγονται και χειρότερα, είπε η Ετάνια. Ακατανόμαστοι τρόμοι και σκιές κινούνται τη νύχτα. Οι άνθρωποι έξω από τις πόλεις κλείνονται στα σπίτια τους μόλις πέσει το σκοτάδι. Στην Ατρέα ένα κορίτσι που σπουδάζει με τις αρπίστριες στον Οίκο του Ματιού ξύπνησε ουρλιάζοντας. Το όραμα που είδε ήταν τόσο δυνατό ώστε ακόμα να είναι σε κατάσταση σοκ. Αλλά μιλάει για την επιστροφή του Ακλαρόθ και των λεγεώνων του. Και τις περιγράφει.
   -Γιατί αυτό είναι περίεργο; ρώτησε ο Σίντρεκ. Υπάρχουν πολλες....
   -Η Έσερετ είναι τυφλή.
   -Άσχημα νέα που δυστυχώς δείχνουν όλα προς την ίδια κατεύθυνση, είπε ο Άλασταρ. Ας ξεκουραστούμε και ας ξαναπάρουμε την πορεία μας προς βορράν να μάθουμε τι συνέβει με το βασιλιά πρώτα.

   Ο Ίριαν χτύπησε και με τα δυο σπαθιά του παίρνοντας ακόμα μια ζωή. Ο μάγος σωριάστηκε στο έδαφος παρασέρνοντας το υποζύγιό του το οποίο χτύπησε με ένα βέλος ο Λουθ. Οι Ιππότες είχαν αρχίσει να υπερισχύουν στη μάχη με τους αντιπάλους τους της αδερφότητας και να εξοντώνουν συστηματικά τους τελευταίους. Είδε τον Φένορ να μονομαχεί με ένα μάγο και να τον διαπερνάει με το όπλο του. Ο φίλος του γύρισε και τον κοίταξε, χαμογέλασε αλλά αμέσως μετά φώναξε μια προειδοποίηση. Ο Ίριαν δεν άκουσε τι του φώναξε μέσα στη φασαρία της μάχης αλλά γύρισε και κατάλαβε τι ήταν αυτό που τον είχε θορυβήσει. Ένας μάγος ερχόταν ίσια επάνω του με το φρικαλέο υποζύγιό του.

Τα Χρονικά Της Εσπέρια Ι - Η Συνωμοσία Της Σκιάς 3

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο II
Προστάτες Της Πριγκίπισσας



   Ο Χάρκους κάθισε σε μια πολύθρόνα στο κέντρο μιας κρυφής άλκοβας των προσωπικών του διαμερισμάτων. Αν ο βασιλιάς είχε δει ποτέ την πολυθρόνα αυτή θα είχε φροντίσει για την καταστροφή της και θα είχε εκτελέσει αμέσως τον άνθρωπο που τόσο πολύ εμπιστευόταν. Γιατί ο καγκελάριος της Εσπέρια καθόταν σε μια πολυθρόνα σκαλισμένη με αποκρυφιστικά σύμβολα και ρούνους μαύρης μαγείας.
   Ήταν ικανοποιημένος με τη πορεία της κατάστασης. Οι άνθρωποί του είχαν αναφέρει την εξόντωση όλων των συγγενών του βασιλιά και μαζί τους των Ιπποτών του Ρόδου μιας και πιστοί στον όρκο τους είχαν προσπαθήσει να σταματήσουν τις δολοφονίες. Έτσι τώρα πια είχαν απομείνει ελάχιστοι Ιππότες και κανένας με δικαίωμα στο θρόνο της Εσπέρια εκτός τη μικρή Έλισεθ.
   Εκεί βρισκόταν το μόνο μελανό σημείο ή μάλλον το ένα από τα δυο μελανά σημεία των σχεδίων του. Η μικρή πριγκίπισσα είχε εξαφανιστεί από το παλάτι και δυο από τους σωματοφύλακές του είχαν βρεθεί σκοτωμένοι στην αίθουσα του θρόνου. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι είχε συμβεί.
   Το άλλο πρόβλημα ήταν στο νότο. Δεν είχε υπάρξει προδότης να συναινέσει στην εξολόθρευση των Ιπποτών. Έτσι αποτελούσαν μια δύναμη που μπορούσε να αντισταθεί στα σχέδιά του. Αυτό το δεύτερο το είχε φροντίσει. Είχε στείλει ήδη άνδρες να στήσουν μια ενέδρα στον Ράουμας και τους Ιππότες του. Μετά θα πήγαιναν νότια να σφαγιάσουν και τους υπόλοιπους.
   Το δωμάτιο έγινε ξαφνικά παγωμένο σαν τάφος και βυθίστηκε σε μια αφύσικη σιωπή. Ο Χάρκους έβαλε το χέρι του σε μια τσέπη και έβγαλε ένα φυλακτό με χυδαίο, διαβολικό σχέδιο και το κράτησε για προστασία από το ον που η κακόβουλη παρουσία του γέμιζε το δωμάτιο. Απέναντί του μια σκιά ορθώθηκε στον τοίχο, μια σκιά που δεν αντιστοιχούσε σε τίποτα μέσα στο δωμάτιο. Ο Χάρκους ήξερε ότι ήταν η μορφή που μπορούσε να πάρει σε αυτόν τον κόσμο. Ως που να ανοιξει η πύλη για να περάσει ολοκληρωτικά τουλάχιστον.
   -Το αίμα του οίκου της Ντρομέθια ακόμα υφίσταται, είπε με μια φωνή παγερή σαν το απώτερο διάστημα.
   -Θα βρω και τη μικρή και θα την σκοτώσω. Αλλά χρειάζομαι τη βοήθειά σου.
   -Δεν σε βοήθησα να διαστρέψεις τα μυαλά εκείνων που θα σε υπηρετήσουν τώρα για πάντα πιστά και αφοσιωμένα; είπε η σκιά. Αλλά θα σε βοηθήσω ακόμα σε κάτι. Θα σου στείλω τους ακόλουθούς μου να βοηθήσουν.
   -Μα δεν.... υπάρχουν πια.
   -Κρύφτηκαν αλλά ποτέ δεν εξαφανίστηκαν. Θα τους θέσω στην υπηρεσία σου.
   -Τότε σύντομα θα έχει υποταγεί η Εσπέρια στο θέλημά μου.

