Μέρες Του Φθινοπώρου 2

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Δεύτερο

 

-Κυρίες και κύριοι, καλώς ήλθατε στη Μυτιλήνη…

Η Κλερ Σεντ Βίνσεντ δεν άκουσε την υπόλοιπη αναγγελία της όμορφης κοπέλας που ήταν η επικεφαλής του πληρώματος του Airbus 320 που είχε μόλις ολοκληρώσει την πτήση από την Αθήνα στην Μυτιλήνη. Κοίταζε έξω τη θέα, δεν είχε επισκεφθεί άλλη φορά το νησί και έτσι ανυπομονούσε να το δει. Ερχόταν πολλά χρόνια στην Ελλάδα και είχε επισκεφθεί πολλά νησιά αλλά όχι αυτό. Τώρα είχε έρθει η σειρά του, και ίσως να ήταν το τελευταίο που θα έβλεπε.

Αναστέναξε. Δεν έπρεπε να αφήνει αυτές τις σκέψεις να τη βασανίζουν. Είχε πάρει μια απόφαση και θα την τηρούσε.

Σηκώθηκε από το κάθισμά της, στην πρώτη θέση, και ετοιμάστηκε να βγει στο διάδρομο. Στην απέναντι πλευρά ένας άντρας στηριγμένος σε ένα μπαστούνι έκανε το ίδιο αλλά κοντοστάθηκε και της έκανε νόημα να βγει εκείνη πρώτη. Τον ευχαρίστησε με ένα χαμόγελο σκεπτόμενη ότι αυτή η ευγένεια είχε χαθεί πια από τον κόσμο.

Κατέβηκε τη σκάλα και άφησε τον ήλιο να την λούσει με το φως του. Προχώρησε μετά στο λεωφορείο που περίμενε για να μεταφέρει τους επιβάτες στο τέρμιναλ του αεροδρομίου.

Ακολούθησε ο άνδρας με το μπαστούνι τον οποίο είχε προσέξει. Παρότι χρειαζόταν μπαστούνι, δεν πήγε να καθίσει αλλά στάθηκε κοντά στην πόρτα ατενίζοντας τη θάλασσα που έμοιαζε ακίνητη έτσι όπως δεν υπήρχε αέρας που να δημιουργεί το παραμικρό κυματάκι. Την κοίταξε και εκείνη, της άρεσε η θάλασσα από όταν ήταν παιδί.

 

Η Μάρθα Κόρβου διέσχισε την πρώτη θέση του αεροπλάνου με ύφος σαν να ήταν όλα κατώτερα της προσοχής της και αγνόησε τον ευγενικό χαιρετισμό από τις κοπέλες του πληρώματος. Για την Μάρθα η ταπεινοφροσύνη ήταν μια αρετή μόνο για εκείνους που είχαν λόγο να είναι ταπεινοί, όχι για εκείνη που ήταν μέλος της αφρόκρεμας της Αθηναϊκής κοινωνίας. Κατέβηκε από τη σκάλα του αεροπλάνου σαν να ήταν βασίλισσα που κατεβαίνει από τον θρόνο της, κοιτώντας αφ’ υψηλού τους γύρω της και απολαμβάνοντας τα αντρικά βλέμματα στο κορμί της. Ήξερε ότι κάθε σεξουαλικά ενεργός άντρας θα κοίταζε τους γοφούς της όπως λικνίζονταν στο περπάτημά της με τις γόβες και διαγράφονταν προκλητικά από το φόρεμά της.

Φυσικά δεν ήταν μόνο οι γοφοί της που θα τραβούσαν το αντρικό βλέμμα, τα στήθη της ήταν επίσης δυνατό σημείο, χαλάλι τις πλαστικές που είχαν χρειαστεί, στητά και μεγάλα, τέλεια αντίθεση με τη μέση της και ταίριασμα με τους γοφούς της.

Στάθηκε στο λεωφορείο και κοίταξε επιτακτικά τον άνδρα στην είσοδο. Εκείνος ανταπέδωσε το βλέμμα και παρά το τι περίμενε η Μάρθα το βλέμμα του δεν την περιεργάστηκε, απλά της έκανε χώρο να ανέβει. Η γυναίκα μισόκλεισε τα μάτια, ποιος ήταν αυτός που νόμιζε ότι ήταν καλύτερός της; Ανέβηκε στο λεωφορείο και τον κοίταξε πάλι. Η Μάρθα πρόσεξε τότε το μπαστούνι στο οποίο στηριζόταν και χαμογέλασε, θα τον τακτοποιούσε τον σακάτη.

 

Η Φοίβη Κόρβου δεν έμοιαζε σε τίποτα με τη μητέρα της. Εκεί που η μητέρα της ήταν καστανή, εκείνη είχε μαύρα κορακάτα μαλλιά, αντί για το πλούσιο στήθος της Μάρθας, εκείνη είχε μικρό στήθος, σαν να ήταν ακόμα έφηβη. Είχε λεπτή μέση αλλά τίποτα από τους γοφούς της μητέρας της, ήταν στενή σαν αγόρι όπως είχε πει κάποτε η Μάρθα σε ευήκοον της και όχι μόνον εκείνης.

Αντίθετα με τη μητέρα της, κατέβηκε τη σκάλα βιαστικά σαν να φοβόταν μια επίπληξη αν αργούσε. Ακολούθησε τη μητέρα της στο λεωφορείο και ευχαρίστησε τον άνδρα για την ευγένειά του. Η μητέρα της το πρόσεξε και χαμογέλασε ειρωνικά. Κάθισε σε μια θέση και καθώς η κόρη της στάθηκε μπροστά της κούνησε το κεφάλι της αποδοκιμαστικά.

-Λίγο μέηκ απ και ένα από εκείνα τα ενισχυμένα σουτιέν θα σε κάνανε να μοιάζεις γυναίκα, για να μην μιλήσουμε για το ότι ντύθηκες σαν καλόγρια.

-Η μητέρα σου έχει δίκιο, είπε μια βαριά αντρική φωνή, πρέπει να ντύνεσαι πιο θηλυκά.

Η Φοίβη χαμογέλασε για να μην βάλει τις φωνές. Εκείνη δεν έβρισκε κάτι κακό στο ντύσιμό της, είχε βάλει μια πουκαμίσα και ένα άνετο παντελόνι, ρούχα για ταξίδι. Δεν θα μπορούσε να νιώθει άνετα με καλό ή επίσημο ντύσιμο. Φυσικά ο Βασίλης είχε πάρει το μέρος της μητέρας της, αυτό δεν έκανε πάντα; Μπορεί να ήταν δικός της μνηστήρας αλλά ποτέ σχεδόν δεν συμφωνούσε μαζί της. Πάντα με τη μητέρα της. Την αγκάλιασε από τη μέση και την κράτησε κοντά του αλλά το άγγιγμα δεν της έφερε καμία ανακούφιση ή θαλπωρή. Εξακολουθούσε να θέλει να ουρλιάξει.

Ίσως κάτι να μην πήγαινε κάτι καλά με εκείνη. Είχε αυτά για τα οποία άλλες θα σκότωναν, έναν όμορφο μνηστήρα, μια καλή οικονομική κατάσταση και την άνεση να μη δουλεύει αλλά να κάνει την λεγόμενη καλή ζωή, και εκείνη ήθελε να ουρλιάξει, να φύγει από όλα αυτά αν ήταν δυνατόν.

Κοίταξε γύρω της νιώθοντας ξαφνικά να ασφυκτιά. Το βλέμμα της συναντήθηκε με του άνδρα με το μπαστούνι και μια περίεργη γαλήνη την κατέλαβε, σαν να της έλεγε το βλέμμα του ότι την καταλαβαίνει.

 

Ο Μιχάλης δεν θα περιεργαζόταν ποτέ μια γυναίκα όπως περίμενε η Μάρθα, ακόμα και αν κάποια περίσταση την έφερνε ολόγυμνή μπροστά του. Τώρα που είχε αφήσει πίσω του μια σχέση, όσο και αν αυτή ήταν αποτυχημένη και δεν είχε υπάρξει αυτό που είχε εκείνος ελπίσει, ήταν ακόμα πιο μακριά από το να προσέξει μια γυναίκα.

Η Φοίβη όμως είχε τραβήξει την προσοχή του, η απελπισία στο βλέμμα της ήταν τόσο εμφανής που ακόμα και απλά κοιτώντας τους συνεπιβάτες του δεν μπορούσε να μην την παρατηρήσει. Αναρωτήθηκε τι ήταν αυτό που έτρωγε το κορίτσι και το βλέμμα του μαλάκωσε. Εκείνη τη στιγμή τον κοίταξε η Φοίβη και ένιωσε ότι εκείνος την καταλαβαίνει.

