Τα Χρονικά Της Εσπέρια Ι - Η Συνωμοσία Της Σκιάς 14

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Ο Λάτιρ συνήλθε με ένα τίναγμα.Ήταν ξαπλωμένος στο σκληρό και υγρό πέτρινο δάπεδο ενός κελιού. Τα χέρια του ήταν δεμένα μπροστά τώρα και πολύ σφιχτά. Μόνο το κεφάλι του δεν ακουμπούσε κάτω και κάνοντας να ανασηκωθεί κατάλαβε το γιατί. Η Ζέμις τον είχε στην ποδιά της. Η κοκκινομάλλα μαθητευόμενη μάγισσα τν κοίταξε λυπημένη.
   -Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό, είπε. Τώρα έπεσες στα χέρια τους.
   -Έλπιζα να βοηθήσω την Έλισεθ..... και εσένα.
   -Μόνο μάγοι διατηρούν τις αισθήσεις τους ταξδεύοντας μέσα από τους διαδρόμους της μαγείας. Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό. Τώρα θα χαθείς και εσύ.
   -Είμαστε ακόμα ζωντανοί, είπε ο Λάτιρ, μην χάνεις τις ελπίδες σου.
   -Είμαστε όμως ανίσχυροι, δεν έχω τις δυνάμεις μου πια, με ποτίσανε ένα φίλτρο που τις δέσμευσε.
   -Οι σύντροφοί μας δεν θα μας εγκαταλείψουν, είπε ο Λάτιρ. Ξέρεις που βρίσκεται η Έλισεθ;
   -Όχι. Δεν την είδα καθόλου.
   -Για εκείνη ανησυχώ. Ο Χάρκους δεν τη θέλει για καλό.
   Η Ζέμις βοήθησε τον Ιππότη να ανακαθίσει και μετά να σηκωθεί όρθιος. Τεντώθηκε νιώθοντας μουδιασμένος.
   -Πόσο έμεινα αναίσθητος; ρώτησε.
   -Πολύ, είπε η Ζέμις. Ανησύχησα. Φοβήθηκα πως δεν θα τα κατάφερνες.
   Ο Λάτιρ ένευσε καθώς περιεργαζόταν το κελί τους αναζητώντας δρόμο διαφυγής. Δεν υπήρχε, γύρω τους υπήρχαν μόνο χοντροί τοίχοι που διακόπτονταν από μια συμπαγή μεταλλική πόρτα και έναν μικρό φεγγίτη από τον οποίο δεν χωρούσε να περάσει ούτε το χέρι του ακόμα και αν θα μπορούσαν να σκαρφαλώσουν εκεί που ήταν.
   Η πόρτα του κελιού άνοιξε. Μια ομάδα βαριά οπλισμένων φρουρών μπήκε στο κελί. Ένας από αυτούς πέταξε ένα κόκκινο φόρεμα στην Ζέμις.
   -Φόρεσέ το μάγισσα.
   Η κοπέλα το πήρε και κοίταξε τους άνδρες.
   -Έτσι; Μπροστά σας;
   -Αν δεν θες να σε γδύσουμε εμείς, γρύλισσε ο ένας από τους στρατιώτες.
   Η Ζέμις δίστασε. Ο στρατιώτης που την είχε απειλήσει έκανε ένα βήμα προς το μέρος της και η κοπέλα πισωπάτησε. Διστακτικά άρχισε να ξεκουμπώνει το γιλέκο της.
   -Ζέμις, είπε ο Λάτιρ. Να θυμάσαι πάντα ότι μπορούν να σου αφαιρέσουν τα πάντα αλλά ποτέ την αξιοπρέπειά σου αν δεν την παραδώσεις εσύ.
   Η κοπέλα έσφιξε τα χείλη και άρχισε να ξεντύνεται. Ο Ιππότης έστρεψε αλλού το βλέμμα για να μην την δει γυμνωμένη αλλά του είπε:
   -Λάτιρ, κοίταξέ με.
   Ο Ιππότης το έκανε και εκείνη συνέχισε να γδύνεται κρατώντας το βλέμμα της στο δικό του, αντλώντας θαρρος από εκείνον. Μετά φόρεσε το κόκκινο φόρεμα που της είχαν φέρει. Οι στρατιώτες τους άρπαξαν και τους έβγαλαν από το κελί σε έναν μουντό διάδρομο. Τους έσυραν γρήγορα ως μια μικρή αυλή και τους φόρτωσαν σε ένα κάρο. Μόλις τους ανέβασαν ξεκίνησε με μια ταχύτητα που έκανε αδύνατο το άλμα έξω από αυτό. Μια πύλη άνοιξε και βγήκαν στην μεγάλη αυλή πριν τις Σιδηρές Πύλες. Το κάρο σταμάτησε απότομα μπροστά σε ένα πρόσφατα φτιαγμένο ικρίωμα και ο Λάτιρ ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι, τους προόριζαν να πεθάνουν στην πυρά.   

   Ο Φένορ οδήγησε τους συντρόφους του στη δυτική πλευρά του Όρους των Καταιγίδων και άρχισαν την ανάβαση από μονοπάτια που λίγοι ήξεραν. Ταξίδευαν όλη τη νύχτα και μόλις άρχισε να χαράζει σταμάτησαν για να ξεκουραστούν κάτω από μερικά δένδρα. Ο Φένορ έμεινε να φυλάει σκοπιά και τους είπε να κοιμηθούν λίγες ώρες. Οι Ιππότες ξάπλωσαν ένα γύρο και σκεπάστηκαν με τους μανδύες τους. Δεν μπορούσαν να ανάψουν φωτιά εδώ, κινδύνευαν να γίνουν αντιληπτοί. Ο Ίριαν κάθισε στη ρίζα ενός δένδρου και ακούμπησε με την πλάτη του στον κορμό του. Η Ετάνια ήρθε και κάθισε δίπλα του. Εκείνος δεν την κατάλαβε αμέσως καθώς παρατηρούσε το φίλο του.
   -Ανησυχείς πολύ γι' αυτόν, είπε η κοπέλα.
   -Ναι, θεωρεί ότι έφταιγε για την αρπαγή της Έλισεθ και δεν συγχωρεί τον εαυτό του. Ειδικά επειδή πρόκειται για την Έλισεθ την οποία είμαστε ορκισμένοι να προστατεύουμε.
   -Καταλαβαίνω πως ένιωθε αλλά δεν έφταιγε, τι μπορούσε να κάνει;
   -Εκείνος δεν το βλέπει έτσι, ήταν πάντα σκληρός κριτής του εαυτού του.
   Η Ετάνια ένευσε και έκλεισε τα μάτια της ενώ τυλιγόταν με το μανδύα της. Ένα ρίγος τη διαπέρασε και προσπάθησε να το σταματήσει αλλά ο Ίριαν το αντιλήφθηκε.
   -Δεν είσαι καλά; είπε ανήσυχος.
   -Καλά είμαι. Η Ζέμις δεν είναι.
   -Τι έχει; Την βασάνισαν; Πως το ξέρεις; ρώτησε ο Ίριαν.
   -Όταν η Ζέμις ήρθε να σπουδάσει μαζί μας ήταν ένα τρομαγμένο κοριτσάκι. Γίναμε γρήγορα φίλες και ένιωθε καλύτερα αλλά τη νύχτα ακόμα την βασάνιζαν φόβοι και εφιάλτες. Για να την κάνω να νιώσει καλύτερα εκτελέσαμε το ξόρκι του δεσίματος ώστε να μπορεί η μια να νιώσει την άλλη.
   -Οπότε την νιώθεις τώρα;
   -Ναι, αλλά όχι καλά, το δέσιμο μας οφείλεται στη μαγεία μας και η Ζέμις δεν έχει τη δική της.
   -Την ποτίσανε λαμόδιο. Στερεί από το μάγο την ικανότητα να χρησιμοποιήσει μαγεία. Το χρησιμοποιούμε και' μεις με τους σκοτεινούς μάγους αν δεν έχουμε μαζί μας κάποιον να τους κρατάει σε έλεγχο.
   -Κρυώνω, ψιθύρισε η Ετάνια.
   Ο Ίριαν έσπευσε να περάσει το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της, για να την τυλίξει και με το δικό του μανδύα και μόνο είπε στον εαυτό του αλλά όταν εκείνη χώθηκε κουρασμένη στην αγκαλιά του κατάλαβε πως δεν χρειαζόταν δικαιολογία.

   Οι πύλες της πόλης του Στόρμγκαρντ έπρεπε να παραμείνουν κλειστές ως που να ολοκληρωθούν τα σχέδιά του Χάρκους αλλά και μόνο η παρουσία του Ράουμας ήταν αρκετή για να ανοίξουν οι πύλες. Οι πιστοί στον Χάρκους φρουροί εξουδετερώθηκαν και ο Ράουμας με τους Ιππότες και το στρατό που είχε συγκεντρωθεί μπήκαν στην πόλη. Ο Ράουμας χώρισε τους στρατιώτες σε τμήματα και τα έστειλε με επικεφαλής Ιππότες να καταλάβουν καίρια σημεία. Με τους υπόλοιπους Ιππότες μετά βάδισε προς τις Σιδηρές Πύλες.

   Κατέβασαν τον Λάτιρ και την Ζέμις από το κάρο και τους έσυραν μπροστά σε ένα ψηλό εξώστη ακριβώς απέναντι από το ετοιμασμένο ικρίωμα. Η κοπέλα έχοντας δει τα στοιβαγμένα ξύλα είχε καταλάβει τη μοίρα που της επιφύλασσαν, έτσι εξηγείτο και το κόκκινο φόρεμα, το ένδυμα της καταδικασμένης στην πυρά μάγισσας. Στάθηκαν μπροστά στον εξώστη και ο Λάτιρ σάρωσε με το βλέμμα του το χώρο. Υπήρχαν πολλοί στρατιώτες για να έχει ελπίδες να ξεφύγει ακόμα και αν ήταν πάνοπλος και ξεκούραστος. Όχι, είχε φτάσει η ώρα του. Έξω από τον κύκλο των στρατιωτών που οριοθετούσαν την πλατεία ήταν μαζεμένος κόσμος αλλά δεν φαίνονταν χαρούμενοι, κάθε άλλο. Ήταν σκυθρωποί και φοβισμένοι.
   Στον εξώστη φάνηκε ο Χάρκους και οι στρατιώτες τον αποθέωσαν με πολεμικές κραυγές αλλά ανάμεσα στους κατοίκους ελάχιστοι τον επευφήμησαν. Οι περισσότεροι παρέμεναν φοβισμένοι και μαζεμένοι. Ο Λάτιρ κατάλαβε, ο νόμος του σφετεριστή είχε πέσει βαρύς και όλοι τον μισούσαν. Για να εδραιώσει την θέση του είχε ετοιμάσει και αυτήν την δημόσια εκτέλεση.
   Ο Χάρκους ύψωσε το χέρι του και έγινε απόλυτη σιωπή. Ο Ιππότης τον κοίταξε και διαπίστωσε ανήσυχος ότι στη σκιά λίγο πιο πίσω στεκόταν ο σκότεινος μάγος που είχαν αντιμετωπίσει. Άκουσε τη Ζέμις να παίρνει μια τρομαγμένη ανάσα.
   -Μάγισσα, είπε με βροντερή φωνή ο Χάρκους καταδικάστηκες να καείς στην πυρά για τα έργα στα οποία παραμένεις αμετανόητη επιζητώντας το κακό της Εσπέρια και του λαού της.
   Η Ζέμις δεν απάντησε και ο σφετεριστής στράφηκε στον Λάτιρ.
   -Λάτιρ της Μάνσια κατηγορείσαι ως προδότης. Ανήκεις στους Ιππότες που πρόδωσαν το βασιλιά και τον δολοφόνησαν και το ότι συνελλήφθεις με την μάγισσα αυτή είναι αρκετή απόδειξη. Τι έχεις να απολογηθείς; Απαρνήσου τους προδότες συντρόφους σου και ορκίσου πίστη σε' μενα και θα είμαι επιεικής.
   -Εγώ είμαι πιστός στον όρκο μου και στο ρόδο της Εσπέρια την Έλισεθ Ντρομέθια. Εσύ είσαι ο προδότης και θα πληρώσεις γι' αυτό γιατί την απήγαγες με δόλιο σκοπό!
   Μουρμουρητά ακούστηκαν στον κόσμο.
   -Πάρτε τους! βρυχήθηκε ο Χάρκους. Ήθελα να δείξω έλεος αλλά αμετανόητοι διαδίδουν ψεύδη!
   Τους οδήγησαν στο ικρίωμα όπου του έλυσαν τα χέρια σύμφωνα με το αρχαίο έθιμο, δεν υπήρχε πιθανότητα να δοκιμάσει να το σκάσει καθώς τοξότες ένα γύρο τον σημάδευαν ήδη. Αλλά ο Λάτιρ δεν το σκεφτόταν, είχε αποφασίσει να πεθάνει με αξιοπρέπεια.
   Στάθηκε στην κορυφή του ικριώματος και στράφηκε προς την ανατολή όπου ο ήλιος είχε αρχίσει να υψώνεται. Η Ζέμις στάθηκε δίπλα του.
   -Σε ζηλεύω που δεν φοβάσαι, είπε η Ζέμις.
   -Είμαι έτοιμος να πεθάνω αν και θα προτιμούσα να είναι στη μάχη.
   Ο δήμιος πλησίασε με τον πυρσό αναμμένο.
   -Δεν θέλω να πεθάνω, είπε με ραγισμένη φωνή η κοπέλα.
   Ο Λάτιρ γύρισε και την κοίταξε. Την αγκάλιασε και την κράτησε σφιχτά.