   Ο Άλιξ σταμάτησε επιβραδύνοντας τον ξέφρενο καλπασμό του σε απλό τροχασμό και μετά σταματώντας τελείως. Ο Άλασταρ κοίταξε το στρατόπεδο μπροστά τους. Λίγοι είχαν απομείνει τώρα σε αυτό και είχε περιοριστεί σε μια πολύ πιο μικρή έκταση γύρω από την πηγή. Δεν βρίσκονταν εδώ πάνω από σαράντα άνδρες. Πρόσεξε τους δυο Ιππότες που στέκονταν σκοποί στην είσοδο του στρατοπέδου. Ήταν σε ετοιμότητα και είχαν πάρει τα μέτρα τους και για μια μαγική επίθεση. Όχι ότι ένας δυνατός μάγος δεν θα μπορούσε να υπερκεράσει τα φυλακτά τους αλλά θα έχανε το πλεονέκτημα του αιφνιδιαμού.
   Έφερε τον Άλιξ κοντά τους και ενώ εκείνοι έφερναν τα χέρια στις λαβές των όπλων τους τους χαιρέτησε και ζήτησε να μιλήσει με τον Ράουμας του Λορ.
   -Ποιος ζητάει τον Ράουμας; απαίτησε να μάθει μια δυνατή φωνή και ο μάγος είδε τον Ίριαν να πλησιάζει.
   -Σε χαιρετώ Ίριαν του Μάκασορ.
   -Άλασταρ, ποιος καλός άνεμος σε φέρνει εδώ; Δεν σε περιμέναμε.
   -Μα ένας μάγος εμφανίζεται εκεί που τον περιμέουν λιγότερο Ίριαν. Που είναι ο Ράουμας;
   -Δεν είναι εδώ, είπε ο Φένορ που πλησίασε επίσης.
   Ήταν ακόμα καταπονημένος από αυτό που είχε νιώσει την προηγούμενη μέρα. Ήρθε και στάθηκε κοντά στο φίλο του και παρατήρησε το μάγο που βοηθούσε την Ρουθ να ξεπεζέψει.
   -Τι νέα μας φέρνεις; ρώτησε ενώ ο Άλασταρ μετέφερε στην αγκαλιά της Ρουθ την κοιμισμένη Έλισεθ πριν ξεπεζέψει με ένα ελαφρύ άλμα.
   -Νέα; Δεν έχω νέα πέρα του ότι κάποιοι δοκίμασαν να σκοτώσουν την πριγκίπισσα του στέμματος μέσα στην αίθουσα του θρόνου. Και αυτό σημαίνει ότι υπάρχει συνωμοσία που φτάνει πολύ ψηλά στην ιεραρχία. Την έφερα εδώ σίγουρος ότι θα την προστατεύσετε ως που να πάω να βρω τον βασιλιά.
   -Φυσικά, είπε ο Ίριαν. Σίντρεκ!
   -Μάλιστα άρχοντά μου, διατάξτε, είπε ο ένας από τους σκοπούς.
   -Κάλεσε προσκλητήριο.
   -Μάλιστα.
   Ο Φένορ κοίταξε το κοιμισμένο κορίτσι και άπλωσε το γαντοφορεμένο χέρι του στο κεφάλι του. Η Έλισεθ δεν ξύπνησε.
   -Τα δικά μας νέα δεν είναι καλά, είπε αργά, τόσο θλιμμένος όσο και σκεφτικός. Στείλαμε εννιά ταχυδρομικά γεράκια, έξι από αυτά επέστρεψαν με το μήνυμα δεμένο στο πόδι τους, τρία μόνο με απάντηση. Τα γεράκια μας είναι εκπαιδευμένα να παραδίδουν το μήνυμα μόνο σε Ιππότες άρα εκεί που πήγαν δεν υπήρχε πια κανένας. Τα άλλα τρία φέρανε άσχημα νέα, οι Ιππότες δεχθήκανε επίθεση από τους μέχρι πρότινος συμπολεμιστές τους. Όσοι επιζήσανε προσπαθούν να φτάσουν στο Γνοφώδες Όρος. Τι συμβαίνει λοιπόν;
   -Μακάρι να ήξερα, είπε ο Άλασταρ παίρνοντας μια βαθιά ανασα. Αλλά στο Στόρμγκαρντ ένιωσα την παρουσία ενός Μαύρου μάγου. Κάτι πολύ πιο μεγάλο από μια απόπειρα αρπαγής της εξουσίας.
   Ο Ίριαν κοίταξε τους Ιππότες που συναθροίζονταν και στράφηκε στη Ρουθ.
   -Πήγαινε τη σε εκείνη τη σκηνή, θα βρεις σκεπάσματα για να κοιμηθεί άνετα.
   -Ευχαριστώ, είπε η κοπέλα.
   Οι Ιππότες παρατάχθηκαν και ο Φένορ πήρε θέση μαζί τους. Ο Ίριαν τους κοίταξε. Σαράντα πολεμιστές αποφασισμένοι να πολεμήσουν για ό,τι ήταν καλό και σωστό, τώρα αντιμέτωποι με την πιο δύσκολη κατάσταση που είχαν αντιμετωπίσει.
   -Εκδηλώθηκε μια ανταρσία κατά του Στέμματος, όχι ανοιχτή αλλά με ύπουλη πισώπλατη επίθεση, άρχισε ο Ίριαν. Πολλοί δικοί μας σκοτώθηκαν. Δεν ξέρουμε ακόμα αν επέζησε ο βασιλιάς ή κάποιος από τους συγγενείς του πέρα από την Έλισεθ.
   -Τότε να πάμε να την προστατέψουμε, βρυχήθηκε ένας μεγαλόσωμος Ιππότης, και να σπάσουμε μερικά κεφάλια στο δρόμο.
   -Η Έλισεθ ζήτησε την προστασία μας. Χάρη στον Άλασταρ από' δω την έχουμε ήδη υπό την προστασία μας. Θέλω δυο εθελοντές να πάνε μαζί του για να βρουν τον βασιλιά και να του μεταφέρουνε τα νέα.
   Όλοι προσφέρθηκαν. Ο Ίριαν κοίταξε τον Φένορ και ο Άλασταρ κατάλαβε ότι επικοινώνησαν τηλεπαθητικά.
   -Σίντρεκ και Λάτιρ, είπε τελικά ο Ίριαν. Ετοιμαστείτε, φεύγετε αμέσως.

   Ο Χάρκους κοίταξε με συγκαλυμμένη ανησυχία τον άνδρα απέναντί του. Το χέρι που είχε στην τσέπη του έσφιξε το φυλακτό που ήταν εκεί ελπίζοντας ότι θα τον προστατεύσει. Ο συνομιλητής του δεν έδωσε σημασία, ήξερε πως ελάχιστοι άνθρωποι στην Εσπέρια θα αντιμετώπιζαν άφοβα έναν μάγο της Σκοτεινής Αδερφότητας της Βαρ Ντραζούλ. Ο μάγος με το μαύρο χιτώνα κρατούσε ένα μεγάλο μαύρο ραβδί που κατέληγε σε κάτι σαν γαμψώνυχο.
   -Είμαστε έτοιμοι, είπε. Θες να πάμε να βοηθήσουμε εκείνους που έχουν στήσει ενέδρα στον Ράουμας του Λορ ή να φροντίσουμε την Έλισεθ;
   -Τη θέλω νεκρή, είπε ο Χάρκους.
   Ο μάγος ένευσε. Ο Σκοτεινός Κύριός του είχε διατάξει να θυσιαστεί η μικρή πάνω σε βωμό στην αίθουσα του θρόνου ανοίγοντάς του το δρόμο για να επιστρέψει στην Εσπέρια με τις λεγεώνες των πολεμιστών του. Ο Χάρκους έκανε το θέλημά του χωρίς να το ξέρει. Θα διαπίστωνε πολύ αργά πως είχε υπάρξει απλά ένα πιόνι.
  