Το λεωφορείο ξεκίνησε τη μικρή του διαδρομή ως το κτίριο του αεροδρομίου. Ο Μιχάλης κοίταξε έξω τον τόσο γνώριμο χώρο. Είχε ταξιδέψει πολλές φορές από αυτό και προς αυτό το αεροδρόμιο. Πολλές φορές είχε έρθει στο νησί πάνω από μια φορά το χρόνο αλλά ποτέ τόσο αργά, μετά το καλοκαίρι, μα να που είχε γίνει και αυτό.

Το λεωφορείο έφτασε στο κτίριο του αεροδρομίου και σταμάτησε. Οι πόρτες άνοιξαν και οι επιβάτες άρχισαν να κατεβαίνουν. Η Μάρθα σηκώθηκε νωχελικά και προχώρησε προς την πόρτα. Δεν αποβιβάστηκε ωστόσο, περίμενε να το κάνει ο Μιχάλης. Μόλις εκείνος κινήθηκε προς την πόρτα το έκανε και εκείνη και με την τσάντα της χτύπησε το μπαστούνι του καθώς στηριζόταν σε αυτό για να κατέβει. Το μπαστούνι υποχώρησε και ο Μιχάλης έχασε την ισορροπία του. Απογοήτευσε την Μάρθα ωστόσο μιας και δεν σωριάστηκε στην άσφαλτο όπως εκείνη περίμενε. Έχοντας ζήσει πολλά χρόνια πια με αυτό το πρόβλημα και έχοντας αντιμετωπίσει διάφορα ατυχήματα κατά καιρούς, ήταν γρήγορος στις αντιδράσεις του. Αρπάχτηκε από το στροφείο της πόρτας και κατέληξε να προσγειωθεί στο έδαφος όρθιος στα πόδια του αν και όχι με τον πιο κομψό τρόπο.

Έσφιξε τα δόντια καθώς αυτή η απότομη κάθοδος έστειλε ένα κύμα πόνου να τον διατρέξει και προχώρησε προς το εσωτερικό του τέρμιναλ χωρίς να δώσει συνέχεια.

Βγήκε έξω και ανέπνευσε με απόλαυση τον αέρα που μυρωμένος ερχόταν από τη θάλασσα. Προχώρησε στα σταθμευμένα ταξί που περίμεναν.

-Θα με πας μέχρι την πόλη; ρώτησε τον οδηγό του πρώτου στη σειρά.

Ο οδηγός δε φάνηκε να χαίρεται και ο Μιχάλης χαμογέλασε, ήξερε τι συνέβαινε. Η διαδρομή δεν ήταν μεγάλη και έτσι το κόμιστρο δεν θα ήταν ιδιαίτερα υψηλό.

-Πάρε και άλλο δρομολόγιο. Εμένα με αφήνεις στο ηρώο κοντά στην περιφέρεια και συνεχίζεις για όπου θέλει.

Ο επόμενος επιβάτης που βγήκε ήταν η Κλερ Σεντ Βίνσεντ. Ο οδηγός τη ρώτησε αν ήθελε ταξί και εκείνη ένευσε καταφατικά

-Θα αφήσουμε τον κύριο και συνεχίζουμε, είπε ο οδηγός, πού πάτε;

Η Κλερ του είπε και ο Μιχάλης γύρισε και την κοίταξε. Στο ίδιο μέρος θα πήγαινε και ο ίδιος μόλις ολοκλήρωνε τη δουλειά του με τον Γιώργο. Ήξερε το ξενοδοχείο όπου θα έμενε.

-Είναι από τα καλύτερα της περιοχής, είπε.

-Μένετε εκεί; ρώτησε η Κλερ.

-Όχι, έχω δικό μου σπίτι.

-Θα χαρώ να ξανασυναντηθούμε.

-Το πιθανότερο, δεν είναι τόσο μεγάλο μέρος και οι πιο πολλοί ξένοι θα έχουν φύγει πια.

-Θα έχει ησυχία να υποθέσω.

-Ναι, θα έχει.

Της άρεσε αυτό. Ήθελε να περάσει τις διακοπές της σε έναν ήσυχο τόπο με ήρεμους ρυθμούς. Και θα ήταν σίγουρα ωραία εμπειρία, ειδικά αν όλοι ήταν ευγενικοί σαν αυτόν τον ξένο. Με τη συνειδητοποίηση ότι ήταν ξένος τού συστήθηκε και έκανε και εκείνος το ίδιο.

-Φτάσαμε, είπε ο οδηγός στον Μιχάλη που βγήκε. Πήρε τα πράγματά του, ένα μικρό σακίδιο και τον χαρτοφύλακα με το λάπτοπ του, και βγήκε.

-Θα τα ξαναπούμε, είπε στην Κλερ με ένα χαμόγελο.

 

Η Μάρθα δεν θα έπαιρνε ταξί για να πάει στον προορισμό της. Είχε κανονίσει για μια λιμουζίνα. Ο κουστουμαρισμένος οδηγός έβαλε τις αποσκευές τους στον κατάλληλο χώρο και κράτησε την πόρτα ανοιχτή για να μπουν. Η Μάρθα κάθισε στη μια πλευρά και ο Βασίλης με τη Φοίβη απέναντί της.

-Μητέρα, είπε η Φοίβη, δεν ήταν σωστό αυτό που έκανες στο λεωφορείο.

-Μπα γιατί; Δεν θα έπρεπε να παραμερίσει να ανέβω στο λεωφορείο;

-Μα το έκανε!

-Όχι όσο γρήγορα ή με το σεβασμό που θα έπρεπε.

-Μητέρα! Δεν ήταν κανένας ζητιάνος, στην πρώτη θέση ταξίδευε!

-Σίγουρα δεν ήταν του δικού μας κοινωνικού στάτους, είπε ο Βασίλης, η μητέρα σου έχει δίκιο.

Αγκάλιασε τη μνηστή του από τους ώμους και την κράτησε στο πλευρό του.

-Δε βλέπω την ώρα να βρεθούμε μόνοι, της ψιθύρισε και η Φοίβη κοκκίνισε.

Η Μάρθα γέλασε.

-Έτσι σας θέλω και μην ανησυχείτε, μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε, η σουίτα μας έχει δύο υπνοδωμάτια. Καιρός για εμπειρίες.

-Σίγουρα θα είναι πολλές, υπερθεμάτισε ο Βασίλης.

Θα ήταν πολλές οι εμπειρίες, αυτό το Φθινόπωρο θα έμενε σε όλους αξέχαστο.

 

Ο Μιχάλης πέρασε την πόρτα του γραφείου και στάθηκε, η περιποιημένη γραμματέας τον κοίταξε εξεταστικά και είπε:

-Παρακαλώ;

-Πες στον Γιώργο, ότι ήρθε το ιππικό.

Η κοπέλα χαμογέλασε.

-Περάστε, σας περιμένει.

Ο Γιώργος τον είχε ακούσει και ήταν στην πόρτα.

-Χαίρομαι που σε βλέπω! Να κεράσω καφέ;

-Ήπια στο αεροπλάνο.

-Πρωινό τότε;

-Έφαγα κιόλας.

-Πρώτη θέση ταξίδευες;

-Οξύνους όπως πάντα. Χαίρομαι που σε βρίσκω μια χαρά.

 

-Δεν μπορούσες να φορέσεις κάτι πιο καλό; Είναι ο πιο διακεκριμένος δικηγόρος της πόλης και από τους καλύτερους της χώρας.

Οι δύο γυναίκες που περπατούσαν βιαστικά στην οδό Χρυσομαλλούσης μαζί με το μικρό κοριτσάκι που η μία κρατούσε από το χέρι, λογόφερναν χωρίς να μειώνουν τον ρυθμό τους. Η μια ήταν γύρω στα εξήντα με αυστηρό παρουσιαστικό, ντυμένη με ένα ακριβό ταγέρ. Η νεότερη ήταν προς το τέλος της τέταρτης δεκαετίας της ζωής της. Είχε ντυθεί απλά με μια πουκαμίσα και ένα υφασμάτινο παντελόνι, το ντύσιμο συμπλήρωναν απλά ίσα παπούτσια. Το συνηθισμένο ντύσιμο είχε επισύρει τη μήνι της μεγαλύτερης γυναίκας. Το κοριτσάκι που κρατούσε από το χέρι η νεότερη χοροπηδούσε ξέγνοιαστο παίζοντας ένα παιχνίδι που συνίστατο στο να μην πατάει τους αρμούς στις πλάκες του πεζοδρομίου αλλά να πηδάει από πάνω.

Φτάσανε στον προορισμό τους και η μεγαλύτερη γυναίκα στράφηκε στο κοριτσάκι.

-Ελεάνα δεν θα μιλάς, ούτε θα γελάς.

Μετά στράφηκε στην άλλη γυναίκα.

-Γιατί την πήρες μαζί;

-Άφησα ήδη πολλά στα παιδιά να κάνουν, δεν χρειαζόταν να την έχουν και εκείνη έγνοια.

Η μεγαλύτερη γυναίκα έβγαλε έναν περιφρονητικό ήχο και μπήκαν στο γραφείο, στο ισόγειο ενός μεγάλου συγκροτήματος γραφείων, όπου μια καλοντυμένη και μακιγιαρισμένη γραμματέας τους υποδέχτηκε.

