Ο Χρυσός Της Χαμένης Λεγεώνας 6

Author: Νυχτερινή Πένα /


II.

Εκείνο το πρωινό είχε ξημερώσει ζεστό κα ανέφελο. Πριν ξεκινήσουν για την πορεία της ημέρας κατέφτασε μια μονάδα ιππικού που είχε ενσωματώσει ο Αέτιος στη λεγεώνα και τους είχε στείλει να τους προλάβουν. Είχαν φύγει από τη Ρώμη τρεις μέρες αργότερα αλλά όντας μια πολύ μικρή δύναμη και εξ’ ολοκλήρου έφιππη ταξίδεψε πιο γρήγορα και τους έφτασε ενώ ξεκινούσαν.
Ο Γάιος χάρηκε έχοντας την ενίσχυση αυτών των εμπειροπόλεμων τριακοσίων Σαρματών. Τους έθεσε στην οπισθοφυλακή σαν εφεδρεία και ξεκίνησαν.
Ο Σέργιος ίππευε δίπλα στο φορείο της Άριας Καικίλιας. Τις προηγούμενες μέρες η κόρη του συγκλητικού παραμέριζε την κουρτίνα και μιλούσε μαζί του. Οι συζητήσεις τους ήταν ένας τρόπος να περνάνε οι πολλές ώρες του ταξιδιού. Ο βετεράνος εκατόνταρχος της μιλούσε για τα ταξίδια του και τις περιοχές που είχε δει. Είχε πει και λίγα για τις εκστρατείες στις οποίες είχε πάρει μέρος αλλά αφήνοντας έξω τη φρίκη της μάχης. Από την πλευρά της η κοπέλα του είχε μιλήσει για τη Ρώμη, στην οποία είχε λίγο ζήσει εκείνος, και για τη Ραβέννα στην οποία δεν είχε ποτέ βρεθεί. Η ήσυχη και γλυκιά φύση της Άριας ταίριαζε με την ηρεμία που διακατείχε τον Σέργιο, τον έκανε να νιώθει άνετα μαζί της.
Αυτό το πρωί μιλούσαν για τον προορισμό τους, μια επαρχία που η Άρια είχε μόνο ακουστά ενώ ο Σέργιος είχε επισκεφθεί ξανά λίγα χρόνια πιο πριν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς η λεγεώνα βάδιζε στην μεγάλη πεδινή έκταση της Λιγουρίας πριν φτάσουν στις Άλπεις.
Φτάσανε στην κορυφή ενός μικρού ανηφορικού κομματιού και ο Σέργιος κοίταξε το δρόμο πίσω όπου προχωρούσε η λεγεώνα ανάμεσα σε χωράφια γεμάτα με ψηλά στάχυα. Δίπλα στο δρόμο στο σημείο αυτό ήταν κτισμένο ένα απλό παρεκκλήσιο και ο εκατόνταρχος έκανε με σεβασμό το σταυρό του. Η Άρια τον μιμήθηκε και είπε.
-Δεν ημουν σίγουρη ότι είσαι Χριστιανός.
-Τώρα πια λίγοι είναι που δεν είναι Χριστιανοί, ειδικά στις λεγεώνες. Το δόγμα είναι άλλο θέμα.
-Μιλάς για τους οπαδούς του Αρείου;
-Ναι, κυρίως για αυτούς.
-Μα ο Άρειος είναι πεθαμένος εδώ και τόσα χρόνια. Δεκαετίες ολόκληρες.
-Η αίρεσή του όμως είναι ακόμα ισχυρή, από τότε που ο Ουλφίλας προσυλήτησε τους Γότθους μας δημιούργησε πολλά προβλήματα αλλά τώρα με την απειλή των Ούννων έχουν εξομαλυνθεί οι διαφορές μας. Θα πολεμήσουν μαζί μας.
Ο Γάιος λίγο πιο μπροστά συζητούσε με τον Άριο την κατάσταση που θα αντιμετώπιζαν στην Γαλατία όταν πλησίασε καλπάζοντας ένας ιππέας από πίσω, ήταν ο επικεφαλής των Σαρματών. Ακολουθούσε ο άνδρας που είχε στείλει ο τριβούνος για να τον καλέσει.
-Στρατηγέ, είπε ο Σαρματός με σεβασμό, με καλέσατε.
-Ναι, είπε ο Γάιος. Έχεις την κατάσταση των ανδρών σου;
-Μάλιστα, είπε ο Σαρματός βγάζοντας από τη ζώνη του μια διπλωμένη περγαμηνή.
-Δώσε την στον κυαίστορα για να σας εντάξει στη μισθοδοσία της λεγεώνας. Γουίλφριντ, είπαμε;
-Μάλιστα.
Ο Σαρματός έστρεψε το άλογό του για να γυρίσει πίσω στο σημείο που θα έβρισκε τον κυαίστορα Κόιντο Δούμα, τον αξιωματικό που ήταν υπεύθυνος για τα οικονομικά της λεγεώνας. Οι κυαίστορες κανονικά ήταν επιφορτισμένοι με τη διαχείριση του αυτοκρατορικού θησαυροφυλακίου αλλά σε συνθήκες εκστρατείας φρόντιζαν τα οικονομικά της λεγεώνας στην οποία υπηρετούσαν.
Ένας άνδρας από την ελαφρά μονάδα του ιππικού που προπορευόταν κατέφτασε για να αναγγείλει ότι είχαν βρει μια πηγή με άφθονο καθαρό νερό και ότι το είχαν ήδη δοκιμάσει άρα θα μπορούσε να ανεφοδιαστεί η λεγεώνα.
-Σταματάμε εδώ τότε, αποφάσισε ο Γάιος. Με τη σειρά όλες οι μονάδες θα πάνε να πάρουν νερό. Με τάξη και σύντομα, χιλίαρχε αναλαμβάνεις.
Ο Άριος ξεπέζεψε και κάθισε σε ένα χαμηλό κάθισμα που έσπευσε να στήσει ένας υπηρέτης του. Ο συγκλητικός είχε κουραστεί από το ταξίδι και είχε μετανιώσει για το διορισμό που είχε δεχθεί. Κοίταξε με ενδιαφέρον την Ζλάτκα, η κοπέλα είχε πλησιάσει τον Γάιο που είχε επίσης ξεπεζεύσει.
Η Άρια Καικίλια ακούγοντας για την πηγή ζήτησε από τον πατέρα της να πάει και εκείνη. Η πρώτη σκέψη του Άριου ήταν να της το αρνηθεί αλλά μια άλλη σκέψη ήρθε να τον πείσει να την αφήσει.
-Όχι μόνη σου, είπε τελικά.
-Σέργιε συνόδευσε την Άρια Καικίλια, διέταξε ο Γάιος, η κοόρτη σας είναι ούτως ή άλλως η πρώτη που θα πάει στην πηγή μετά την εμπροσθοφυλακή.
-Εντάξει, είπε ο Σέργιος και φώναξε διαταγές. Μάνιε! Συνταχθείτε στο πλάι της κοόρτης! Δέκιε, αναλαμβάνεις!
Οι άνδρες της κοόρτης του Σέργιου άρχισαν να προχωρούν συνοδεύοντας το φορείο στην πηγή όπου ήδη είχαν πάρει νερό οι άνδρες της μιας από τις μονάδες ιππικού και είχαν πάει λίγο πιο κάτω στον ρου του μικρού ρυακιού που είχε δημιουργηθεί για να ποτίσουν και τα άλογά τους.
Οι άνδρες που κουβαλούσαν το φορείο το απίθωσαν στο χορταριασμένο έδαφος και βοήθησαν την Άρια να βγει. Εκείνη τεντώθηκε και πλησίασε την πηγή. Σταμάτησε κοιτάζοντας το νερό που έπεφτε κελαρυστό από τη σχισμή ενός βράχου σε μια πεζούλα από πέτρα πριν κυλίσει δημιουργώντας το ρυάκι. Της άρεσε το τρεχούμενο νερό και σκέφθηκε με νοσταλγία τα λουτρά, είχε νοσταλγήσει ένα κανονικό μπάνιο.
Αλλά τώρα με τόσους άνδρες τριγύρω αυτό ήταν αδύνατο, περιορίστηκε να γονατίσει και να πάρει νερό με τις χούφτες για να ρίξει στο πρόσωπό της και μετά για να πιει. Είδε το Σέργιο να βγάζει το κράνος του, να το γεμίζει με νερό και ύστερα να το αδειάζει στο πρόσωπό του. Τίναξε μετά τα μαλιά του ευχαριστημένος με τη δροσιά. Η Άρια τον ζήλεψε, κρίμα που εκείνη δεν μπορούσε να το κάνει αυτό. Έριξε και άλλο νερό στο πρόσωπό της ωστόσο. Λίγο κύλησε στο λαιμό της και από’ κει στο σώμα της. Χαμογέλασε, κάτι ήταν και αυτό.
Ξαφνικά μια μυριόστομη κραυγή ακούστηκε.
-Μπαλόκ, Μπαλόκ!
Χιλιάδες πολεμιστές πετάκτηκαν μέσα από τα σπαρτά και όρμηξαν πάνω στους ξέννοιαστους λεγεωνάριους. Δόρατα εκτοξεύθηκαν και πολλοί έπεσαν νεκροί κατά μήκος των γραμμών της λεγεώνας. Οι Ούννοι όρμηξαν μπροστά με σκοπό να εκμεταλλευούν τον αιφνιδιασμό.
Ο Σέργιος πέταξε το κράνος στο πρόσωπο του πρώτου που έφτασε κοντά του τσακίζοντας τη μύτη του, καθώς εκείνος έριχνε τα όπλα του για να φέρει τα χέρια του στο πρόσωπο ο εκατόνταρχος ξεθηκάρωσε το σπαθί του και το βύθισε στην κοιλιά του. Τραβώντας το πίσω έριξε μια ματιά γύρω. Οι υπηρέτες της Άριας και μερικοί λεγεωνάριοι ήταν νεκροί, οι υπόλοιποι είχαν τραβήξει τα σπαθιά τους και αντιμετώπιζαν τους επιτιθέμενους. Η Άρια στεκόταν δίπλα στην πηγή ακόμα, φοβισμένη αλλά ψύχραιμη. Ήταν σώα, ένας λεγεωνάριος την είχε καλύψει με την ασπίδα του και ακόμη στεκόταν κοντά της.
Ο Γάιος επέτρεψε στον αιφνιδιασμό να τον καθηλώσει μόλις ένα λεπτό, μετά όρμησε και πάλι στο άλογό του ενώ φώναζε διαταγές.
-Πέμπτη και έκτη κοόρτη να καλύψουν τους τοξότες και τους βοηθητικούς. Τέταρτη και τρίτη να κινηθούν στα πλάγια να αναχαιτίσουν τον εχθρό.
Ο Άριος ανέβηκε στο άλογό του και πισωπάτησε ξεχνώντας τις σκέψεις που αφορούσαν την Ζλάτκα και την πρόταση που είχε κάνει στο Γάιο σχετικά με την όμορφη σκλάβα. Υποχώρησε προς τους ιππείς της προσωπικής φρουράς του Γάιου. Ο τριβούνος ακόμα δεν είχε πάει κοντά τους. Η προσωπική του ασφάλεια είχε περάσει σε δεύτερη μοίρα, προείχε η λεγεώνα. Κοίταξε να δει την κατάσταση που διαμορφωνόταν.
Η πέμπτη και η έκτη κοόρτη είχαν πάρει θέσεις δεξιά και αριστερά της φάλαγγας ανακόπτωντας την επέλαση των βαρβάρων. Ασφαλείς πίσω από τις γραμμές τους οι τοξότες είχαν σχηματίσει μια γραμμή και έστελναν βροχή βελών στον εχθρό. Η τρίτη κοόρτη είχε εμπλακεί σε μάχη ενώ οι άνδρες της τέταρτης είχαν σχηματίσει γραμμές και κινούνταν τώρα.
-Οι ιππείς όλοι εδώ! φώναξε.
Δεν ήταν εύκολο. Οι Σαρματοί θα έπρεπε να διασχίσουν ένα μεγάλο πεδίο μάχης για να φτάσουν κοντά του αλλά έβλεπε να πλησιάζουν οι ιππείς από την εμπροσθοφυλακή. Αναρωτήθηκε αν ο Βιτέλιος, ο διοικητής τους, θα είχε την κρίση να χτυπήσει τα νώτα των Ούννων που είχαν εμπλακεί με την δεύτερη κοόρτη και τους φοιδεράτους.
Κοίταξε προς την πηγή, έπρεπε να ξεγράψει την πρώτη κοόρτη που ήταν τόσο μακριά και απομονωμένη;
Ο Σέργιος ξάπλωσε άλλον έναν αντίπαλο νεκρό και έφτασε δίπλα στον Μάνιο, τον βοηθό του. Γύρω τους είχαν μαζευτεί αρκετοί από τους άνδρες της εκατονταρχίας. Κάποιοι είχαν σκοτωθεί αλλά οι περισσότεροι ήταν σώοι και μάχονταν άγρια. Ένας άνδρας περιποιείτο έναν σύντροφό τους ενώ ένας ακόμα πεσμένος είχε καλυφθεί με την ασπίδα του.
-Εδώ! φώναξε. Μαζευτείτε εδώ!
Έτρεξε κοντά στην Άρια που ήταν  ακόμα στο ίδιο σημείο ενώ ο λεγεωνάριος είχε απομακρυνθεί λίγο μαχόμενος. Την τράβηξε από το χέρι ακριβώς πάνω στην ώρα για να την προφυλάξει από ένα άγριο αιματοβαμμένο Ούννο. Απέκρουσε το χτύπημά του και ανταπέδωσε. Ο Ούννος σωριάστηκε νεκρός και ο Σέργιος είδε ότι οι Ούννοι είχαν οπισθοχωρήσει καθώς είχε μαζευτεί γύρω του σχεδόν ολόκληρη η εκατονταρχία.
-Σχηματίστε την χελώνα! διέταξε.
Η χελώνα ήταν ένας σχηματισμός κατά των οποίων οι άνδρες παρατάσσονταν κανονικά σε σχηματισμό αλλά ενώ οι άνδρες στα άκρα του ορθογωνίου κρατούσαν κανονικά την ασπίδα καλύπτοντας τον εαυτό τους και τους συντρόφους τους οι υπόλοιποι κρατούσαν τις δικές τους πάνω από τα κεφάλια τους δημιουργώντας μια στέγη προστασίας. Τώρα στο κέντρο βρίσκονταν κάποιοι που ήταν τραυματισμένοι ή βοηθούσαν τραυματίες και η Άρια.
-Προχωράμε προς τους δικούς μας!
Ο Σέργιος έριξε μια ματιά στην Άρια, η κοπέλα ήταν φοβισμένη αλλά διατηρούσε μια αξιοθαύμαστη ψυχραιμία και τώρα ακολουθούσε με εμπιστοσύνη όπως οι άνδρες του. Της χαμογέλασε και στράφηκε πάλι μπροστά. Με κάθε βήμα η εκατονταρχία του πλησίαζε την υπόλοιπη κοόρτη που η απρόσμενη επίθεση είχε βρει στη μέση της διαδρομής από το χώρο που βρισκόταν η υπόλοιπη λεγεώνα ως την πηγή και μαχόταν τώρα πολύ γενναία κυκλωμένη από τους Ούννους.
Ξαφνικά είδε μια κίνηση στα σπαρτά δεξιά τους και μια ομάδα ιππέων του εχθρού εμφανίστηκε. Οι Ούννοι ήταν τρομακτικοί σαν πολεμιστές αλλά έφιπποι ήταν η προσωποποίηση του θανάτου.
-Ετοιμαστείτε για σύγκρουση, είπε, όσοι έχουν πίλα[1] περνάνε μπροστά.
Οι λεγωνάριοι εκτελέσανε αμέσως τη διαταγή. Οι άνδρες στις πρώτες γραμμές πατήσανε γερά στο έδαφος έτοιμοι να δεκτούν την ορμή των επερχομένων αντιπάλων και όσοι είχαν πίλα ετοιμάστηκαν να τα εκτοξεύσουν. Ο Σέργιος τράβηξε από τη ζώνη του ένα μαχαίρι και το έτεινε στην Άρια.
-Ίσως το χρειαστείς.
Η Άρια πήρε το μαχαίρι και το έκρυψε κάτω από το χιτώνα της. Δεν πρόλαβε να πει τίποτα. Με έναν εκκωφαντικό ήχο κραυγών και ποδοβολητών οι Ούννοι έπεσαν πάνω τους.