   Ο Φένορ τους οδήγησε σε μονοπάτια μέσα από τα σπήλαια του βουνού και τελικά τους έφερε σε μια μεγάλη πέτρινη θύρα. Εκεί πλησίασε και ακούμπησε τα χέρια του στους παραστάτες της αφού έβγαλε τα γάντια του. Με ένα τρίξιμο η τεράστια πύλη άνοιξε και ο Ιππότης έκανε ένα νόημα να περάσουν. Μόλις πέρασαν βρέθηκαν σε ένα μικρό δωμάτιο με μια σκάλα προς τα πάνω.
   -Αυτή είναι μια μυστική δίοδος για ώρα ανάγκης, είπε ο Φένορ, αν και μάλλον πρώτη φορά χρησιμοποιείται για να μπει κάποιος στην πόλη.
   Ανέβηκαν τη σκάλα και βρέθηκαν σε ένα μικρό δωμάτιο στην αυλή της εσωτερικής πλευράς των Σιδηρών Πυλών. Μπορούσαν να δουν το στρατό και το πλήθος έξω. Όπως και το ότι θα γινόταν μια εκτέλεση.
   -Θόρας, θέλω να περάσεις μέσα από το πλήθος και να πας στο Ράουμας, φέρε τον αμέσως εδώ. Είσαι ο μόνος που δε φοράει στολή και δεν θα τραβήξεις την προσοχή. Ετάνια, ξέρω τι θέλεις και δεν θα προσπαθήσω να σε αποτρέψω. Πήγαινε. Σίντρεκ επίσης. Λουθ, Μάκερ, ασφαλείστε το δωμάτιο της αλυσίδας, να μην κλείσουν οι πύλες επ' ουδενί. Οι υπόλοιποι μαζί μου. πάμε να βρούμε την Έλισεθ.
   Βγήκαν στη μικρή και αυλή και χωρίστηκαν ενώ μια ομάδα στρατιωτών εμφανιζόταν από την απέναντι πλευρά. Τράβηξαν αμέσως όπλα και όρμηξαν πάνω τους.
   -Φύγετε εσείς! πρόσταξε ο Φένορ ξεθηκαρώνοντας τη σπάθα του.
   Η Ετάνια έτρεξε προς το ικρίωμα. Μπορούσε να δει τον Λάτιρ να έχει αγκαλιάσει την Ζέμις που είχε χώσει το πρόσωπό της στο στέρνο του. Με το κόκκινο φόρεμα και τα ίδιου χρώματος μαλλιά της έμοιαζε με μια ζωντανή φλόγα. Μια φλόγα ζωής που σε λίγο θα έσβηνε. Καθώς παραμέριζε κόσμο για να πλησιάσει το ικρίωμα σκεφτόταν πυρετωδώς πως να τη σώσει μαζί με τον Ιππότη. Τι μπορούσε να κάνει;
   Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ο δήμιος έριξε τον πυρσό προς τα ετοιμασμένα εύφλεκτα ξύλα στη βάση του ικριώματος.

Τα Χρονικά Της Εσπέρια Ι - Η Συνωμοσία Της Σκιάς 13

Author: Νυχτερινή Πένα /

                                          Κεφάλαιο V
                              Θυσία Στο Σκοτεινό Βωμό

   Η πόρτα έσπασε με έναν εκκωφαντικό κρότο και μια ομάδα γκριζοφορεμένων ανδρών όρμηξε μέσα στο κελάρι. Οι δυο Ιππότες τους περίμεναν με τα όπλα έτοιμα και επιτέθηκαν αμέσως μόλις οι αντίπαλοί τους μπήκαν στο δωμάτιο.
   Επί μια εβδομάδα οι δυο ιππότες, η Ζέμις και ο Θόρας είχαν μείνει οχυρωμένοι στο κελάρι αποκρούοντας επιθέσεις του λόρδου Βάλρους και των ανδρών του. Ο Θόρας είχε καταφέρει να φτιάξει το αντίδοτο για να αντιμετωπίσει το ναρκωτικό που τους είχε ποτίσει ο πανδοχέας και όταν εφτασαν οι στρτιώτες του εχθρού τους ήταν σε θέση να προβάλλουν αντίσταση. Απέκρουαν επιθέσεις και δεν είχαν φόβο να τους λείψουν οι προμήθειες μιας και το κελάρι ήταν πλούσια εφοδιασμένο. Οι άντρες του Βάλρους είχαν δυο φορές σπάσει την πόρτα αλλά τους είχαν απωθήσει και την είχε επισκευάσει η Ζέμις με ένα ξόρκι. Και τώρα οι άνδρες του Βάλρους είχαν αρχίσει να απωθούνται όταν μπήκε στο κελάρι μια ακόμα ομάδα που έπεσε πάνω στους Ιππότες οι οποίοι πιέστηκαν να υποχωρήσουν.
   -Πετάξτε τα όπλα σας αλλιώς αυτοί οι δυο θα πεθάνουν!
   Ο Θόρας και η Ζέμις είχαν αιχμαλωτιστεί και από ένα ξίφος βρισκόταν στο λαιμό του καθενός τους. Ο Σίντρεκ και ο Λάτιρ δεν δίστασαν. Παρέδωσαν τα όπλα και αφέθηκαν να δεθούν πισθάγκωνα. Τους οδήγησαν στην αυλή του πανδοχείου όπου τους περίμενε ο λόρδος Βάλρους καβάλα στο άλογό του.
   -Σκοτώστε τους άνδρες, τη μικρή θα την πάρω στα διαμερίσματά μου. Μην ανησυχείτε όμως, μόλις τελειώσω θα σας τη φέρω στο στρατώνα!
   Ζητωκραυγές ακολούθησαν τα λόγια του μαζί με πρόστυχες προτάσεις προς την Ζέμις που είχε κοκκινίσει από ντροπή και ανήμπορο θυμό. Ο Βάλρους έδειξε τους δυο Ιππότες και δυο στρατιώτες πήραν θέση να τους εκτελέσουν.
   -Σας διατάζω να τους αφήσετε!
   Στην είσοδο της αυλής στεκόταν ένα όμορφο κοριτσάκι με λευκό φόρεμα.
   -Πως τολμάς; βρυχήθηκε ο Βάλρους.
   -Είμαι η Έλισεθ της Ντρομέθια πριγκίπισσα της Εσπέρια. Σας διατάζω να την αφήσετε αυτήν την κοπέλα και τους Ιππότες.
   -Σκοτώστε τη! διέταξε ο Βάλρους, ο άρχοντας Χάρκους θα μας ανταμοίψει γενναιόδωρα.
   -Αυτό και μόνο είναι εσχάτη προδοσία! Είστε κυκλωμένοι! Παραδοθείτε αλλιώς θα πεθάνετε όλοι.
   Δίπλα στην Έλισεθ στεκόταν τώρα ο Φένορ και οι υπόλοιποι είχαν πάρει θέσεις τριγύρω. Είχαν αποβιβαστεί στο μικρό λιμάνι του Ντέμικ και είχαν φτάσει πάνω στην ώρα για να σώσουν τους συντρόφους τους. Ο Βάλρους κοίταξε τα αποφασισμένα πρόσωπα των Ιπποτών και μετά είπε:
   -Σε προκαλώ σε μονομαχία Φένορ του Άκρεν. Όποιος νικήσει θα υπαγορεύσει εδώ τους όρους. Αλλά να ξέρεις ότι είμαι ο καλύτερος μονομάχος της Εσπέρια.
   -Ο καλύτερος μονομάχος της Εσπέρια είναι ο Ράουμας του Λορ, απάντησε περιφρονητικά ο Φένορ.
   -Ο Ράουμας του Λορ είναι νεκρός, κάγχασε ο Βάλρους.
   -Είσαι σίγουρος γι' αυτό; είπε ψυχρά μια φωνή.
   Όλα τα μάτια στράφηκαν προς την κατεύθυνση της φωνής και έμειναν όλοι άναυδοι γιατί το θέαμα ήταν το πιο αναπάντεχο για όλους. Εκεί στεκόταν ο Ράουμας ακολουθούμενος από Ιππότες και στρατιώτες. Οι Ιππότες ζητωκραύγασαν για την αναπάντεχη επανένωση ενώ οι στρατιώτες του Βάλρους έριχναν τα όπλα τους αποθαρρυμένοι. Εκτός από έναν άνδρα που έβγαλε από μια τσέπη ένα πετράδι και το  πέταξε στην Έλισεθ. Ο Γκρέγκον έσπευσε να βάλει την ασπίδα του μπροστά στην μικρή πριγκίπισσα και αλλά το πετράδι την διαπέρασε και χτύπησε το κορίτσι στο στήθος. Μια πράσινη λάμψη τύλιξε το κορίτσι και την επόμενη στιγμή εξαφανίστηκε. Ο στρατιώτης κραύγασε θριαμβευτικά και καθώς είδε τους Ιππότες να στρέφονται προς το μέρος του άρπαξε την Ζέμις και την τράβηξε μπροστά του.
   -Τα κατάφερα Αφέντη μου! φώναξε και μια πύλη σκοτεινής ενέργειας εμφανίστηκε μπροστά του. Την πέρασε τραβώντας και την κοπέλα μαζί του. Με μια κραυγή ο Λάτιρ όρμηξε μπροστά με τα χέρια ακόμα δεμένα και πέρασε πίσω τους την πύλη πριν αυτή εξαφανιστεί.