-Είμαι η Δέσποινα Αμπλιώτη, είπε η μεγαλύτερη γυναίκα. Έχουμε ραντεβού με τον κύριο Γιαννέλλη.

-Παρακαλώ, περάστε. Σας περιμένει.

Η γραμματέας προχώρησε να ανοίξει την εσωτερική πόρτα και η Δέσποινα κοίταξε με νόημα την κόρη της. Η Δωροθέα Αμπλιώτη – Στασινού, αναστέναξε. Είχε συνηθίσει αυτήν την συμπεριφορά της μητέρας της αλλά δεν έπαυε να της δημιουργεί ένα αίσθημα ότι ποτέ δεν θα την ευχαριστούσε. Ό,τι και αν έκανε δεν θα ήταν αρκετό.

Το γραφείο του δικηγόρου ήταν μεγάλο και ευάερο καθώς διέθετε ένα παράθυρο αλλά και μια πόρτα που οδηγούσε σε μια φαρδιά βεράντα. Εκείνος ήταν καθισμένος πίσω από ένα μεγάλο μαονένιο έπιπλο – αντίκα βαρυφορτωμένο με έγγραφα και φακέλους. Στους τοίχους υπήρχαν βιβλιοθήκες με νομικά βιβλία αλλά και αρχειοθήκες με φακέλους υποθέσεων. Αλλά δεν ήταν όλα γύρω επαγγελματικά, σε ένα ράφι υπήρχαν λογοτεχνικά βιβλία ενώ σε ένα άλλο ένα σύστημα στέρεο με ένα cd-player και μερικά cd.

Μπροστά στο γραφείο του δικηγόρου ήταν ένα μικρό σαλονάκι με πολυθρόνες και ένα χαμηλό τραπεζάκι. Σε μια πολυθρόνα καθόταν ήδη ένας άνδρας με ένα μπαστούνι στερεωμένο ανάμεσα στα πόδια του.

-Καλώς ήρθατε, καθήστε, είπε ο Γιώργος, ένας ψηλός και γεροδεμένος άντρας που φορούσε ένα καλοραμμένο κουστούμι. Να σας συστήσω τον φίλο μου. Ο Μιχάλης ήρθε να βοηθήσει με τη δική σας υπόθεση.

Η Δέσποινα κοίταξε τον άλλο άνδρα απαξιωτικά. Ο Μιχάλης ανταπέδωσε το βλέμμα ατάραχος.

-Αυτός είναι σακάτης.

Ο Γιώργος πήγε να πει κάτι αλλά ο Μιχάλης τον πρόλαβε.

-Μόνο στο σώμα σας βεβαιώ, το μυαλό μου είναι μια χαρά.

Η Δέσποινα φάνηκε να χάνει τα λόγια της και η Δωροθέα χαμογέλασε αχνά.

-Λοιπόν, πώς έχουν τα πράγματα, είπε ο Γιώργος. Πριν από επτά περίπου χρόνια ο Παναγιώτης Στασινός, ο σύζυγος της Δωροθέας, έκανε έναρξη εργασιών στο όνομά της και πήρε δάνειο από την τράπεζα ύψους 300.000 ευρώ ενώ εξασφάλισε και ένα πρόγραμμα ΕΣΠΑ με άλλες 100.000. Η επιχείρηση ξεκίνησε να λειτουργεί και μετά ο Στασινός εξαφανίστηκε με τα λεφτά.

-400 χιλιάρικα; είπε ο Μιχάλης.

-Όχι, τα εκατό περίπου χρησιμοποιήθηκαν όντως για να στηθεί η επιχείρηση. Έφυγε με τα υπόλοιπα. Τώρα η Δωροθέα αντιμετωπίζει πολλαπλά οικονομικά προβλήματα. Η τράπεζα θέλει τα δανεικά τα οποία σύμφωνα με τη σύμβαση είναι 330.000 αυτή τη στιγμή. Έχει χρέη στην εφορία από την οικονομική δραστηριότητα της επιχείρησης που δεν μπορεί να πληρώσει γιατί η τράπεζα έχει δεσμεύσει ήδη όλα τα χρηματικά της αποθέματα.

-Ο Στασινός; Δεν καταζητείται;

-Όχι, καθώς όλα έγιναν στο όνομα της Δωροθέας δεν έκανε τίποτα παράνομο.

-Πώς το έκανε όμως;

-Του είχα δώσει την ταυτότητά μου, είπε με δυστυχισμένο ύφος η Δωροθέα.

-Αφού ήσουν τόσο ανόητη, είπε η μητέρα της.

-Δεν πήγε ο νους μου στο κακό, ήταν ο άντρας μου.

-Σωστά εδώ του είχες ανοίξει τα πόδια, στην ταυτότητα θα σταματούσες;

Η Δωροθέα κοκκίνισε και χαμήλωσε το βλέμμα. Ο Γιώργος είδε τον Μιχάλη να συνοφρυώνεται και κατάλαβε ότι ερχόταν καταιγίδα. Δεν είχε γνωρίσει άλλον άνθρωπο τόσο ήσυχο όσο ο Μιχάλης αλλά και κανενός ο θυμός δεν ήταν πιο βίαιος όταν πια ξεσπούσε.

-Ελάτε τώρα, είπε ήσυχα, αυτό δεν ωφελεί…

Η Δωροθέα δεν τον άκουγε. Την προσοχή της την είχε τραβήξει η Ελεάνα. Η μικρή όσο μιλούσαν έφερνε βόλτα το γραφείο, τώρα είχε πάει κοντά στον Μιχάλη και σκάλιζε το μπαστούνι του. Αυτό ήταν περίεργο, η Ελεάνα δεν πλησίαζε μόνη της ξένο. Τώρα για κάποιο λόγο φαινόταν να μην ντρέπεται. Πιάστηκε από το πόδι του Μιχάλη και αποπειράθηκε να σκαρφαλώσει. Εκείνος την άφησε, χαμήλωσε μάλιστα το πόδι του.

-Αν μπορούσαμε να αποδείξουμε ότι ο Στασινός πήρε τα λεφτά, θα μπορούσε να γίνει κάτι με την τράπεζα. Αλήθεια τι επιχείρηση είναι; ρώτησε ο Μιχάλης.

-Είναι ένα μαγειρείο, μικρό εστιατόριο στο χωριό και…

-Αλήθεια; Νόμιζα ότι τα ήξερα όλα.

-Είστε από τα μέρη μας; ρώτησε η Δωροθέα.

-Έρχομαι για διακοπές.

-Δεν είναι τόσο περίπλοκο όσο το Μεμόριαλ, αφού βρήκες εκεί την άκρη θα τη βρεις και εδώ, είπε ο Γιώργος.

-Τι άκρη να βρω εδώ; Υποψιάζεσαι απάτη;

-Όχι, αλλά ελπίζω ότι ίσως δεις κάτι που μου διαφεύγει.

-Εντάξει.

Ο Γιώργος στράφηκε στη Δέσποινα.

-Οι νύξεις μας στην τράπεζα δεν πέτυχαν. Πρέπει να έχουμε κάτι παραπάνω από τον λόγο μας ότι ο Στασινός ενήργησε χωρίς να το ξέρει η Δωροθέα.

-Εγώ θα χρειαστώ τα φορολογικά αρχεία, είπε ο Μιχάλης τελείως ατάραχος από το γεγονός ότι η Ελεάνα είχε βολευτεί στην αγκαλιά του και είχε γλαρώσει, έτοιμη να κοιμηθεί.

Η Δέσποινα το είδε και πήγε να πει κάτι αλλά το βλέμμα του Μιχάλη την απέτρεψε. Η αυταρχική γυναίκα για πρώτη φορά ένιωσε την ανάγκη να υποχωρήσει μπροστά σε κάποιον.

-Έχω εδώ τις εκτυπώσεις με τα σύνολα πάνω στις οποίες βασίστηκαν τα Ε3, είπε ο Γιώργος. Αυτή είναι η πιο πρόσφατη, της φετινής δήλωσης.

Ο Μιχάλης πήρε την εκτύπωση και την κοίταξε.

-Δουλεύετε με σαιζόν; παρατήρησε, από Μάιο ως Οκτώβριο;

-Ναι, όταν έχουμε ξένους, τους άλλους μήνες δεν έχει νόημα.

Ο Μιχάλης ένευσε καθώς μελετούσε τις στήλες με τους αριθμούς στο χαρτί.

-Υπάρχει ένα λάθος, είπε ξαφνικά.

-Λάθος; Τι λάθος;

-Στον Οκτώβριο, στις μισθοδοσίες.

-Είναι το επίδομα αδείας, είπε η Δέσποινα, οι επιχειρήσεις αυτές δεν δίνουν την άδεια το καλοκαίρι, τη βάζουν συνήθως στο τέλος της περιόδου. Γι’ αυτό το ποσό είναι λίγο μεγαλύτερο από τους άλλους μήνες.