-Βρήκαμε πάνω από διακόσες αιχμές από βέλη, είπε ένας άνδρας που ονομαζόταν Έρικ Στολτζ.
Ο Γουίλλιαμ κούνησε το κεφάλι.
-Δεν είναι πολλές, αν και η λεγεώνα είχε μόλις εξήντα τοξότες και δεν ξέρουμε πόσοι είχαν επιζήσει ως αυτήν εδώ την μάχη, διακόσα βέλη είναι λίγα. Σίγουρα θα ρίξανε περισσότερα, φυσικά δεν θα περιμέναμε να τα βρούμε όλα.
-Σίγουρα όχι. Βρήκαμε και μερικές ασπίδες. Λίγες ωστόσο, όλες με το κλασσικό μονόγραμμα.
-Ναι, φυσικά, ήταν καθιερωμένο εκείνη την εποχή, δεν βάζανε πια κάτι άλλο στις ασπίδες. Αρκετά μετά την πτώση της αυτοκρατορίας και την άνοδο της φεουδαρχικής κοινωνίας άρχισε η καλλιέργεια της εραλδικής.
Ο φορητός ασύρματος που ο Στολτς είχε κρεμασμένο στη μέση του έτριξε με στατικό ηλεκτρισμό.
-Έρικ, ακούστηκε μετά μια φωνή. Είναι ο Γουίλλιαμ μαζί σου;
-Ναι, είπε εκείνος πιάνοντας τον και πιέζοντας το μεγάλο κουμπί της απάντησης.
-Πες του σε παρακαλώ ότι τον θέλει ο καθηγητής στο μπλοκ ένα.
-Έγινε.
Ο Έρικ στράφηκε στον Γουίλλιαμ.
-Άκουσες ε; Μπλοκ ένα λέμε το χώρο που βρέθηκε η επιτύμβια πλάκα.
-Γιατί οι κωδικοί;
-Για την περίπτωση που κάποιος στήνει αυτί.
-Κατάλαβα, εντάξει πάω.
Ο Γουίλλιαμ δεν άργησε να φτάσει στο χώρο που τον είχαν ζητήσει. Βρήκε αρκετά από τα άτομα της αποστολής γύρω από ένα μεγάλο λάκκο πάνω από τον οποίο είχε ήδη στηθεί μια μεγάλη τροχαλία με ένα γερό σχοινί που κατέληγε σε ένα είδος μικρής πλατφόρμας. Πλησίασε και κοίταξε μέσα στο λάκκο, αρκετά μέτρα πιο κάτω μπορούσε να δει κάτι να λαμπυρίζει. Στράφηκε στον Μάικ Χάμιλτον. Ο καθηγητής απάντησε στο αδιατύπωτο ερώτημα.
-Βρήκαμε τον τάφο, η πλάκα είχε παρασυρθεί αρκετά πιο πέρα μιας και στους επόμενους αιώνες δημιουργήθηκε εδώ ένα μικρό ρέμα.
-Είμαστε έτοιμοι για την πρώτη κάθοδο;
-Ναι, ενδιαφέρεσαι;
-Φυσικά, πάμε;
Λίγα λεπτά αργότερα άρχισαν την κάθοδο πατώντας πάνω στη μικρή πλατφόρμα. Καθώς το φως χανόταν γύρω τους ήταν σαν να έκαναν μια βουτιά στους αιώνες για να επισκεφθούν την τελευταία κατοικία του Άριου Σουεντώνιου. Μόλις το σκοτάδι γύρω τους έγινε απόλυτο ανάψανε από έναν δυνατό φακό και περίμεναν να φτάσουν στο δάπεδο του τάφου.
Η πλατφόρμα το άγγιξε με έναν υγρό ήχο και κατέβηκαν. Ο τάφος ήταν ένα δωμάτιο σχεδόν τετράγωνο με τους τοίχους καλυμμένους με υγρασία και μούχλα αιώνων, ο ένας ήταν χαμένος κάτω από έναν σωρό χώματος. Νερό έτρεχε στα πόδια τους καθώς έριχναν μια ματιά γύρω.
-Λίγα πράγματα θα έχουν σωθεί, σχολίασε ο καθηγητής. Α εκεί!
Έδειξε με το φακό μια μεγάλη πέτρινη λάρνακα στο πιο κοντινό τοίχο. Την ίδια στιγμή μια δόνηση διέτρεξε το έδαφος, ο Γουίλλιαμ κοίταξε το σωρό με το χώμα και είδε μικρούς σβώλους να κατρακυλάνε.
-Κατολίσθηση, είπε ο καθηγητής και έτρεξαν και οι δυο πίσω στην πλατφόρμα. Τραβήξτε μας! φώναξε ο καθηγητής με φωνή σταθερή παρά τον κίνδυνο να ταφούν ζωντανοί.
Άρχισαν να ανεβαίνουν ενώ τα τοιχώματα του λάκκου κατέρρeαν σε μια βροχή από λάσπη.


