Μέρες Του Φθινοπώρου 5

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Πέμπτο

 

Ο Μιχάλης κατά το συνήθειο του ξύπνησε σχεδόν πριν το πρώτο φως της αυγής. Ετοιμάστηκε και κάθισε στον υπολογιστή του. Άνοιξε ένα αρχείο επεξεργαστή κειμένου και άρχισε να κρατάει σημειώσεις.

«Η Μαρία παντρεύτηκε τον Φραγκίσκο Γκαττιλούζι, το Γατελούζοι είναι ο εξελληνισμένος τύπος του ονόματος, τον Ιούλιο του 1355 και πήγαν στη Λέσβο, το φέουδο που θα ανήκε πλέον στην οικογένεια. Σκοτώθηκαν το 1384 μαζί με τα δύο παιδιά τους σε σεισμό. Ο τρίτος γιος, Φραγκίσκος ο Β’ έγινε ο νέος ηγεμόνας και τον διαδέχτηκε το 1404 ο δικός του γιος…»

Συνέχισε να γράφει ως που το φως στο παράθυρο τον πληροφόρησε ότι είχε αρχίσει να ξημερώνει για τα καλά. Πήρε το μπαστούνι του και βγήκε. Ήταν ώρα για έναν περίπατο.

 

Ο Ρωμανός ξύπνησε με την ευχάριστη αίσθηση της ερωτικής διέγερσης. Είχε αποκοιμηθεί γυρισμένος στο πλάι και τώρα ένιωθε την Μάρθα να τον αγκαλιάζει από πίσω, με τα πλούσια στήθη της στην πλάτη του, και το άλλο χέρι της να περιποιείται τον ανδρισμό του. Αφέθηκε στην απολαυστική εμπειρία καθώς η ερωμένη του τον αυνάνιζε. Ένιωσε τη στύση του να αυξάνεται και την υπέροχη αίσθηση που προηγείται της ολοκλήρωσης.

-Μη… ψέλλισε. Θα… ολοκληρ…

-Ναι, ναι, του είπε η Μάρθα. Αφέσου!

Με ένα βογκητό ο Ρωμανός εκσπερμάτωσε ενώ η Μάρθα συνέχιζε το εκμαυλιστικό χάδι της.

-Τα σεντόνια… είπε ο Ρωμανός κοκκινίζοντας.

-Δεν πειράζει, γι’ αυτό υπάρχουν οι καμαριέρες.

Η Μάρθα τον γύρισε προς το μέρος της και τον φίλησε στο στόμα. Ο Ρωμανός την έσπρωξε με την πλάτη στο κρεβάτι για να βρεθεί εκείνος από πάνω. Η Μάρθα τον ενθάρρυνε ανεβάζοντας τα πόδια της στα πλευρά του και άφησε ένα βογκητό απόλαυσης καθώς την έκανε δική του.

-Θα σε περιμένω το βράδυ, είπε καθώς εκείνος ξάπλωνε δίπλα της μετά την ολοκλήρωση.

-Ναι, θα έρθω, είπε ο νεαρός.

-Φυσικά δε σου λέω να μη βγεις και με την κοπέλα σου. Δεν πειράζει να κοιμάσαι και με τις δύο.

-Δεν πειράζει; εξεπλάγην ο Ρωμανός.

-Όχι, είπε η Μάρθα άνετα, αυτά είναι πράγματα που πρέπει να απολαμβάνουμε και όχι να γεμίζουμε τύψεις για το τι κάνουμε.

Ο Ρωμανός δεν ήξερε τι να πει. Η Μάρθα τον σταμάτησε από το να πει οτιδήποτε τραβώντας τον προς το μέρος της και προτείνοντας το στήθος της στα χείλη του.

 

Ο Μιχάλης στάθηκε φτάνοντας στη θάλασσα, σήμερα είχε λίγο κύμα αλλά του άρεσε η φουρτούνα. Ήταν πρωί και δεν είχε λουόμενους. Θυμήθηκε την πρόταση της Κλερ για το νυχτερινό κολύμπι και αναρωτήθηκε τι να έκανε και αν είχε ξυπνήσει.

-Τουλάχιστον εσύ είσαι πρωινός τύπος.

Ο Μιχάλης γύρισε και αντίκρισε την Δέσποινα Αμπλιώτη.

-Έχω ξυπνήσει από ώρα.

-Η κόρη μου είναι ακόμα στο κρεβάτι της.

-Γιατί την αποπαίρνεις και τη μειώνεις τόσο πολύ;

-Γιατί πήγε και παντρεύτηκε έναν απατεώνα, γκαστρώθηκε τρεις φορές και…

-Τρεις; Τέσσερα παιδιά νόμιζα, έκανα λάθος;

-Τέσσερα έχει, αλλά τα πρώτα ήταν δίδυμα. Μπορούσε να σταματήσει σ’ αυτά. Ειδικά αφού θα τα μεγάλωνε μόνη τον περισσότερο καιρό.

-Δεν το ήξερε αυτό τότε.

-Ναι, λες και θα έμενε κάποιος μαζί της τόσα χρόνια…

-Έμεινε δέκα χρόνια και παραπάνω.