-Έλα, παππούλη μου, να σου δείξω τ’ αμπέλια σου πού είναι, απάντησε ο Μιχάλης και η Δέσποινα κοκκίνισε από οργή.

Ο Γιώργος δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει αλλά η Δωροθέα κρατήθηκε καθώς ένιωσε το αυστηρό βλέμμα της μητέρας της πάνω της.

-Το ποσό είναι μικρό, θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερο, κατά περίπου 50 τοις εκατό από τους άλλους μήνες.

-Και τι αλλάζει αυτό; ρώτησε η Δέσποινα.

Η Δωροθέα γύρισε να τον κοιτάξει και τότε συνειδητοποίησε τι είχε κάνει η Ελεάνα. Έσπευσε να την πάρει στα χέρια της ψιθυρίζοντας απολογίες. Ο Μιχάλης την καθησύχασε.

-Δεν ήταν κόπος.

Σηκώθηκε όρθιος.

-Γιώργο, δες το αυτό και θα ξαναμιλήσουμε. Έχω ακόμα δρόμο και δύο στάσεις να κάνω οπότε καλό είναι να ξεκινώ σιγά – σιγά.

-Λέω το Σάββατο να ανέβω στο χωριό και να συναντηθούμε εκεί, είπε ο δικηγόρος.

-Εντάξει, είπε ο Μιχάλης και πήγε προς την πόρτα.

Η Δέσποινα σχολίασε χαμηλόφωνα την εμφανή του χωλότητα και εκείνος γύρισε και την κοίταξε.

-In lingua venomum, είπε και βγήκε.

-Τι είπε; Με έβρισε; απαίτησε να μάθει η Δέσποινα.

-Είναι λατινικά, είπε ο Γιώργος μην κρύβοντας ότι το διασκέδαζε, σημαίνει στη γλώσσα το δηλητήριο, είναι παράφραση ενός λατινικού ρητού.

 

Η Έφη βγήκε από την πισίνα ολόγυμνη καθώς έβγαινε στον κήπο ο Νικόλαος Βλέμμυς. Της έριξε ένα βλέμμα που είχε άμεση επίδραση πάνω του όπως μπορούσε να δει η Έφη μιας και εκείνος φορούσε μόνο ένα μαγιό. Της άρεσε που είχε τέτοια επίδραση σε έναν άνδρα που φημιζόταν για τις κατακτήσεις του. Πλησίασε και τον φίλησε στο στόμα.

-Είχα νέα, είπε ο Βλέμμυς.

-Τι νέα;

-Έβαλα έναν άνθρωπο μου στην χρηματιστηριακή να ελέγξει τον πρώην σου.

-Και;

-Δεν είναι φτωχός, δεν είναι σαν εμάς αλλά δεν είναι κανένας εμπερίστατος, θα μπορούσε να ζει άνετα με στυλ. Έχει επίσης ισχυρούς συμμάχους, τις επενδύσεις του τις χειρίζεται ο Αλέξανδρος Κομνηνός, ένας τύπος που δεν αστειεύεται καθόλου. Ο δικός μου έχασε τη θέση του. Αλλά ο πόλεμος τώρα άρχισε.

-Μμμ… μου αρέσει το πώς το βλέπεις, είπε η Έφη και άρχισε να τον φιλάει κατηφορίζοντας στο λαιμό και το στέρνο του. Το αλητάκι;

-Ανέλαβε και τους βρήκε σπίτι και μια δουλειά. Δεν μπορώ να το αναιρέσω αυτό. Αλλά τον φίλο σου θα τον κυνηγήσω. Θα τον καταστρέψω. Ξέρεις πού είναι τώρα;

-Όχι, είπε η Έφη.

-Στη Μυτιλήνη, αύριο θα πάω με το γιοτ μου και’ γω. Θέλεις να έρθεις κι’ εσύ;

-Σαν τι;

-Σαν καλεσμένη, θα έχω και άλλους ξένους εξάλλου.

-Ναι, αμέ, θέλω να τον δω να υποφέρει.

Η Έφη γονάτισε και έλυσε το μαγιό του Βλέμμυ. Εκείνος άφησε ένα βογκητό ευχαρίστησης και έπιασε το κεφάλι της.

-Ναι, είπε με βαθιά φωνή. Θα στον φέρω να τον κάνεις ό,τι θες.

Η Έφη πολλαπλασίασε τις προσπάθειες να τον ευχαριστήσει. Στο δικό της σώμα την ηδονή έφερε η σκέψη ότι ο Μιχάλης θα υπέφερε μαρτύρια.

Μέρες Του Φθινοπώρου 1

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Πρώτο

 

Ήταν ένα ζεστό πρωινό παρότι το καλοκαίρι έφευγε πια και ο Σεπτέμβριος είχε μπει για τα καλά. Η Έφη Δάγκου βέβαια δεν ένιωθε τη ζέστη κολυμπώντας στη πισίνα στον κήπο της οικογενειακής βίλας στη Γλυφάδα. Της άρεσε το δροσερό νερό ακόμα περισσότερο αφού ήταν σχεδόν ολόγυμνη μέσα στην πισίνα. Κολύμπησε στην άκρη της και κοίταξε τον άνδρα που καθόταν απέναντί της στη σκιά. Είχε βολευτεί σε μια πολυθρόνα και διάβαζε ένα βιβλίο όσο εκείνη κολυμπούσε μιας και ο ίδιος δεν το έκανε. Δίπλα του ήταν στερεωμένο στον τοίχο ένα μπαστούνι.

-Μιχάλη, του φώναξε και εκείνος την κοίταξε.

Είχε γαλανά μάτια και σοβαρό βλέμμα. Το γεγονός ότι είχε έναν αέρα λόγιου της άρεσε. Επίσης της άρεσε ότι οι φίλες της ζήλευαν, ο Μιχάλης ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερος, είχε εμπειρίες από ταξίδια και πολλές τη ζήλευαν για το τι θα της έκανε στο κρεβάτι.

Τίποτα ήταν η απάντηση. Δεν είχε κοιμηθεί μαζί του, δεν είχε κάνει τίποτα άλλο παρά μόνο να φιληθεί μαζί του. Αλλά της άρεσε όπως ήταν τα πράγματα.

-Μην κοιτάς, θα βγω.

-Εντάξει, είπε ο Μιχάλης και ξαναγύρισε στο βιβλίο του.

Η Έφη βγήκε από το νερό και προχώρησε προς το σπίτι λύνοντας το κάτω μέρος, το μόνο που φορούσε, από το μπικίνι της. Το πέταξε στον Μιχάλη, έπεσε δίπλα στο πόδι του. Θα το έβλεπε και θα ήξερε ότι ήταν ολόγυμνη αλλά δεν θα μπορούσε να σηκώσει το βλέμμα του. Ήταν πολύ κύριος για να το κάνει και της άρεσε να παίζει έτσι με τις αντοχές του.

Ντύθηκε και επέστρεψε στον κήπο, ο Μιχάλης συνέχιζε να διαβάζει. Την είχε ξαφνιάσει η ανακάλυψη ότι πίσω από τον άνθρωπο με τα απλά γούστα βρισκόταν μια διόλου ευκαταφρόνητη οικονομική θέση, αμελητέα μπροστά στη δική της αλλά σημαντική, την οποία δεν επεδείκνυε καθόλου.

-Το βράδυ έχει δεξίωση η Φλάμη, θα πάμε; Θέλω να με συνοδέψεις.

-Εντάξει.

Η Έφη παραμέρισε το χέρι του με το βιβλίο και κάθισε καβαλικευτά στην αγκαλιά του. Τον φίλησε στο στόμα και τρύπωσε τη γλώσσα της να βρει τη δική του. Έσπρωξε το στήθος της στο στέρνο του και πίεσε τους γοφούς του με τα γόνατά της. Ένιωσε τον ανδρισμό του να σκληραίνει και λίκνισε το σώμα της πάνω του ενώ εκείνος την έπιανε από τη μέση.

-Μ’ αρέσει να σε νιώθω έτσι, ψιθύρισε στο αυτί του, σαν να σε νιώθω μέσα μου.

Ένιωσε τα χέρια του να κατεβαίνουν στους γοφούς της και αμέσως τραβήχτηκε.

-Είπαμε ότι δεν θα κάνουμε σεξ, του είπε αυστηρά.

Ο Μιχάλης την κοίταξε σαστισμένος.

-Νόμιζα ότι αναθεώρησες. Το σχόλιο που μόλις έκανες και η συμπεριφορά σου…

Η Έφη χαμογέλασε.

-Όχι, δεν άλλαξα γνώμη. Λοιπόν, πάμε μια βόλτα; Να φάμε και κάτι;

-Ναι, δεν είναι κακή ιδέα.