[1] πίλα ( ενικός πίλουμ ) ήταν ελαφρά ακόντια που έφεραν οι λεγεωνάριοι δεμένα στην εσωτερική πλευρά της ασπίδας και τα εξηκόντιζαν πριν εμπλκούν στην μάχη σώμα με σώμα

Ο Χρύσος Της Χαμένης Λεγεώνας 5

Author: Νυχτερινή Πένα /


Όταν ο Μάικ κατέφτασε με την ομάδα του είχε προτείνει να φέρει και προσωπικό για να φροντίζει για το νοικοκυριό τους όπως το αποκαλούσε. Η Μωντ ωστόσο δεν ήθελε να το ακούσει καν, με τα παιδιά της μεγαλωμένα και με δικές τους οικογένειες προ πολλού και με τον άνδρα της τρία χρόνια τώρα νεκρό, τους υιοθέτησε σαν μια καλόκαρδη θεία, γι’ αυτό και γρήγορα απέκτησε το προσωνύμιο θεία Μωντ. Φρόντιζε για το μαγείρεμα της αποστολής, οι εργάτες που τους βοηθούσαν ήταν ντόπιοι και το μεσημέρι επέστρεφαν σπίτια τους, και καθόταν μαζί τους στην τραπεζαρία καμαρώνοντάς τους σαν να ήταν οικογένειά της. Είχε διαβάσει αρκετά και έχοντας ακούσει πολλά τόσο καιρό μαζί τους μπορούσε να συμμετάσχει στις συζητήσεις τους και μερικές φορές να τους μαλώνει με μητρική φροντίδα να μην το παρακάνουν και να μην κουράζονται πολύ. Συμπεριέλαβε σε αυτήν την φροντίδα αμέσως και τον Γουίλλιαμ στον οποίο σαν νεοφερμένο επέμενε να δοκιμάσει από όλα όσα είχε μαγειρέψει, και ήταν εξαιρετική μαγείρισσα όπως αμέσως διαπίστωσε εκείνος.
Το κλίμα ήταν το πιο φιλικό που είχε δει ποτέ σε ανασκαφές ο Γουίλλιαμ και αφέθηκε σε αυτό να τον χαλαρώσει και να τον ηρεμήσει, να τον ετοιμάσει για τη δουλειά που τον περίμενε. Οι νέοι του συνάδερφοι τον υποδέκτηκαν με τον καλύτερο τρόπο, τον ενημέρωσαν για τα ευρήματά τους, στον τομέα του ο καθένας, ενώ κάνανε τις συστάσεις μεταξύ τους με γέλιο και πειράγματα.
Απέναντί του στο τραπέζι καθόταν η Μέρεντιθ και ο Γουίλλιαμ έπιανε πολλές φορές τον εαυτό του να θαυμάζει το όμορφό της πρόσωπο όπως γελούσε με τα πειράγματα ή τη συγκεντρωμένη της έκφραση καθώς μιλούσε για το δικό της μέρος της έρευνας. Ήταν μια σίγουρα όμορφη κοπέλα και πολύ ενδιαφέρουσα. Θα ήταν σίγουρα ευχάριστη η συνεγασία τους και η προοπτική να περάσει χρόνο μαζί της έξω απο τη δουλειά ήταν ακόμα πιο δελεαστική.
Μετά το γεύμα ο καθηγητής τον κάλεσε να του δείξει το δωμάτιο που θα έμενε και να συζητήσουν την πορεία της έρευνας που θα έκανε. Τα δωμάτια ήταν στον πρώτο όροφο της αγροικίας κατά μήκος ενός διαδρόμου. Ο Μάικ άνοιξε μια πόρτα και έκανε ένα νόημα στον Γουίλλιαμ να περάσει. Εκείνος το έκανε για να αντικρίσει ένα μικρό τακτοποιημένο δωμάτιο με ένα κρεβάτι, ένα μικρό γραφείο με ένα φωτιστικό από πάνω για επιπλέον φως, μια ξύλινη ντουλάπα με σκαλίσματα και με ένα παράθυρο στον τοίχο απέναντί του.
Ο Μάικ προχώρησε προς το παράθυρο και κοίταξε έξω ενώ ο Γουίλλιαμ ακουμπούσε το σακίδιό του δίπλα στο γραφείο.
-Ωραία ομάδα έχεις συγκεντρώσει, είπε.                                                         
-Ναι, είναι αλήθεια. Έχουν δέσει πολύ καλά μεταξύ τους και είναι πολύ καλοί στο αντικείμενό τους ο καθένας.
-Χαίρομαι που θα είμαι μαζί σας, ευχαριστώ για την πρόσκληση.
-Δεν χρειάζεται, είσαι ο καλύτερος στον τομέα σου.
-Τι πρέπει λοιπόν να κάνω;

Η Άρια εντυπωσιάστηκε με το μέγεθος του στρατοπέδου. Δεν είχε ποτέ ξαναδεί κάτι παρόμοιο και ένιωσε ξαφνικά μικρή και ασήμαντη. Παρότι κατοικούσε στη Ρώμη που ήταν η μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη του κόσμου, στην καθημερινή της ζωή είχε επαφή με λίγο κόσμο και δεν είχε συνηθίσει να βρίσκεται ανάμεσα σε χιλιάδες άνδρες.
Ο Σέργιος το κατάλαβε, την κοίταξε με συμπάθεια και προχώρησε να προλάβει τον Άριο Σουεντώνιο. Καθώς έφτανε δίπλα του πρότεινε:
-Θέλετα να σταματήσετε εδώ και να ειδοποιήσω τον τριβούνο; Είμαστε όπως βλέπω σχεδόν έτοιμοι να ξεκινήσουμε.
Πράγματι οι βοηθητικοί της λεγεώνας είχαν ήδη μαζέψει το μεγαλύτερο μέρος των σκηνών και του εξοπλισμού όπως τα μαγειρεία και το σιδηρουργείο. Ο Άριος κούνησε αυτάρχικα σε άρνηση το κεφάλι του και διέταξε να συνεχίσουν. Ο Σέργιος τον ακολούθησε αναζητώντας τον τριβούνο για να αναλάβει το χειρισμό της κατάστασης και εκείνος να μείνει με τα καθήκοντα της μονάδας του. Η επιθυμία του πραγματοποιήθηκε σχεδόν αμέσως. Ο Γάιος κατέφτασε και χαιρέτησε επίσημα τον συγκλητικό, τον κάλεσε να ξεκουραστεί στη σκηνή του ως που να είναι έτοιμοι εντελώς να ξεκινήσουν. Ο Άριος δέκτηκε αλλά ζήτησε από την κόρη του να μείνει στο φορείο.
Μέσα στην ώρα η λεγεώνα είχε ξεκινήσει να κινείται βόρεια σε μια φάλαγγα μήκους πάνω από δέκα στάδια[1] με συγχρονισμένο βήμα και με τα εμβλήματα όπως και τον Άριο να προηγούνται.

Ο κυβερνήτης μιας επαρχίας ήταν και διοικητής του στρατού που βρισκόταν σε αυτή αν αποτελείτο μόνο από μια λεγεώνα, αν υπήρχαν περισσότερες απο μία τότε οι υπόλοιπες είχαν δικούς τους διοικητές. Στη Γαλατία που περίμενε την εισβολή του Αττίλα βρίσκονταν ήδη πάνω από δέκα λεγεώνες και έτσι ο Άριος θα ασκούσε διοίκηση μόνο στη φρουρά του Λουγδούνου. Αλλά ως που να φτάσουν εκεί θα διουκούσε την δεκάτη εβδόμη λεγεώνα.
Προπορευόταν η ελαφρά ίλη του ιππικού σαν προφυλακή και ακολουθούσαν οι φοιδεράτοι. Μετά προχωρούσαν ο Άριος και ο Γάιος, με την ακολουθία του ο πρώτος και την κόρη του, με τη συνοδεία του υπηρέτη του και της Ζλάτκα ο δεύτερος. Ακολουθούσαν οι πέντε από τις έξι κοόρτεις με τους λεγεωνάριους να βαδίζουν σε τακτικές τετράδες και μετά οι βοηθητικοί με τον εξοπλισμό και οι τοξότες ενώ τη φάλαγγα έκλεινε η έκτη κοόρτη.
Δεκαπέντε μέρες η λεγεώνα ταξίδευε προς τα βόρεια χωρίς κανένα πρόβλημα πέρα από μια ενέδρα ληστών που η εμπροσθοφυλακή μόνη της κατάφερε να αντιμετωπίσει. Ο Άριος πρότεινε την άμεση εκτέλεση όσων συλλήφθηκαν αλλά ο Γάιος, αδιαφορώντας για άλλη μια φορά με κάθε τι που δεν συμφωνούσε με την δικαιοσύνη και το νόμο, τους παρέδωσε στο βικάριο της Λιγουρίας που είχε έδρα τα Μεδιόλανα.
Ήταν η δέκατη έκτη μέρα του ταξιδιού και τρίτη έξω από τη μεγάλη πόλη όταν τα πραγματικά προβλήματα άρχισαν.

Ο Μάικ εξήγησε αναλυτικά τι ήθελε να προσφέρει ο Γουίλλιαμ στο έργο της ομάδας.
-Και ο Γάλλος; ρώτησε εκείνος, τι είναι αυτό που πιστεύει ότι θα βρούμε;
-Τα νομίσματα που θα πλήρωναν τους μισθούς της λεγεώνας και ίσως μέρος των χρημάτων που πήρε ο Άριος μαζί του. Η λεγεώνα καταστράφηκε άρα ίσως δεν είχαν πληρωθεί και κάπου βρίσκεται ο θησαυρός.
-Ευγενής σκοπός!
-Ναι όντως, γέλασε ο Μάικ και μετά στράφηκε προς την πόρτα. Να σε αφήσω να τακτοποιηθείς.
Άπλωσε το χέρι του στο περίτεχνο πόμολο της πόρτας και κοντοστάθηκε.
-Είδα και μια συμπάθεια, δεν έχασες το χάρισμά σου βλέπω. Καταλαβαίνεις αμέσως τους ανθρώπους. Η Μέρεντιθ είναι μια πολλή αξιόλογη αρχαιολόγος και εξ’ ίσου αξιόλογη γυναίκα.
Ο Γουίλλιαμ κοίταξε εξεταστικά τον άνθρωπο που είχε υπάρξει καθηγητής και μέντοράς του.
-Ενδιαφέρεσαι;
-Α όχι, χαμογέλασε ο Μάικ, αυτή η εποχή πέρασε για μένα πια, είμαι πολύ μεγάλος για τέτοια.
Βγήκε από το δωμάτιο αφήνοντας τον Γουίλλιαμ να σκέφτεται την ανασκαφή και πολύ περισσότερο την Μέρεντιθ Γουίλσον.