-Έμεινε όσο μπορούσε να την εκμεταλλευτεί, είπε απότομα η Δέσποινα. Και εσύ; Ποια είναι η ιστορία σου; Γιατί την υποστηρίζεις;

-Δεν ήξερα την κόρη σας, κυρία Αμπλιώτη, πριν από χθες το πρωί. Αλλά δεν μου άρεσε η συμπεριφορά σας. Δεν νομίζω ότι φταίει για τις κακοτυχίες της τόσο πολύ όσο της προσάπτετε.

-Έχει σημασία;

-Ίσως όχι για την έκβαση της υπόθεσης αλλά για το πώς θα νιώθει η κόρη σας μετά και για την υπόλοιπη ζωή σας.

-Δεν θα υπάρξει υπόλοιπη ζωή, θα πάει φυλακή.

Ο Μιχάλης κούνησε το κεφάλι του.

-Και αυτό δεν σας ταράζει καθόλου;

-Δεν θα περίμενες να θυσιάσω την περιουσία μου για να την ξελασπώσω!

Ο Μιχάλης ξαφνιάστηκε από τη δήλωση αυτή και έμεινε για μια στιγμή αμίλητος. Η Δέσποινα χαμογέλασε ειρωνικά.

-Δεν φαντάζομαι να περιμένεις να γίνω σαν μερικές γριές στο χωριό που δεν έχουν τίποτα για να ζήσουν πέρα από τη σύνταξη; Ας πρόσεχε! Αλλά δεν απάντησες, εσύ τι κερδίζεις από αυτήν την υπόθεση;

-Τίποτα, την ικανοποίηση ότι θα λύσω το πρόβλημα. Και την ηθική ικανοποίηση ότι βοήθησα.

-Τι σε νοιάζει;

Ο Μιχάλης απέστρεψε το βλέμμα από τη γυναίκα μπροστά του και κοίταξε πέρα από αυτήν τον οικισμό που ήταν ακόμα βυθισμένος στην πρωινή ησυχία. Οι σκέψεις και τα κίνητρά του δεν ήταν από αυτά που ανακοινώνονται, και η γυναίκα μπροστά του δύσκολα θα καταλάβαινε.

-Πηγαίνατε κάπου πρωί – πρωί, είπε, μην σας κρατώ.

-Πουθενά, σε είδα και ήρθα να πάρω τις απαντήσεις που θέλω.

-Και γιατί να υπάρχουν απαντήσεις;

-Αν δεν πληρωθείς από τον κύριο Γιαννέλλη, τότε υποθέτω ότι πρέπει να έχεις κάποιο άλλο κίνητρο. Ίσως να κρεβατώσεις την Δωροθέα.

Ο Μιχάλης στράφηκε τόσο απότομα που η Δέσποινα πισωπάτησε.

-Την μισείς, είπε, τι αρρωστημένη οργή είναι αυτή; Είναι η κόρη σου!

-Έκανε όλες τις λάθος επιλογές. Και όταν της είπα να αφήσει την κηδεμονία των παιδιών σε μένα να τα μεγαλώσω σωστά, δεν το έκανε. Γιατί να την αγαπώ;

-Κανένα παιδί δεν θα μεγαλώσει καλύτερα χωρίς τη μάνα του, ακόμα και αν ζει σε παλάτι.

Η Δέσποινα τον κοίταξε εξεταστικά. Σε όλη την συνομιλία δεν είχε υψώσει τη φωνή του αλλά ήταν φανερό ότι η οργή του ήταν μεγάλη και ας την κρατούσε υπό έλεγχο. Αποφάσισε να τον πιέσει κι άλλο. Είχε μάθει από χρόνια ότι οι άνθρωποι αποκάλυπταν πολλά πράγματα που δεν ήθελαν όταν ξεσπούσαν.

-Δεν με πειράζει να την ρίξεις στο κρεβάτι, δεν έχει πάει με άντρα εδώ και πόσα χρόνια που εξαφανίστηκε ο λεγάμενος. Αλλά μην την γκαστρώσεις, φτάνουν ήδη τόσα παιδιά.

Ο Μιχάλης την κοίταξε χωρίς να απαντήσει και η Δέσποινα έκανε άλλη μια επίθεση:

-Εκτός και αν είδες τη Φωτεινή και σου άρεσε.

-Έχω συναντήσει άλλη μια φορά άνθρωπο σαν εσένα, είπε ο Μιχάλης, δεν της βγήκε σε καλό η σύγκρουση. Μην δοκιμάσεις να τα βάλεις μαζί μου.

-Αυτό είναι απειλή;

-Είναι προειδοποίηση, κυρία Αμπλιώτη.

-Για χάρη της χαμένης της κόρης μου;

-Όχι. Πίστευα ανέκαθεν ότι εκείνοι που μπορούν πρέπει να βοηθούν και να προστατεύουν εκείνους που έχουν ανάγκη. Λίγα χρόνια πριν, έφτασα στο κατώφλι του θανάτου, αλλά επέζησα. Για να με άφησε ο Θεός να ζήσω, κάτι κάνω καλά. Συνεχίζω λοιπόν να βοηθώ όσους μπορώ.

Η Δέσποινα δεν περίμενε αυτήν την απάντηση και έμεινε σιωπηλή. Ο Μιχάλης ξεκίνησε να φύγει.

-Έχεις τη θεωρία αυτή γιατί είσαι ένας σακάτης και δεν μπορείς να αρπάξεις τη ζωή και να την ξεζουμίσεις.

-Περίεργο, είπε ο Μιχάλης, μια τέτοια άποψη είχε και η άλλη που είπα. Αλλά εγώ είμαι ακόμα εδώ και εκείνη είναι στο χώμα.