   -Ήταν δικό μου λάθος, είπε ο Φένορ. Δεν έπρεπε να έχουμε μαζί μας την Έλισεθ όταν ετοιμαστήκαμε να επέμβουμε.
   -Δεν θα μπορούσατε να την αφήσετε πίσω, είπε ο Ράουμας, και όπως απέδειξε ο Γκρέγκον και πιο πίσω να στεκόταν πάλι θα την έφτανε το καταραμένο πετράδι ακόμα και αν θα σκότωνε μερικούς στο δρόμο του.
   Ήταν μαζεμένοι κοντά στην πόρτα του πανδοχείου όπου είχαν κλειδώσει στο κελάρι τους αντιπάλους τους. Ο Ίριαν είχε εξηγήσει στον Ράουμας πως είχαν μάθει με την Ετάνια τι συνέβαινε και τι σκόπευαν να κάνουν οι αντίπαλοί τους. Μετά είχαν αποπλεύσει από το Λαχούρι για να ταξιδέψουν στη δυτική ακτή της Εσπέρια και να αποβιβαστούν στο Ντέμικ. Από εκεί είχαν σκοπό να πάνε στην πρωτεύουσα με μια μικρή στάση για να δουν τι είχε γίνει με τους συντρόφους που η Ετάνια είχε αναγκαστεί να αφήσει πίσω για να βρουν εκτός από αυτούς και τον Ράουμας με τους δικούς του Ιππότες και κάποιους στρατιώτες.
   -Σας νομίζαμε νεκρούς όπως διέδωσε ο Χάρκους.
   -Νικήσαμε εκείνη τη μάχη που μας ειχαν στήσει ενέδρα. Μετά σκέφθηκα ότι αν ήταν να συνεχίσουμε έπρεπε να μας πιστέψουν για νεκρούς. Ντύσαμε με τις στολές μας πτώματα και έτσι νομίσανε ότι μας εξολοθρεύσανε. Τη δική μου και μερικών ακόμα γνωστών Ιπποτών τις βάλαμε σε παραμορφωμένα πτώματα για παν ενδεχόμενο. Ο Χάρκους δεν κοίταξε πρόσωπα αλλά μέτρησε στολές και πίστεψε ότι τελείωσε με' μας. Και τώρα θα περάσουμε στην αντεπίθεση. Βρήκαμε το βασιλιά και τον Άλασταρ.
   -Που βρίσκονται τώρα;
   -Ο βασιλιάς βρίσκεται στο Ντρον Πηκ. Έχει συγκεντρώσει άνδρες πιστούς σε αυτόν και μόλις ενωθούμε μαζί του θα βαδίσουμε κατά του Χάρκους στο Στόρμγκαρντ. Ο Άλασταρ καταδιώκει τον σκοτεινό μάγο πάλι για να μην είναι σε θέση να τελέσει το μιαρό τους τελετουργικό. Θα ενωθούμε με το βασιλιά και θα προχωρήσουμε να αντιμετωπίσουμε τον Χάρκους. Φένορ, δική σου αποστολή είναι η απελευθέρωση της Έλισεθ.
   -Πως; είπε η Ετάνια. Η Έλισεθ θα είναι στα χέρια του Χάρκους τώρα στο Στόρμγκαρντ.
   -Εκείνοι που θα επιτεθούν πρέπει να μπουν από την κανονική οδό. Αλλά υπάρχει και ένας κρυφός δρόμος απ' όπου λίγοι μπορούν να μπουν στην πόλη και μάλιστα κατευθείαν στο παλάτι, είπε ο Φένορ.
   -Θα έρθω μαζί σου, είπε ο Ίριαν. Τώρα θα οδηγήσει ο Ράουμας τους υπόλοιπους στη μάχη.
   -Θα έρθουμε και' μεις, δήλωσε η Ετάνια και ο Θόρας συμφώνησε με ένα κοφτό νεύμα, να βρούμε τη Ζέμις.
   Στην ήδη τετραμελή ομάδα προστέθηκε ο Σίντρεκ, που ήθελε να ψάξει για τον Λάτιρ, και έξι ακόμα Ιππότες μεταξύ των οποίων ο Ορθ και ο Λουθ.
    Ο Γκρέγκον ήθελε να πάει μαζί τους θεωρώντας τον εαυτό του υπέυθυνο για την αρπαγή της πριγκίπισσας αλλά δεν του ήταν δυνατό, η εγγύτητα στο καταραμένο πετράδι τον είχε αρρωστήσει.
    Καθώς η νύχτα έπεφτε ο Φένορ και η ομάδα του ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν. Ο Ράουμας και οι δικοί του είχαν στρατοπεδεύσει κοντά στο χωριό και θα ενώνονταν με το βασιλιά το πρωί. Μετά από μια τελευταία συνάντηση με τον Ράουμας ο Φένορ προχώρησε να βρει τους υπόλοιπους που περίμεναν στη σέλα.
   -Φένορ.
   Ο Ιππότης στράφηκε και είδε τη Ρουθ. Η κοπέλα θα έμενε με τους Ιππότες και θα συναντούσε το πρωί τον βασιλιά.
   -Ρουθ....
   -Θα έφευγες χωρίς να με αποχαιρετήσεις; είπε με παράπονο η κοπέλα.
   -Δεν ήθελα να το κάνω πιο δύσκολο, είπε ο Φένορ, από ότι είναι ήδη.
   Η Ρουθ ρίχτηκε στην αγκαλιά του. Στις μέρες του ταξιδιού είχαν περάσει πολλές ώρες μαζί και ήταν πια σίγουροι για το τι ένιωθαν. Ο Ιππότης της χάιδεψε τα μαλλιά.
   -Πρέπει να φύγω, είπε.
   -Να προσέχεις σε παρακαλώ.
   -Θα το κάνω, είπε με ένα αχνό χαμόγελο ο Φένορ. Χαμογέλασε αγαπημένη μου, θα γυρίσουμε νικητές.
   Τη φίλησε απαλά στα χείλη και μετά ανέβηκε στο άλογό του. Ξεκίνησε να βρει τους υπόλοιπους. Η Ρουθ τον παρακολουθούσε μέχρι που χάθηκε από τα μάτια της. Μετά άφησε τα δάκρυα της να κυλίσουν.

Το Ιστολόγιο του μήνα - Σεπτέμβριος 2011

Author: Νυχτερινή Πένα /

Άλλος ένας μήνας έφτασε στο τέλος του και ήρθε η σειρά για ένα ακόμα ιστολόγιο. Όλοι μας πρέπει να κάνουμε την ενδοσκόπησή μας και η κάτοχος του σημερινού ιστολογίου την έκανε. Βρήκε τόσο βαθιά τον εαυτό της που αποφάσισε ότι εκεί κάτω είναι ο Βυθός της προσωπικής της αναζήτησης και με αυτό γεννήθηκε και ο τίτλος του ιστολογίου.
Ο Βυθός δημιουργήθηκε πριν από δυο χρόνια και ένα μήνα, τώρα που σκέφτομαι μια εβδομάδα μετά το δικό μου ιστολόγιο, και η Creep ξεκίνησε με ένα κείμενο λίγο προδιοριστικό του όρου μπλογκ όσο και του εαυτού της.
Από τότε έγρψε πολλά κείμενα, πολλά για τον εαυτό της, πολλά μιλώντας για καθημερινά θέματα, πολλές φορές με χιούμορ και άλλες με κυνισμό. Πρόσφατα ξεκίνησε ένα μυθιστόρημα και ας την παροτρύνουμε όλοι να το συνεχίσει. Την Creep και το Βυθό της θα τα βρείτε εδώ: http://obythos09.blogspot.com/

Τα Χρονικά Της Εσπέρια Ι - Η Συνωμοσία Της Σκιάς 12

Author: Νυχτερινή Πένα /

   -Την αγαπάς πολύ, είπε η Ρουθ μην τολμώντας να συναντήσει το βλέμμα του Φένορ.
   -Ναι, είπε ο Ιππότης συλλογισμένος, είμαι μάλλον νέος για να πω σαν πατέρας της άρα μάλλον σαν μεγάλος αδερφός.
   -Και εκείνη σε αγαπάει, πολύ, είπε η Ρουθ ανακουφισμένη από το πως είχε ορίσει ο Ιππότης την σχέση του με τη Βλανδίνα.
   -Ναι το ξέρω. Και τώρα διακινδυνευει για να μας βοηθήσει.
   -Τι θα γίνει αν την πιάσουν; Θα τιμωρηθεί που απέπλευσε χωρίς άδεια;
   -Θα δικαστεί και θα εκτελεστεί για πειρατεία στην αγχόνη. Φυσικά δεν θα αφήσουμε να συμβεί αυτό. Τι λέγατε;
   -Με ρώτησε αν είμαι καλά και αν χρειαζόμαστε κάτι με την Έλισεθ, είπε ψέματα η Ρουθ για να μην αναγκαστεί να ομολογήσει το αληθινό θέμα και την κατάληξη της συζήτησής τους.
   -Είσαστε εντάξει λοιπόν;
   -Ναι, απάντησε η Ρουθ και τόλμησε να τον κοιτάξει.
   Ο Φένορ ήταν ήρεμος αν και φανερά κουρασμένος. Καθόταν ακόμα στο βράχο και την κοιτούσε, το ένα χέρι του ήταν στη λαβή της σπάθας που κρεμόταν στο πλευρό του, το άλλο το είχε ελεύθερο και η κοπέλα πρόσεξε πως ήταν τραυματισμένο. Αίμα στάλαζε ακόμα από το τραύμα.
   -Πρέπει να το περιποιηθείς αυτό, είπε.
   -Είναι μια απλή αμυχή απλά ματώνει αν κάνω κάποιες κινήσεις, απάντησε ο Ιππότης χωρίς να ανησυχεί.
   -Αλλά καλύτερα να μην το αφήσουμε έτσι.
   Σηκώθηκε και τον πλησίασε έπιασε το χέρι του, απομάκρυνε το μανίκι του χιτωνίου. Το δέρμα του ήταν ζεστό και παρότι χέρι ανθρώπου που είχε δώσει πολλές μάχες ήταν απαλό. Η Ρουθ το χάιδεψε ασυναίσθητα με τα ακροδάκτυλά της καθώς εξέταζε το τραύμα. Ήταν όντως επιφανειακό, η φευγαλέα επαφή με κάποια λεπίδα αντιπάλου απλά είχε τραυματίσει το χέρι του αλλά το ακανόνιστο τραύμα μάτωνε εύκολα όταν ερχόταν σε επαφή με κάτι. Πήρε μια λωρίδα ύφασμα και το κάλυψε προσεκτικά, μετά το έδεσε ώστε να μείνει στη θέση του. Φρόντισε να μην ενοχλεί τον Ιππότη στους χειρισμούς της μάχης ο επίδεσμος και είπε:
   -Έτοιμο, τώρα σε μερικές μέρες θα έχει κλείσει.
   -Ευχαριστώ Ρουθ, είπε η απαλά ο Φένορ και κάτι στη φωνή του την έκανε να υψώσει το βλέμμα της στο πρόσωπό του. Χάθηκε στο γαλάζιο των ματιών του και αφέθηκε σε όσα έλεγε το καθαρό βλέμμα του. Εκείνος έγειρε λίγο προς το μέρος της. Τα χείλη του χάιδεψαν απαλά τα δικά της. Το χέρι του πιέσε μαλακά αλλά σταθερά την πλάτη της φέρνοντάς την προς το μέρος του. Το φιλί έγνε πιο γλυκό αλλά και πιο ερωτικό. Η Ρουθ παραδόθηκε. Είχε ξαναφιλήσει τον Φένορ αλλά ήταν ένα απλό συντροφικό φιλί, μια εκδήλωση ανακούφισης που ήταν καλά και δεν ειχε τραυματιστεί ή σκοτωθεί. Τώρα όμως ήταν διαφορετικά. Τώρα ήθελε να του δείξει όλα όσα ένιωθε. Μετακινήθηκε στην αγκαλιά του και τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από το λαιμό του.
   Πολλές στιγμές μετά – ή μήπως ολόκληρες μέρες; - τα χείλη τους χωρίστηκαν και η Ρουθ ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του και έκλεισε τα μάτια της ακούγοντας τους χτύπους της καρδιάς του που ηχούσαν σε αρμονία με τη δική της.

   -Ποιος είσαι; ρώτησε ο Ίριαν παίρνοντας στάση άμυνας με τα όπλα του έτοιμα και φροντίζοντας να καλύψει την Ετάνια. Εκείνη είχε αρχίσει να ψιθυρίζει ένα ξόρκι.
   -Σας ανησύχησα βλέπω. Απολογούμαι, δεν ήταν η πρόθεσή μου!
   -Ποιος είσαι; επανέλαβε την ερώτησή του ο Ιππότης και πήρε την απάντησή του αμέσως. Ένας άνδρας υλοποιήθηκε μπροστά τους, ήταν αρκετά ψηλός και ντυμένος με λευκά ρούχα, είχε μακριά λευκή γενειάδα και η Ετάνια φώναξε με χαρά:
   -Άλασταρ!
   Δεν ήταν ο γηραιός μάγος αλλά η κοπέλα είχε δικαιολογημένα μπερδευτεί μιας και του έμοιαζε πολύ. Φορούσε ωστόσο ρούχα λόγιου και δεν ήταν οπλισμένος.
   -Συγνώμη που σε απογοητεύω νεαρή Ετάνια, είπε ο άνδρας. Δεν είμαι ο μέντοράς σου όμως. Είμαι ο Ασμόνιους της Άλβα. Είμαι ο τελευταίος της Αδερφότητας Του Λευκού Τόμου, μια αδερφότητας λογίων και μελετητών. Οι περισσότεροι πέθαναν στα χέρια του Άκλαροθ και των λεγεώνων του. Είχα ανέκαθεν το χάρισμα να βλέπω εικόνες από το μέλλον. Χωρίς γνώση είναι άχρηστες, σαν ένα παιδάκι που ξεφυλλίζει ένα σπουδαίο βιβλίο αλλά βλέπει μόνο τις εικόνες. Όσο όμορφες και προσεγμένες αν είναι δεν βοηθάνε και πολύ. Αλλά εγώ την έχω, μια γνώση της οποίας είμαι ο μόνος φύλακας πλέον και έτσι θα σας αποκαλύψω την ουσία των πραγμάτων.
   -Ο Χάρκους αποφάσισε να γίνει βασιλιάς και διέπραξε μια προδοσία! είπε ο Ίριαν, και θα την πληρώσει!
   -Ο Χάρκους δεν είναι παρά ένα πιόνι, απάντησε ο Ασμόνιους.
   -Πιόνι; Ποιου; Ποιος βρίσκεται πίσω από αυτό;
   -Πολλοί κίνδυνοι και εχθροί απείλησαν την Εσπέρια κατά τους αιώνες της ιστορίας της. Αλλά όλοι χάθηκαν στο παρελθόν, όλοι πλην ενός, του Άκλαροθ.
   -Τον νικήσαμε, είπε ο Ίριαν, οι λεγεώνες του ρίχθηκαν στην Άβυσσο μαζί του.
   -Ρίχθηκε στην Άβυσσο αλλά δεν καταστράφηκε. Διατηρείται ακόμα στην ύπαρξη αντλώντας δύναμη από τους καταραμένους ακόλουθούς του της Βαρ Ντραζούλ.
   -Η Βαρ Ντραζούλ εξοντώθηκε! είπε ο Ίριαν.
   -Υπάρχει ακόμα ένας, ο Κέρζορ ο Νεκρομάντης. Τον καταδίωξε ο Άλασταρ αλλά διέφυγε και από εκείνον. Όσο ζει εκείνος θα ζει και ο Άκλαροθ.
   -Και τι σχέση έχει ο Χάρκους με αυτό;
   -Ο Χάρκους με τη βοήθεια της Βαρ Ντραζούλ έστησε μια συνωμοσία για να του αποφέρει το στέμμα της Εσπέρια. Δημιούργησε μια ανταρσία που σκόρπισε το στρατό και την Ιπποσύνη σε όλη τη χώρα. Μετά την καταστολή της εξόντωσε τους περισσότερους Ιππότες και κατηγόρησε τους υπόλοιπους για συνωμοσία. Σε λίγο θα στεφθεί βασιλιάς.
   -Θα τον εμποδίσουμε αν μπορούμε, είπε ο Ίριαν. Σκοπεύυμε να πλεύσουμε στο Σαμάλτ και να κινηθούμε από' κει στο Στόρμγκαρντ γρήγορα. Θα ανατρέψουμε τον Χάρκους πριν στεφθεί.
   -Πολύ καλά, και δεν θα είστε μόνοι.
   -Ποιος θα είναι μαζί μας;
   -Ο Άλασταρ συνάντησε κάποιον που δεν περίμενε μαζί με το βασιλιά.
   -Τότε να ξεκινήσουμε αμέσως, είπε ο Ίριαν.
   -Όχι ακόμα Ίριαν. Είπα ότι ο Χάρκους είναι πιόνι και σου εξήγησα τι έκανε. Αλλά δεν σου εξήγησα γιατί είναι πιόνι. Μόλις καταστείλει και την δική σας αντίδραση και στεφθεί θα τον σκοτώσουν. Μετά θα θυσιάσουν την Έλισεθ στον Άκλαροθ και ο χειρότερος τρόμος που γνώρισε ποτέ αυτή η γη θα είναι ελεύθερος να επιστρέψει.