Ο Μιχάλης σηκώθηκε από την πολυθρόνα και πήρε το μπαστούνι του. Αυτή του η αναπηρία την ενοχλούσε αλλά προς το παρόν εκτελούσε τον σκοπό του. Δεν ήταν ότι θα τον παντρευόταν εξάλλου.

Μπορεί να ήταν Σεπτέμβριος αλλά τα μαγαζιά είχαν κόσμο, πολλοί κατέβαιναν κοντά στη θάλασσα για καφέ και πολλοί για ψώνια. Η Έφη δεν ενδιαφερόταν να καθίσουν κάπου αλλά τα ψώνια ήταν η ζωή της.

-Κοίτα αυτές τις γόβες, υπέροχες. Αχ, δεν πήρα την κάρτα μαζί μου και δεν έχω τόσα μετρητά, είπε καθώς στεκόταν έξω από μια βιτρίνα.

-Γιατί πόσο κάνουν; είπε ο Μιχάλης που ήξερε ότι η Έφη είχε πάντα ένα γενναίο ποσό μαζί της.

-1770 ευρώ.

-1770 ευρώ για ένα ζευγάρι γόβες;

-Είναι Μανόλο Μπλάνικ.

-Δεν βλέπω να είναι φτιαγμένες από χρυσό, ούτε καν δέρμα, γιατί είναι τόσο ακριβές;

-Είσαι τόσο άσχετος με τη μόδα!

-Κατανοείς ότι για πολύ κόσμο 1770 ευρώ είναι πάνω από δύο μισθούς;

-Ε και; Τι με νοιάζει εμένα;

Ο Μιχάλης μόρφασε. Είχε γνωρίσει την Έφη μερικούς μήνες νωρίτερα σε μια έκθεση βιβλίου. Η αγάπη της για τα βιβλία και τα γούστα της σε αυτά τον έκαναν να μιλήσει μαζί της λίγο παραπάνω και να πάνε και για έναν καφέ. Η ευγενική της συμπεριφορά και το γεγονός ότι έδειχνε να είναι ευαίσθητη και εσωστρεφής τον έκαναν να προχωρήσει μαζί της σε μια σχέση. Μια σχέση χωρίς ερωτική επαφή, η Έφη δεν είχε ακόμα κάνει έρωτα και ήθελε να είναι σίγουρη. Αυτό δεν τον πείραζε, τον ενοχλούσε το παιχνίδι της να τον προκαλεί και μετά να σταματάει. Η σημερινή δεν ήταν η πρώτη φορά. Ακόμα και αυτό ίσως να μην ήταν τόσο ενοχλητικό αν δεν είχε ανακαλύψει τη σκληρότητα και την αναλγησία που έβγαζε πολλές φορές.

-Πάμε; της είπε.

Γύρισαν να φύγουν και έπεσαν πάνω σε μια μικρή ανθοπώλισσα. Ήταν ένα λιανό κοριτσάκι με ένα καλάθι με μικρά μπουκετάκια.

-Ένα για την κυρία; είπε δειλά.

Η Έφη παραμέρισε αδιάφορα το κορίτσι και έκανε να περάσει, το πλεχτό καλαθάκι του κοριτσιού πιάστηκε στη μεταξωτή της μπλούζα.

-Πώς τολμάς; Να μου χαλάσεις τη μπλούζα; Ηλίθιο αλητάκι!

Χαστούκισε το κορίτσι με τέτοια δύναμη που της έπεσε το καλαθάκι σκορπίζοντας τα μπουκετάκια στο πεζοδρόμιο και τον δρόμο. Εκείνο έπεσε στα γόνατα προσπαθώντας να τα μαζέψει, βλέποντας ένα μπροστά της η Έφη το πάτησε και το διέλυσε. Βλέποντας το κορίτσι να προσπαθεί να πιάσει ένα άλλο το πάτησε και αυτό.

-Έφη! Σταμάτα!

Γύρισε και κοίταξε τον Μιχάλη με μάτια που άστραφταν από θυμό. Έβλεπε την αποδοκιμασία στο δικό του βλέμμα και δεν της άρεσε. Δεν της άρεσε να την κρίνουν.

-Τι, θα την αφήσω έτσι; Να μην την τιμωρήσω;

-Καταστρέφοντας τον μόνο τρόπο της να βγάλει λίγα χρήματα; Τι θα κερδίσεις από αυτό;

-Ικανοποίηση, είπε η Έφη με έναν τρόπο που έκανε τον Μιχάλη να την κοιτάξει προσεκτικά.

Τα μάτια της έλαμπαν τώρα από ευχαρίστηση που έφτανε την ηδονή.

-Θα πέταγες μια περιουσία για ένα ζευγάρι γόβες και δεν λυπάσαι αυτό το κακόμοιρο που δεν θα δει αυτά τα λεφτά ούτε σε ένα χρόνο;

-Ας πρόσεχε.

-Τι να πρόσεχε; Δεν ήταν πλούσια και τα έχασε. Γεννήθηκε προφανώς σε φτωχή οικογένεια και τα βγάζουν δύσκολα πέρα.

-Εντάξει, λυπάμαι πολύ. Πάμε τώρα;

Ο Μιχάλης πλησίασε το κορίτσι και το ανασήκωσε. Εκείνο τον κοίταξε με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του.

-Πώς σε λένε;

-Θάλεια.

-Πού τα βρίσκεις τα λουλούδια, Θάλεια;

-Τα μαζεύω από το βουνό, μια κοπέλα στο ανθοπωλείο μού δίνει μερικά και συμπληρώνω τα μπουκετάκια μου. Μετά τα πουλάω για ό,τι μου δώσουν.

Ο Μιχάλης στράφηκε στην Έφη.

-Δώσε μου ένα μαντήλι.

Εκείνη του έδωσε και ο Μιχάλης σκούπισε απαλά τα δάκρυα του κοριτσιού. Η Έφη έβγαλε μια κραυγή φρίκης και πρόσθεσε μια βλαστήμια. Ο Μιχάλης της έριξε ένα άγριο βλέμμα και συνέχισε καθαρίζοντας και μερικές μουτζούρες από το παιδικό προσωπάκι. Γονάτισε μπροστά της.

-Πού μένεις; Έχεις σπίτι;

-Μένω με τη μητέρα και τα αδέρφια μου στην οδό Πετμεζά. Δεν έχει αριθμό.

Φυσικά δεν είχε αριθμό. Η ονομασία του δρόμου δεν ήταν καν επίσημη και αυτό γιατί ήταν εκτός σχεδίου πόλεως. Η Θάλεια και η οικογένειά της έμεναν είτε σε κάποιο αυθαίρετο ή σε κάποιο εγκαταλειμμένο κτίσμα.

-Πάρε αυτό, της είπε ο Μιχάλης, και πήγαινε σπίτι σου. Και θα έρθω να δω τη μητέρα σου, να δω τι μπορεί να γίνει.

Το κορίτσι κοίταξε το νόμισμα και μετά αθώα, όπως όλα τα παιδιά, τον αγκάλιασε από τον λαιμό και του έδωσε ένα ηχηρό φιλί στο μάγουλο. Ο Μιχάλης χαμογέλασε και σηκώθηκε όρθιος με κόπο. Η Θάλεια του χαμογέλασε και έφυγε κρατώντας σφιχτά το καλαθάκι της και το χαρτονόμισμα.

-Είσαι με τα καλά σου; Διακόσια ευρώ; είπε η Έφη.

-Εσύ θα έδινες 1770 για να πάρεις τις γόβες.

-Ναι, αλλά θα έπαιρνα τις γόβες. Εσύ τι πήρες; Μια αγκαλιά; Με διακόσια ευρώ έπαιρνες μια αγκαλιά και πολλά άλλα.

-Ξέρεις πόσες μέρες θα φάνε αυτοί οι άνθρωποι με αυτά τα λεφτά; Όσο για την αγκαλιά, ήταν η πιο αγνή που πήρα ποτέ.

-Πού ξέρεις, μπορεί να χαρούν τόσο πολύ που να σου ανοίξει τα πόδια της η μάνα της ή καμιά μεγαλύτερη αδερφή αν έχει.

Ο Μιχάλης την κοίταξε με απέχθεια.

-Γιατί έχεις τέτοια κακία μέσα σου; Τι σου έκανε το κοριτσάκι;

-Θα ξήλωνε τη μπλούζα μου και εσύ την περιποιήθηκες κιόλας! Εμένα δεν με πρόσεξες ποτέ έτσι.

-Δεν είχες την ανάγκη. Αν σε έβλεπα να κλαις, δεν θα σε άφηνα έτσι.

-Δεν μυξοκλαίω για τα λουλουδάκια μου, τις τελευταίες λέξεις η Έφη τις είπε με ειρωνικό τόνο.

-Μην το κάνεις αυτό, μην ειρωνεύεσαι αυτό που δεν καταλαβαίνεις.

-Δεν θέλω να καταλάβω τους ζητιάνους. Εσύ που είστε από την ίδια πάστα τα καταφέρνεις μια χαρά.