Ο Μιχάλης απομακρύνθηκε αφήνοντας την Δέσποινα να τρέμει από οργή.

 

Η Δωροθέα είχε παρακολουθήσει την αντιπαράθεση από την μπαλκονόπορτα του δωματίου της. Δεν μπορούσε να ακούσει τι έλεγαν αλλά από τις εκφράσεις τους και τις κινήσεις είχε καταλάβει ότι δεν ήταν φιλική συζήτηση. Παρακολούθησε τον Μιχάλη να φεύγει και τη μάνα της να στέκεται εκεί βράζοντας στο ζουμί της.

Ο Μιχάλης ήταν ο μόνος που έδειχνε να μην φοβάται, να μην υπολογίζει καν, τη μητέρα της. Ίσως ήταν εκείνος που θα μπορούσε να τη λυτρώσει από τον καταπιεστικό ζυγό της, ειδικά αν κατάφερνε να λύσει και τα οικονομικά της προβλήματα.

Μια απρόσκλητη σκέψη ήρθε στο μυαλό της, αν την λύτρωνε από όλα αυτά τι είχε να του προσφέρει εκείνη για το ευχαριστώ; Κοίταξε το είδωλό της στο τζάμι της πόρτας. Ίσως είχε κάτι, ήταν ακόμα μια ωραία γυναίκα, στο πρόσωπό της οι ταλαιπωρίες και οι στενοχώριες δεν είχαν αφήσει ακόμα σημάδια. Το σώμα της, χάρη στις δουλειές, ήταν ακόμη σφιχτό και επιθυμητό, ακόμα και αν δεν ήταν αψεγάδιαστο. Τα στήθη της ήταν στητά και θελκτικά παρότι τέσσερα παιδιά είχαν κρεμαστεί από αυτά με ούλα και με δόντια. Ναι, θα ήθελε να βρεθεί ερωτικά με τον Μιχάλη. Η σκέψη τής έφερε ένα ευχάριστο ρίγος και ένα χαμόγελο.

 

Ο Ρωμανός επέστρεψε σπίτι και τρύπωσε γρήγορα στο δωμάτιό του απαρατήρητος. Με τη μητέρα του ακόμα στο δωμάτιό της και την γιαγιά του να μαλώνει με τον Μιχάλη, δεν είχε κανένα πρόβλημα να το καταφέρει. Μπαίνοντας στο δωμάτιό του έκανε αμέσως μεταβολή μιας και πέτυχε την Φωτεινή να ντύνεται.

-Χτύπα και καμιά πόρτα! φώναξε η Φωτεινή.

-Συγγνώμη, αδερφούλα, αλλά ήθελα να μπω χωρίς να με πάρουν χαμπάρι.

-Ήσουν με τον Στέφανο όλη νύχτα;

-Όχι, ήμουν… Πήγα με γυναίκα απόψε.

Η Φωτεινή τον κοίταξε ξαφνιασμένη.

-Μα αφού δεν έχεις κοπέλα, τι μου κρύβεις;

-Δεν είπα ότι έχω κοπέλα.

-Τότε; Πήγες με καμιά τουρίστρια;

-Ναι, πέρασα τη νύχτα μαζί της.

-Ρωμανέ! φώναξε η Φωτεινή και μετά χαμήλωσε τη φωνή της φοβούμενη ότι θα τους ακούσουν. Δεν είναι σωστό αυτό. Δεν πρέπει να γίνεται χωρίς να υπάρχει κάτι, ένα αίσθημα, μια σχέση…

Ο Ρωμανός ένευσε.

-Αλλά δεν έχω σχέση και ως που να γίνει αυτό μπορώ να απολαύσω το σεξ με την Μάρθα. Είναι απόλαυση… Πώς να το περιγράψω… Δεν είχα κάνει ποτέ άλλοτε και είναι μεθυστική. Εσύ… Είμαι σίγουρος ότι όχι.

-Είναι πολλοί ανάμεσα στους συμμαθητές μας που θα ήθελαν ενδεχομένως, είπε σοβαρά η Φωτεινή, αλλά εγώ δεν νομίζω ότι μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν.

-Δεν είναι ώριμοι λες;

-Και πέρα από αυτό. Η πρώτη φορά είναι σημαντικό βήμα στη ζωή ενός ανθρώπου και πολύ περισσότερο σε μια κοπέλα. Με το σωστό άτομο είναι δύσκολο βήμα, με το λάθος μπορεί να είναι τρομακτικά άσχημη εμπειρία με τραυματικά αποτελέσματα.

-Ναι, το φαντάζομαι αυτό.

-Οπότε δεν περιμένω να κάνω σύντομα σχέση ή να έχω μια ερωτική επαφή. Όμως εσύ…

-Τι εγώ;

-Ρωμανέ, υπάρχει μια κοπέλα για σένα.

-Η Ελπίδα, είπε ο Ρωμανός, είναι φίλη. Δεν είχαμε ποτέ κάτι περισσότερο από μια στενή φιλία.

-Ναι, είπε η Φωτεινή, αλλά εσύ είσαι έτοιμος να σκοτώσεις οποιονδήποτε την πειράξει και εκείνη βγάζει νύχια μόλις κάποιος σε κατηγορήσει.

-Αυτό κάνει κάθε φίλος.