   Ο Ίριαν κατέβασε γρήγορα και τα δυο οπλισμένα χέρια του πελεκώντας το λεπτό κορμό σε ένα αιχμηρό παλούκι. Οι Ιππότες είχαν βαλθεί να περιχαρακώνουν το στρατόπεδό τους προετοιμαζόμενοι για πιθανή επίθεση με στόχο την μικρή πριγκίπισσα.
   -Όταν το κάνεις αυτό νιώθω σαν να βλέπω τον ίδιο τον Άγγελο του Θανάτου, σχολίασε ο Φένορ που ήταν κοντά. Δυο αποτελεσματικά χτυπήματα ταυτόχρονα, πολύ σπάνιο.
   Είχαν βάλει τέτοια αιχμηρά εμπόδια γύρω από το στρατόπεδό τους το οποίο είχαν συμπτύξει για να είναι πιο εύκολα υπερασπίσιμο. Είχαν φέρει τις σκηνές πιο κοντά ενώ είχαν απλώσει από πάνω τους καραβόπανα για να εμποδίσουν τη ρίψη φλεγομένων βελών. Με το μέτρο αυτό έμοιαζε το στρατόπεδο σαν να ήταν τρεις ή τέσσερις μεγάλες σκηνές.
   Η Έλισεθ από την ώρα που είχε ξυπνήσει παρακολουθύσε τους Ιππότες να οχυρώνονται και κυκλοφορούσε ανάμεσά τους ακολουθούμενη από τη Ρουθ βλέποντας με ενδιαφέρον τις εργασίες τους. Πιο πολύ την είχε εντυπωσιάσει ο Ορθ του Άκρεν, ένας πραγματικός γίγαντας που σήκωνε όσο τρεις άλλοι Ιππότες μαζί.
   Οι εργασίες οχύρωσης ολοκληρώθηκαν μετά την δύση του ήλιου και ενώ έπεφτε το σκοτάδι. Ορίστηκαν σκοποί και άρχισαν να ετοιμάζονται για να περάσουν τη νύχτα.
   Η Έλισεθ κοιμόταν πάνω σε μερικά σκεπάσματα και σκεπασμένη με μερικά ακόμη, το κοντινότερο που οι Ιππότες μπορούσαν να της προσφέρουν σε κανονικό κρεβάτι. Η Ρουθ την έβαλε να κοιμηθεί και μετά κάθισε στο έδαφος έξω από τη σκηνή ακουμπώντας στον στύλο της εισόδου της. Εκείνη δεν θα δυσκολευόταν να προσαρμοστεί σε μια τέτοια ζωή μιας και δεν είχε μεγαλώσει σε παλάτι αλλά στην ύπαιθρο στα δυτικά κοντά στο Ζίφελ σε μια οικογένεια κτηνοτρόφων. Είχε βρεθεί στην υπηρεσία του παλατιού εξαιτίας της ικανότητάς της στο γνέσιμο του μαλλιού και βλέποντας την αδυναμία της στην Έλισεθ ο Ερρίκος της ανέθεσε την φροντίδα της.
   Οι Ιππότες κάθονταν γύρω από τη φωτιά μιλώντας και ετοιμάζοντας το λιτό δείπνο τους. Η Ρουθ συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι είχαν βάλει την Έλισεθ να κοιμηθεί στο κέντρο του στρατοπέδου, ο οποιοσδήποτε θα ήθελε να φτάσει στο κορίτσι θα έπρεπε να περάσει από εκείνους πρώτα. Αποφάσισε να ξαπλώσει και εκείνη, της έλειπε ύπνος, αντίθετα με την μικρή προστατευόμενή της εκείνη δεν είχε κοιμηθεί στη ράχη του Άλιξ.
   Το βλέμμα της σταμάτησε στη σκηνή του Φένορ και του Ίριαν, το φύλλο της σκηνής στην είσοδο ήταν τραβηγμένο και ο Φένορ καθισμένος στο έδαφος διάβαζε στο απαλό φως ενός κεριού. Σαν να συναισθάνθηκε το βλέμμα της την κοίταξε και χαμογέλασε.
   Ξάπλωσε κοντά στην Έλισεθ και κοίταξε την κοιμισμένη πριγκίπισσα. Κοιμόταν ήσυχη, με εμπιστοσύνη στους πολεμιστές που είχαν αναλάβει να την προσέχουν. Ξανακοίταξε τον Φένορ που συνέχιζε να διαβάζει. Αναρωτήθηκε τι διάβαζε, τι μπορούσε να τραβήξει την προσοχή του ενώ αντιμετώπιζαν μια τέτοια κατάσταση; Πρόσεξε πως φορούσε ακόμα τα γάντια του, δεν τον είχε δει να τα βγάζει καθόλου. Γιατί άραγε; Αποκοιμήθηκε με τις σκέψεις αυτές.

   Ο Φένορ βγήκε από τη σκηνή και κοίταξε το πρωινό φως που μόλις είχε αρχίσει να εμφανίζεται στην ανατολή. Ήταν ένα κρύο πρωινό και και η πρωινή πάχνη δημιουργούσε ένα περιδινούμενο παραπέτασμα άχλυος γύρω από το στρατόπεδο. Ο Ιππότης κοίταξε τους σκοπούς στις θέσεις τους, τοποθετημένοι έτσι ώστε να αλληλοκαλύπτονται και να μην μπορεί κάποιος να περάσει μέσα. Όλα έδειχναν εντάξει αλλά κάτι τον ενοχλούσε. Έριξε μια ματιά στον Ίριαν που κοιμόταν έχοντας δίπλα του τα όπλα του.
   Έκανε μερικά βήματα πάνω στο υγρό χορτάρι. Κοίταξε προς τη σκηνή της Έλισεθ και πλησίασε να βεβαιωθεί ότι ήταν εντάξει. Τα βήματά του, παρότι αθόρυβα, ξύπνησαν την Ρουθ που τινάκτηκε. Σηκώθηκε τρομαγμένη.
   -Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι. Όλα καλά, είπε ο Φένορ. Συγνώμη που σε τρόμαξα.
   Ήταν μια συνηθισμένη κοπέλα αλλά ξαφνικά ένιωσε να τον έλκει πολύ. Με τα γαλανά της μάτια, τα κόκκινα μαλλιά λυτά τώρα από την προσεκτική πλεξούδα της ημέρας, τα ελαφρώς σαρκώδη χείλη μισάνοιχτα, ήταν πολύ γλυκιά, για τον Φένορ τουλάχιστον που οι επιτηδευμένες καλλονές της αριστοκρατίας τον άφηναν αδιάφορο.
   -Δεν πειράζει, είπε η κοπέλα.
   Ο Φένορ την αφησε και πήγε κοντά στο σκοπό της εισόδου στο στρατόπεδο που την είχαν φράξει με ένα από τα κάρα μεταφοράς των εφοδίων. Ο σκοπός κοίταζε την ομίχλη.
   -Ησυχία, είπε.
   -Δεν μου αρέσει αυτό, είπε ο Φένορ.
   -Γιατί;
   -Άκου! Τι ακούς;
   -Τίποτα, απολύτως τίποτα.
   -Ακριβώς, είπε ο Φένορ. Δεν είναι φυσιολογικό. Κάτι τρόμαξε τα πάντα και έσπευσαν να κρυφτούν, όλα.
   -Τι όμως; ρώτησε ο Ίριαν που μόλις είχε πλησιάσει. Είχε ζωστεί τα όπλα του και πάτησε στον άξονα του κάρου για να δέσει τις μπότες του. Ετοιμαζόταν να φορέσει το χιτώνιό του όταν άκουσε τον σκοπό να παίρνει βαθιά ανάσα.
   Από την ομίχλη ξεπρόβαλλαν καβαλάρηδες. Ήταν τυλιγμένοι σε μαύρους μανδύες και οπλισμένοι με σπαθιά και ραβδιά του ίδιου χρώματος. Αλλά τα υποζύγιά τους ήταν που είχαν προκαλέσει την αντίδραση του σκοπού. Ήταν η πεμπτουσία του εφιάλτη, ισχνά ζωα, κατάμαυρα με αποκορουστικά λευκά μάτια και δυνατά άκρα εφοδιασμένα με φονικά νύχια το καθένα μεγάλο σαν στιλέτο.
   -Βαρ Ντραζούλ, είπε με απέχθεια ο Φένορ.