-Τι θέλεις να κάνω, Έφη;

-Θέλω να μου ζητήσεις συγγνώμη επειδή δεν πήρες το μέρος μου αλλά πήγες με αλητάκι και το βοήθησες.

Ο Μιχάλης δεν μίλησε.

-Έλα, συνέχισε η Έφη μαργιόλικα, ζήτα μου συγγνώμη και όταν πάμε σπίτι θα σε αφήσω να με πάρεις όπως θες. Δεν θα σε αφήσω απλά ερεθισμένο, θα σε ικανοποιήσω απόλυτα.

-Όχι, είπε ο Μιχάλης, δεν έκανα κάτι για το οποίο πρέπει να ζητήσω συγγνώμη.

-Ζήτα μου συγγνώμη, είπε η Έφη απότομα. Ζήτα μου συγγνώμη γονατιστός αλλιώς θα σε κάνω να το πληρώσεις.

-Δεν πρόκειται.

-Γονάτισες για το αλητάκι αλλά όχι για μένα;

-Αν το χρειαζόσουν να το κάνω, αλλά όχι για να ικανοποιηθεί ο εγωισμός σου. Όχι, Έφη. Δεν θα περάσει το δικό σου.

-Ζήτα μου συγγνώμη, τώρα! μάνιασε η Έφη. Τώρα! Αλλιώς θα φροντίσω να καταστραφείς.

-Μπορείς να δοκιμάσεις, αλλά θα διαπιστώσεις ότι δεν είναι τόσο εύκολο. Δεν έχω τα εκατομμύρια του πατέρα σου αλλά δεν είμαι αυτό που νομίζεις.

-Θα φροντίσω να φτύσει αίμα το αλητάκι σου. Θα πουλάει λουλούδια στα πρεζόνια στην Ομόνοια.

Ο Μιχάλης έκανε ένα βήμα προς την Έφη και το βλέμμα του ήταν τόσο τρομακτικό που η υπερφίαλη γυναίκα πισωπάτησε.

-Μπορείς να τα βάλεις μαζί μου όσο θέλεις, θα χαρώ να σου το τρίψω στην μούρη. Αλλά αν πειράξεις το παιδάκι θα φροντίσω να μαρτυρήσεις. Στο ορκίζομαι!

Η Έφη του γύρισε την πλάτη.

-Αυτό σημαίνει ότι τελειώσαμε, της είπε ο Μιχάλης.

-Είσαι ένας αδύναμος σακάτης, και ήθελες να σε αφήσω να με πηδήξεις κιόλας.

-Τουλάχιστον χρησιμοποίησες τις σωστές λέξεις, γιατί αυτό θα ήταν, δεν έχεις ίχνος συναισθήματος μέσα σου. Δεν αφήνει χώρο το τεράστιο εγώ σου.

Η Έφη έφυγε φουριόζα και ο Μιχάλης χαμογέλασε θλιμμένα. Παρότι το έβλεπε ότι αυτή η σχέση δεν είχε πολύ μέλλον, δεν ήθελε να τελειώσει έτσι. Δεν απολάμβανε τις εντάσεις.

 

Κάθισε στο κρεβάτι του με έναν αναστεναγμό ανακούφισης και έτριψε το γόνατό του που είχε αρχίσει να του στέλνει πιο έντονα μηνύματα πόνου. Το είχε κουράσει σήμερα και δεν ήταν περίεργο που πονούσε, ο παλιός τραυματισμός σήμαινε ότι ποτέ δεν ήταν τελείως εντάξει, αλλά σε μέρες που το είχε κουράσει ή όταν υπήρχε υγρασία υπέφερε.

Μετά τον χωρισμό του από την Έφη είχε επιστρέψει στο σπίτι του και είχε περάσει την ώρα του χαμένος στις μελέτες του. Το απόγευμα είχε πάει να βρει την καινούρια του φίλη. Έμενε σε ένα μικρό αυθαίρετο κτίσμα, λίγο παραπάνω από ένα υπνοδωμάτιο και ένα μπάνιο. Ο Μιχάλης μίλησε με τη μητέρα της Θάλειας, μια γυναίκα άρρωστη και τσακισμένη από τις δυσκολίες. Είχε κανονίσει να βρεθεί ένα σπίτι να μείνουν και να ξεκινήσει η διαδικασία για να βγει σύνταξη για τη γυναίκα καθώς και βοήθεια από την πρόνοια μιας και όλα τα παιδιά έπρεπε να πηγαίνουν κανονικά σχολείο και όχι να δουλεύουν. Άφησε ακόμα μερικά χρήματα για να έχουν ως που να ξεκινήσουν αυτές οι παροχές.

Πριν φύγει η γυναίκα έπεσε στα πόδια του κλαίγοντας να τον ευχαριστήσει. Ο Μιχάλης την ανασήκωσε ευγενικά.

-Τι κάνεις κυρία, της είπε, να πέσεις στα πόδια μου; Έλα σήκω και δεν είμαι βασιλιάς να με προσκυνάς.

-Είσαι καλός άνθρωπος.

Βγήκε έξω και βρήκε τη Θάλεια να τον περιμένει με ένα μπουκετάκι αγριολούλουδα. Τα πήρε και το κοριτσάκι χαμογέλασε πλατιά.

Αυτό το παιδικό χαμόγελο έφερε και στον ίδιο ένα χαμόγελο καθώς ξάπλωνε. Έσβησε το φως και έμεινε να σκέφτεται. Τον διέκοψε το τηλέφωνο. Συνοφρυώθηκε, καθώς η ώρα ήταν περασμένη για τηλεφωνήματα, και άπλωσε το χέρι του στο κομοδίνο όπου βρισκόταν το τηλέφωνο.

-Ναι;

-Καλησπέρα, Μιχάλη, συγγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας.

-Καλησπέρα, Γιώργο, τι έγινε και με θυμήθηκες και μάλιστα τέτοια ώρα;

-Θυμάσαι μια υπόθεση που σου είχα αναφέρει; Μια κοπέλα με χρέη…

-Ναι, το θυμάμαι. Είχα δει και κάποια από τα αρχεία.

-Θέλω να τα δεις όλα, με το αζημίωτο φυσικά.

-Δεν χρεώνω τους φίλους, τι θες να δω;

-Είναι πολλά. Θα σου τα στείλω σε δόσεις το πρωί.

-Έγινε, καλό βράδυ.

Ο Μιχάλης έκλεισε το τηλέφωνο και το άφησε πίσω στο κομοδίνο. Σκέφθηκε την υπόθεση του φίλου του. Ο Γιώργος ήταν ένας δικηγόρος που είχε γνωρίσει όταν υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία και είχαν κρατήσει επαφές. Ο Γιώργος συνήθως είχε να κάνει με ποινικές υποθέσεις αν και η συγκεκριμένη ήταν μια υπόθεση χρεών. Δεν ήταν σίγουρος αν ο ίδιος μπορούσε να βοηθήσει σε κάτι αλλά ας τα ξανάβλεπε όλα.

Το τηλέφωνο χτύπησε πάλι και ο Μιχάλης το πήρε και πάλι. Δύο φορές δεν χτυπούσε κανονικά σε μερικές μέρες, όχι μέσα σε μερικά λεπτά. Το έπιασε.

-Ναι;

-Μάικ, χρόνια και ζαμάνια!

-Ντάνιελ! Χαίρομαι που σε ακούω. Πώς είσαι; Πώς είναι η Λίζ;

-Καλά, ανυπομονεί να σε δει, είναι η αλήθεια. Μπορείς να αφήσεις την Αθήνα για λίγο;

-Γιατί;

-Ερχόμαστε με το Βίκτορυ στο Αιγαίο, για μια έρευνα και η βοήθεια κάποιου που ξέρει περισσότερα για την ιστορία από ό,τι η ιστορία για τον εαυτό της, όπως το έθεσε ο Αλέξανδρος, θα μας είναι πολύτιμη.

-Εντάξει, πού πάμε;

-Στη Μυτιλήνη, ψάχνουμε μια καραβέλα των Γατελούζων.

-Πού ακριβώς στη Μυτιλήνη; Δεν είναι και μικρό νησί.

-Εικάζουμε ότι έχει βυθιστεί έξω από την πόλη της Μήθυμνας, την ξέρεις;

-Ναι, είναι βόρεια.

-Σωστά, θα είμαστε στον Πειραιά σε τρεις μέρες για να σε πάρουμε αν θες.

Ο Μιχάλης το σκέφθηκε μια στιγμή.

-Όχι, θα σας βρω στο νησί. Μπορείτε να γλιτώσετε και την παράκαμψη στον Πειραιά έτσι.

-Αυτό θα μας κέρδιζε μια μέρα, είπε ο συνομιλητής του Μιχάλη, μιας και ερχόμαστε από τον νότο θα περάσουμε από τα Κύθηρα και θα πάμε βορειοανατολικά αντί για βόρεια.

-Κανονίστηκε τότε. Θα σας δω εκεί.