Τα Χρονικά Της Εσπέρια Ι - Η Συνωμοσία Της Σκιάς 11

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Το ξημέρωμα τους βρήκε στον εσωτερικό κόλπο του μικρού νησιού Λαχούρι ονομαζόμενου έτσι από το σχήμα που είχε. Οι Ιππότες αποβιβάστηκαν, ελευθέρωσαν τα άλογά τους για να ξεκουραστούν και φρόντισαν να κάνουν και εκείνοι το ίδιο. Το πλοίο ήταν καλά κρυμμένο και είχαν ταξιδέψει μερικές ώρες προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που ο Ίριαν είχε δηλώσει ότι θα έπαιρναν και που ήταν η αναμενόμενη.
   Η Έλισεθ ήταν πολύ χαρούμενη που μπορούσε να τρέξει ξέννοιαστη στη λευκή άμμο της παραλίας του νησιού, και να βρέξει τα πόδια της στο δροσερό νερό που έσκαγε με ήσυχο παφλασμό στην ακτή.
   Η Ρουθ κάθισε στη σκιά ενός βράχου και παρακολουθούσε την μικρή της προστατευόμενη να γελάει έχοντας σηκώσει το φόρεμά της στα γόνατα για να μη βραχεί. Πρόσεξε τον Ορθ, ο Ιππότης παρακολουθούσε το κοριτσάκι με τα χέρια διπλωμένα στο στήθος έτοιμος να δράσει στην εμφάνιση προβλήματος.
   Αναζήτησε με το βλέμμα της το Φένορ. Η πρώτη έννοια του ήταν να θάψουν με τις πρέπουσες τιμές τους δυο συμπολεμιστές τους που είχαν υποκύψει στα τραύματά τους. Ο ένας ήταν που είχε τραυματιστεί στη μάχη οπισθοφυλακής που είχε δώσει ο Φένορ όταν είχε μείνει πίσω. Ο άλλος είχε χτυπηθεί κατά την έξοδο από το κάστρο. Μετά την ταφή είχε συγκεντρώσει όλους τους Ιππότες και τους είχε μιλήσει. Είχαν καταστρώσει τα σχέδιά τους και μετά τους είχε αφήσει να ξεκουραστούν. Ο ίδιος δεν είχε ωστόσο δείξει την πρόθεση να τους μιμηθεί. Παρέμενε χαμένος σε περισυλλογή ατενίζοντας τη θάλασσα.
   Η Ρουθ ξεχάστηκε κοιτώντας τον και σχεδόν τρόμαξε όταν ήρθε δίπλα της η Βλανδίνα λέγοντας:
   -Τον αγαπάς έτσι;
   -Ε...... η Ρουθ κοκκίνισε ενώ η θαλασσοπόρος αδερφή του Ίριαν καθόταν δίπλα της με τα πόδια διπλωμένα κάτω από το σώμα της σε μια στάση συνηθισμένη στους ναυτικούς. 
   -Δεν θα με ξάφνιαζε αυτό να ξέρεις, συνέχισε και σίγουρα δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι.
   Η Ρουθ χαμογέλασε παρότι είχε κοκκινίσει. Κρίμα που δεν ήταν στον ήλιο να μπορεί να το αποδώσει σε αυτόν.
   -Γιατί δεν θα σε ξάφνιαζε; ρώτησε τελικά και μετανιώνοντας την ίδια στιγμή.
   -Έχω αποκοιμηθεί αμέτρητα βράδια στην αγκαλιά του Φένορ, είπε η Βλανδίνα, οπότε σε καταλαβαίνω απόλυτα. Είναι ευγενικός, σου δίνει μια αίσθηση σιγουριάς.
   Η Ρουθ ένιωσε να παγώνει παρόλο που η μέρα ήταν ζεστή. Κοίταξε τη Βλανδίνα, ναι αυτή η κοπέλα ταίριαζε σε έναν πολεμιστή.
   -Είσαστε καιρό μαζί; ρώτησε και μίσησε το τρέμουλο στη φωνή της.
   -Μαζί; όχι, δεν είμαστε μαζί. Με παρεξήγησες.
   -Τι εννοούσες τότε; ρώτησε η Ρουθ μην τολμώντας να ελπίσει και κρατώντας το βλέμμα της στην Έλισεθ, που πρόσφερε ένα κρίνο του νερού στον Ορθ, για να μην προδώσει την ταραχή της.
   -Μετά τον Ίριαν η μητέρα είχε δυο αποβολές, άργησα να γεννηθώ εγώ. Είμαι δέκα χρόνια πιο μικρή.  Όταν ήμουν κοριτσάκι ο Ίριαν και ο Φένορ ήταν ήδη δόκιμοι. Μου αρεσε να κάθομαι και να τους ακούω να μιλάνε για όσα ονειρεύονταν να κάνουν. Μου άρεσε να με παίρνουν αγκαλιά και να αποκοιμιέμαι εκεί.
   -Α κατάλαβα.
   -Ενήλικη το έκανα μια φορά μόνο, αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά του τη νύχτα που πέθανε η μητέρα μου. Οπότε καταλαβαίνω πως νιώθεις για εκείνον. Και κάνεις πολύ καλά, μόνο να του το πεις.
   -Γιατί;
   -Γιατί αυτό που πάνε να κάνουν είναι επικίνδυνο και ίσως δε βγουν όλοι ζωντανοί.
Η Βλανδίνα σηκώθηκε, μετά κοίταξε τη Ρουθ.
   -Τον αγαπάς; Έτσι δεν είναι;
   -Ναι, ψιθύρισε η Ρουθ ομολογώντας την αλήθεια στον εαυτό της αλλά και στην κοπέλα μπροστά της.
   -Κάνε τον ευτυχισμένο τότε, είπε η Βλανδίνα, το αξίζει.
   Απομακρύνθηκε και η Ρουθ χάθηκε σε σκέψεις κοιτώντας πάλι την Έλισεθ. Πόσο θα ήθελε να γίνει και η ίδια μητέρα. Βήματα διέκοψαν τις σκέψεις της. Σήκωσε το κεφάλι για να δει τον Φένορ να κάθεται κοντά της σε ένα βράχο.
   -Είσαι καλά; τη ρώτησε.
   -Ναι, μιλούσα με τη Βλανδίνα
   -Είναι μια πολλή καλή κοπέλα, την ξέρω από όταν ήταν σαν την Έλισεθ.
   Η καρδιά της Ρουθ σφίχτηκε. Τι θα άκουγε;

    Η Ετάνια τίναξε τα μαλλιά της στέλνοντας γύρω μια μικρή βροχή από στάλες νερού, όπου τις έπιασε το φως του ήλιου έγινν μικρές πολύχρωμες σφαίρες. Η κοπέλα χαμογέλασε και έπιασε να σκουπίζει με προσοχή τα μαλλιά της. Μετά από όσα είχαν γίνει στο κάστρο χρειαζόταν ένα μπάνιο και ευτυχώς για εκείνη υπήρχε μια μικρή λίμνη στο νησί λίγο πιο μέσα από την ακτή. Το νερό πάνω στο δέρμα της ήταν υπέροχη αίσθηση, καθαρίστηκε από το αίμα της λαίδης Μόρι και έμεινε στο νερό ως που να φύγει από πάνω της η μυρωδιά του ναρκωτικού φίλτρου.
   Αναστέναξε με ευχαρίστηση και την επόμενη στιγμή άκουσε έναν ήχο πίσω της και στράφηκε αρπάζοντας το μανδύα της για να καλύψει το σώμα της. Ο Ίριαν βγήκε από την πυκνή βλάστηση με τα δυο όπλα του έτοιμα.
   -Να πάρει! είπε βλέποντας την. Και νόμιζα ότι ίσως υπήρχε εχθρός.
   Έστρεψε αλλού ευγενικά το βλέμμα του για να ντυθεί η κοπέλα αν και πλέον είχε δει το σώμα της κάτω από το μανδύα.
   -Που πήγαινες;
   -Είδα έναν θόλο από την ακτή και θέλω να δω τι είναι, Μπορείς να έρθεις μαζί μου αν θέλεις.
   Η Ετάνια τον ακολούθησε χωρίς να περιμένει να της το ξαναπεί.
   -Συγνώμη για πριν, της είπε.
   -Δεκτή, είπε μεγαλόψυχα η Ετάνια. Δεν είμαι μια από τις ζηλόφθονες αρχαίες θεές που τύφλωναν όποιον είχε την ατυχία να τις δει γυμνές.
   -Αν και αναμφίβολα το ίδιο όμορφη, είπε ο Ίριαν φέρνοντάς της ένα απαλό κόκκινο στα χλωμά της μάγουλα. Ένιωσε μια ζεστασιά που δεν είχε ξανανιώσει.
   -Σου χρωστάω τη ζωή μου, είπε για να αλλάξει θέμα, αν είχα πέσει στο νερό θα είχα πνιγεί.
   Ο Ίριαν χαμογέλασε με ένα λοξό χαμόγελο.
   -Ακόμα σου χρωστώ, με έχεις σώσει δυο φορές.
   Η Ετάνια χαμογέλασε, κάτι την έκανε να νιώθει διαφορετικά κοντά στον άνδρα αυτό. Ήθελε να μιλήσει κι' άλλο μαζί του, να γελάσει... Ήταν κάτι πρωτόγνωρο.
   Βγήκαν σε ένα ξέφωτο όπου υψωνόταν ένα απλό και απέριττο τετράγωνο κτίσμα με ένα θόλο να το στεγάζει. Ο Ιππότης προχώρησε με τα όπλα του ανα χείρας με την Ετάνια να ακολουθεί. Περάσανε την ανοιχτή είσοδο και βρεθήκανε σε ένα δροσερό σκοτάδι από το οποίο μια γλυκειά φωνή τους υποδέκτηκε:
   -Ίριαν του Μάκασορ και Ετάνια του Δρικλ. Σας περιμενα πολύ καιρό, αιώνες για να πούμε την αλήθεια.

Τα Χρονικά Της Εσπέρια Ι - Η Συνωμοσία Της Σκιάς 10

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Ο Φένορ και η Ρουθ στράφηκαν και κοίταξαν την μικρή πριγκίπισσα που συνέχιζε να ουρλιάζει. Η Ρουθ κάθισε δίπλα της και την αγκάλιασε τρυφερά. Χάιδεψε τα μακριά μαλλιά της ενώ της μιλούσε καθησυχαστικά.
   -Ήταν μόνο ένα όνειρο, γλυκιά μου. Μη φοβάσαι.
   -Είδα σκιές, είπε η Έλισεθ σιγανά σαν να φοβόταν ότι αν μιλούσε δυνατά μπορεί το όνειρο να γινόταν πραγματικότητα.
   -Σκιές; ρώτησε ο Φένορ.
   -Ναι, ήταν μαύρες με κόκκινα μάτια, είπε το κορίτσι. Ήταν παντού γύρω μας αλλά δεν μπορούσαν να μας φτάσουν. Τους σταματούσε ένα φως. Ένα φως που έβγαινε από.....
   Το κορίτσι σταμάτησε σαστισμένο και ο Φένορ την πλησίασε πριν πει καλωσυνάτα.
   -Δεν πειράζει Έλισεθ.
   -Το θυμάμαι, ήταν όμως τόσο παράξενο. Τις εμποδίζει το φως που ακτινοβολεί από το θρόνο του μπαμπά.
   -Η Άβυσσος σφραγίστηκε με το αίμα του οίκου της Ντρομέθια. Αυτό είδες. Πάμε, ας φεύγουμε.
   Βγήκαν στο διάδρομο όπου τους περίμεναν μερικοί Ιππότες ακόμα.