Τα Χρονικά Της Εσπέρια Ι - Η Συνωμοσία Της Σκιάς 2

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Ένας δυνατός κρότος σαν βροντή ακούστηκε και ανάμεσα σε εκείνη και τους διώκτες της εμφανίστηκε ένας άνδρας. Φορούσε λευκά ρούχα και είχε μακριά λευκά μαλλιά. Κρατούσε ένα μεγάλο ραβδί από λευκό ξύλο που κατέληγε σε ένα περίτεχνο σκάλισμα.
   -Εκτελείτε διαταγές και γι' αυτό δεν σας σκοτώνω, είπε με μια επιβλητική φωνή, αλλά σας διατάζω να την αφήσετε και να φύγετε.
   Οι δυο στρατιώτες δεν έδειξαν να πτοούνται και όρμηξαν πάνω του. Εκείνος έκανε μια απαξιωτική κίνηση με το χέρι του και οι δυο τους έπεσαν πίσω. Τα όπλα βρόντηξαν κάτω μιας και δεν τα κρατούσε κανείς, στη θέση των δυο στρατιωτών υπήρχαν δυο μεγάλα πρασινοκαφέ βατράχια. Ο μάγος έκανε ένα νεύμα και οι δυο στρατιώτες επανέκτησαν τη μορφή τους. Γύρισε προς την Έλισεθ και το κορίτσι είδε πως ήταν ηλικιωμένος με αρχοντικό παρουσιαστικό.
   -Μη φοβάσαι Έλισεθ του οίκου της Ντρομέθια. Είμαι εδώ για να σε βοηθήσω.
   -Είσαι ο μάγος της ιστορίας;
   -Ναι φυσικά, απάντησε ο μάγος και με μια ταχύτατη κίνηση που δεν θα περίμενε κάποιος από έναν άνδρα με την ηλικία του στράφηκε πάλι στους στρατιώτες. Σας τη χάρισα μια φορά, είπε αυστηρά και πρόφερε ένα ξόρκι. Οι δυο άνδρες τινάχθηκαν πίσω στον απέναντι τοίχο και έμειναν εκεί ακίνητοι σαν τσακισμένες μαριονέτες.
   -Είμαι ο Άλασταρ Φρίολιν Νιμάνια αλλά οι περισσότεροι με ξέρουν ως ο Λευκός Μάγος ή απλά ως Άλασταρ.
   Για μια στιγμή ο μάγος στάθηκε σαν να αντιλαμβανόταν κάτι που η μικρή πριγκίπισσα δεν έβλεπε.
   -Ένας Σκοτεινός, είπε, αλλά τώρα προέχεις εσύ. Πρέπει να σε πάω κάπου όπου θα είσαι ασφαλής.
   -Η Ρουθ θα ξέρει που να πάμε. Αλλά τη χτυπήσανε.
   -Πήγαινέ με σε' κείνη.
   Η Έλισεθ κατέβηκε από το θρόνο και άρχισε να τρέχει. Ο μάγος την ακολούθησε χωρίς δυσκολία. Το ραβδί είχε το ύψος του και το ακουμπούσε στο δάπεδο αλλά δεν έδειχνε να στηρίζεται σ' αυτό. Το κορίτσι έφτασε στην πεσμένη κοπέλα και γονάτισε δίπλα της. Εκείνη ίσα που ανέπνεε.
   -Έλισεθ, ψέλλισε. Μικρή μου, πρέπει.....
   Ο μάγος στάθηκε πάνω από το κεφάλι της και άπλωσε το χέρι του. Ένα ζεστό φως τύλιξε την κοπέλα και ο πόνος χάθηκε σαν κακή ανάμνηση. Ανακάθισε και σηκώθηκε όρθια. Δεν είχε ίχνος τραύματος, ακόμα και το αίμα είχε φύγει από τα ρούχα της.
   -Ποιος είσαι;
   -Αυτή είναι μια μεγάλη ιστορία, απάντησε ο μάγος. Καλύτερα να φύγουμε για να την πούμε κάποια άλλη στιγή.
   -Και που θα μπορούσαμε να πάμε για να μη μας βρουν; Αν έχουν το θάρρος να επιτίθονται στην Έλισεθ μέσα στο παλάτι τότε δεν είμαστε ασφαλείς πουθενά.
   Ο Άλασταρ φάνηκε να το σκέφτεται για μια στιγμή και μετά χαμογέλασε. Άρχισε να βαδίζει βιαστικά.
   -Πάμε, είπε, να πάρεις ό,τι χρειάζεστε και μετά θα πάμε ένα ταξίδι μακριά, ξέρω κάποιους που δεν θα προδώσουν ποτέ το βασιλιά τους.