Η Φωτεινή χαμογέλασε.

-Έλα πάμε, είπε, θα πρέπει να ανοίξουμε το μαγαζί.

 

Η Κλερ άνοιξε τα μάτια της, γύρισε ανάσκελα στο κρεβάτι και τεντώθηκε. Ανακάθισε και έτριψε τα μάτια της. Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο της και διαπίστωσε ότι είχε κοιμηθεί παραπάνω από το συνηθισμένο της. Δεν ήταν περίεργο, είχε αργήσει να κοιμηθεί το βράδυ.

Μετά τη βόλτα με τον Μιχάλη, που την έφερε στο ξενοδοχείο σε περασμένη ήδη ώρα, δεν πήγε για ύπνο. Βγήκε και κάθισε στη βεράντα αγναντεύοντας τη θάλασσα στα σκοτεινά.

Είχε μείνει να αγναντεύει και να σκέφτεται, οι σκέψεις της είχαν να κάνουν με το πώς είχε περάσει αυτό το βράδυ και δεν είχαν τίποτα το δυσάρεστο. Φαινόταν ότι οι φόβοι και οι ανησυχίες της είχαν χαθεί για μια νύχτα. Πήγε αργά για ύπνο αλλά κοιμήθηκε βαθιά και ξεκουράστηκε.

Αποφάσισε να πάει για πρωινό και μετά να πάει στη θάλασσα. Απόλαυσε το πρωινό ευρωπαϊκού στυλ, με αυγά και μπέικον και ύστερα με έναν δροσερό χυμό πορτοκαλιού. Έμεινε για λίγο στην τραπεζαρία και μετά επέστρεψε στο δωμάτιό της για να αλλάξει.

Ύστερα πήγε στην θάλασσα. Μπαίνοντας στο νερό θυμήθηκε την προειδοποίηση του Μιχάλη για τη θερμοκρασία. Είχε δίκιο, ήταν κρύα. Για εκείνη που είχε συνηθίσει στις άγριες συνθήκες της Βόρειας Θάλασσας και του Ατλαντικού δεν ήταν παρά δροσερή αλλά καταλάβαινε ότι για άλλους ήταν απαγορευτικά παγωμένη.

Έκανε ένα μακροβούτι και άρχισε να κολυμπάει. Της άρεσε να κολυμπάει από όσο παλιά θυμόταν τον εαυτό της. Πάντα της άρεσε η ελευθερία που ένιωθε μέσα στο νερό. Ελευθερία όχι μόνο στην κίνηση αλλά και από σκέψεις που θα ήθελε να διώξει από το μυαλό της.

Γύρισε ανάσκελα μέσα στο νερό και αφέθηκε στο κύμα να την παρασύρει ενώ είχε κλείσει τα μάτια της για να μην την τυφλώνει ο ήλιος. Της άρεσε πολύ να το κάνει αυτό.

Το νυχτερινό μπάνιο δεν είχε αυτή την ευχαρίστηση αλλά είχε άλλες, ήταν άλλη η μαγεία του. Χαμογέλασε στη σκέψη ότι θα πήγαινε για νυχτερινό κολύμπι με τον Μιχάλη και αναρωτήθηκε τι να έκανε η πιο πρόσφατη γνωριμία της.

 

Ο Μιχάλης είχε απλώσει βιβλία και σημειώσεις γύρω το. Καθώς δεν έφτανε ο χώρος στο τραπέζι του, τα είχε απλώσει και στο κρεβάτι δίπλα του. Αλλά προχωρούσε και θα είχε μια πρώτη βάση πληροφοριών για τον Ντάνιελ και την ομάδα του όταν θα κατέφταναν.

Συνέχισε να γράφει και σταμάτησε συνειδητοποιώντας ότι είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Κοίταξε το ρολόι του, είχε και ένα ραντεβού να τηρήσει.

Επέστρεψε στο έργο του για λίγο ακόμα.

Τον σταμάτησε μια κλήση στο κινητό του.

-Ναι; είπε περιμένοντας ότι θα ήταν η Κλερ.

Η φωνή που του μίλησε ανήκε σε γυναίκα αλλά όχι στην χθεσινοβραδινή παρέα του. Αντίθετα ήταν μια γυναίκα που ήξερε από μικρό κοριτσάκι.

-Γεια σου, Μάικ!

-Λιζ! Τι κάνεις; Πού βρίσκεστε;

-Πλέουμε για το νησί αλλά ο Ντάνιελ θέλει να σου μεταφέρω ένα μήνυμα.

-Τι μήνυμα, μικρή μου;

-Εντόπισε τον Ναυτίλο, είναι σίγουρος ότι πρόκειται για το σκάφος αυτό.

-Ο Βλέμμυς, λοιπόν. Πού πάει;

-Μάλλον έρχεται και αυτός εκεί.

-Δεν μου αρέσει αυτό, όπου πάει αυτός ο άνθρωπος χύνεται αίμα. Μου θυμίζει τον Στάμο. Εντάξει, θα έχω τον νου μου. Να προσέχετε και εσείς.

Ο Μιχάλης έκλεισε το τηλέφωνο και διάβασε το μήνυμα που τον περίμενε, είχε έρθει όσο μιλούσε με την Λιζ.

«Καλησπέρα, ισχύει η πρόταση για δείπνο;»

Απάντησε αμέσως θετικά με ένα χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπό του.