   Ο Ίριαν γύρισε στην Λαίδη Μόρι.
   -Δεν ξέρεις και πολλά για εμένα ή τους συντρόφους μου ε; είπε περιφρονητικά.
   Έστειλε μια γρήγορη νοητική προειδοποίηση στον Φένορ ενώ πίσω του η γυναίκα που είχε υπάρξει ερωμένη του ούρλιαζε:
   -Φρουρά! Στα όπλα! Δολοφόνοι!
   Τρεις άνδρες όρμηξαν στο λουτρό πάνοπλοι αλλά ο Ίριαν ήταν πιο γρήγορος. Τράβηξε τα δικά του όπλα και χύθηκε πάνω τους σαν γεράκι που ορμάει στα περιστέρια. Πριν καν προλάβουν να ξιφουλκίσουν έπεσαν νεκροί ενώ ο τρίτος προσπάθησε να τον χτυπήσει με την αλοβάρδα του. Όμως εκείνος την άρπαξε από το μακρύ κοντάρι και τράβηξε το φρουρό να χάσει την ισορροπία του και με μια δυνατή σπρωξιά τον έριξε απ'το παράθυρο

   Η Ρουθ με την Έλισεθ στην αγκαλιά της περπατούσε ανάμεσα στους Ιππότες. Βγήκαν στην μικρή αυλή και κατευθύνθηκαν προς τους στάβλους.
   -Δεν θα πάρουμε το κάρο. Θα ιππεύσουμε όλοι.
   Βέλη άρχισαν να πέφτουν και οι Ιππότες ύψωσαν τις ασπίδες τους, τα χτυπήματα ακούγονταν απειλητικά. Ένας Ιππότης δέχθηκε ένα στην ωμοπλάτη αλλά οι σύντροφοί του τον καλύψανε και τον βοηθήσανε να φτάσει στο άλογό του. Η Ρουθ έδωσε στην Έλισεθ στον Λουθ που την έβαλε να καθίσει μπροστά του. Ύστερα ανέβηκε πισωκάπουλα στον Φένορ και ακούμπησε στην πλάτη του καθώς τα βέλη σφύριζαν. Ο Ιππότης μπορούσε να νιώσει την καρδιά της να χτυπάει δυνατά όπως και τη ζεστή ανάσα της στο λαιμό του. Υποσχέθηκε στον εαυτό τυο να την σώσει με κάθε κόστος
   Η καταρρακτή σηκώθηκε και όρμησαν μέσα οι ενισχύσεις, μια σκληρή και ανηλεής μάχη ξέσπασε. Οι Ιππότες ήταν εξαντλημένοι αλλά η πολεμική τους κατάρτιση τους βοηθούσε να αντέχουν στο πλήθους των εχθρων τους.

   Ο Ίριαν άφησε το παράθυρο και εκείνη τη στιγμή ακριβώς εμφανίστηκε δίπλα στο νερό η Ετάνια. Η νεαρή μαθητευόμενη μάγισσσα ήταν ολοφάνερα εξαντλημένη και μόλις που στεκόταν στα πόδια της. Έτρεξε κοντά της και ίσα που πολαβε να την πιάσει για να μην πέσει στο νερό. Άκουσε την λαίδη Μόρι να βλαστημάει καθώς χαμήλωνε προσεκτικά το σώμα της Ετάνια σε ένα πολυτελέστατο ανάκλιτρο.
   -Τι έγινε Ετάνια; Οι υπόλοιποι;
   -Μας νάρκωσε, ψέλισσε η κοπέλα. Ο Ίριαν κοίταξε γύρω ψάχνοντας μια λύση. Άκουγε τους ήχους της μάχης. Ήξερε πως θα έπρεπε να πολεμήσει για να βγεί από το κάστρο και δεν θα μπορούσε να γίνει αν θα έπρεπε να κουβαλήσει την κοπέλα.
   -Φρουροί! φώναξε η λαίδη Μόρι και ο Ίριαν κατάλαβε ότι δεν είχε χρόνο για σκέψεις πλέον.
   Σηκώθηκε με τα όπλα ανα χείρας και επιτέθηκε στον πρώτο που εμφανίστηκε στην πόρτα. Τον σκότωσε και την ίδια μοίρα είχαν οι επόμενοι που έφτασαν στο δωμάτιο. Έπαψαν να έρχονται άλλοι καθώς μια σάλπιγγα καλούσε όλες τις δυνάμεις την πύλη όπου οι Ιππότες μάχονταν για να διαφύγουν.
   Άκουσε τον ψίθυρο που καλούσε σε βοήθεια περισσότερο στο μυαλό του παρά στην ακοή του και στράφηκε για να δει την λαίδη Μόρι να προσπαθεί να μπήξει ένα μικρό εγχειρίδιο ανάμεσα στα στήθη της Ετάνια. Η νεαρή μάγισσα κρατούσε και με τα δυο της χέρια το οπλισμένο χέρι της άλλης γυναίκας προσπαθώντας να αποφύγει την αιχνηρή κόψη του όπλου που σχεδόν άγγιζε το σώμα της. Ο Ίριαν έτρεξε προς το μέρους τους αλλά η Αλένια Μόρι τον αντιλήφθηκε. Έριξε το στιλέτο και τράβηξε μέσα από τις πτυχές του φορέματός της ένα φιαλίδιο.
   -Αυτό θα σε κανονίσει μια και για πάντα, είπε με το μίσος να αλλοιώνει το πρόσωπό της. Αλλά δεν πρόλαβε να το τινάξει στον Ιππότη όπως σχεδίαζε. Η Ετάνια είχε στα χέρια της το εγχειρίδιο και το βύθισε στο πλευτό της άλλης γυναίκας ως τη λαβή. Με ένα βογγητό η λαίδη Μόρι σωριάστηκε στο δάπεδο. Ο Ίριαν έτρεξε κοντά στην Ετάνια που ήταν λουσμένη στο αίμα της αντιπάλου της.
   Τη σήκωσε στα χέρια και έσπευσε να φύγει από το λουτρό. Βρισκόταν στην πόρτα όταν το φιαλίδιο κύλισε από το χέρι της νεκρής και έπεσε σπάζοντας σε χίλια μικρά λαμπερά κομματάκια. Μια πορφυρή φλόγα τινάκτηκε και απανθράκωσε το πτώμα σε δευτερόλεπτα. Ο Ιππότης κοίταξε την Ετάνια συνειδητοποιώντας από πόσο μεγάλο κίνδυνο τον είχε γλιτώσει.
   -Σε ευχαριστώ, ψιθύρισε.
   Αλλά η Ετάνια ήταν πολύ κουρασμένη για να μπορέσει να μιλήσει. Απλά ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του. Ο Ιππότης έτρεξε στη σκάλα και άρχισε να την κατεβαίνει βιαστικά. Η Ετάνια αν και σχετικά ψηλή ήταν λεπτοκαμωμένη και δεν βάραινε ιδιαίτερα στ χέρια του.
   Έφτασε γρήγορα στην αυλή και κατάφερε να ιππεύσει απαρατήρητος το άλογό του. Έσπευσε να ενωθεί με τους συντρόφους του που πολεμούσαν γενναία με τους πολυάριθμους εχθρούς τους.
   -Πρέπει να φύγουμε πριν έρθουν ενισχύσεις! φώναξε Φένορ.
   -Ναι, ξεκίνησε να απαντήσει και ξαφνικά πρόσεξε ένα πλοίο στο λιμάνι. Φένορ! Το Ανόριους! Μπορούμε να φύγουμε!
   Ο Φένορ κούνησε το κεφάλι του και έδωσε γρήγορα εντολές στους υπόλοιπους που σχηματίσανε μια κλειστή διάταξη σφήνας για να διασπάσουν τις γραμμές των εχθρών τους. Όρμησαν γενναία μέσα σε μια θάλασσα σπαθιών μοιράζοντας χτυπήματα και κατάφεραν τελικά να περάσουν. Ξεχύθηκαν στο δρόμο προς το λιμάνι.
   -Δεν χρειάζεστε άδεια απόπλου; ρώτησε η Ρουθ τον Φένορ καθώς κάλπαζαν.
   -Όχι, γι' αυτό το πλοίο. Η Βλανδίνα θα παραβίαζε κάθε νόμο για τον Ίριαν.
   Φτάσανε στο λιμάνι και δεν έκοψαν ταχύτητα παρά μόνο στην προβλήτα μπροστά στο κυρτό σκαρί του Ανόριους με την σκαλιστή γοργόνα στην πλώρη. Ο Ίριαν ξεπέζεψε και ανέβηκε στο πλοίο μαζί με την Ετάνια που ένιωθε κάπως καλύτερα με τον αέρα που είχε χτυπήσει το πρόσωπό της αν και η επίδραση του ναρκωτικού φίλτρου γινόταν όλο και πιο δυνατή. Προς μεγάλη της έκπληξη μια γυναίκα έτρεξε να ριχθεί στην αγκαλιά του Ιππότη. Το δέρμα της είχε το σκουρο χρώμα εκείνων που ζουν συνέχεια κάτω από τον ήλιο. Φορούσε ένα μπουστάκι, και ένα παντελόνι ενώ ήταν ξυπόλητη. Αγκάλιασε τον Ίριαν και τον φίλησε στα μάγουλα, η Ετάνια αναρωτήθηκε αν ήταν και εκείνη παλιά ερωμένη του αν και ήταν πολύ νέα για να ήταν παλιά. Μήπως ήταν τώρα; σκέφτηκε και ένιωσε το τσίμοημα ενός αναπάντεχου πόνου. Μετά η κοπέλα αγκάλιασε σφιχτά και τον Φένορ κάτι που μπέρδεψε την Ετάνια.
   -Βλανδίνα δεν θα πάψεις να ψηλώνεις; είπε ο Φένορ χαιδεύοντας τα μαλλιά της.
   -Να σου συστήσω την αδερφή μου, είπε ο Ίριαν.
   Οι Ιππότες επιβιβάστηκαν και λίγα λεπτά αργότερα το πλοίο έβγαινε στα ανοιχτά. Είχαν γλιτώσει από τους διώκτες τους.