[1] 1 στάδιο είναι ίσο με 192 μέτρα

Ο Χρυσός Της Χαμένης Λεγεώνας 4

Author: Νυχτερινή Πένα /


Η λεγεώνα αποτελείτο από έξι κοόρτεις των εξακοσίων ανδρών, κάθε μια από αυτές διαιρείτο σε έξι εκατονταρχίες. Στη δύναμη της λεγεώνας υπαγόταν ακόμα μια δύναμη εκατό ιππέων και μια αναγνωριστική τριάντα ακόμα ελαφρά οπλισμένων, ένα τάγμα φοιδεράτων και μια ομάδα από εξήντα τοξότες συμπήρωναν τους άνδρες που θα είχε στη διάθεσή του ο Γάιος.
Βρήκε τη λεγεώνα σταθμευμένη όπως του είχε πει ο Αέτιος. Οι λεγεωνάριοι είχαν καταυλιστεί σε τακτικές σειρές από ομοιόμορφες σκηνές γύρω από ένα κεντρικό σημείο όπου κυμάτιζε μια σημαία με το έμβλημα της λεγεώνας και ήταν τοποθετημένη η σκηνή που προοριζόταν για τον ίδιο. Εξ’ αιτίας του ότι βρίσκονταν μόλις έξω από τη Ρώμη δεν είχαν μεριμνήσει για να οχυρώσουν το στρατόπεδο αλλά υπήρχαν αρκετοί σκοποί περιμετρικά.
Ο Γάιος ανέλαβε γρήγορα τη διοίκηση από τον προσωρινό της διοικητή χιλίαρχο Κελεστίνο, Η λεγεώνα ήταν έτοιμη για να μετακινηθεί και το μόνο που περίμεναν ήταν η άφιξη του Άριου Σουεντώνιου. Δεν άργησε να φτάσει ένας υπηρέτης από το σπίτι του συγκλητικού που ζήτησε μια συνοδεία για τον κύριό του. Ο Γάιος που ήδη επεξεργαζόταν την διάταξη της λεγεώνας εν κινήση, χάρηκε που ο Σουεντώνιος δεν θα αργούσε και θα μπορούσαν να ξεκινήσουν.
-Σέργιε! φώναξε.
-Διατάξτε τριβούνε, είπε ο νεαρός εκατόνταρχος πλησιάζοντας και χαιρετώντας με τον κλασσικό ρωμαϊκό τρόπο.
-Θα πάρεις την εκατονταρχία σου και θα μεταβείς στο σπίτι του Άριου να τον συνοδεύσεις εδώ.
-Μάλιστα.
Ο Σέργιος απομακρύνθηκε και φώναξε μερικές διαταγές. Σύντομα η κοόρτη του είχε παραταχθεί σε ένα τακτικό ορθογώνιο πλάτους τεσσάρων και μήκους είκοσι πέντε ανδρών. Με τον υπηρέτη να τους δείχνει το δρόμο ξεκίνησαν. Η Ρώμη ήταν τόσο δαιδαλώδης που ήταν σύνηθες όταν κάποιος ήθελε να δεχθεί κάποιον σπίτι του έστελνε υπηρέτη να τον καθοδηγήσει. Μπορεί τα δημόσια έργα του Μεγάλου Κωνσταντίνου να είχαν βελτιώσει την κατάσταση στο επίσημο μέρος της πόλης αλλά οι κατοικίες ειδικά στο αρχαιότερο μέρος της πόλης ήταν άλλη ιστορία. Ο Σέργιος και οι άνδρες του δεν είχαν ωστόσο τέτοιο πρόβλημα και έφτασαν στην- πολυτελή κατοικία του Σουεντώνιου γρήγορα. Οι άνδρες σταμάτησαν και παρέμειναν στις γραμμές τους περιμένοντας περαιτέρω διαταγές.
Ο Σέργιος στράφηκε στον υπηρέτη αλλά πριν προλάβει να τον στείλει μέσα για να ειδοποιήσει τον κύριό του ένας άλλος βγήκε από την μεγάλη στολισμένη πόρτα και πλησίασε τον εκατόνταρχο. Υποκλίθηκε βαθιά και ζήτησε να τον ακολουθήσει στον κύριό του. Το έκανε και πέρασε σε έναν κήπο με πολλά ολάνθιστα λουλούδια και μετά σε ένα άτριο όπου βρίσκονταν μια σειρά καθίσματα και ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Ο εκατόνταρχος στάθηκε κοντά σε ένα παρτέρι με όμορφα κόκκινα τριαντάφυλλα.
-Συγνώμη που περιμένετε εκατόνταρχε, ο πατέρας μου θα είναι μαζί σας σε μερικά λεπτά. δίνει οδηγίες στον Τίρωνα, τον οικονόμο του, για όσο θα λείψουμε.
Η απαλή φωνή ξάφνιασε τον Σέργιο που γύρισε να δει τον κάτοχό της και βρέθηκε να αντικρίζει μια γυναίκα με σπάνια ομορφιά. Ήταν κανονικού ύψους ντυμένη με έναν απλό αλλά χοντρό υφαντό χιτώνα.Τα μακριά καστανά μαλλιά της έπεφταν απλά χτενισμένα στην πλάτη. Πλαισίωναν ιδανικά το καλοσχηματισμένο πρόσωπό της, με τα ελκυστικά χαρακτηριστικά. Εκείνη χαμογέλασε κάτω από το εξεταστικό βλέμμα του, κάτι που τόνισε τα σαρκώδη χείλη της, και κοκκίνισε.
-Είμαι η Άρια Καικίλια.
-Χαίρομαι που σας γνωρίζω, Άρια, είμαι ο Σέργιος Φλάβιος εκατόνταρχος της δεκάτης εβδόμης λεγεώνας που θα σας συνοδεύσει στην Γαλατία.
-Θα είμαστε αρκετό καιρό στο δρόμο ε;
-Ναι, θα κάνουμε περίπου δυο μήνες, είπε ο Σέργιος.
-Πολύς δρόμος για να τον περπατήσει κανείς, είπε η κοπέλα, σαν να αναλογιζόταν την απόσταση.
-Πράγματι, είπε ο Σέργιος αλλά είμαστε συνηθισμένοι σε αυτήν την κατάσταση, εσείς θα ταξιδέψετε έφιππη ή σε φορείο;
-Σε φορείο, είπε η κοπέλα.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο άτριο ο Άριος Σουεντώνιος, ήταν ένας ψηλός άνδρας, με επιβλητικό παράστημα. Φορούσε έναν σκούρο ταξιδιωτικό μανδύα.
-Εκατόνταρχε, είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε.
-Έχετε αποσκευές;
-Λίγες, μερικά βασικά έπιπλα που θα χρειαστούν στο ταξίδι και μπαούλα με ρούχα όπως και ένα με τα χρήματα που θα πάρω μαζί μου. Φορτώθηκαν όλα σε ένα κάρο που θα το οδηγεί ένας άνθρωπός μου, θα έχω και μια ντουζίνα ακόμα και τους άνδρες που θα κουβαλάνε το φορείο της κόρης μου.
-Πολύ καλά. Όποτε είσαστε έτοιμοι. Θα σας περιμένω έξω.
Με μια υπόκλιση προς την όμορφη Άρια Καικίλια ο Σέργιος άφησε το άτριο και βγήκε από το σπίτι.  Ο Άριος δεν άργησε να βγει, εκείνος θα ταξίδευε καβάλα σε ένα εντυπωσιακό λευκό άλογο, δυο από τους ανθρώπους του θα ήταν στο κάρο και οι υπόλοιποι πεζοί με τους οκτώ που θα κουβαλούσαν το φορείο της Άριας να έχουν το πιο δύσκολο έργο.
Καθώς ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν, η Άρια παραμέρισε την κουρτίνα του φορείου και κοίταξε με νοσταλγία το σπίτι της.
-Είναι πάντα δύσκολο να φεύγεις από το σπίτι, είπε ο Σέργιος με κατανόηση.
Η Άρια γύρισε και τον κοίταξε ευχάριστα ξαφνιασμένη. Του χαμογέλασε δειλά και ο βετεράνος λεγεωνάριος της έγνευσε φιλικά.

Ο Γουίλλιαμ κοίταξε το χώρο της ανασκαφής που κάλυπτε το χώρο της μάχης. Ήταν σε ένα σημείο λίγο ψηλότερο από τον υπόλοιπο χώρο, μια εκτεταμένη επίπεδη επιφάνεια ήταν σημειωμένη με χρωματιστά πασαλάκια. Στράφηκε στη Μέρεντιθ που στεκόταν δίπλα του.
-Δεδομένης της διάβρωσης του εδάφους με τους αιώνες, εδώ ήταν λόφος την εποχή που μας ενδιαφέρει. Αν οι Ρωμαίοι παρατάχθηκαν στο χώρο αυτό θα έπρεπε εδώ πάνω να είναι οι τοξότες, ίσως και ο Γάιος, στην αρχή τουλάχιστον όσο έδινε διαταγές χωρίς να εμπλακεί προσωπικά στην μάχη.
-Εκεί, ανάμεσα στα πασαλάκια με την κόκκινη κεφαλή, βρήκαμε πολλά σπαθιά και ασπίδες. Πολλές αιχμές από βέλη και πολλά πίλα βρέθηκαν στον επόμενο χώρο.
-Άρα εκεί στεκόταν η πρώτη γραμμή, έριξαν τα πίλα ενώ οι αντίπαλοι πλησίαζαν και ενώ οι τοξότες είχαν ήδη αρχίσει να τους χτυπάνε. Αναρωτιέμαι ποια εξέλιξη ακριβώς να είχε η μάχη. Ελπίζω να έχει γράψει γι’ αυτή ο Σέργιος Φλάβιος.
-Σαν αξιωματικός θα είχε περισσότερες ελπίδες να επιζήσει;
-Ένας εκατόνταρχος πολεμούσε και στην πρώτη γραμμή, οπότε δεν θα βασιζόμουν σε αυτό. Ελπίζω να επέζησε. Θα είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε αν η αναπαράσταση βάσει των ευρημάτων θα ταιριάζει με τη δική του περιγραφή.
Από την αγροικία ακούστηκε ένας μουσικός ήχος, κάπως αποδυναμωμένος σε αυτούς που βρίσκονταν σε ένα από τα πιο απομακρυσμένα σημεία των ανασκαφών.
-Ώρα για το φαγητό, είπε η Μέρεντιθ. Πάμε πίσω;
-Ναι, συμφώνησε Γουίλλιαμ και πήδηξε από το σημείο που στέκονταν στο μονοπάτι που θα τους έφερνε πίσω στο σπίτι. Έδωσε το χέρι και βοήθησε την Μέρεντιθ να κατέβει, είχε πολύ απαλό άγγιγμα και δεν βιάστηκε να το αφήσει.