  Η Νούθια ήταν τυλιγμένη με ένα πυκνό σύννεφο πρωινής πάχνης καθώς το πρώτο φως απλωνόταν πάνω από την Εσπέρια μια περίπου ώρα πριν την ανατολή του ήλιου. Η ανταρσία κατά του στέμματος είχε κατασταλεί. Οι άνδρες που είχαν συμμετάσχει είχαν αφοπλισθεί και είχαν επιστρέψει σπίτια τους, ο Ερρίκος τους είχε δώσει χάρη, και μόνο εκείνοι που βαρύνονταν με κάποιο έγκλημα και οι πρωτεργάτες της ανταρσίας είχαν σταλεί στο Στόρμγκαρντ για να βρεθούν ενώπιον της δικαιοσύνης. Ένας νέος διοικητής είχε οριστεί μαζί με μια νέα φρουρα καθώς και ένας επίτροπος του αξιώματος του βαρόνου ως που να απονείμει σε κάποιον τον τίτλο ο Υψηλός Βασιλιάς. Στην πόλη είχε επιστρέψει η ησυχία και οι κάτοικοι της Νούθια και της γύρω περιοχής είχαν γυρίσει ανακουφισμένοι στην ησυχία της καθημερινής ζωής. Τίποτα δε θύμιζε το πρόσφατο βίαιο παρελθόν πέρα από κάποιες επισκευές εδώ και' κει.
   Ας επέστρεφε η ειρήνη και η γαλήνη, δεν ήθελε τίποτα άλλο και ο Ράουμας του Λορ. Ήταν Ιππότης του Ρόδου πολλά χρόνια και αυτό που ήθελε ήταν να ευημερούν οι άνθρωποι της Εσπέρια. Αυτό είχαν άλλωστε ορκιστεί να επιδιώκουν οι Ιππότες. Και τώρα φαινόταν ότι αυτό θα γινόταν. Ωστόσο....
   Κούνησε το κεφάλι του και βγήκε από τη σκηνή του. Αφού η τάξη είχε αποκατασταθεί στη Νούθια το εκστρατευτικό σώμα που τελούσε υπό τις διαταγές του είχε παραμείνει έξω από την πόλη στο στρατόπεδο που είχε εγκατασταθεί κατά την πολιορκία. Έριξε μια ματιά γύρω του, οι σκηνές των στρατιωτών και των Ιπποτών σε τακτικές γραμμές απλώνονταν γύρω από το κέντρο του στρατοπέδου όπου κυμάτιζε η σημαία της Εσπέρια με το λευκό και το άλικο ρόδο και το έμβλημα της Ιπποσύνης με το βιβλίο και το ξίφος. Οι σκοποί ήταν στις θέσεις τους στην περίμετρο και ακούγονταν οι συνηθισμένοι ήχοι καθώς οι άνδρες ξυπνούσαν και ετοιμάζονταν για τα καθημερινά τους καθήκοντα. Όλα έδειχναν εντάξει. Αλλά ήταν;
   Ξαναθυμήθηκε τη στιγμή που ο Γκάλιστιρ Γιμ, ο βαρόνος της Νούθια που είχε προκαλέσει την ανταρσία πέθαινε χτυπημένος από τον ίδιο κατά την κατάληψη της πόλης. Στην επιθανάτια αγωνία του τον είχε καταραστεί και είχε πει......
   -Ράουμας; Σκεφτικό σε βλέπω.
   Στράφηκε για να αντικρίσει έναν νέο άνδρα να πλησιάζει. Ήταν κανονικού ύψους με ξανθά μαλλιά και φωτεινά γαλανά μάτια όπως οι περισσότεροι που ήταν γεννημένοι στο βορρά. Ντυμένος με την στολή των Ιπποτών μόνο ως τη μέση μιας και ήταν ημίγυμνος από' κει και πάνω με μια πετσέτα ριγμένη στον ώμο του, επέστρεφε από την πηγή στην ανατολική πλευρά του στρατοπέδου. Με επιδοκιμασία πρόσεξε ότι δεν είχε παραλείψει να οπλιστεί. Η σπάθα του κρεμόταν από τη ζώνη του στα αριστερά και ένα δεύτερο σπαθί στα δεξιά μιας και ο Ίριαν του Μάκασορ ήταν αμφιδέξιος, ικανός δηλαδή να χειρίζεται όπλα και με τα δυο χέρια.
   -Σκεφτόμουν τον Γκάλιστιρ του Γιμ.
   -Γιατί; ρώτησε ο Ίριαν. Είναι νεκρός και είναι μικρή τιμωρία για το κακό που προκάλεσε.
   -Πριν παραδώσει τη μαύρη ψυχή του είπε πως εκείνος τελείωσε αλλά άλλος έρχεται και θα απλώσει το σκοτάδι του για πάντα στην Εσπέρια.
   -Ανησυχείς, δεν ήταν ερώτηση, ήταν διαπίστωση.
   -Ναι, δεν ήταν απλά μια επιθανάτια προσπάθεια να πάρει εκδίκηση, κάτι ήξερε, κάτι συμβαίνει.
   Ο Ίριαν προχώρησε προς την σκηνή του αναλογιζόμενος όσα είχε πει ο αρχηγός του. Εκείνη τη στιγμή ένα γαντοφορεμένο χέρι παραμέρισε το φύλλο της σκηνής που χρησίμευε ως πόρτα και ένας νεαρός άνδρας βγήκε. Ο Ίριαν χαμογέλασε στη θέα του Φένορ του Άκρεν. Ήταν πάντα εκείνος που μοιράζονταν το κατάλυμμά τους σε συνθήκες εκστρατείας μιας και είχαν εκπαιδευθεί μαζί και τους συνέδεε πολύχρονη φιλία. Ο Φένορ ήταν κανονικού ύψους με καστανά μαλλιά και επίσης γαλανομάτης. Στην αρχή της πολιορκίας της Νούθια ένα φλεγόμενο βέλος είχε καψαλίσει τα μαλλιά του και είχε αναγκαστεί να τα κόψει και τώρα μόλις είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν. Αλλά το χαμόγελο του Ίριαν έσβησε μόλις είδε το πρόσωπο του Φένορ. Ήταν κατάχλομος και τα μάτια του έδειχναν έναν ατελείωτο πόνο. Παραπατούσε όπως ερχόταν προς το μέρος του.
   -Φένορ! φώναξε και ο τόνος του έκανε τον Ράουμας να στραφεί και να δει τι συμβαίνει. Οι δυο τους πρόλαβαν και τον έπιασαν πριν πέσει.
   -Φένορ; Τι συμβαίνει;
   -Αιματοκύλισμα...... Σκοτώνουν τους αδερφούς μας.
   -Ποιος; Που; ρώτησε ο Ράουμας.
   -Παντού, στο Άκρεν, στη Γκίσα, στο Λάμος. Ακόμα και στο Στόρμγκαρντ.
   -Πως είναι δυνατό, είπε ο Ράουμας συνοφρυωμένος. Τι έγινε; Που βρίσκεται ο βασιλιάς;
   Βοηθήσανε τον Φένορ να σηκωθεί στα πόδια του και ο Ράουμας είπε σιγανά περισσότερο στον εαυτό του παρά στους άλλους.
   -Ώστε ο καταραμένος είχε δίκιο, κάτι μεγαλύτερο συμβαίνει.
   -Τι θα κάνουμε; ρώτησε ο Ίριαν βοηθώντας τον Φένορ που φαινόταν να συνέρχεται σιγά σιγά.
   -Θα στείλουμε ταχυδρομικά γεράκια και θα επικοινωνήσουμε με τους υπόλοιπους του Συμβουλίου των Δώδεκα. Αλλά επειδή είμαι σίγουρος ότι κάτι συμβαίνει δεν θα περιμένω την απάντηση. Θα ξεκινήσω με πορεία βόρεια και με σχεδόν όλη τη δύναμη που έχουμε εδώ. Θα πάρω όλους τους τακτικούς και τους περισσότερους από τους εδώ Ιππότες. Περιμένετε τις απαντήσεις και μετά στείλτε μου μήνυμα. Αλλά μην περιμένετε πολύ.
   -Εντάξει, είπε ο Φένορ που είχε συνέλθει αν και ήταν ακόμα χλομός. Ζητώ συγνώμη για την αδυναμία μου.
   -Μην το σκέφτεσαι, είπε ο Ράουμας, η διαίσθηση σου μας έδωσε μια προειδοποίηση που ίσως να ήταν αργά όταν θα τη λαβαίναμε αλλιώς.
   Δεν πρόσθεσε το φόβο του ότι ήταν ίσως αργά ακόμα και τώρα.
   Ξεκίνησαν αμέσως για τις απαραίτητες ετοιμασίες.