Τα Χρονικά Της Εσπέρια Ι - Η Συνωμοσία Της Σκιάς 9

Author: Νυχτερινή Πένα /

                                                     Κεφάλαιο IV
                                                    Διπλή Προδοσία

   Το κάστρο Τάνιους από κοντά έδειχνε ακόμα πιο επιβλητικό. Πλησίασαν την άκρη της φαρδιάς τάφρου και στάθηκαν μιας και η κρεμαστή γέφυρα που οδηγούσε στην πύλη ήταν σηκωμένη. Ο Φένορ κοίταξε τις επάλξεις, υπήρχαν αρκετοί άνδρες εκεί που τους παρατηρούσαν προσεκτικά. Η Ρουθ που ίππευε δίπλα του πρόσεξε πως οι Ιππότες ήταν σε ετοιμότητα σαν να μην ήταν σίγουροι τι να περιμένουν.
   -Ποιος πλησιάζει την πύλη του κάστρου Τάνιους; απαίτησε να μάθει μια βαριά φωνή.
   -Είμαι ο Φένορ του Άκρεν, απάντησε ο Ιππότης, με τη συνοδεία μου. Ευελπιστώ να βρω πλοίο για υο ταξιδέψω στο Μάκασορ.
   Ψίθυροι ακούστηκαν και μετά σιωπή. Ο Φένορ κοίταξε τον Ίριαν που ένευσε. Οι Ιππότες ήταν έτοιμοι να απομακρυνθούν με ταχύτητα, ο Γκρέγκον πάνω στο κάρο φαινομενικά αμέριμνος κοιτούσε το παιχνίδισμα των άστρων στο νερό της τάφρου αλλά η ασπίδα του ήταν τοποθετημένη έτσι ώστε να καλύπτει την κοιμισμένη Έλισεθ και να την κρύβει από κάθε παρατηρητή.
   -Ο Ίριαν του Μάκασορ είναι μαζί σας;
   -Ναι, εγώ είμαι ο Ίριαν, δήλωσε την παρουσία του ο Ιππότης.
   Η κρεμαστή γέφυρα άρχισε να κατεβαίνει. Ο Φένορ κοίταξε τους συμπολεμιστές του και συννενοήθηκαν για τη σειρά που θα έμπαιναν μέσα στο κάστρο. Προχώρησαν στη γέφυρα με τις οπλές των αλόγων τους να ακούγονται στο ξύλο της. Πέρασαν κάτω από την επιβλητική καμάρα της πύλης και τις αιχμηρές άκρες της τραβηγμένης καταρρακτής.
   Βρέθηκαν σε μια στενή εσωτερική αυλή όπου ήταν όλοι κοντά κοντά. Ο Φένορ κοίταξε τις επάλξεις γύρω. Δεν υπήρχαν εδώ στρατιώτες. Ο Ίριαν ήρθε δίπλα του.
   -Αν μας την είχαν στήσει εδώ θα μας περίμεναν, θα ήταν δύσκολο να αμυνθούμε.
   Μια μορφή στάθηκε στην κορυφή της σκάλας που οδηγούσε στο εσωτερικό του κάστρου.
   -Είμαι ο οικονόμος Τουκ, είπε μια φωνή.
   -Οικονόμος; ψιθύρισε ο Φένορ στον Ίριαν που ήταν το ίδιο έκπληκτος.
   -Σας καλωσορίζω στο κάστρο Τάνιους, είστε φιλοξενούμενοι του κυρίου μου κόμητος Σάκτους. Περάστε μέσα και τα άλογά σας θα τα φροντίσουν οι ιπποκόμοι μας.
   Οι Ιππότες ξεπέζεψαν και πήραν από τη σέλα τα πράγματά τους. Ο Γκρέγκον κατέβηκε από το κάρο με τη βοήθεια του Ορθ που πήρε αγκαλιά την Έλισεθ. Ανέβηκαν τη σκάλα και πέρασαν σε ένα μεγάλο χωλ και είδαν εκεί καλύτερα τον άνδρα που τους είχε υποδεκτεί. Ήταν ένας μικρόσωμος άνδρας με μαύρα υγρά μάτια σαν τρωκτικού.
   -Και αυτή ποια είναι; ρώτησε κοιτώντας την κοιμισμένη πριγκίπισσα.
   -Η κόρη μου! είπε κοφτά ο Ορθ, υπάρχει κάποιο πρόβλημα;   
   -Όχι ευγενικέ Ιππότη, βιάστηκε να πει ο Τουκ.
   Υπηρέτες ήρθαν για να τους οδηγήσουν στα δωμάτια που θα φιλοξενούνταν. Ο Φένορ στράφηκε στον Τουκ.
   -Είμαστε ευγνώμονες για τη φιλοξενία αλλά πρέπει να μιλήσω στον άρχοντα Σάκτους για να βρω πλοίο.
   -Ο κόμης Σάκτους είναι άρρωστος. Έχω αναλάβει να χειρίζομαι εγώ τα θέματα του οίκου του.
   -Αλλά δεν μπορείς να ασκείς την εξουσία του, το απαγορεύει ο νόμος.
   -Αυτή ανήκει στη λαίδη Μόρι.
   -Τότε θα οδηγήσεις τον Ίριαν σε' κεινη; Λυπούμαι που θα χαλάσουμε την ανάπαυσή της αλλά.....
   -Θα οδηγήσω τον σερ Ίριαν στην λαίδη Μόρι.
   Ο Ίριαν στάθηκε δίπλα στον Φένορ και έσφιξε τον ώμο του.

   Ίππευαν χωρίς να μιλούν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν κάποια επίθεση. Ο σκοτεινός μαγος θα επέστρεφε με ενισχύσεις. Ο Άλασταρ δεν έδειχνε να είναι κουρασμένος αλλά ήταν ο μόνος. Οι υπόλοιποι έδειχναν την κόπωση που τους διακατείχε λιγότερο ή περισσότερο. Οι δυο ιππότες είχαν εκπαιδευθεί να αντέχουν σε κακουχίες και στην κόπωση της μάχης και έτσι δεν έδειχναν πολύ κουρασμένοι. Η Ετάνια αντίθετα ήταν πολύ χλωμή, η μάχη είχε κοστίσει πολύ σε εκείνη και τώρα έδειχνε ότι άγγιζε τα όριά της. Η Ζέμις προσπαθούσε σκληρά να μην αποκοιμηθεί, τα μάτια της έκλειναν και τιναζόταν κάθε φορά που την κυρίευε ο ύπνος. Ο Θόρας έδειχνε καλύτερα αν και φανερά καταβεβλημένος και εκείνος.
   Ο Άλασταρ που προπορευόταν φαινόταν να ψάχνει κάτι. Σταμάτησε ξαφνικά και οι υπόλοιποι τον μιμήθηκαν. Η Ζέμις έγειρε στη πλάτη του Λάτιρ και αποκοιμήθηκε, ο Ιππότης το κατάλαβε και την κοίταξε πάνω από τον ώμο του κρύβοντας ένα χαμόγελο. Ο Σίντρεκ έφερε το άλογό του δίπλα στον Άλασταρ και ρώτησε το μάγο:
   -Γιατί σταματήσαμε;
   -Εντόπισα το σκοτεινό μάγο.
   -Που βρίσκεται;
   -Στο Στορμγκαρντ. Εκεί ένιωσα και κάτι άλλο που δεν έχει θέση στον κόσμο αυτό μόνο που τώρα δεν θα βιάζομαι να φύγω για να προστατευθεί η Έλισεθ.
   -Τι σκοπεύεις να κάνεις; Θα πάμε εκεί να τον αντιμετωπίσουμε;
   -Όχι, εσείς θα με περιμένετε σε ένα πανδοχείο που είναι εδώ κοντά στο Σίραξ, μόνος μου θα πάω. Βλέπεις ο Άλιξ μπορεί να κινηθεί πολύ πιο γρήγορα από τα δικά σας άλογα.
   Στράφηκε και εξήγησε και στους υπόλοιπους την κατάσταση και μετά ψιθύρισε κάτι στον μονόκερω που ξεχύθηκε σε έναν απίστευτα γρήγορο καλπασμό ώστε μέσα σε λεπτά να χαθεί από τα μάτια τους.

   Ο Ίριαν ακολούθησε τον οικονόμο σε μια σειρά διαδρόμων, ο ιππότης πρόσεξε ότι όσα άτομα από το υπηρετικό προσωπικό συνάντησαν υποκλίνονταν στον οικονόμο από φόβο και κοιτούσαν ανήσυχοι τον ίδιο. Ακόμα και αν φοβούνταν τον Τουκ που μπορεί να ήταν σκληρός, ή αυστηρός στα καθήκοντά του ή και τα δυο, δεν θα έπρεπε να ισχύει το ίδιο και για εκείνον.
   Ο Τουκ τελικά σταμάτησε μπροστά σε μια μεγάλη ξύλινη πόρτα. Την άνοιξε και με μια υπόκλιση άφησε τον Ίριαν να περάσει. Ο Ιππότης το έκανε για να βρεθεί σε ένα μεγάλο δωμάτιο με υγρή αρωματισμένη ατμόσφαιρα ενώ ο οιοκονόμος έκλεινε πίσω του την πόρτα. Ο Ίριαν προχώρησε ως που είδε πέρα από μια δεύτερη πόρτα τη σκοτεινή επιφάνεια του νερού. Εκείνη τη στιγμή την πέρασε η λαίδη Αλένια Μόρι. Ήταν μια ψηλή γυναίκα με σώμα κοσμημένο με πλούσιες καμπύλες. Παρ' ότι είχε περάσει την πρώτη της νεότητα δεν έπαυε να είναι εξαιρετικά όμορφη όπως και φιλήδονη.
   Σαν δόκιμος Ιππότης είχε υπηρετήσει στο κάστρο και είχε συνάψει δεσμό με την λαίδη Μόρι. Στην αρχή είχε πιστέψει ότι ήταν κάποιο αίσθημα που την είχε φέρει κοντά του αλλά γρήγορα κατάλαβε πως το μόνο που την ενδιέφερε ήταν οι απολαύσεις που μπορούσε να έχει.
   -Καλησπέρα Ίριαν, είπε με φωνή γλυκιά και σαγηνευτική.
   Ο Ίριαν απείχε πολύ από το να γοητευθεί παρότι το αραχνούφαντο ρούχο που είχε εκείνη φορέσει περίεγραφε προκλητικά το γυμνό κατά τ' άλλα σώμα της.
   -Καλησπέρα.
   -Χαίρομαι που σε βλέπω, είπε η λαίδη Μόρι. Τον πλησίασε και τον αγκάλιασε πιέζοντας το σώμα της στο δικό του. Ποτέ δεν έπαψα να σε ποθώ, του ψιθύρισε.
   Ο Ιππότης πολύ θα ήθελε να τη χαστουκίσει αλλά δεν το έκανε. Έπρεπε να εξασφαλίσει την άδεια απόπλου. Η λαίδη Μόρι έκανε λίγο πίσω.
   -Μου αρέσεις πολύ, είπε. Σε θέλω τώρα
   Ήταν εύκολο να παραδοθεί και να κάνει αυτό που ήθελε η γυναίκα απέναντί του και να αποκτήσει την άδεια που χρειάζονταν. Αλλά τη στιγμή που η λαίδη Μόρι τον πλησίαζε για να τον φιλήσει γεμάτη ηδυπάθεια τα λεπτά χαρακτηριστικά της Ετάνια πέρασαν μπροστά από τα μάτια του και τραβήκτηκε. Τι ήταν αυτό; Κάποιο προαίσθημα για επερχόμενο κίνδυνο;
   -Είμαι βιαστικός, είπε, θέλω άδεια για απόπλου. Μόλις επιστρέψω θα είμαι όλος δικός σου.

   Η Ρουθ κοίταζε την Έλισεθ που κοιμόταν με αγάπη που υπολειπόταν μόνο της μητρικής. Χαιρόταν που η μικρή προστατευόμενή της μπορούσε να κοιμηθεί με όσα είχαν συμβεί, ευχόταν να το μπορούσε και εκείνη αλλά δεν ήταν δυνατόν. Ανησυχούσε πολύ για το μέλλον. Για την Έλισεθ αλλά και τους γενναίους πολεμιστές που ήταν η τελευταία τους ελπίδα.
   Άκουσε βήματα στο διάδρομο και μετά ένα χτύπημα στην πόρτα. Σηκώθηκε και πήγε να ανοίξει. Στο κάστρο δεν θεωρούσε ότι κινδύνευαν και έτσι άνοιξε ανεπιφύλακτα την πόρτα. Στο άνοιγμα στεκόταν ο Φένορ, το βλοσυρό ύφος του την προετοίμασε για άσχημα νέα.
   -Ο Σάκτους είναι νεκρός, τον βρήκε ο Μακέρ. Δεν πέθανε από φυσικό θάνατο και έγινε την τελευταία ώρα. Δεν αμφιβάλλω σε ποιον θα το φορτώσουν.
   -Μα γιατί;
   -Προφανώς όποιος έχει οργανώσει την συνωμοσία αυτή έταξε στην λαίδη Μόρι την ατιμωρησία για να ξεφορτωθεί τον άνδρα της αν τον βοηθούσε. Είμαστε παγιδευμένοι στο κάστρο και σίγουρα πρέπει να βιαστούμε. Ας ελπίσουμε πως ο Ίριαν κατάφερε να πάρει αυτό που θέλουμε.
    Εκείνη τη στιγμή η Έλισεθ ξύπνησε, τινάχτηκε καθιστή και άρχισε να ουρλιάζει.