Ο Χρυσός Της Χαμένης Λεγεώνας 3

Author: Νυχτερινή Πένα /


Ο στρατηγός Φλάβιος Αέτιος κοίταξε τον νεαρό τριβούνο απέναντί του και του έκανε νόημα να καθίσει στο μικρό κάθισμα μπροστά στο γραφείο του. Εκείνος υπάκουσε ενώ ο στρατηγός έστρεφε και πάλι το βλέμμα του στην περγαμηνή που είχε μπροστά του ανοιγμένη. Πέρασαν λίγα λεπτά πριν ο Αέτιος σηκώσει το βλέμμα του.
-Τι έκανες και ο Ανθέμιος ζητάει το κεφάλι σου επί πίνακι;
-Δεν τον άφησα να κακοποιήσει μια σκλάβα, απάντησε ήρεμα ο Γάιος.
-Πήγε στον αυτοκράτορα το πρωί και ζήτησε την παραδειγματική σου τιμωρία. Ξέρεις τον Βαλεντιανό, αφού το ζήτησε ο ευνοούμενός του δεν θα δίσταζε να το κάνει αλλά ήταν παρών ο Λέντουλλος Σούρας. Ξέρεις πόσο μισούνται.
-Ούτε εμένα με συμπαθεί βέβαια. Ξέρει ότι δεν ασπάζομαι την πίστη του.
-Αλλά πιο πολύ μισεί τον Ανθέμιο. Έτσι πρότεινε να παραπεμφθεί το θέμα στη σύγκλητο όπου έγινε μια έντονη συζήτηση. Ο Ανθέμιος ζήτησε την εξορία σου για την προσβολή στο πρόσωπό του άρα και στου αυτοκράτορα. Ο Σούρας απάντησε ότι δεν εξορίζουν έτσι απλά γενναίους αξιωματικούς ειδικά σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς και αντιπρότεινε μια τυπική στρατιωτική ποινή. Συμβιβαστήκανε με μια μετάθεση μακριά από τη Ρώμη.
-Να ετοιμαστώ για ταξίδι λοιπόν.
-Μέχρι το Λούγδουνο, είπε ο Αέτιος. Ο Αττίλας ξεσηκώνει τα Γερμανικά φύλλα να ενωθούν με τους Ούννους και να ξεχυθούν στην Γαλατία. Ήδη οι Φράγκοι αντιμετωπίζουν προβλήματα στην αντιμετώπισή τους. Ετοιμάζω στρατό και μόλις είμαστε έτοιμοι θα μετακινηθούμε στην Γαλατία. Υποσχέθηκα να υπερασπίσω την Ορλεάνη και δεν θα αθετήσω την υπόσχεσή μου.  Αλλά εσύ θα προηγηθείς.
Ο Αέτιος έδωσε στον Γάιο μια τυλιγμένη σε ρολό περγαμηνή.
-Οι διαταγές σου. Τίθεσαι διοικητής της δεκάτης εβδόμης λεγεώνας. Είναι μια λεγεώνα μειωμένης δυνάμεως που δημιουργήθηκε στην προσπάθεια αντιμετώπισης του Αττίλα.. Θα συνοδεύσει τον Άριο Σουεντώνιο που διορίστηκε έπαρχος της Γαλατίας. Θα ενισχύσετε την φρουρά της πόλης και θα περιμένετε εκεί την άφιξή μου.
-Μάλιστα.
-Αν πλησιάσουν δυνάμεις του εχθρού την πόλη θα πρέπει να κάνεις το καλύτερο δυνατόν. Μην επιχειρήσεις να εμπλακείς αν δεν είναι απαραίτητο αλλά προσπάθησε να αποφύγεις την πολιορκία. Ο Άριος τυπικά θα αναλάβει τη διοίκηση και της λεγεώνας αλλά δεν είναι στρατιωτικός και θα πρέπει εσύ να διοικήσεις σε περίπτωση μάχης.
-Μάλιστα στρατηγέ.
-Η λεγεώνα είναι στρατοπεδευμένη έξω από την Οστιανή πύλη. Θα πάρεις μαζί σου και την κοόρτη της χθεσινής φρουράς. Ο Ανθέμιος είναι και μαζί τους έξω φρενών.
-Ζήτησε και αυτών την τιμωρία;
-Ναι, είπε ο Αέτιος σαν κάτι να τον διασκέδαζε και γρήγορα εξήγησε τι ήταν αυτό. Ο Φλάβιος Σάγκας σηκώθηκε τότε και εξήγησε στον Ανθέμιο σε πολύ κοφτό και απότομο τρόπο ότι ακριβώς αυτή η πίστη των λεγεωνάριων στους διοικητές τους είναι που έχτισε το μεγαλείο της Ρώμης. Η κατηγορία απορρίφθηκε λοιπόν αλλά θα έλεγα για το καλό τους να τους πάρεις μαζί σου.
-Εντάξει στρατηγέ. Έχουμε κάτι άλλο;
-Αύριο το πρωί θα παραλάβεις από το Σεσόριο τον κυαίστορα Κόιντο Δούμα. Θα είναι υπεύθυνος των οικονομικών της λεγεώνας. Έχει ενημερωθεί για το ποσό που θα πάρετε μαζί σας για τους μισθούς σας αλλά και για την χρηματοδότηση κάποιων έργων στην οχύρωση του Λούγδουνου. Ο Άριος θα στείλει έναν υπηρέτη του κάποια στιγμή με μήνυμα για την αναχώρησή σας.
-Μάλιστα.
-Καλή τύχη Γάιε, θα τα πούμε σύντομα. Δεν θα αφήσουμε τον Αττίλα να καταστρέψει την Γαλατία

Ο Γουίλλιαμ κοίταξε το χώρο από το προνομιακό για παρατήρηση σημείο που βρισκόταν η σκηνή στην οποία δούλευε η Μέρεντιθ. Είχε ήδη μια καλή ιδέα στο μυαλό του για το πως ήταν κατανεμημένες οι επι μέρους ανασκαφές. Είχε δουλέψει και σε μεγαλύτερες ακόμη ανασκαφές και είχε συνηθίσει στο να κατατοπίζεται γρήγορα. Εξάλλου, χάρη και στην μελέτη μαχών, είχε πολύ καλή αίσθηση του χώρου που τον βοηθούσε πολύ. Γύρισε και κοίταξε την Μέρεντιθ που στεκόταν στο άνοιγμα της σκηνής της.
-Έχεις ωραία θέα από εδώ.
-Ναι, καμιά φορά όταν κάνω παύση για να ξεκουραστώ κοιτάζω τη θέα. Καμιά φορά και όταν δυσκολεύομαι κοιτάζω τους υπόλοιπους και ξαναβρίσκω το κουράγιο μου σκεπτόμενη ότι είμαι μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας.
-Είναι δύσκολο το κείμενο;
-Σαν κείμενο όχι. Είναι απλά γραμμένο, ο συγγραφέας του ήταν λεγεωνάριος και όχι λόγιος οπότε σπάνια έχει κάποιες εκφράσεις δύσκολες ή περίπλοκες. Και ο γραφικός χαρακτήρας είναι πολύ καλός, ειδικά για άνθρωπο που δεν εκπαιδεύθηκε για να γράφει. Αλλά το κείμενο έχει υποστεί αρκετά τη φθορά του χρόνου.
-Μιλάει για τη μάχη;
-Δεν ξέρω ακόμη. Ξεκίνησε από την άφιξή του στη Ρώμη. Πρώτα υπηρετούσε στους Ποτιόλους. Στη Ρώμη πήγε ως δεύτερος τη τάξει εκατόνταρχος σε μια κοόρτη. Δεν πρόλαβε να παραμείνει και πολύ στην αιώνια πόλη, τόσο ώστε να συνδεθεί με φιλία με τον ανώτερό του διοικητή της κοόρτης.
-Γιατί έφυγε;
-Μετακινήθηκε όλη η κοόρτη, ήταν μέρος της λεγεώνας. Οι συγκεκριμένοι αξιωματικοί είχαν εμπλακεί σε ένα θέμα που προκάλεσε την οργή ενός υπάτου φίλου του αυτοκράτορα. Όλα έγιναν για μια σκλάβα....
Ο Γουίλλιαμ την κοίταζε καθώς του εξηγούσε πως ο Γάιος βρέθηκε με μια αποστολή στη Γαλατία και πως η κοόρτη του Σέργιου και του Δέκιου ακολούθησε τη λεγεώνα. Του άρεσε ο τρόπος που μιλούσε, είχε μια απαλή φωνή που γέμιζε με πάθος καθώς μιλούσε για το αντικείμενό της και για τα όσα ήξερε όπως και για τα όσα ήθελε ακόμα να ανακαλύψει. Του άρεσε το πάθος που είχε για το αντικείμενό της.
Είχε αφήσει τις ανασκαφές του Γέηλ στη Νέα Γη γιατί έβρισκε το κλίμα πολύ ‘αποστειρωμένο’ και έτσι μετά την πρόσκληση του Μάικ Χάμιλτον είχε σπεύσει να έρθει στη Γαλλία με σκοπό να ‘λερώσει’ τα χέρια του. Και τώρα ακούγοντας τα όσα έλεγε η Μέρεντιθ πειθόταν ότι είχε κάνει πολύ καλά που είχε έρθει. Και η ευκαιρία να εργαστεί σε μια τοποθεσία που δεν είχαν ξαναγίνει ανασκαφές ήταν πολύτιμη.
-Θα μπορούσα να δω το χώρο της μάχης;
-Ναι, είπε η Μέρεντιθ, έλα θα σε οδηγήσω.

Γράφω Γιατί....