 

Η Έφη αγνάντευε μέσα στη νύχτα τα αστέρια πάνω από το Αιγαίο ενώ ο αέρας έπαιζε με τα μαλλιά της αλλά και το ελαφρύ φόρεμα που φορούσε. Ήταν στην πρύμνη του σκάφους του Βλέμμυ, του Ναυτίλου, ακουμπισμένη στην κουπαστή. Το σκάφος ήταν το γιοτ του μεγαλοεπιχειρηματία αλλά πλησίαζε περισσότερο σε μικρό κρουαζιερόπλοιο. Είχε όλες τις ανέσεις και ένα εξυπηρετικό πλήρωμα.

Τώρα στεκόταν στην βεράντα της καμπίνας του Βλέμμυ και τον περίμενε όπως εκείνος της είχε ζητήσει. Δεν είχε πρόβλημα να τον περιμένει, περνούσε υπέροχα σαν φιλοξενούμενή του.

Άκουσε βήματα πίσω της μα δεν στράφηκε. Ο Βλέμμυς έφτασε πίσω της και την αγκάλιασε από τη μέση. Το άλλο χέρι του πήγε κάτω από το φόρεμά της και το σήκωσε αποκαλύπτοντας το σχεδόν γυμνό σώμα της από κάτω. Τον κατάλαβε ότι κατέβαζε το φερμουάρ του.

-Εδώ; είπε. Αν μας δουν;

-Είναι ιδιωτικός χώρος, μόνο η καμπίνα μου βλέπει σε αυτό το κατάστρωμα εδώ.

-Και αν μας δει η γυναίκα σου;

-Δεν την απασχολεί, είναι μια χαρά βολεμένη όπως έχουν τα πράγματα.

-Τότε ξέσκισέ με, είπε η Έφη και έγειρε περισσότερο δίνοντάς του ελευθερία κινήσεων.

-Ναι, μωρό μου, αυτό θα κάνω και όσο θα το κάνω θα σου πω τι θα κάνουμε στον πρώην σου.

 

Ο Μιχάλης περίμενε την Κλερ έξω από το εστιατόριο. Μόλις εκείνη έφτασε μπήκαν μέσα. Ο ιδιοκτήτης χάρηκε που τους είδε και τους οδήγησε στο ίδιο τραπέζι που είχαν καθίσει και την προηγούμενη φορά.

-Το ζήτησες ειδικά; ρώτησε με ένα χαμόγελο η Κλερ.

-Όχι, πρωτοβουλία του Παντελή.

Κάθισαν και ο μαγαζάτορας ήρθε για να πάρει την παραγγελία. Η Κλερ διάλεξε ένα φιλέτο και ένα κρασί, ο Μιχάλης πήρε ένα λουκάνικο και πάλι μια σπράιτ.

-Πώς πέρασες τη μέρα σου; ρώτησε ο Μιχάλης.

-Πήγα στη θάλασσα, είπε η Κλερ. Είναι κρύα αλλά για εμένα δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο. Μου άρεσε που είναι καθαρή και την απόλαυσα. Θα μου αρέσει και τη νύχτα.

-Εντάξει, με έχεις πείσει να το κάνουμε.

-Χαίρομαι, εσύ τι έκανες όλη την ημέρα; Ασχολήθηκες με τους Γατελούζους σου;

-Αρκετά. Προχωράει η δουλειά μου.

-Χαίρομαι. Θα ασχοληθείς και αύριο μαζί τους;

-Αύριο δεν ξέρω αν θα προλάβω, έχω να παρευρεθώ σε μια άλλη συνάντηση. Είναι η υπόθεση για την οποία με αφήσατε στην πόλη από το αεροδρόμιο, χθες. Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα μου πάρει για να τελειώσω.

-Μήπως δεν θα προλάβεις το νυχτερινό μας μπάνιο; Αν είναι πρόβλημα, να το μεταθέσουμε, δεν θέλω να σου δυσκολέψω τη ζωή.

Ο Μιχάλης χαμογέλασε.

-Όχι, τόσο αργά δεν θα πάει, ελπίζω τουλάχιστον. Τα δικά σου σχέδια για αύριο τι λένε; 

-Λέω να νοικιάσω ένα αυτοκίνητο και να πάω στο Σίγρι, να δω το απολιθωμένο δάσος.

-Είναι κάτι το διαφορετικό, εκείνη η πλευρά του νησιού είναι τελείως διαφορετική από την εδώ.

-Θα σου πω τις εντυπώσεις μου όταν επιστρέψω.

Ο εστιάτορας τους έφερε το φαγητό και ξεκίνησαν να τρώνε.

-Τι ελπίζετε να βρείτε μέσα στο πλοίο, αν το βρείτε; ρώτησε η Κλερ. Μετέφερε κάποιο θησαυρό;

-Με την έννοια που δίνει κάποιος στην καθημερινή συζήτηση στη λέξη όχι. Αλλά ευελπιστούμε σε άλλα ευρήματα. Αντικείμενα καθημερινής χρήσης, εργαλεία, κάποιο κομψοτέχνημα, έγγραφα της περιόδου.

-Δεν θα έχουν λιώσει;

-Το χαρτί της εποχής εκείνης περιείχε και ύφασμα στο μίγμα, δεν ήταν καθαρός χαρτοπολτός όπως σήμερα, οπότε είναι πιο ανθεκτικό. Χρειάζεται μια διαδικασία καθαρισμού επειδή έμεινε στο νερό τόσα χρόνια αλλά μπορεί να διασωθεί.