   Ο Σίντρεκ ξεπέζεψε από το άλογο και οι υπόλοιποι τον μιμήθηκαν στην αυλή του πανδοχείου που βρισκόταν στην είσοδο του μικρού χωριού του Σίραξ. Δυο σταβλίτες έτρεξαν να πάρουν τα ηνία των αλόγων για να τα οδηγήσουν στο στάβλο ενώ εκείνοι κουρασμένοι καθώς ήταν έμπαιναν στο πανδοχείο. Η μεγάλη αίθουσα ήταν άδεια μια τέτοια πρωινή ώρα, όσοι διανυκτέρευαν στο πανδοχείο βρίσκονταν στα δωμάτιά τους. Ο Σίντρεκ πλησίασε τον άνδρα πίσω από τον πάγκο και είπε ήσυχα:
   -Θα θέλαμε ότι μπορείς να μας προσφέρεις για πρωινό και μετά μερικά δωμάτια για ύπνο.
   -Έχω μόνο δυο δωμάτια.
   -Εντάξει, θα βολευθούμε, είπε ο Ιππότης.
   Γύρισε κοντά στους υπόλοιπους και κάθισε στο τραπέζι.
   -Δεν μου αρέσει, αυτός ο τύπος, είπε η Ζέμις. Με κοιτάει περίεργα.
   -Δεν θα μείνουμε πολύ, είπε ο Σίντρεκ, ίσα να φάμε κάτι και να κοιμηθούμε λίγο. Μετά θα περιμένουμε τον Άλασταρ έξω από το χωριό.
   Ο πανδοχέας έφερε πιάτα με κρέας και μια κανάτα με κρασί. Τα ακούμπησε στο τραπέζι και κοίταξε πάλι την Ζέμις. Ο Λάτιρ στράφηκε προς το μέρος του και εκείνος έσπευσε να απομακρυνθεί. Ήταν ένας κοντόχοντρος άνδρας με απλά ρούχα και μια βρώμικη ποδιά που είχε σίγουρα πολλά χρόνια να έρθει σε επαφή με νερό. Κοίταζε τον κόσμο μέσα από μισόκλειστα μάτια που του έδιναν ένα απωθητικό υπολογιστικό ύφος.
   Γευμάτισαν σιωπηλοί, κουρασμένοι. Ακόμα και ο πρόσχαρος Θόρας δεν μιλούσε, ούτε καν για να πειράξει την Ετάνια που ήπιε μόνο νερό. Είχαν μόλις ολοκληρώσει το πρωινό αυτό γεύμα τους όταν η Ετάνια που είχε σταθεί όρθια παραπάτησε.
   -Ζαλίζομαι, ψιθύρισε. Έκανε ακόμα ένα ασταθές βήμα και μετά κατάλαβε. Ναρκωτικό φίλτρο.
   -Ναι, είπε ο πανδοχέας. Απόσταγμα άνθους Λιμούλ. Μην το πολεμάτε, απλά δεν μπορείτε. Οι άνδρες του λόρδου Βάλρους έρχονται, θα πιάσεις πολλά κοκκινομάλλα.
   Αυτή η φράση σφράγισε τη μοίρα του. Με μια κραυγή θυμού ο Λάτιρ ξεθηκάρωσε τη σπάθα του και την εκτόξευσε εναντίον του. Παρά την κατάσταση στην οποία ήταν ο Ιππότης δεν αστόχησε. Η σπάθα χτύπησε τον πανδοχέα και διαπερνώντας τον τον τίναξε πίσω καρφώνοντάς τον στον τοίχο. Η Ζέμις κοίταξε την Ετάνια.
   -Εσύ μπορείς να τηλεμεταφερθείς, είπε. Φύγε.
   Εκείνη την κοίταξε αναποφάσιστη.
   -Αν μπορείς να φύγεις κάνε το, είπε ο Σίντρεκ.
   Είχε σηκωθεί και βάδιζε γρήγορα προς την πόρτα που υπήρχε πίσω από τον πάγκο.
   -Εμείς θα οχυρωθούμε εκεί μέσα, που υπολογίζω πως είναι το κελάρι. Με λίγη τύχη θα περάσει η επίδραση του ναρκωτικού πριν καταφέρουν να σπάσουν την πόρτα.
   Ο Ιππότης άνοιξε την πόρτα.
   -Ναι το κελάρι είναι.
   Ο Θόρας πήγε κοντά, δεν έδειχνε να έχει εηρεαστεί και ξαφνικά η Ετάνια κατάλαβε το λόγο, εκείνος δεν είχε πιει νερό, μόνο κρασί και μάλιστα από το δικό του φλασκί. Έκλεισε τα μάτια της και συγκεντρώθηκε, την επόμενη στιγμή δεν ήταν εκεί. Η Ζέμις σωριάστηκε  αλλά ο Λάτιρ πρόλαβε και την άρπαξε στα χέρια του. Προχώρησε γρήγορα στο κελάρι όπου απώθεσε ευγενικά το κορίτσι στο δάπεδο και μετά κάθισε δίπλα της. Έγειρε πίσω ενώ τα μάτια του έκλειναν. Ο Σίντρεκ είχε ανακτήσει το όπλο του φίλου του και το κλειδί για την πόρτα από την τσέπη του ύπουλου πανδοχέα. Μπήκε στο κελάρι και κλείδωσε. Κάθισε και αυτός κάτω.
   -Τώρα επαφιόμαστε στα χέρια σου, είπε στον Θόρας, ας ελπίσουμε ότι θα φτιάξεις το αντίδοτο πριν φτάσουν οι άνθρωποι του Βάλρους και καταφέρουν να σπάσουν την πόρτα.

   -Που θα πας; ρώτησε η λαίδη Μόρι.
   -Στο Μάκασορ. Στη γενέτειρά μου θα μπορέσω να δημιουργήσω ένα στρατό και μετά να αντιμετωπίσω εκείνον που επιτέθηκε στην Ιπποσύνη.
   -Δεν έχεις καμία ελπίδα, είπεη λαίδη Μόρι μοχθηρά, έχει ήδη τελειώσει!
   -Δεν τελείωσε όσο ζει ακόμα έστω και ένας από' μας.
   -Τότε θα πεθάνετε όλοι, είπε η γυναίκα μανιασμένα και έδειξε από το παράθυρο το δρόμο που έφερνε στο κάστρο. Μια ομάδα ιππέων κρατώντας πυρσούς πλησίαζε καλπάζοντας. Είναι ήδη αργά. Μείνε μαζί μου ή πήγαινε να πεθάνεις μαζί τους!

Αυτό Που Αγαπώ

Author: Νυχτερινή Πένα /


Σε κοιτώ, δεν χορταίνω να σε κοιτώ, και σκέφτομαι τι είναι αυτό που αγαπώ σε' σενα. Ω είναι αμέτρητα αυτά που αγαπώ σε' σενα, στην ψυχή και τη μορφή σου.
Αγαπώ την γλυκιά ομορφιά του προσώπου σου με το αψεγάδιαστο, ζεστό δέρμα. Αγαπώ να το κοιτάζω στο φως του ήλιου που δύει και στέλνει ένα τελευταίο φιλί στην τέλεια αρμονία του.
Αγαπώ τα όμορφα ματάκια σου, αυτά τα ματάκια που λατρεύω να κοιτάζω, αχ θα έδινα τα πάντα για να μπορούσες να με δεις και συ.
Αγαπώ το χείμαρρο των μεταξένιων σου μαλλιών, αυτά τα μαλλιά από τα οποία πήρα την μπουκλίτσα που έχω πάντα μαζί μου.
Αγαπώ το απαλό σου άγγιγμα, το χεράκι σου μέσα στο δικό μου. Πάντα θυμάμαι πόσο ξαφνιάστηκα όταν διαπίστωσα πόση δύναμη έκρυβε το ντελικάτο σου χεράκι ενώ ήταν τόσο απαλό. Αγαπώ ακόμη την αίσθηαη των χεριών σου καθώς αγγίζουν το πρόσωπό μου και με χαϊδεύεις.
Αγαπώ το σώμα σου καθώς το κρατώ στην αγκαλιά μου και με γεμίζει με την επιθυμία να μη σε ξαναφήσω ποτέ.
Αγαπώ την γλυκιά σου φωνή που με συντροφεύει στις δύσκολες στιγμές, τη φωνή που είναι το τελευταίο μου άκουσμα πριν από τη νυχτερινή σιγαλιά του ύπνου.
Αγαπώ την καλλιτέχνιδα που είσαι, την ακάματη μουσικό, την βιρτουόζα σολίστ και την αρμονική τραγουδίστρια.
Αγαπώ τη συγγραφέα που γράφει τόσες ιστορίες και που συζητάμε μαζί τις ιδέες μας, που γράφουμε μια δική μας ιστορία με προδιαγραφές μυθιστορήματος.
Αγαπώ το γλυκό σου χαρακτήρα με την τρυφερότητα μιας έφηβης και την αφοσίωση μιας ερωτευμένης γυναίκας, Σε αγαπώ γιατί νοιάζεσαι για μένα, σε αγαπώ γιατί καταλαβαίνεις τα όνειρα και ενθαρρύνεις τα σχέδιά μου.
Αγαπώ το μικρό τρομαγμένο κορίτσι που κρύβεις μέσα σου γιατί με κάνει να νιώθω μια τρυφερότητα που ποτέ δεν είχα νιώσει.
Όλα αυτά αγαπώ σε' σενα, την μικρή μου πριγκίπισσα και μεγάλη μου αγάπη, την μούσα και πηγή της έμπνευσής μου.

Τα Χρονικά Της Εσπέρια Ι - Η Συνωμοσία Της Σκιάς 8

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Ο Σίντρεκ και ο Λάτιρ δεν έδειξαν να πτοούνται με την νέα αυτή απειλή, προχώρησαν μπροστά και εμπλάκηκαν σε μάχη με τους αντιπάλους που είχαν ήδη σκοτώσει μια φορά. Τώρα όμως ήταν πιο προσεκτικοί, ήξεραν πως έστω μια γρατζουνιά από τα Γκόμπλιν θα τους έθετε κάτω από την ίδια κατάρα που τα κινούσε τώρα. Θα περνούσαν στο παγερό βασίλειο των απέθαντων. Ο μάγος έχοντας κρατήσει απασχολημένους τους Ιππότες με αυτήν την επαναφορά των ακολούθων του στράφηκε στην Ετάνια. Πρόφερε ένα καινούριο ξόρκι και μια σκοτεινή ενέργεια τινάκτηκε από το ραβδί του. Η ενέργεια σταμάτησε μπροστά στην Ετάνια και εκεί μορφοποιήθηκε σε ανθρώπινο σώμα.
   Με οδυνηρή έκπληξη η κοπέλα βρέθηκε να αντικρίζει ένα σκοτεινό είδωλό της, μαύρος χιτώνας, μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια, ένα μαύρο αβυσσαλέο. Και το χειρότερο δεν ήταν αυτή η εξωτερική ομοιότητα. Στο μαγικό αυτό είδωλο υπήρχαν όλα όσα ένιωθε η Ετάνια αλλά φρικτά στρεβλωμένα. Η αγάπη της για την Ζέμις και η διάθεση να την προστατέψει ήταν μια περιφρόνηση για την πιο αδύναμη και παρορμητική κοπέλα, η αφοσίωση στον Άλασταρ ήταν μια υποκριτική κάλυψη της δίψας για μεγαλύτερη δύναμη, η θλίψη για το χαμό του Άλαμον ανακούφιση που ένας αντίζηλος είχε βγει από τη μέση ακόμα και αυτό που είχε νιώσει για τον Ίριαν ήταν μια φτηνή λαγνεία. Η Ετάνια τα ένιωθε όλα αυτά, ήταν σαν να υπήρχαν στο μυαλό της δυο συνειδήσεις.
   -Δεν είσαι εγώ, είπε ψιθυριστά.
   -Είσαι σίγουρη; απάντησε το είδωλο και άπλωσε το χέρι του στο μέτωπο της Ετάνια που ούρλιαξε από πόνο και απόγνωση. Όλα ήταν τόσο σκοτεινά ξαφνικά και ανούσια.
   Η Ζέμις ρίγησε βλέποντας την φίλη της να υποφέρει έτσι. Δεν μπορούσε να το αφήσει απλά να συμβαίνει. Σήκωσε το χέρι της και μια φλόγα το τύλιξε, δίσταζε όμως να την εξαπολύσει. Η Ετάνια και το σκοτεινό της είδωλο ήταν πολύ κοντά και φοβόταν πως θα τη χτυπούσε αν προσπαθούσε να το καταστρέψει.
   Συνειδητοποίσε τι έπρεπε νσ κάνει. Έπρεπε να σταματήσει αυτήν την σκοτεινή μαγεία και αφού δεν μπορούσε να χτυπήσει το αποτέλεσμα έπρεπε να την σταματήσει από την πηγή. Στράφηκε στο σκοτεινό μάγο.
   -Σκότωσες τον Άλαμον! ούρλιαξε και φλόγες τινάκτηκαν από τα λεπτοκαμωμένα δάκτυλά της με στόχο εκείνον που δεν έδειξε να ταράζεται. Αντίθετα ύψωσε το ραβδί του που δέχθηκε τις φλόγες και έδειξε να μπορεί να τις αντέξει. Και όχι μόνο αυτό αλλά τις απορροφούσε. Η Ζέμις αύξησε τη δύναμη της φλόγας αλλά ο μάγος συνέχιζε να την απορροφά στο ραβδί του, η κοπέλα κατάλαβε ότι ήταν μάταια η προσπάθειά της και έκανε να τη σταματήσει μόνο και μόνο για να αντιληφθεί ότι δεν μπορούσε. Με κάποιο τρόπο ο μάγος την είχε εγκλωβίσει και μέσα από τη φλόγα απορροφούσε τις δυνάμεις της. Ο μάγος γέλασε θριαμβευτικά ενώ η Ζέμις σωριαζόταν στο χορτάρι. Ένα φίδι ξεγλύστρισε ύπουλα και αθόρυβα προς το μέρος της.