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Πρόσφατα διάβασα τις δηλώσεις μιας γνωστής Ελληνίδας συγγραφέα με αφορμή το θέμα δανεισμού των βιβλίων της. Τα όσα είπε σχολιάστηκαν ποικιλοτρόπως, Εγώ δεν ασχοληθώ με το όλο θέμα, θα σταθώ μόνο σε ένα σημείο. Ανάμεσα στα πολλά που είπε ήταν ότι βλέπει το γράψιμο καθαρά σαν βιοποριστική ασχολία. Και αυτό δεν μου άρεσε καθόλου.
   Γράφω εδώ και είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια, αύριο μάλιστα θα τα κλείσω, μπορεί να μην είμαι επαγγελματίας αλλά πιστεύω ότι ισχύει για όλους μας το ίδιο. Γράφουμε πρώτα από όλα γιατί το θέλουμε, το έχουμε ανάγκη. Έχουμε κάτι να πούμε, ένα μήνυμα να δώσουμε, μια ιστορία να αφηγηθούμε. Γράφουμε γιατί μας αρέσει, δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς αυτό.
   Γράφουμε γιατί το αγαπάμε. Δεν είναι τυχαίο που μια συνάδερφος μπλόγκερ έγραψε τη φράση « τα δάκτυλα κάνουν έρωτα με τα πλήκτρα », καθόλου μάλιστα. Το γράψιμο εμπεριέχει ένα πάθος που συγκρίνεται μόνο με τη φλόγα του έρωτα. Αν εκδίδεις βιβλία και αποφέρει χρήματα είναι καλό αλλά ως εκεί, δεν μπορεί να είναι στυγνά επαγγελματικό, με τίποτα, ποτέ.
   Με απογοητεύει που μια συγγραφέας μπορεί να το πιστεύει αυτό. Εγώ δεν το πιστεύω, δεν θα το ενστερνιστώ ποτέ και ελπίζω το ίδιο θα κάνουν και όλοι όσοι γράφουν και τύχει να με διαβάσουν.

Ο Χρυσός Της Χαμένης Λεγεώνας 2

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Όλα είχαν αρχίσει τρεις μήνες νωρίτερα όταν ένας ντόπιος αγρότης σκάβοντας σε έναν αμπελώνα βρήκε μια μαρμάρινη επιγραφή με το όνομα Άριος Σουεντώνιος. Ευσυνείδητα το ανέφερε στο υπουργείο πολιτισμού όπου σήκωσαν αδιάφορα τους ώμους. Μια πλάκα; Ε και; Δεν ήταν και μεγάλο πράγμα σε μια χώρα με μακραίωνη ιστορία όπως η Γαλλία. Εκείνος σκέφθηκε να την βάλει σε μια άκρη και να συνεχίσει το σκάψιμο αλλά τελικά το είπε στη γειτόνισσά του, τη Μωντ Λαμπλάν. Εκείνη ήξερε κάποιον που θα ενδιαφερόταν πολύ για το θέμα. Πήρε ένα τηλέφωνο.
   Σε δώδεκα ώρες ο καθηγητής Χάμιλτον βρισκόταν στην αγροικία του μεσιέ Ρομάν και έβλεπε με αναμφισβήτητο ενδιαφέρον την πλάκα που ήταν επιτύμβια. Αντίθετα με τους γραφειοκράτες που είχε μιλήσει ο αγρότης για εκείνον το όνομα του Ρωμαίου συγκλητικού του πέμπτου μετά Χριστόν αιώνα σήμαινε πολλά.
    Φρόντισε αμέσως να αποζημιωθεί πλουσιοπάροχα ο μεσιέ Ρομάν για την απώλεια της σοδειάς και της γης του και για τα απαραίτητα χρήματα για την ανασκαφή. Σε μια εποχή λιτότητος το πανεπίστημιο του Καίμπρητζ δεν μπορούσε να χρηματοδοτήσει την ανασκαφή πλήρως και όπως λεγόταν ο ίδιος ο καθηγητής είχε καλύψει τα υπόλοιπα ποσά στις πιστώσεις. Δεν ήθελε επουδενί να έχει πάνω από το κεφάλι του κάποιον χρηματοδότη που θα αναζητούσε τρόπο να αξιοποιήσει την επένδυσή του.
   Είχαν στήσει το αρχηγείο τους στην αγροικία της Μωντ που σύντομα όλοι αποκαλούσαν θεία Μωντ καθώς είχε ακριβώς το φιλικό καλοκάγαθο στυλ μιας θείας. Φρόντιζε να μαγειρεύει και να τους κανακεύει πολύ. Έμεναν επίσης στο σπίτι ενώ οι εργασίες γίνονταν σε τέντες και μια μικρή αποθήκη.
   Το ισόγειο του σπιτιού περιβαλλόταν από μια μικρή βεραντούλα δυο ή τρία σκαλιά από το έδαφος. Εκεί στεκόταν τώρα ο καθηγητής Χάμιλτον μαζί με έναν ακόμα άνδρα, νεώτερο από τον ίδο. Ο Μάικ Χάμιλτον ήταν σαράντα ετών, ένας μεγαλόσωμος άνδρας με καστανά μαλλιά σχετικά κοντοκομμένα και γαλανά μάτια. Ο άνδρας μαζί του θα μπορούσε να ήταν γιος ή αδερφός του αφού υπήρχε μεγάλη ομοιότητα ανάμεσά τους. Ήταν πιο νέος από τον καθηγητή αλλά όχι τόσο ώστε να είναι γιος του και αν ήταν αδέρφια είχαν μεγάλη διαφορά. Ήταν και εκείνος γαλανομάτης με καστανά μαλλιά αλλά είχε ένα σώμα γυμνασμένο και γεροδεμένο.
    Ο καθηγητής βλέποντας ότι είχαν μαζευτεί όλοι στράφηκε και τους είπε:
   -Σας φώναξα γιατί έχω να σας πω κάποια νέα. Έχουμε καλά νέα και κακά νέα. Τα καλά νέα είναι ότι έχουμε μαζί μας τον Γουίλλιαμ από δω για να μας βοηθήσει με τις ανασκαφές καθώς είναι ειδικός στην ιστορία των Ρωμαϊκών λεγεώνων και στις τακτικές τους.
   Φωνές καλωσορίσματος ακούστηκαν που έκαναν τον νεοφερμένο να κοκκινίσει και να κάνει μια κίνηση αποδοχής με το κεφάλι του. Ο καθηγητής για να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση αλλά και για να συνεχίσει με όσα είχε να πει πήρε πάλι το λόγο.
   -Τα άσχημα νέα τώρα είναι ότι έρχεται πάλι ο Λαζού μαζί με εκείνη την διακριτικότατη δημοσιογράφο που είχε και την άλλη φορά μαζί του.
   Φωνές αποδοκιμασίας ακούστηκαν από τα μέλη της αποστολής και η Μέρεντιθ είπε:
   -Όχι πάλι! Έλεος!
   Ο Ματιέ Λαζού ήταν στέλεχος του υπουργείου πολιστιμού της Γαλλίας. Παρά την αρχική αδιαφορία το υπουργείο έδειξε ενδιαφέρον όταν έμαθαν από κάποια διαρροή ότι υπήρχε πιθανότητα ευρέσεως χρυσού, έστελνε συχνά το Λαζού για να τους εποπτεύσει αν και ο καθηγητής διατηρούσε κάποιες υποψίες ότι ο μεσιέ Λαζού είχε προσωπικά κίνητρα για την παρουσία του εδώ. Κίνητρα εκφραζόμενα σε χρυσό που θα μπορούσε να ιδιοποιηθεί.
    -Έρχεται να ρίξει μια ματιά στο τι κάνουμε και να ψάξει λίγο για τα άπλυτά μας.
    -Ε αν είναι έτσι να μην κάνουμε μπουγάδα να έχει να ασχοληθεί! φώναξε η Ντέηνα που ήταν και πειρακτήρι.
   Γέλια ακούστηκαν και ο καθηγητής είπε:
   -Μη σας απασχολεί, θα αναλάβω εγώ τον επισκέπτη μας, εσείς απλά να είστε προσεκτικοί μιας και θα κυκλοφορεί και εκείνη η δημοσιογράφος μαζί του. Εντάξει, γι’ αυτό σας ήθελα και τώρα μπορείτε να επιστρέψετε στην εργασία σας.
   Καθώς οι υπόλοιποι ξεκινούσαν για τις εργασίες τους συζητώντας ο καθηγητής φώναξε:
   -Μέρεντιθ! Έρχεσαι λίγο;
   Η κοπέλα πλησίασε. Είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει και λίγο πιο καλά τον νεοφερμένο. Είχε ευγενικό παρουσιαστικό και παρατηρώντας τα χέρια του η Μέρεντιθ μπορούσε να καταλάβει ότι είχε πάρει πολλές φορές μέρος σε ανασκαφές.
   -Μπορείς να ξεναγήσεις τον Γουίλλιαμ στο χώρο των ανασκαφών όσο εγώ θα προσπαθώ να σταματήσω το διψασμένο για χρυσό επισκέπτη μας;
   -Ναι βέβαια, κανένα πρόβλημα.
   -Γουίλλιαμ, να σου συστήσω την Μέρεντιθ Γουίλσον, ασχολείται με τα χειρόγραφα που ανακαλύπτουμε. Οχι και πολλά ως τώρα, είναι η αλήθεια, αλλά ένα είναι μεγάλο και αρκετά αξιόλογο. Μέρεντιθ να σου γνωρίσω τον Γουίλλιαμ Γκόρντον ειδικό όπως είπα στις Ρωμαϊκές λεγεώνες.
   -Χαίρω πολύ, είπε η κοπέλα.
   -Επίσης, είπε ο Γουίλλιαμ και της έτεινε το χέρι. Είχε ένα δυνατό αλλά απαλό άγγιγμα.
   -Έλα να σε ξεναγήσω, είπε η Μέρεντιθ. Καθώς αμακρύνονταν από την αγροικία προς τους χώρους της ανασκαφής, του είπε:
   -Σκάβουμε σε τέερα σημεία. Το πρώτο είναι όπου βρέθηκε η πλάκα και η οποία είναι μάλλον επιτύμβια αν και ακόμα δεν βρήκαμε τον τάφο, βρήκαμε ωστόσο ίχνη εκσκαφής, κάποιο προσωρινό παρεκκλήσιο. Το δεύτερο σημείο εκεί κάτω, έδειξε με το χέρι της, είναι το σημείο όπου βρήκαμε τμήμα από ξύλινο τείχος.
   -Από κορμούς, τα συνηθισμένα οχυρά που έφτιαχναν οι λεγεώνες όταν βρίσκονταν καθ’ οδόν για κάποιο προορισμό ή στρατοπεδευμένες σε μέρος χωρίς πόλη ή οικισμό κοντά.
    -Ναι, αυτό ακριβώς. Βρήκαμε τη γραμμή που ακολουθούσε και το σημείο που ήταν η πύλη. Μέσα στην περίμετρο που υπολογίζουμε ότι είχε βρήκαμε αγγεία και τα λίγα έγγραφα που ανέφερε ο καθηγητής. Το τρίτο είναι μακριά σχετικά. Δεν ξέρω αν μπορείς να το δεις κοντά στο δρόμο.
   -Ναι, το βλέπω, τι υπήρχε εκεί;
   -Βρήκαμε πολλά μεταλλικά κομάτια που πιστεύουμε ότι είναι από λεπίδες σπαθιών, αιχμές από βέλη και κάποιες ασπίδες.
   -Πεδίο μάχης, είπε ο Γουίλλιαμ αμέσως. Βρήκατε σκελετούς;
   -Όχι, αλλά βρήκαμε το χώρο που τάφηκαν οι πεσόντες. Είναι το τέταρτο σημείο που εργαζόμαστε, από την άλλη πλευρά, προς την πλαγιά του λόφου.
   -Μάλιστα. Εδώ λοιπόν κατέληξε η δεκάτη εβδόμη λεγεώνα.
   -Δεκάτη εβδόμη από πόσες; ρώτησε η Μέρεντιθ.
  -Αυτό είναι μια δύσκολη ερώτηση. Ειδικά όσο πλησιάζουμε στα τελευταία χρόνια της δυτικής αυτοκρατορίας. Για να κάνουν τα πράγματα χειρότερα πολλοί αυτοκράτορες άρχιζαν από το ένα την αρίθμηση των λεγεώνων που δημιουργούσαν άσχετα με το ποιες υπήρχαν ήδη. Συνήθως οι λεγεωνες με τον ίδιο αριθμό ξεχώριζαν από το όνομα που τις συνόδευε. Αλλά στον τέταρτο αιώνα μετά Χριστόν είναι δύσκολο να εντοπίσεις τις λεγεώνες με τόσες επιδρομές και προσπάθειες να τις αντιμετωπίσουν.
   Η Μέρεντιθ τον άκουγε με ενδιαφέρον, ήταν προφανές ότι ήταν πολύ καλός γνώστης του αντικειμένου του.
   -Τι είδους έγγραφα βρήκατε; Κάτι που θα μας διαφωτίσει για την λεγεώνα;
   -Πολύ περισσότερο από όσο φαντάζεσαι, είπε η κοπέλα. Ανακάλυψα τα κατάστιχα του κυαίστορα που ήταν επιφορτισμένος με τα οικονομικά και την τροφοδοσία της λεγεώνος. Επίσης το χειρόγραφο ενός εκατόνταρχου που μιλάει για όλα όσα γίνανε από τη Ρώμη ως εδώ.
   -Αλήθεια; Πως λεγόταν;
 -Σέργιος Φλάβιος. Δεν ξέρω αν το έγραψε σαν απομνημονεύματα ή σαν επιστολή.
   -Και τι έμαθες για τη λεγεώνα;
   -Είναι μια μεγάλη ιστορία....