Ο Μιχάλης έκλεισε το τηλέφωνο χαμογελώντας αυτή τη φορά. Ο Ντάνιελ ήταν παλιός φίλος και η ομάδα του αποτελούνταν από ανθρώπους που συμπαθούσε και είχε δουλέψει μαζί τους στο παρελθόν. Θα χαιρόταν να τους ξαναδεί και να συνεργαστούν. Και θα χαιρόταν να δει και την Λιζ.

Ήταν η σειρά του να πάρει ένα τηλέφωνο.

-Μάρκο, είπε μόλις του απάντησαν, μπορείς να μου κλείσεις ένα αεροπορικό εισιτήριο για την Μυτιλήνη; Θα σου τα δώσω μετρητά... Με όποια πτήση βρεις, δεν με απασχολεί.

Ο Μιχάλης έκλεισε το τηλέφωνο, ναι ήταν καλή ιδέα να πάει στην Μυτιλήνη. Θα ασχολείτο με ό,τι ήταν αυτό που έψαχνε ο Ντάνιελ και θα βοηθούσε και τον Γιώργο στην υπόθεση που ήθελε. Θα γλίτωνε και από τη ζέστη.

Τηλεφώνησε στον Γιώργο.

-Μη στείλεις τίποτα, είπε, θα έρθω εκεί.

 

Η Έφη απολάμβανε τη σαμπάνια όσο και τα βλέμματα πάνω της. Το φόρεμα που φορούσε αγκάλιαζε το σώμα της και πρόβαλλε προκλητικά τις καμπύλες της. Σε αυτήν την μεγάλη αίθουσα που βρισκόταν στο ισόγειο μιας έπαυλης στην Κηφισιά, ήταν συγκεντρωμένα μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της καλής κοινωνίας της Αθήνας.

Το βλέμμα της σταμάτησε στη φίλη της και οικοδέσποινα. Η Νικόλ Φλάμη είχε εξαφανιστεί πριν από λίγο και τώρα είχε επιστρέψει φορώντας άλλη τουαλέτα. Σίγουρα δεν είχε πάει μόνο να αλλάξει, κάποιον είχε ρίξει στο κρεβάτι της. Η Έφη το σκέφθηκε αδειάζοντας το ποτήρι της με τη σαμπάνια. Εκείνη ήξερε ποιον ήθελε απόψε.

Ο Νικόλαος Βλέμμυς θα μπορούσε να είναι πατέρας της σχεδόν, ήταν κάπου είκοσι χρόνια πιο μεγάλος από την ίδια. Αλλά δεν είχε σημασία, είχε ακούσει ότι ήταν αδίστακτος επιχειρηματίας, άνθρωπος που δεν άφηνε καμία ευκαιρία να περάσει χωρίς να την εκμεταλλευτεί και ανηλεής με τους αντιπάλους του. Επίσης ήταν αχόρταγος στο κρεβάτι, λέγανε τα ψιθυριστά σχόλια.

Και εκείνη τα χρειαζόταν όλα αυτά.

Πλησίασε και από το βλέμμα του κατάλαβε ότι του άρεσε, βλέμμα αρπακτικού, ανθρώπου που παίρνει ό,τι επιθυμεί.

-Χορεύουμε; του πρότεινε.

Πήγαν πιο πέρα, στον χώρο που μερικά ζευγάρια λικνίζονταν στους ήχους ενός απαλού τραγουδιού και η Έφη κόλλησε το σώμα της πάνω του.

-Έχω ακούσει πολλά για σένα, είπε.

-Καλά, να υποθέσω, είπε εκείνος.

-Καλά, από εκείνα που ερεθίζουν μια γυναίκα, είπε η Έφη.

Λίκνισε το σώμα της σε μια σαφή πρόκληση και ένιωσε την αντίδραση του σώματός του. Την επόμενη στιγμή ένιωσε το χέρι του να σφίγγει τον πισινό της.

-Υπέροχα, καταλαβαινόμαστε. Θέλω να κάνεις κάτι για μένα.

-Τι;

-Να καταστρέψεις κάποιον.

Του εξήγησε για τον Μιχάλη και ότι ήθελε να τον δει να καταστρέφεται.

-Τι θα κερδίσω εγώ;

-Ότι κέρδος αποκομίσεις από την εξόντωσή του, είναι δικό σου. Επιπλέον είμαι πρόθυμη να σου προσφέρω την ευχαρίστηση.

Άφησαν την αίθουσα και η Έφη τον οδήγησε σε ένα από τα δωμάτια για τους ξένους. Ήταν επιπλωμένο με ένα διπλό κρεβάτι και ένα κομό από σουηδικό ξύλο. Η Έφη ξεκούμπωσε το φόρεμα και το άφησε να κυλίσει από πάνω της. Ο Βλέμμυς την έπιασε από τους ώμους. Την έγειρε στο κομό με την κοιλιά και εκείνη ακούμπησε στο κομό με τους βραχίονες. Η Έφη στηρίχτηκε στα χέρια της ενώ εκείνος παραμέρισε το εσώρουχό της.       

-Θέλω να τον κάνεις να υποφέρει, να καταστραφεί! 

Καθώς ο Βλέμμυς βυθιζόταν μέσα της πρόσθεσε:

-Και εκείνο το αλητάκι θέλω να πονέσει. Να τη διαλύσεις.

Το ικανοποιημένο βογγητό του εραστή της την έκανε να καταλάβει πόσο του άρεσε η ιδέα ενώ μια βίαιη κίνηση που έκανε δεν άφηνε καμία αμφιβολία για τη μοίρα που επεφύλασσε στη μικρή Θάλεια. Η ιδέα την έφτασε στον οργασμό.

-Ναι, βόγκηξε, έτσι να της κάνεις. Να της ξεσκίσεις τον κώλο! Να τη σχίσεις στη μέση που τόλμησε να με λερώσει με το άγγιγμά της!

 

Ο Μιχάλης άφησε το σπίτι του νωρίς το πρωί δύο μέρες αργότερα και με ένα ταξί πήγε στο διεθνές αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος. Από εκεί μια ήσυχη πτήση 45 λεπτών τον έφερε στο αεροδρόμιο Οδυσσέας Ελύτης, καθώς στάθηκε στην κορυφή της σκάλας αποβίβασης του αεροπλάνου και ο ήλιος του πρωινού τον έλουσε κοίταξε το τοπίο και τη θάλασσα. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι τον περίμενε στο νησί.

Ημερολόγιο Συγγραφέα 5

Author: Νυχτερινή Πένα /

Νωρίτερα ανέφερα τι έχω κάνει μέσα στη χρονιά και ποια ακόμα πράγματα έχω ξεκινήσει να κάνω και βρίσκονται σε κάποιο στάδιο προετοιμασίας ή συγγραφής. Εδώ θα μιλήσω για τα τρέχοντα έργα μου.

Τι γράφω αυτή τη στιγμή:

1. Επιχείρηση Συριακή Νύχτα (προσωρινός τίτλος)

Στα σύνορα κατεχόμενων της Συρίας από την Τουρκία και στην υπόλοιπη χώρα έχει τοποθετηθεί μια δύναμη του ΝΑΤΟ για να διατηρεί την ειρήνη, ανάμεσά τους και μια ομάδα Ελλήνων αλεξιπτωτιστών. Όταν αυτοί σταματούν μια εκτέλεση που ετοίμαζε ο Απελευθερωτικός Στρατός της Συρίας (το φερέφωνο των Τούρκων στην περιοχή) φαίνεται ότι μπαίνουν σε μπελάδες αλλά δεν φαντάζονται τι θα ακολουθήσει γιατί τα σχέδια των ανταρτών και των αφεντικών τους πάνε πολύ πιο μακριά.

 

2. Χιονοθύελλα (επίσης προσωρινός τίτλος)

Μια τάξη μαθητών επιστρέφει από μια εκδρομή όταν μια απότομη επιδείνωση του καιρού τους παγιδεύει στο δρόμο. Τώρα πρέπει να επιβιώσουν αλλά αυτό δεν είναι τόσο εύκολο μιας και εκτός από τις καιρικές συνθήκες, έχουν και τις προσωπικές διαφορές τους να δυσκολεύουν την κατάσταση.

 

3. Αύγουστος του 1922

Τον Αύγουστο του 1922 το μέτωπο στο Εσκί Σεχήρ Αφιόν Καραχισάρ διασπάται και η στρατιά της Μικράς Ασίας μέσα σε λίγες μέρες διαλύεται εκτός από την Ανεξάρτητη Μεραρχία. Η Μεραρχία ξεκινάει μια νέα κάθοδο των Μυρίων καθώς την χωρίζουν από το Αιγαίο και τη σωτηρία πάνω από 600 χιλιόμετρα τα περισσότερα σε εχθρικό έδαφος. Πολεμώντας θα τα διασχίσει σώζοντας στο δρόμο και όσους πρόσφυγες μπορεί.