   Μια νέα δύναμη εχθρικού πεζικού ανέβαινε στο πλάτωμα. Ο Φένορ ήρθε κοντά στον Ίριαν, από μια αμυχή στο μάγουλό του έτρεχε αίμα όπως και από ένα βαθύτερο τραύμα στο δεξί χέρι ψηλά κοντά στον ώμο.
   -Πρέπει να φύγετε!
   -Εσύ;
   -Ξέρουμε και οι δυο ότι ο μόνος τρόπος να βρείτε πλοίο είναι να το επιτρέψει η λαίδη Μόρι. Και δεν θα το κάνει για' μενα. Θα μείνω με δέκα εθελοντές. Θα σαλπάρετε αμέσως μόλις έχετε πλοίο, δεν θα περιμένετε! Κατανοητό;
   Ο Ίριαν κοίταξε τον επερχόμενο εχθρό.
   -Μπορούμε να τους καταφέρουμε.
   -Δεν μπορούμε να ρισκάρουμε την ασφάλεια της Έλισεθ.
   -Δεν....
   Ο Φένορ έσφιξε το μπράτσο του φίλου του.
   -Ξέρω, δεν θες να μας αφήσεις πίσω αλλά πρέπει. Φύγετε!
   Ο Ίριαν δέχθηκε αυτό που ήξερε πως έπρεπε να γίνει και ας μη του άρεσε.Συγκέντρωσε όλους τους άνδρες που θα πήγαιναν μαζί του σε κλειστό σχηματισμό γύρω από το κάρο στο οποίο βρισκόταν η Έλισεθ με τον Γκρέγκον να την καλύπτει πάντα με την ασπίδα του. Η Ρουθ ανέβηκε και εκείνη, ήταν αμφίβολο αν θα μπορούσε να οδηγήσει ένα άλογο μέσα από τη μάχη και εκεί θα ήταν πιο προστατευμένη.
   Έφιπποι τώρα όλοι οι Ιππότες ξεκίνησαν με ορμή να περάσουν μέσα από το πλήθος των αντιπάλων τους, ίππευαν τόσο κοντά ο ένας με τον άλλο που αγγίζονταν τα γόνατά τους. Με τις ασπίδες και τους θώρακες τους ήταν καλυμμένοι από τα δόρατα και τις αλοβάρδες που ρίχθηκαν προς το μέρος τους όπως και τα άλογά τους. Διέσπασαν το μέτωπο των εχθρών τους και διέσχισαν τις γραμμές τους. Μόλις βρέθηκαν σε ελεύθερο χώρο και κινήθηκαν στο δρόμο ο Φένορ και μια ομάδα Ιππότων αποκόπηκαν και παρατάχθηκαν στο δρόμο.
   -Θα σας βρούμε στο κάστρο Τάνιους, φώναξε ο Φένορ και ο Ίριαν ένευσε πριν ξεκινήσουν να καλπάζουν.
    Η Ρουθ κοίταξε πίσω και το βλέμμα της στάθηκε στον Φένορ που είχε τραβήξει τη σπάθα του και ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει τον εχθρό. Ευχήθηκε να τον δει να επιστρέφει ζωντανός.

   Ο Λάτιρ αποκεφάλισε ένα από τα απέθαντα Γκόμπλιν που σωριάστηκε αμέσως στα πόδια του σε έναν σωρό. Κοίταξε γύρω, ο μάγος είχε υψώσει το ραβδί του προς τον Θόρας. Λίγο πιο πέρα η Ετάνια αντιμετώπιζε το μαγικό είδωλό της με το μαρτύριο της να εντείνεται σε κάθε στιγμή που περνούσε, ο Σίντρεκ μαχόταν με τα δυο τελευταία Γκόμπλιν. Η Ζέμις ήταν πεσμένη στο χορτάρι. Καθώς την κοίταζε εντόπισε το φίδι που πλησίαζε ήδη στα φλογάτα μαλλιά της που έκαναν τόσο αντίθεση με το χλωμό τώρα δέρμα της.
   -Σίντρεκ!
   Ο συμπολεμιστής του έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του και εκείνος του έδειξε την πεσμένη κοπέλα. Κατάλαβε ότι ήθελε να τον προειδοποιήσει πως δεν θα κάλυπτε τα νώτα του και ένευσε κοφτά πριν επιστρέψει στη μάχη. Ο Λάτιρ έτρεξε κοντά στην Ζέμις και στρέφοντας το όπλο του με την αιχμή προς το έδαφος κάρφωσε το φίδι στη γη με έναν πνιχτό ήχο. Έσκυψε πάνω από την κοπέλα που ανάσαινε με κόπο.
   -Θόρας! φώναξε.
   Εκείνος έτρεξε και γονάτισε δίπλα στην Ζέμις. Έβγαλε από μια τσέπη ένα μικρό φιαλίδιο. Το άνοιξε και προσπάθησε να χύσει το περιεχόμενο στα κλειστά χείλη της.
   -Έλα κοκκινομάλλα, ψιθύρισε, είσαι μαχήτρια. Μην τα παρατάς τώρα.
   Ο σκοτεινός μάγος κραύγασε θριαμβευτικά καθώς εκείνη τη στιγμή η Ετάνια έπεφτε άψυχα στα χέρια του ειδώλου της που έσκυβε από πάνω της σαν να εραστής που ετοιμάζεται να τη φιλήσει.
   Ο Άλασταρ όμως δεν είχε πει την τελευταία του κουβέντα. Έκανε ένα βήμα μπροστά και ύψωσε το ραβδί του. Ένα λευκό φως τινάκτηκε από αυτό και τύλιξε την Ετάνια ενώ ο μάγος απήγγειλε.
   Εκείνη έχει ζωή
   εσύ δεν είσαι αυτή,
   σκιά είσαι μοχθηρή
   που στο φως θα χαθεί.
   Το είδωλο χάθηκε κάνοντας τον σκοτεινό μάγο να ουρλιάξει σαν να είχε πληγωθεί. Ο Σέντρικ που είχε ήδη τελειώσει και με τα δυο εναπομείναντα Γκόμπλιν όρμηξε μπροστά εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία για να επιτεθεί στον εχθρό. Αλλά εκείνος ήταν πιο γρήγορος, πρόφερε ένα ξόρκι και εξαφανίστηκε ενώ η λεπίδα του Ιππότης έσκιζε ήδη το χιτώνα του.

   Το κάστρο Τάνιους ήταν ένα βαριά οχυρωμένο φρούριο στην ακτή, μεγάλα και ψηλά τείχη με πύργους σε τακτά διαστήματα. Κύριος του ήταν ο κόμης Σάκτους ένας ήσυχος άνδρας με ελάχιστο προσωπικό θάρρος και μέτρια προσωπικότητα. Ήταν πιστός στο βασιλιά αλλά αν είχε βεβαιωθεί ότι εκείνος ήταν νεκρός θα είχε ακολουθήσει τον νέο κύριο της Εσπέρια. Ο Ίριαν κοίταξε το κάστρο σκεφτικός. Αν έμπαιναν ίσως να αποδεικνυόταν πολύ δύσκολο να ξαναβγούν. Ήταν όμως το μόνο σημείο από το οποίο θα μπορούσαν να επιβιβαστούν σε πλοίο. Το κάστρο δέσποζε στο λιμάνι του Χαρμίς. Ο Ιππότης έλπιζε πως θα μπορούσαν από' δω να πάρουν πλοίο για τις δυτικές ακτές της Εσπέρια κάνοντας τους διώκτες τους να χάσουν τα ίχνη τους.
   Γύρω του οι υπόλοιποι Ιππότες περίμεναν εντολές. Ήταν όλοι κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι αλλά περίμεναν πότε θα το θεωρούσε ασφαλές ο Ίριαν να προχωρήσουν. Μόνο η Έλισεθ είχε αποκοιμηθεί στο κάρο δίπλα στον Γκρέγκον που είχε δεχθεί ακόμα ένα τραύμα προστατεύοντας την. Ο Ιππότης είχε τώρα επιδεμένο το χέρι του που είχε βάλει μπροστά σε ένα δόρυ για να την καλύψει.
   Καλπασμός ακούστηκε από το δρόμο και όλων τα χέρια πήγαν στις λαβές των όπλων τους. Αυτοί που πλησίαζαν ωστόσο ήταν οι δικοί τους. Όλοι όσοι είχαν μείνει πίσω επέστρεφαν με μόνο έναν γερμένο πάνω στο λαιμό του αλόγου του φανερά τραυματισμένο. Η Ρουθ κοίταξε με ανησυχία να εντοπίσει ποιος ήταν ο τραυματίας. Ήταν ο Φένορ; Οι Ιππότες έφτασαν κοντά τους και ακόμα δεν είχε δει αν ο τραυματίας ήταν εκείνος. Πλησίασε καθώς οι νεοφερμένοι ξεπέζευαν και ενώνονταν με τους υπόλοιπους. Τότε διέκρινε τον Φένορ και η ανακούφιση που τον έβλεπε υπερκάλυψε κάθε άλλο συναίσθημα. Παρασυρμένη από αυτήν την αίσθηση έτρεξε προς το μέρος του και ρίχτηκε πάνω του, τον αγκάλιασε και χωρίς να συνειδητοποιεί τι έκανε τον φίλησε φευγαλέα στα χείλη και μετά ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του. Εκείνος την κράτησε νιώθοντας μια αναπάντεχη γαλήνη να τον γεμίζει όπως την κρατούσε. Και εκείνη ακούγοντας το χτύπο της καρδιάς του ησύχασε.
   -Τώρα που είμαστε όλοι εδώ μπορούμε να προχωρήσουμε, είπε ο Ίριαν. Από όσο είδαμε δεν υπάρχει ασυνήθιστη δραστηριότητα.
   -Έπρεπε να είχες προχωρήσει. Είπα να μην μας περιμένετε.
   -Ήθελα να ξέρω αν μας καταδιώκουν, απάντησε ο Ίριαν. Αν είχατε σκοτωθεί και συνεχιζαν να μας καταδιώκουν θα τους άφηνα να συνεχίσουν και μετά θα πήγαινα στο κάστρο.
   -Κατάλαβα, ας προχωρήσουμε.
   Η Ρουθ αποτραβήκτηκε από την αγκαλιά του και συνειδητοποιώντας τι είχε κάνει δεν τόλμησε να τον κοιτάξει. Αλλά εκείνος είπε το όνομά της και αναγκάστηκε να τον κοιτάξει. Το βλέμμα του έδειχνε ενδιαφέρον και τις έννοιες με τις οποίες ήταν φορτωμένος. Δεν είχε το βλέμμα που είχε δει σε άλλους άνδρες όταν είχαν στα χέρια τους μια κοπέλα. Δεν είχε τίποτα το λάγνο ή το πρόστυχο. Κανένα πονηρό χαμόγελο δεν είχε φανεί στο πρόσωπό του. Έτσι δεν ήταν δύσκολο να τον κοιτάξει και δεν ένιωθε τόσο άσχημα για ό,τι είχε μόλις συμβεί πσρότι ντρεπόταν κάπως.
   -Η Έλισεθ; ρώτησε ο Ιππότης.
   -Καλά είναι, κουράστηκε και κοιμήθηκε.
   Ο Φένορ ένευσε και επέστρεψε στο άλογό του. Προχώρησαν προς το κάστρο Τάνιους.

   Ο Άλασταρ με μια κίνηση εξαφάνισε τα πτώματα και μετά πλησίασε τους δυο Ιππότες που είχαν σκάψει έναν τάφο για τον Άλαμον. Ο Θόρας απόθεσε το σώμα στον τάφο και μετά ο μάγος με ένα ξόρκι του κάλυψε την τελευταία κατοικία του μαθητευόμενού του με ένα μνημείο από γρανίτη και μάρμαρο.
   -Είθε η ψυχή σου να αναπαυθεί εκεί που αναπαύονται οι γενναίοι, είπε ο Άλασταρ.
   Μάζεψαν τα πράγματά τυς και ετοιμάστηκαν να αποχωρήσουν από το πεδίο της μάχης που είχε υπάρξει νικηφόρο αλλά έφερε και την πικρή ανάμνηση του θανάτου του φίλου τους. Πλησίασαν τα άλογα, Δυο είχαν σκοτωθεί, το ένα ήταν του Άλαμον, το άλλο της Ζέμις. Η κοπέλα ανέβηκε στο άλογο του Λάτιρ και πιάστηκε από τη μέση του Ιππότη. Με μια τελευταία ματιά στον τάφο του συντρόφου τους ξεκίνησαν.

Τι Έχεις;

Author: Νυχτερινή Πένα /

   -Τι έχεις;
   Πόσες φορές έχεις κάνει αυτήν την ερώτηση τις τελευταίες μέρες. Ακολουθεί συνήθως η ερώτηση πως αισθάνεσαι; ή είσαι καλά; Και κάθε φορά που τις ακούω νιώθω κάτι βαθιά μέσα μου.
   Δεν είναι ξάφνιασμα, δεν είναι ότι δεν περίμενα να με νοιάζεσαι τόσο πολύ. Κάθε άλλο, με νοιαζόσουν ακόμα και τότε που ήμουν απλά ένας φίλος για σενα. Είναι ένα συναίσθημα διαφορετικό. Είναι μια αίσθηση θαλπωρής, ένα όμορφο ζεστό συναίσθημα. Ένα συναίσθημα ότι στο όλο και πιο βαθύ σκοτάδι αυτού του κόσμου δεν θα είμαι ποτέ μόνος. Πάντα θα είσαι εσύ μαζί μου, εσύ που αγωνιάς αν είμαι καλά, αν άρχισε η υγεία μου να αποκαθίσταται. Και ξέρεις κάτι; Δεν θέλω και τίποτα άλλο, μου αρκείς εσύ.