-Ενδιαφέρον. Και τι έγγραφα θα ήθελες να βρεις;

-Οτιδήποτε. Όλα έχουν την αξία τους. Επίσημα έγγραφα μπορούν να μας διαφωτίσουν για ιστορικά γεγονότα ή για τις συνθήκες ζωής της εποχής. Ιδιωτικά για τις κοινωνικές συνθήκες αλλά και τις κοινωνικές συμβάσεις και πάλι για τις συνθήκες ζωής.

-Φαίνεται ότι είσαι στο στοιχείο σου με αυτό, είπε η Κλερ, θα πιώ σε αυτό.

Τσούγκρισαν τα ποτήρια τους και ήπιαν. Ο Μιχάλης κοίταξε το παιχνίδισμα που έκανε το φως στα μάτια της Κλερ όπως χαμογελούσε. Εκείνη το πρόσεξε και ένιωσε μια ζεστασιά μέσα της.

Συνέχισαν το δείπνο τους με τη συζήτηση να περνάει στο φαγητό και την τοπική κουζίνα και μετά στο κρασί που έπινε η Κλερ.

-Εσύ δεν πίνεις ποτέ; ρώτησε τον Μιχάλη.

-Όχι, δεν είμαι φίλος. Την προηγούμενη φορά που ήμουν με τον Ντάνιελ και την ομάδα του βρήκαμε ένα Ρωμαϊκό πλοίο στον κόλπο της Λυών. Ανάμεσα στο φορτίο του ήταν και αμφορείς με φαλερνό οίνο. Παρά τα 2000 χρόνια που είχαν περάσει πινόταν. Μόνο εγώ δεν το δοκίμασα.

-Αυτό πάει να πει πεπαλαιωμένο κρασί, όχι αστεία, γέλασε η Κλερ.    

Μετά το φαγητό, και το επιδόρπιο που τους κέρασε ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου, ο Μιχάλης ρώτησε:

-Θέλεις να περπατήσουμε;

-Ναι, είπε η Κλερ, μου άρεσε η χθεσινή μας βόλτα. Ειδικά εκείνο το σημείο από το οποίο είδαμε τόσο καθαρά τα αστέρια.

-Εντάξει τότε, θα πάμε εκεί.

Στο δρόμο ήταν σχεδόν μόνοι.

-Δεν έχει πολύ κόσμο παρότι το ξενοδοχείο μου είναι σχεδόν γεμάτο, είπε η Κλερ.

-Τα τελευταία γκρουπ θα φύγουν από βδομάδα, η Πέμπτη είναι η μέρα που αλλάζουν οπότε Πέμπτη θα φύγουν τώρα.

-Εγώ δεν ήρθα με γκρουπ.

-Αυτό για τους ξένους είναι ασυνήθιστο και ακόμα πιο σπάνιο το να έρχονται μόνοι.

-Συμβαίνει όμως, δεν είχα κάποιον να πάρω μαζί. Σίγουρα ξέρεις πώς είναι.

-Φυσικά, είμαι μόνος δεν έχω οικογένεια.

-Λυπάμαι… Δεν…

-Κανένα πρόβλημα, δεν έγινε τώρα.

Φτάσανε στο γεφυράκι και το περάσανε.

-Χτες που μιλούσες με το κοριτσάκι, την Θάλεια, έλεγα ότι μπορεί να ήταν δική σου έτσι όπως της μιλούσες τρυφερά.

-Δεν είναι, δεν είχα ποτέ οικογένεια. Εσύ;

-Είχα αρραβωνιαστεί αλλά είναι στο παρελθόν, είμαι καιρό μόνη.

Προχώρησαν στην αμμουδιά κοντά στο απαλό σβήσιμο του κύματος στην ακτή. Η ησυχία ήταν σχεδόν απόλυτη αφού ακουγόταν μόνο αυτό. Ο Μιχάλης βρήκε μια προεξοχή του εδάφους και της πρότεινε να καθίσει. Η Κλερ το έκανε και εκείνος τη μιμήθηκε.

-Τώρα μπορείς να κοιτάξεις πάνω, της είπε απαλά.

Η Κλερ το έκανε και έμεινε εκστατική να κοιτάζει τον μαγευτικό ουράνιο θόλο με τα αναρίθμητα αστέρια. Έγειρε κι άλλο πίσω θαυμάζοντας. Στράφηκε να μιλήσει στον Μιχάλη και το πρόσωπό της βρέθηκε εκατοστά από το δικό του. Ο Μιχάλης χαμογέλασε και ύστερα έκλεισε το κενό.

Τη φίλησε απαλά στα χείλη. Η Κλερ δεν το περίμενε αλλά το επιθυμούσε από την ώρα που δεν το είχε κάνει το προηγούμενο βράδυ και έμεμφε τον εαυτό της γι’ αυτό. Ανταπέδωσε το φιλί, η γλώσσα της άνοιξε τα χείλη του για να βρει τη γλώσσα του. Ο Μιχάλης έφερε το χέρι του στην πλάτη της, την χάιδεψε απαλά ανεβαίνοντας, πέρασε κάτω από τα μαλλιά της και την χάιδεψε στην πίσω πλευρά του λαιμού της.