    Η Ρουθ μάζεψε λίγα ρούχα για την Έλισεθ και μερικά ακόμα πράγματα σε μια τσάντα από ύφασμα που διέθετε ένα αρκετά μεγάλο κορδόνι ώστε να την κρεμάσει χιαστί από τον αριστερό ώμο της και να πέφτει στην δεξιά πλευρά της. Φόρεσε έναν ταξιδιωτικό μανδύα και στη μικρή πριγκίπισσα μια μπέρτα και κατέβηκαν στον κήπο όπου περίμενε ο Άλασταρ με το υποζύγιό του.
   -Ένας μονόκερως! είπε με θαυμασμό η Έλισεθ.
   -Έχεις αγνή ψυχή αφού βλέπεις ότι είναι μονόκερως και δεν τον βλέπεις σαν άλογο, είπε ο λευκός μάγος και ανέβηκε στο μονόκερο. Πήρε την Έλισεθ στην αγκαλιά του και βοήθησε την Ρουθ να ανέβει στη σέλα πίσω του. Ύστερα ψιθύρισε κάτι στο μονόκερώ του που ξεκίνησε με γρήγορο καλπασμό για τις Σιδηρές Πύλες.
   -Πως τον λένε; ρώτησε η Έλισεθ χαιδεύοντας τη χαίτη του λευκού σαν το χιόνι μονόκερου.
   -Τον λένε Άλιξ και θα μας μεταφέρει γοργά στην Νούθια.

Δυο Κεράκια Και Μια Υπόσχεση

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Είναι μια πόλη δίπλα σε μια λίμνη, είναι μια μεγάλη λίμνη με ένα μικρό νησάκι στη μέση της περίπου. Πάνω στο νησάκι υπάρχει βλάστηση και μια εκκλησούλα. Είναι μια μικρή εκκλησία με χαμηλή θολωτή σκεπή, ησυχία επικρατεί μέσα. Είναι μια κατανυκτική σιωπή που τη σπάει μόνο ο ήχος από τα βήματά τους.
   Δυο νέοι μπαίνουν. Κρατημένοι από το χέρι πάντα. Το μικρό χεράκι της χάνεται στο πολύ μεγαλύτερο δικό του αλλά ποτέ δυο χέρια δεν ενώθηκαν με περισσότερη τρυφερότητα. Ανάβουν κεριά, μικρές φλογίτσες στο μισοσκόταδο που επικρατεί.
   Εκείνη ανάβει ένα, εκείνος δύο. Ακουμπάει το χέρι της στο δεύτερο κεράκι με το λεπτό άρωμα που θυμίζει την προέλευσή του από τις μέλισσες και την κυψέλη τους.
   -Γιατί δύο; ρωτάει με την απαλή φωνή της.
   Ακουμπάει το χέρι του απαλά στο δικό της.
   -Είναι για' μας, της λέει, για να είμαστε πάντα καλά και μαζί.
   Βγαίνουν από την εκκλησία κάτω από τα μεγάλα καταπράσσινα δένδρα που θροίζουν στον άνεμο που ανεμίζει και τα μαλλιά της.
   -Θα είμαστε πάντα μαζί; ρωτάει η κοπέλα.
   -Ναι, θα είμαστε, της απαντάει απαλά όπως απαλά κρατάει τα χέρια της μέσα στα δικά του ακουμπισμένσα στο στέρνο του. Γιατί σε αγαπώ πολύ, πάρα πολύ.
   -Πόσο πολύ;
   -Όσο απέχει ο ουρανός από τη γη.
   Κλείνει τα μάτια της, ένας αναστεναγμός ξεφεύγει από τα χείλη της.
   -Να μου το λες, λέει. Μην το ξεχνάς.
   -Όχι, ποτέ δεν το ξεχνάω. Πάντα θα στο λέω γιατί αυτό είναι που νιώθω και είμαι ευτυχής που το νιώθω. Σε ευχαριστώ που ήρθες στη ζωή μου.
   -Ήρθα, του απαντάει, και δεν θα φύγω, στο υπόσχομαι.
   Την αγκαλιάζει, και είναι ευτυχής, δεν χρειάζεται τίποτα άλλο, ό,τι χρειάζεται είναι μέσα στα χέρια του.

Τα Χρονικά Της Εσπέρια Ι - Η Συνωμοσία Της Σκιάς 1

Author: Νυχτερινή Πένα /

      
      