Παρακολουθούμε την ιστορία μέσα από μια ομάδα στρατιωτών της διμοιρίας αλλά και από τους κατοίκους ενός χωριού, του Πυργίου που θα αναγκαστούν να αφήσουν τα σπίτια τους και θα βρεθούν στο δρόμο της μεραρχίας.

 

Τα δύο πρώτα είναι πιο κοντά στο τέλος τους ενώ το τρίτο είναι στην αρχή. Υπολογίζω, και ελπίζω, να ολοκληρώσω τα δύο πρώτα μέσα στον Αύγουστο και να συνεχίσω με το 1922 ενώ θα γράφω και μια πιο μικρή ιστορική περιπέτεια στα χρόνια του Βυζαντίου.

Ιστολόγιο του μήνα – Ιούλιος 2024

Author: Νυχτερινή Πένα /

Το σημερινό μας ιστολόγιο είναι ένα που ενδιαφέρει τους βιβλιοφάγους αλλά κυρίως εκείνους που είναι γονείς με μικρά παιδιά ή που θα είναι εκεί σε λίγο. Γιατί; Μα γιατί μιλάει για βιβλία και κυρίως για παιδικά βιβλία.

Είναι ένα αρκετά παλαιό ιστολόγιο από τα λίγα πια που έχουν απομείνει και πραγματεύεται θέματα σχετικά με τα βιβλία, την προώθησή της φιλαναγνωσίας, το παιδικό βιβλίο το οποίο είναι και από τα κεντρικά θέματα. Για όποιον θέλει να το επισκεφθεί: https://voltitses.blogspot.com/

Ένας Ξένος Στην Πόλη

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Τζακ Ρίτσερ καταφτάνει σε μια μικρή κωμόπολη απ’ όπου τον διώχνουν αμέσως. Κάθε άλλος άνθρωπος θα έφευγε και δεν θα ξαναπατούσε ποτέ. Αλλά όχι ο Ρίτσερ. Εκείνος θέλει να μάθει το γιατί και τι κρύβεται πίσω από την περίεργη συμπεριφορά τους. Και θα φέρει τον κόσμο άνω κάτω ως που να βρει τις απαντήσεις    

Μια ακόμα περιπέτεια του Ρίτσερ που είναι λίγο πιο αργή σε δράση αλλά έχει ένα βαθύ μυστήριο που δεν αποκαλύπτεται εύκολα και δεν είναι και εύκολο να το μαντέψει ο αναγνώστης. Είναι επίσης μια που ρίχνει σκιές στο χαρακτήρα του Ρίτσερ. Αυτό γίνεται σε δύο σημεία. Το πρώτο είναι ότι κοιμάται με μια γυναίκα που είναι παντρεμένη άσχετα αν ο σύζυγος είναι σε κώμα και δεν θα ανακάμψει ποτέ. Το δεύτερο είναι ότι ο Ρίτσερ αφήνει να σκοτωθούν εν ψυχρώ άνθρωποι – τους αξίζει και πεθαίνουν από τη βόμβα που φτιάξανε όταν την πυροδοτεί ο Ρίτσερ – ενώ ως τώρα είχε σκοτώσει μόνο σε αυτοάμυνα.

Χίλιες Τετρακόσιες Αναρτήσεις

Author: Νυχτερινή Πένα /

Χίλιες τετρακόσιες! Είναι ένας μεγάλος αριθμός. Χίλιες τετρακόσιες αναρτήσεις με κείμενα, σκέψεις, απόψεις, ιστορίες σε συνέχειες και βιβλιοκριτικές. Με όλα όσα δηλαδή με γεμίζουν και μου αρέσουν να ασχολούμαι και τα μοιράζομαι με όλους εσάς εκεί έξω.

Και αυτό είναι το πιο βασικό, ότι όλα αυτά που γράφω τα μοιράζομαι με ανθρώπους εκεί έξω που δεν γνωρίζω και πιθανότατα δεν θα γνωρίσω ποτέ, τουλάχιστον από κοντά.

Φόνοι Στο Μπέβερλι Χιλς

Author: Νυχτερινή Πένα /

Οι διακοπές του Άλεξ Κρος διακόπτονται από μια καινούρια υπόθεση. Μια δολοφόνος σκοτώνει επιφανείς γυναίκες από το χώρο του κινηματογράφου. Είναι ικανή, αδίστακτη και προφανώς ικανή για όλα. Είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη καθώς δεν την νοιάζει ποιος άλλος θα πεθάνει μαζί με τα θύματα της. Θα καταφέρει ο Κρος να την πιάσει πριν ξανασκοτώσει;

Μια ακόμα περιπέτεια του Πάτερσον με τον κλασσικό του ήρωα και με το συνηθισμένο στυλ, γρήγορα μικρά κεφάλαια, μυστήριο αλλά και ανατροπές. Στα μείον, προσωπικά για εμένα, η υπερβολική ενασχόληση με την προσωπική ζωή του Κρος.

Wolf’s Bane

Author: Νυχτερινή Πένα /

Lone Wolf returns to Sommerlund from a mission abroad, but unlike the usual warm welcomes, this time, he is met with suspicion and hostility and is arrested. He soon learns the reason: a doppelgänger of him is roaming free, killing mercilessly and indiscriminately. Naturally, he takes on the task of confronting him, not only for the sake of his homeland but also to clear his name.

This mission will prove to be one of the most challenging he has ever undertaken. Not only do the forces and abilities of his double match his own, but the pursuit will lead him beyond the boundaries of Magnamund into worlds completely foreign and dedicated to evil, ultimately ending in the very Plane of Darkness.

Ο Όλεθρος Του Λύκου

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Μοναχικός Λύκος επιστρέφει στη Σάμμερλαντ από μια αποστολή στο εξωτερικό αλλά αντίθετα με τα συνηθισμένα καλωσορίσματα αυτή την φορά τον αντιμετωπίζουν με καχυποψία και εχθρότητα ενώ τον συλλαμβάνουν. Δεν αργεί να μάθει το λόγο, ένας σωσίας του κυκλοφορεί ελεύθερος και σκοτώνει αλύπητα όσο και αδιάκριτα. Φυσικά αναλαμβάνει να τον αντιμετωπίσει όχι μόνο για το καλό της πατρίδας του αλλά και για να καθαρίσει το όνομά του.

Αυτή η αποστολή θα αποδειχθεί από τις πλέον δύσκολες που έχει αναλάβει ποτέ. Δεν είναι μόνο οι δυνάμεις και οι ικανότητες του σωσία του που αντιστοιχούν στις δικές του, αλλά η καταδίωξη θα τον οδηγήσει πέρα από τα όρια της Μάγκναμουντ σε κόσμους τελείως ξένους και αφιερωμένους στο κακό ως που θα καταλήξει στο ίδιο το Πεδίο του Σκότους.

Ημερολόγιο Συγγραφέα 4

Author: Νυχτερινή Πένα /

Φτάσαμε στη μέση του χρόνου, συνεχίζω να γράφω απτόητος όσο έχω χρόνο από τη δουλειά. Για το 2024 είχα θέσει αυτούς τους στόχους (που αυξάνονται όσο προχωράει το έτος):

1. Την ολοκλήρωση της περιπέτειας που αποτελεί συνέχεια της Επιχείρησης Ιωνία (γράφεται)

2. Την ολοκλήρωση της περιπέτειας Μέρες του Φθινοπώρου (ολοκληρώθηκε).

3.  Ένα βιβλιοπαιχνίδι (σχεδιάζεται).

4. Μια περιπέτεια εν μέσω μιας σφοδρής καταιγίδας (γράφεται)

5. Το πέμπτο και τελευταίο βιβλίο των Χρονικών της Έρεμορ. (στην επιμέλεια)

6. Μια ιστορική περιπέτεια στο Βυζάντιο, το ποια θα είναι ακριβώς έχει ακόμα να αποφασιστεί μιας και έχω τρία σενάρια κατά νου. (γίνεται η ιστορική έρευνα)

7.  Πιθανώς μια ιστορία για το 1922 (γράφεται)

8.  Το επόμενο της σειράς με τις Σταυροφορίες. (ολοκληρώθηκε)

9.   Μερικά ποιητικά έργα (γράφτηκαν ήδη αρκετά)

10.  Μια περιπέτεια δράσης που ίσως δημοσιευθεί σε συνέχειες.

11. Το ιστολόγιο, είναι και αυτό ένα έργο αρκετών λέξεων (4503 επί του παρόντος).

Ακόμα προστέθηκαν τα εξής:

12. Μια μικρή περιπέτεια στα σύνορα Ελλάδας Τουρκίας. (ολοκληρώθηκε)

13. Μια αναθεώρηση στο Αγιολόγιο (ολοκληρώθηκε)

14. Μια αναθεώρηση στο Απολυτικάριο μιας και μαζεύτηκαν πολλές σημειώσεις να ενσωματωθούν (ολοκληρώθηκε)

Εντάξει καλά προχωράμε, θα συνεχίσω απτόητος και για το υπόλοιπο έτος.