Το φιλί βάθυνε, η Κλερ έφερε το χέρι της στο πλάι και χάιδεψε απαλά το πρόσωπο του Μιχάλη. Το άλλο χέρι της βρήκε το δικό του και το έσφιξε.

Μετά τραβήχτηκαν ο ένας από τον άλλο, ήθελαν και οι δύο να συνεχίσουν αλλά ήξεραν ότι ακόμα δεν ήταν η ώρα. Κοιτάχτηκαν και χαμογέλασαν. Η Κλερ ξανακοίταξε τα άστρα ακουμπώντας στον Μιχάλη…

Και όταν πήραν το δρόμο για το ξενοδοχείο της το έκαναν πιασμένοι χέρι με χέρι.


Μέρες Του Φθινοπώρου 4

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Τέταρτο

 

Ο Μιχάλης και η Κλερ βγήκαν από το εστιατόριο και στάθηκαν στο δρομάκι. Δεν υπήρχαν πολλοί άλλοι εκεί γύρω και μπορούσαν να ακούσουν τους ήχους της νύχτας, ήχους που τείνουν να γίνουν άγνωστοι στους κατοίκους της πόλης.

-Πού πάμε; ρώτησε η Κλερ. Εσύ ξέρεις την περιοχή.

-Βουνό ή θάλασσα;

-Μμ…θάλασσα, τουλάχιστον για πρώτη φορά.

Η φράση αυτή δημιούργησε μια ευχάριστη αίσθηση στον Μιχάλη. Λέγοντας η πρώτη φορά, εννοούσε ότι είχε σκοπό να τον ξαναδεί, να περπατήσουν και πάλι παρέα. Είχε νιώσει το ίδιο και λίγο νωρίτερα όταν είχε μιλήσει για το επόμενο γεύμα που θα έπαιρναν μαζί.

-Πάμε, της είπε και έδειξε προς ποια πλευρά θα έπρεπε να κατευθυνθούν.

Η Κλερ κοίταζε γύρω της τα απλά, μικρά σπίτια περιτριγυρισμένα από μεγάλους κήπους και περιβόλια.

-Είναι ωραία εδώ, καταλαβαίνω τι βρίσκεις σε αυτό το μέρος και ας είσαι γόνος της πόλης.

-Έχει ηρεμία, ησυχία. Είναι ένα μέρος για να χαλαρώσει κανείς από τους ρυθμούς της πόλης. Εσύ από πού είσαι;

-Γεννήθηκα στο Μπρίστολ αλλά μεγάλωσα στο Μπέρμιγχαμ.

-Ακούγοντας το όνομά σου ήξερα ότι είσαι Αγγλίδα παρότι το μικρό σου δεν είναι Αγγλικό.

-Η μητέρα μου ήταν Γαλλίδα.

-Γι’ αυτό ξέρεις και τις δύο γλώσσες, ποια είναι η τρίτη;

-Τα Λατινικά και μετά έμαθα και Ελληνικά. Μαθαίνω Γερμανικά τώρα.

-Πολύγλωσση!

-Μου αρέσει να μαθαίνω γλώσσες, είναι σαν να σου ανοίγεται ένας κόσμος καθώς γνωρίζεις τη νέα γλώσσα και το λαό που τη μιλάει κυρίως.

-Δεν ξέρω για τα Γερμανικά αλλά τα Ελληνικά σου είναι πολύ καλά, δεν φαίνεσαι για ξένη.

-Merci, monsieur! Vous êtes très gentil!

-Δεν μιλώ Γαλλικά αλλά η προφορά μού φαίνεται σωστή.

Η Κλερ γέλασε.

-Τι σημαίνει;

-Ευχαριστώ, κύριέ μου, είστε πολύ ευγενικός.

Τώρα περπατούσαν σε ένα στριφογυριστό δρομάκι ανάμεσα σε σπίτια και σε μικρά μαγαζιά. Φτάσανε σε ένα σημείο που έστριβε το δρομάκι παράλληλα με κάτι που έμοιαζε με κανάλι αλλά χωρίς νερό.

-Αυτό τι είναι; Κάποιο έργο που έμεινε στη μέση;

-Όχι, είναι η κοίτη ενός χειμάρρου. Τώρα δεν έχει νερό αλλά το χειμώνα κατεβάζει, ανοίγει μάλιστα δρόμο μέσα από την άμμο και χύνεται στη θάλασσα.

Ο Μιχάλης έδειξε τον δρόμο.

-Από’ δω θα γυρίσουμε πάλι προς τα εστιατόρια και τις καφετέριες, και για το ξενοδοχείο σου από’ δω θα πάμε.

-Έχουμε και άλλη επιλογή;

-Ναι, περνάμε το γεφυράκι εκεί, της έδειξε ένα μικρό γεφυράκι πάνω από τον χείμαρρο, και πάμε στην αμμουδιά.

-Θα το ήθελα, αν δεν είναι κόπος, είπε η Κλερ και το βλέμμα της στάθηκε στο μπαστούνι του.

-Όχι, δεν είναι, είπε ο Μιχάλης σημειώνοντας ωστόσο ότι είχε νοιαστεί να μην του προκαλέσει αχρείαστο κόπο ή πόνο.

Περάσανε το γεφυράκι και βρεθήκανε στην άμμο. Περπάτησαν αργά ως το σημείο σχεδόν που έσκαγε το κύμα. Η Κλερ πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε απαλά:

-Είναι πολύ όμορφα εδώ.