                                             Κεφάλαιο I
                                         Ο Προστάτης Του Θρόνου

   Οι δρόμοι του Στόρμγκαρντ αντηχούσαν από τις ζητωκραυγές των κατοίκων που είχαν βγει στους δρόμους να υποδεκτούν τον βασιλιά τους που γυρνούσε νικητής από τη θανάσιμη παγίδα της μάχης του Γκάλαμαρ. Κσθώς ο Υψηλός Βασιλιάς Ερρίκος ο έβδομος ανέβαινε τους στριφογυριστούς δρόμους προς το πιο υψηλό σημείο της πόλης όπου βρισκόταν το παλάτι του οι υπήκοοί του ζητωκραύγαζαν και τον έραιναν με ροδοπέταλα, κάποιοι και με μύρα, τα σπάνια αρώματα από το νότο. Ο Ερρίκος ένας γεροδεμένος άνδρας λίγο πριν από τα σαράντα του σταματούσε πολλές φορές να μιλήσει με κάποιους από τους απλούς ανθρώπους που βρίσκονταν κοντά του.
   Ήταν ήδη είκοσι χρόνια στο θρόνο και πολύ αγαπητός στο λαό του. Πολλές φορές συνήθιζε να αφήνει το παλάτι και να κυκλοφορεί ανάμεσά τους για να μαθαίνει από πρώτο χέρι αν ένιωθαν καλά υπό την εξουσία του και ποια ήταν τα προβλήματα που τους απασχολούσαν. Υπό την συνετή του διακυβέρνηση από το θρόνο του Υψηλού Βασιλιά η Εσπέρια είχε ζήσει μια εποχή ειρήνης και ευημερίας. Μέχρι πρόσφατα δηλαδή που οι βαρωνίες του νότου είχαν αποφασίσει να επαναστατήσουν εναντίον του. Είχαν καταφέρει να καταλάβουν με δόλια μέσα το Άκρεν στα βόρεια και να κηρύξουν τον πόλεμο σε δυο μέτωπα παρασύροντας και κάποιες από τις πατριές των ορεινών.
   O Ερρίκος έφτασε στην μεγάλη πέτρινη αυλή μπροστά από τις Σιδηρές Πύλες, την είσοδο των ανακτόρων του στην κορυφή του Στόρμγκαρντ. Ο Ερρίκος σταμάτησε το άλογό του και κοίταξε γύρω του. Το Στόρμγκαρντ ήταν χτισμένο κυκλικά στις πλαγιές του Όρους των Καταιγίδων και από εδώ είχε θέα σε μεγάλη απόσταση. Στάθηκε για μια στιγμή.
   Δυτικά, εκεί που κατέβαινε ο ήλιος τώρα χρυσώνοντας την κυματιστή γη, απλώνονταν οι πλούσιες εύφορες εκτάσεις και οι κατά κύριο λόγο γεωργικές περιοχές, οι μόνες που δεν είχαν πάρει μέρος στην ανταρσία και σχεδόν δεν είχαν επηρεαστεί από αυτήν. Ανατολικά, πίσω από τις επιβλητικές κατασκευές τους ανακτόρου του μπορούσε να δει λίγο τις εκτάσεις των κομητειών του Λάμος και του Έινουρ πριν από τα Ορεινά στις χαμηλώτερες περιοχές των ορέων της Ταμπόρα κάτω από τα οποία βρίσκονταν τα μεγάλα σπήλαια.
   Βόρεια απλώνονταν μεγάλα δάση και το πεδίο του Γκάλαμαρ που τα χώριζε από το Γκλένβαλντεν, την πανέμορφη πατρίδα των Ξωτικών που λίγοι άνθρωποι είχαν αντικρίσει, και τις παγωμένες εσχατιές του Άκρεν.
   Νότια βρίσκονταν μερικές από τις πιο πολυπληθείς περιοχές της Εσπέρια, ανάμεσά τους και οι βαρωνίες που είχαν εξεγερθεί. Τώρα έμενε μόνο η Νούθια, αλλά δεν θα κρατούσε για πολύ αυτό. Οι δυο Ιππότες με το τάγμα που την είχαν αποκλείσει ήταν κοντά στην ανάκτησή της, είχε εμπιστοσύνη πως θα φέρονταν δίκαια στους κατοίκους και με καλωσύνη και η ειρήνη θα επέστρεφε σύντομα στο βασίλειό του.
   Μια λάμψη στο βάθος τον απέσπασε από τις σκέψεις του, ως συνήθως μια καταιγίδα μαινόταν πάνω από το Γνοφώδες Όρος. Το πάντα νεφελοσκέπαστο όρος, γεγονός στο οποίο όφειλε και το όνομά του, ήταν το μέρος της Εσπέρια στο οποίο εκδηλώνονταν οι πιο άγριες καταιγίδες αλλά το είχαν διαλέξει οι Ιππότες του Ρόδου για έδρα τους και είχαν χτίσει το απόρθητο κάστρο τους εκεί.
   Έστρεψε το άλογό του και προχώρησε προς τις Σιδηρές Πύλες που είχαν αρχίσει να ανοίγουν. Γύρω του ο λαός του συνέχιζε να τον επευφημεί και να ζητωκραυγάζει το όνομά του αλλά τώρα η προσοχή του είχε αποσπαστεί από την παρουσία ενός κοριτσιού ανάμεσα στον κόσμο. έτρεχε προς το μέρος του ντυμένη με ένα απλό κόκκινο φόρεμα και με τα μελιά της μαλλιά να ανεμίζουν. Ο Ερρίκος την άρπαξε και τη σήκωσε, την έβαλε να καθίσει μπροστά του στη σέλα.
   Μια νεαρή γυναίκα άνοιξε δρόμο ανάμεσα στον κόσμο και ήρθε κοντά στο άλογο του βασιλιά αναψοκοκκινισμένη.
   -Συγνώμη μεγαλειότατε, κατάφερε να μου ξεφύγει.
   -Δεν πειράζει Ρουθ. Ήθελε να με δει, μιας και αυτή είναι η πριγκίπισσά μου.
   Ώθησε το άλογο να προχωρήσει προς τις ανοιχτές πύλες ενώ το πλήθος μαζί με το δικό του όνομα φώναζε και το όνομα της πριγκίπισσας Έλισεθ, του άνθους της Εσπέρια.

   Ψηλά πάνω από τις Σιδηρές Πύλες ένα παράθυρο έκλεισε απότομα. Ο καγκελάριος Χάρκους, ο επόμενος στην ιεραρχία μετά τον βασιλιά, απομακρύνθηκε από αυτό. Δεν του άρεσε η αφοσίωση αυτή στο βασιλιά. Σε λίγο βέβαια θα τον θρηνούσαν αλλά όσο πιο αφοσιωμένοι του ήταν τόσο πιο δύσκολα θα μπορούσαν να υποταχθούν στη δική του εξουσία. Όχι ότι θα είχαν επιλογές.
   Αν ο Ερρίκος γνώριζε τις μύχιες σκέψεις και τα σχέδια του καγκελάριου θα τον είχε κλείσει στο σκοτεινότερο μπουντρούμι του Στόρμγκαρντ. Αλλά δεν τα γνώριζε. Ο ξερακιανός άνδρας με το ευγενικό παρουσιαστικό και τα γκριζαρισμένα μαλλιά ήταν ένας δραστήριος άρχοντας και στο πλευρό του βασιλιά του όσον αφορούσε κάθε άλλο θέμα. Αν ήταν να πέσει ο Ερρίκος ήθελε να είναι από το δικό του χέρι και όχι τρίτου. Και θα συνέβαινε πολύ γρήγορα αυτό.
   Είχε ήδη δώσει τις εντολές του. Οι αξιωματικοί που θα τις εκτελούσαν ήταν στη θέση τους και τα στρατεύματα που θα τους βοηθούσαν είχαν επιλεχθεί. Σύντομα θα ήταν εκείνος κύριος της Εσπέρια.