   Το παλάτι αντηχούσε από τα γέλια και τις επευφημίες καθώς οι σχεδόν ολόγυμνες χορεύτριες άφηναν την αίθουσα του συμποσίου. Μίμοι και ακροβάτες έπαιρναν τη θέση τους αν και πολλοί από τους συμποσιαζόμενους είχαν άλλες ασχολίες. Όπως και την εποχή των παλαιότερων αυτοκρατόρων τα συμπόσια κατέληγαν σε απροκάλυπτα όργια. Η έλευση του Χριστιανισμού και η θεσμοθέτησή του σαν επίσημης θρησκείας της αυτοκρατορίας λίγο είχε αλλάξει αυτήν την πραγματικότητα. Στο ανατολικό μερος της αυτοκρατορίας η συνεχής πολεμική ετοιμότητα εξ’ αιτίας των πολέμων με την Περσική αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών πρώτα και με τα βαρβαρικά φύλλα στο βορρά ύστερα, είχαν δώσει στην αυτοκρατορική αυλή μια ζωή πιο εγκρατή και προσεγμένη. Στην αιώνια πόλη όμως και στη Ραβέννα αυτό δεν ίσχυε, η αυτοκρατορική αυλή ζούσε το ίδιο ακόλαστα όπως και την εποχή που τα Ρωμαϊκά συμπόσια έγιναν τόσο κακόφημα.
    Μερικές φορές όταν στον επισκοπικό θρόνο βρισκόταν ένας ιεράρχης με κύρος κατάφερνε να συγκρατεί τις παρεκτροπές της αυλής αλλά τον περισσότερο καιρό ακόμα και με έναν άγιο στην παπική έδρα όπως ο Γρηγόριος που ήταν τώρα επίσκοπος, στο παλάτι γινόταν όργια και ακόλαστα γλέντια ξένα ακόμα και σε μη Χριστιανούς.
   Ίσως και αυτός να ήταν ο λόγος που ο Βαλεντινιανός προτιμούσε να βρίσκεται στη Ραβέννα παρά στη Ρώμη, σκεφτόταν ο τριβούνος Γάιος Ιούλιος Νομπίλιορ καθώς βάδιζε σε έναν διάδρομο που οδηγούσε στο κυρίως κτίριο του παλατιού από τη μεγάλη πύλη. Στο στεγασμένο αίθριο οι δυο στρατιώτες στάθηκαν προσοχή και χαιρέτησαν μόλις πέρασε. Στο τέλος του διαδρόμου ωστόσο δεν βρισκόταν ο ένας ακόμα σκοπός που έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Έριξε μια ματιά γύρω και ακούγοντας ένα πνιχτό βογγητό κατευθύνθηκε προς ένα βαρύ κόκκινο παραπέτασμα στα δεξιά του. Το παραμέρισε για να βρει έναν λεγεωνάριο σε μια αποκαλυπτική στάση με μια νεαρή σκλάβα. Μόλις τον είδε τραβήκτηκε απότομα από τη γυναίκα και προσπάθησε να φανεί ευπρεπής.
   -Γύρισε στη θέση σου στρατιώτη, είπε ψυχρά ο Γάιος. Αυτό θα σου κοστίσει τους μισθούς ενός μήνα!
   -Μάλιστα, είπε ο λεγεωνάριος ξέροντας ότι την είχε γλιτώσει φθηνά.
   Ο Γάιος συνέχισε την επιθεώρησή του, κουνώντας το κεφάλι του. Δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένος με την κατάσταση που έβλεπε. Η παρακμή της Ρώμης εισχωρούσε και στις λεγεώνες σαν μια απαίσια σηπτική αρρώστεια, σαν μια λέπρα που κανένας δεν μπορούσε να σταματήσει.
   Στο τέλος του επόμενου διαδρόμου ένας λεγεωνάριος στεκόταν ακουμπισμένος στον παραστάτη μιας πόρτας και κοιτούσε μέσα στο δωμάτιο που ανοιγόταν στα δεξιά. Ο Γάιος ξεθηκάρωσε το σπαθί του, το περιβόητο [i]γκλάντιους [/i] των λεγεωνάριων και φτάνοντας στο στρατιώτη πέρασε γρήγορα το μπράτσο του γύρω από το λαιμό του ακουμπώντας τη λάμα στο πλάι.
   -Θα ήσουν νεκρός αν ήμουν εχθρός, είπε, έχετε εφησυχάσει πολύ. Και οι καιροί δεν είναι για τέτοια. Και τι παρακολουθούσες με τέτοιο ενδιαφέρον;
   Άφησε το λεγεωνάριο που βιάστηκε να απομακρυνθεί και κοίταξε μέσα στο δωμάτιο. Ήταν ένα σχετικά μεγάλο δωμάτιο με ανάκλιτρα στους τοίχους, μέσα στο δωμάτιο βρίσκονταν τρεις άνδρες ντυμένοι μόνο με ένα εσώρουχο ενώ στη μέση κουλουριασμένη σε ένα μικρό ζωντανό κουβάρι ήταν μια ολόγυμνη νεαρή σκλάβα. Στο βλέμμα της φαινόταν ο τρόμος και από τα χείλη της έτρεχε αίμα. Πρόσεξε τα ρούχα στα ανάκλιτρα, τήβεννοι με την κόκκινη ρίγα, συγκλητικοί. Πατρίκιοι ή μη θα έπρεπε να εξηγήσουν τι γινόταν εδώ. Και ακριβώς αυτό ζήτησε να μάθει με κοφτή φωνή που δεν σήκωνε αντιρρήσεις.
   -Τι γίνεται εδώ;
   -Να μη σε νοιάζει λεγεωνάριε, είπε ο ένας από τους τρεις. Πήγαινε στη δουλειά σου.
   -Είμαι ο τριβούνος Γάιος Ιούλιος Νομπίλιορ, υπεύθυνος για την ασφάλεια του αυτοκράτορα. Δηλώστε τα ονόματα και το σκοπό σας εδώ.
    -Είμαι ο ύπατος Ανθέμιος και θέλω να διασκεδάσω με αυτή τη σκλάβα.
   Ο άνδρας έκανε ένα βήμα μπροστά σαν να ήθελε να επιβληθεί με το αξίωμα αλλά και τον όγκο του στον Γάιο. Σταμάτησε καθώς εκείνος τον κοίταζε απότομα. Μια ματιά πάνω του μπορούσε να βεβαιώσει ότι δεν είχε πτοηθεί καθόλου. Αντίθετα κοίταξε τον ύπατο εξεταστικά, δεν χρειαζόταν σοφία για να δει ότι ήταν σε υπερδιέγερση αλλά πρόσεξε το μεγάλο μαστίγιο που ήταν κουλουριασμένο στο χέρι του.
   -Πως σε λένε κορίτσι; ρώτησε.
   -Ζλάτκα, κόρη του Γκνάρθους.
   Ήταν κατατρομαγμένη, σκλάβα ή όχι δεν της άξιζε να πάθει αυτό που της ετοίμαζε ο Ανθέμιος. Αν ο πατέρας της ήταν Γότθος πως είχε βρεθεί σκλάβα; Τα τελευταία χρόνια ήταν σύμμαχοι με τους πιο πολλούς να υπηρετούν στα τμήματα των φοιδεράτων.
   -Εντάξει πάρε δρόμο, είπε στον Ανθέμιο.
   -Μην ανακατεύεσαι με το θέλημά μου.
   -Είναι κόρη ομήρου, έτσι δεν είναι;
  -Πρόσφατα ήρθε νέο, η φυλή της εξολοθρεύθηκε από τον Αττίλα, είναι άχρηστη πια.
   Αυτό εξηγούσε πολλά και ο Γάιος είχε μόλις αντιπαθήσει βαθύτατα τον ύπατο.
   -Φύγε και άσε τη πριν σε κάνω ανίκανο να ξανασμίξεις με γυναίκα, είπε τείνοντας το σπαθί προς τον ύπατο.
   -Θα έχω το κεφάλι σου γι’ αυτό! μούγκρισε ο Ανθέμιος.
   -Φρουρά! φώναξε ατάραχος ο Γάιος.
   Σχεδόν αμέσως κατέφτασε μια ομάδα λεγεωνάριων με τον Σέργιο επικεφαλής.
   -Διατάξτε!
   -Σέργιε! Χαίρομαι που σε βλέπω. Θα συνοδέψεις τον ύπατο σπίτι του. Δεν θα του επιτρέψεις να παραμείνει στο παλάτι.
   -Μάλιστα.
   -Θα το πληρώσετε! Όλοι σας! είπε με λύσσα ο Ανθέμιος.

Ο Χρυσός Της Χαμένης Λεγεώνας 1

Author: Νυχτερινή Πένα /

I.



   Οι σάλπιγγες ηχήσανε απότομα. Ήταν το χαρακτηριστικό κοφτό κάλεσμα στα όπλα. Οι λεγεωνάριοι, βετεράνοι όλοι, αρχίσανε να φοράνε τους θώρακες και τα κράνη τους και οι πιο γρήγοροι ανάμεσά τους να ετοιμάζουν τα όπλα τους. Έφεραν όλοι το χαρακτηριστικό κοντό σπαθί με τη βαριά λάμα, ασπίδα και δύο πίλα, αλλά πολλοί είχαν και κάποιο ακόμα πρόσθετο όπλο, κάποιο μαχαίρι συνήθως.
   Εκείνος όμως δεν είχε ακόμα ετοιμαστεί για την επερχόμενη μάχη. Πριν από τα όπλα έπρεπε να δει εκείνη. Δεν ήθελε να μην την δει ακόμα μια φορά πριν διακινδυνεύσει και πάλι τη ζωή του. Το είχε κάνει τόσες φορές και θα συνέχιζε να το κάνει άφοβα, αλλά στην περίπτωση που θα πέθαινε ήθελε να έχει δει ακόμα μια φορά την γλυκιά ομορφιά της Άρια Καικίλια.
   Σαν να είχε η σκέψη του τη δύναμη να υλοποιεί την επιθυμία του, το φύλλο της εισόδου της σκηνής ανασηκώθηκε και πέρασε μέσα η κοπέλα. Η κόρη του Αρίου Σουεντωνίου ήταν μια επληκτικής ομορφιάς κοπέλα, ομορφιά που ξεπερνούσε μόνο η γλυκύτητα του χαρακτήρα της.
   -Σέργιε! είπε η κοπέλα. Έλπιζα ότι είσαι ακόμη εδώ.
   Της χαμογέλασε καθώς εκείνη τον πλησίαζε τρέχοντας και ριχνόταν στην αγκαλιά του. Δεν μπορούσε να χορτάσει την γλυκιά της ομορφιά όπως και δεν μπορούσε να χορτάσει ποτέ την παρουσία της. Την έσφιξε πάνω του.
   -Άρια, χαίρομαι που σε βλέπω!
   Κοίταξε το καλοσχηματισμένο πρόσωπό της με τα αρμονικά χαρακτηριστικά, τα καστανά της μάτια, τα σαρκώδη χείλη, την αριστοκρατική κατατομή. Την έσφιξε στην αγκαλιά του και ένιωσε το σώμα της πάνω στο δικό του. Το σώμα αυτό που ήξερε κάθε σημείο του σαν να ήταν το δικό του και πολύ περισσότερο. Τη φίλησε στα χείλη, η γλώσσα του αναζήτησε τη δική της. Ένιωσε το σώμα της να σκιρτά στην αγκαλιά του ενώ η γλώσσα της έσμιγε με τη δική του και η επιθυμία του για εκείνη φούντωσε και πάλι. Την ήθελε, πόσο πολύ την ήθελε! Αλλά ήξερε ότι αυτό έπρεπε να περιμένει, οι Ούννοι πλησίαζαν.
   Το φύλλο της σκηνής που ήταν η είσοδος σ’ αυτή παραμερίστηκε και ένας άνδρας μπήκε στη σκηνή.
   -Σέργιε, οι βάρβαροι πλησιάζουν, έλα ακόμα δεν ετοιμάστηκες; Η κοόρτη μας συγκεντρώνεται.
   -Έρχομαι Δέκιε, απάντησε απρόθυμος να αφήσει την Άρια αλλά ξέροντας ότι δεν μπορούσε να αφήσει το καθήκον του. Αν μη τι άλλο για την ασφάλειά της.
   Γύρισε και τη κοίταξε.
  -Πρέπει να φύγω, μείνε εδώ αν θες. Το στρατόπεδο θα φρουρείται.
   -Θα σε περιμένω, είπε απαλά η κοπέλα. Να προσέχεις.
   -Θα το κάνω, είπε αρπάζοντας τον θώρακά του.
   -Ο Θεός μαζί σου, είπε η Άρια και τον άγγιξε απαλά στον ώμο καθώς έβγαινε από τη σκηνή.
   Οι δυο εκατόνταρχοι προχώρησαν γρήγορα προς το σημείο που συγκεντρωνόταν η κοόρτη τους. Οι λεγεωνάριοι είχαν σχηματίσει ήδη τις γραμμές τους και κάνανε τις τελευταίες ετοιμασίες. Θα αντιμετωπίζανε μια ομάδα πολεμιστών με την χειρότερη φήμη στην ιστορία αλλά ήταν βετεράνοι και αρκετά σίγουροι για τον εαυτό τους.
   -Χριστιανή είναι η Άρια; ρώτησε ο Δέκιος.
   -Ναι, όπως και’ γω, είπε ο Σέργιος.
   Ένας ιππέας σταμάτησε δίπλα τους, ήταν ντυμένος με ψηλές μπότες και κατάμαυρα ρούχα, μια καθόλου Ρωμαϊκή εμφάνιση πράγμα αναμενόμενο αφού ο ιππέας δεν ήταν Ρωμαίος αλλά Σαρματός. Όπως και πολλοί άλλοι του λαού του υπηρετούσαν στο ιππικό των λεγεώνων.
   -Έρχονται, είπε.
   -Πολλοί; ρώτησε ο Δέκιος.
  -Είναι παρατεταγμένοι σε τετράγωνα με τις λόγχες ψηλά και στα πλευρά έχουν ιππείς. Πολλούς ιππείς.
   Ο χιλίαρχος έδωσε το σύνθημα για να προχωρήσουν προς την έξοδο του στρατοπέδου. Η πρώτη κοόρτη, αυτή του Δέκιου και του Σέργιου, άρχισε να κινείται. Ήδη οι πύλες μπροστά είχαν ανοίξει και μια ελαφρά εκατονταρχία φοιδεράτων είχε βγει έξω ελέγχοντας ότι δεν θα υπήρχε κάποιος αιφνιδιασμός από τον εχθρό.
   Η Άρια στάθηκε στο άνοιγμα της σκηνής και κοίταξε τον αγαπημένο της να απομακρύνεται.

   Η Μέρεντιθ Γουίλσον άφησε το χειρόγραφο που διάβαζε καθώς μια φωνή είχε φωνάξει το όνομά της. Σήκωσε το βλέμμα της από τις κιτρινισμένες από το χρόνο σελίδες και κοίταξε πέρα από τη σκηνή της. Κάτω από τον ζεστό ήλιο της νότια Γαλλίας όλα τα μέλη της αποστολής δούλευαν σκληρά.
    Από το σημείο που βρισκόταν η σκηνή στην οποία δούλευε μπορούσε να δει σχεδόν ολόκληρο τον χώρο των ανασκαφών. Ήταν μια έκταση αρκετά μεγάλη, από τις καλλιέργειες που πρώτα υπήρχαν εδώ δεν απέμενε κανένα ίχνος πέρα από κάποια δένδρα εδώ και’ κει που είχαν επιζήσει επειδή δεν είχαν χρειαστεί να ξεριζωθούν για να προχωρήσουν το έργο τους.
   -Μέρεντιθ! ακούστηκε και πάλι το όνομά της και τώρα μπορούσε να δει ποιος τη φώναζε. Ήταν η Ντέηνα, συνάδερφος που ασχολείτο με την χρονολόγηση αντικειμένων. Ανηφόρισε προς το υψωμένο κάπως σημείο που βρισκόταν η Μέρεντιθ. Εκείνη άφησε το τραπέζι και σηκώθηκε, πήγε στην άκρη της σκηνής και περίμενε να τη φτάσει η συάδερφος και φίλη της. Ως που να γίνει αυτό το βλέμμα της περιπλανήθηκε στην έκταση των ανασκαφών με τους πασάλους και τους δείκτες που οριοθετούσαν τις διαφορετικές περιοχές εργασίας.
   -Ο καθηγητής μας κάλεσε όλους να συγκεντρωθούμε στης θείας Μωντ, είπε η Ντέηνα.
   -Είπε γιατί;
   -Είπε ότι έχει να μας πει νέα.
   -Πάμε τότε.
   Η Ντέηνα προχώρησε πρώτη και η Μέρεντιθ ακολούθησε. Ήταν συνάδερφοι και φίλες αλλά τελείως διαφορετικές μεταξύ τους. Η Ντέηνα ήταν μικρόσωμη, μελαχροινή με κοντά μαλλιά κομμένα αγορίστικα και κατάμαυρα μάτια. Η Μέρεντιθ ήταν κανονικού ύψους, με λευκό δέρμα, μια ιδέα πιο σκούρο από το να είναι κατάλευκο, είχε καστανοκόκκινα μακριά μαλλιά και καστανά μάτια. Άλλο τόσο διέφεραν σε χαρακτήρα, με την Ντέηνα να είναι εξωστρεφής και γρήγορη στις φιλίες και τη Μέρεντιθ να είναι εξαιρετικά κλειστή και λιγομίλητη, ειδικά όταν επρόκειτο για τον εαυτό της.
   Πλησιάζοντας την αγροικία, που συνόρευε με το χώρο της ανασκαφής και αποτελούσε αρχηγείο και κατάλυμμά τους, παρατήρησαν ότι είχαν μαζευτεί σχεδόν όλα τα μέλη της αποστολής. Πέρα στο χωματόδρομο που οδηγούσε στην εθνική οδό ένα σύννεφο σκόνης πρόδιδε την κίνηση αυτοκινήτων. Θα είχαν σύντομα επισκέπτες, η Μέρεντιθ αναρωτήθηκε τι είδους θα ήταν οι επισκέψεις και αν γι’ αυτές τους είχε φωνάξει ο καθηγητής.