   “Ο λευκός μάγος τότε νίκησε όλους τους πολεμιστές του Κιθόρ και μετά πλησίασε τη μικρή πριγκίπισσα. Επειδή με ελευθέρωσες με τα δάκρυά σου από τη φυλακή μου, είπε, θα σε βοηθώ πάντα όπως έκανα και τώρα και θα το κάνω και για όλους τους απογόνους σου όποτε με χρειαστούν. Έτσι η πριγκίπισσα παντρεύτηκε τον καλό της και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.”
   Η Έλισεθ ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και σκεπασμένη με το πουπουλένιο της πάπλωμα ως το λαιμό κοίταζε τον πατέρα της που καθόταν δίπλα της και της διηγείτο μια ιστορία από παλιά.
   -Είναι αληθινή ιστορία; ρώτησε το κοριτσάκι.
   -Φυσικά, είπε ο Ερρίκος, είναι αλήθεια. Έσκυψε κοντά στην κόρη του. Αν ποτέ κινδυνεύεις και εγώ δεν είμαι εδώ να έρθεις να ζητήσεις βοήθεια, θα τρέξεις στην αίθουσα του θρόνου και θα καθίσεις στο θρόνο. Ζήτα βοήθεια και η βοήθεια θα έρθει. Να το θυμάσαι αυτό.
   -Εντάξει, είπε η Έλισεθ.
   Ο Ερρίκος τη φίλησε απαλά στο μέτωπο και την καληνύχτισε. Τη σκέπασε καλά και βγήκε από το δωμάτιο. Στο χωλ έξω από αυτό τον περίμενε ένας άνδρας με αυστηρό πρόσωπο ντυμένος με μαύρη στολή και θώρακα έτοιμος για μάχη.
   -Είμαστε έτοιμοι μεγαλειότατε, είπε απλά μόλις είδε τον βασιλιά.
   -Ωραία. Η μεγαλειώδης είσοδος σήμερα στην πόλη θα παραπλάνησε τους στασιαστές. Δεν θα φανταστούν ότι θα φύγω το ίδιο βράδυ κιόλας. Πάμε να ελευθερουμε το Άκρεν στρατηγέ. Να τελειώσει και αυτή η ιστορία για να επανέλθει η ειρήνη στην Εσπέρια.

   Ο καγκελάριος Χάρκους άφησε την περγαμηνή πάνω στο γραφείο του και ένα χαμόγελο χαράκτηκε στα λεπτά χείλη του. Με μια κίνηση του χεριού του απέπεμψε τον αγγελιοφόρο που του είχε φέρει το γραμμένο σε περγαμηνή μήνυμα και κοίταξε το συννεφιασμένο ουρανό έξω από το παράθυρο. Το Άκρεν είχε πέσει.
   Πρόφερε ένα ξόρκι που κλείδωσε την πόρτα και μετά έβγαλε από την τσέπη του μια οβάλ πέτρα με λευκή γαλακτερή επιφάνεια. Οι άνθρωποί του ήταν εφοδιασμένοι με όμοιες και ό,τι θα έλεγε θα μεταβιβαζόταν σε αυτούς αμέσως σαν να βρίσκονταν στο ίδιο δωμάτιο.
   -Σκοτώστε το βασιλιά, σκοτώστε τους πρίγκιπες της βασιλικής οικογένειας και όποιον σας σταθεί εμπόδιο.
   Έκρυψε την πέτρα στο μανδύα του και μετά πήγε στην πόρτα. Την άνοιξε και διέταξε τον αρχηγό της σωματοφυλακής του:
   -Μπορείς να σκοτώσεις την Έλισεθ.
   Επέστρεψε στο γραφείο του. Σύντομα θα ήταν ο ανώτατος άρχοντας της Εσπέρια. Ακόμα δεν θα μπορούσε να βάλει το στέμμα στο κεφάλι του αλλά θα έφτανε και εκεί.

   Η Ρουθ είδε τους δυο μαυροντυμένους σωματοφύλακες του καγκελάριου με τα σπαθιά τραβηγμένα και κατάλαβε. Κοίταξε γύρω αλλά ήταν μόνη της με το κορίτσι και τους δυο στρατιώτες στον μικρό κήπο.
   -Έλισεθ γλυκιά μου, είπε ήσυχα, φύγε. Τρέξε να κρυφτείς.
   -Γιατί; ρώτησε το κοριτσάκι.
   -Κινδυνεύεις καλή μου.
   -Έλα Ρουθ, πάμε στο θρόνο του μπαμπά, εκεί θα είμαστε ασφαλείς.
   -Φύγε καλή μου, είπε η Ρουθ. Εγώ πρέπει να μείνω.
   Πήγε κοντά στους δυο στρατιώτες ενώ το κοριτσάκι έφευγε τρέχοντας. Στάθηκε μπροστά τους και είπε.
   -Σας παρακαλώ. Είναι ένα μικρό παιδί ποιον μπορεί να βλάψει;
   Ανέκφραστος ο ένας στρατιώτης τη διαπέρασε με το σπαθί του. Μετά έτρεξαν πίσω από το κορίτσι που είχε δει τι είχε συμβεί και ούρλιαξε το όνομα της κοπέλας.
   Ξέπνοη έφτασε στην αίθουσα του θρόνου και έτρεξε προς αυτόν με τους δυο σωματοφύλακες να κερδίζουν έδαφος με κάθε βήμα. Γλύστρισε στα σκαλοπάτια του βάθρου αλλά σηκώθηκε αμέσως και και σκαρφάλωσε σ' αυτόν. Κάθισε και είδε τους δυο άνδρες που κόντευαν να τη φτάσουν. Έκλεισε τα μάτια.
   -Βοήθεια, σκέφθηκε, ας με βοηθήσει κάποιος.

Το ιστολόγιο του μήνα - Αύγουστος 2011

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Οι περισσότεροι συγγραφείς, για να μην πω σχεδόν όλοι, κατασκευάζουν έναν κόσμο μέσα στον οποίο δημιουργούν τις ιστορίες τους. Λίγοι θα φτιάξουν και έναν δεύτερο, ο υποφαινόμενος είναι ένα παράδειγμα που μετά την Έρεμορ υλοποίησε και την Εσπέρια όταν εμπνεύστηκε μια ιστορία που δεν ταίριαζε στην Έρεμορ. Ωστόσο ανακάλυψα και έναν συνάδερφο στην τέχνη που προχώρησε στο επόμενο βήμα δημιουργώντας πολλά παράλληλα σύμπαντα στα οποία εξελλίσονται οι ιστορίες του. Και βρήκε ένα όνομα για το πλέγμα αυτό των παράλληλων κόσμων. Καλώς ήρθατε στην Κοσμοσύρια.
   Ας αρχίσουμε από το όνομα. Όπως λέει και ο ίδιος στο εναρκτήριό του κομμάτι στο ιστολόγιο, η ονομασία για το πολυσύμπαν αλλά και το ιστολόγιο προήλθε από την συρραφή των λέξεων κόσμος, σειρά και ροή. Στην Κοσμοσύρια λοιπόν θα βρείτε πολλές ιστορίες επιστημονικής φαντασίας, άλλες ουτοπικές. άλλες δυστοπικές, κάποιες με μια δόση ρομαντισμού.
   Ξεκίνησε από το Μάιο του 2011 και μέχρι τώρα έχει ανεβάσει μια αρκετά μεγάλη σειρά από ιστορίες που δείχνουν την αγάπη του για αυτό που κάνει και μια αστείρευτη παραγωγική έμπνευση. Αν θέλετε ένα μεγάλο ταξίδι στο διάστημα, σε κόσμους μακρινούς και όχι μόνο ο Νίκος και η Κοσμοσύρια σας περιμένουν στην διεύθυνση http://kosmosyria.blogspot.com/