-Μου αρέσει και εμένα για την ησυχία που έχει εδώ. Αλλά και για κάτι άλλο.

-Τι;

-Κοίτα πάνω, είπε ο Μιχάλης με ένα χαμόγελο.

Η Κλερ το έκανε και έμεινε να κοιτάζει. Μακριά από κάθε φως ο έναστρος ουρανός φαινόταν πιο έντονος, σε όλο του το μεγαλείο. Τα αναρίθμητα άστρα φαίνονταν να τρεμοπαίζουν συνθέτοντας μια μαγευτική εικόνα.

-Είναι υπέροχο, είπε η Κλερ.

Έκανε να κοιτάξει τον Μιχάλη και η κίνηση την έκανε να ζαλιστεί. Έχασε την ισορροπία της αλλά δεν έπεσε καθώς ο Μιχάλης έσπευσε να την συγκρατήσει. Βρέθηκε στην αγκαλιά του με το κεφάλι της να αναπαύεται στο στέρνο του και την αναπνοή της να βγαίνει ακανόνιστη. Είχε τρομάξει από την απότομη ζάλη και την πτώση αλλά τώρα, καθώς συνερχόταν, άρχισε να νιώθει και άλλα πράγματα. Ένιωθε μια πρωτόγνωρη σιγουριά, το κράτημα του Μιχάλη ήταν γερό αλλά ταυτόχρονα προσεκτικό και μπορούσε να αισθανθεί τη ζεστασιά από το σώμα του. Θα της άρεσε να μείνει για λίγο έτσι, ήρεμη, σίγουρη και προστατευμένη.

-Είσαι καλά; ρώτησε ο Μιχάλης ανήσυχος.

-Ζαλίστηκα, δεν είναι τίποτα. Η απότομη κίνηση φταίει.

Ο Μιχάλης συνέχισε να την κρατάει αν και έδειχνε να έχει συνέλθει. Δεν του ήταν εξάλλου καθόλου δυσάρεστο, η Κλερ τον είχε κερδίσει σ’ αυτές τις ώρες που είχαν περάσει μαζί.

-Θέλεις να καθίσεις; τη ρώτησε.

-Όχι, είπε εκείνη, είμαι εντάξει. Συγγνώμη αν σε ανησύχησα.

-Αφού είσαι καλά, όλα εντάξει.

Την άφησε καθώς στεκόταν πλέον όρθια χωρίς πρόβλημα.

-Είναι πολύ ωραία, είπε η Κλερ. Σε ευχαριστώ που μου το έδειξες. Έρχεσαι συχνά εδώ;

-Πολλά βράδια, με βοηθάει να σκεφθώ και μου αρέσει ο έναστρος ουρανός.

-Θα χαρώ να ξαναέρθω.

-Όποτε θέλεις.

Το αεράκι δυνάμωσε μεγαλώνοντας και το κύμα.

-Είναι επικίνδυνο να κολυμπήσεις νύχτα εδώ; ρώτησε η Κλερ.

-Όχι, αν ξέρεις πού θα πας.

-Ωραία, μου αρέσει το νυχτερινό κολύμπι, είπε η Κλερ κοιτώντας την θάλασσα και μετά στράφηκε και τον κοίταξε, και θα είμαι ασφαλής αν έρθεις μαζί μου εσύ που ξέρεις τι πρέπει να αποφύγω.

Ο Μιχάλης πήγε να πει κάτι αλλά εκείνη τον πρόλαβε.

-Θυμάμαι τι μου είπες, αλλά θα είμαστε μόνοι μας τη νύχτα. Θα μπορώ να βοηθήσω εξάλλου αν χρειαστεί.

-Εντάξει, υποχώρησε ο Μιχάλης.

Ξεκίνησαν να περπατάνε στην αμμουδιά.

-Θα πρέπει να γυρίσουμε πίσω στο γεφυράκι για να επιστρέψουμε στον δρόμο;

-Όχι, πιο πέρα η αμμουδιά φτάνει μέχρι τον δρόμο, εκεί που είναι οι πολλές καφετέριες.

-Λοιπόν, η πρώτη μου μέρα εδώ επιβεβαιώνει την απόφασή μου να έρθω.

-Είναι και για μένα διαφορετικά μιας και δεν είχα ξανάρθει τέτοια εποχή του χρόνου.

-Έρχεσαι καλοκαίρι;

-Συνήθως ναι. Αλλά αυτή η μειωμένη τουριστική κίνηση είναι θελκτική για μένα.

Φτάσανε στο ξενοδοχείο της Κλερ. Ο Μιχάλης στάθηκε, γύρισε και την κοίταξε.

-Υποθέτω ότι εδώ λέμε καληνύχτα.

-Ναι, είπε η Κλερ. Σε ευχαριστώ για την όμορφη βραδιά.

-Αν θες, μπορούμε να την επαναλάβουμε αύριο το βράδυ.

-Θα το ήθελε πολύ.

Ο Μιχάλης έδωσε μια κάρτα στην Κλερ.

-Τα σταθερά τηλέφωνα είναι στην Αθήνα αλλά το κινητό το έχω μαζί μου.

Η Κλερ την έβαλε στο τσαντάκι της και τον κοίταξε. Τον αγκάλιασε ύστερα. Ο Μιχάλης την κράτησε στην αγκαλιά του και μετά, αυθόρμητα, εναπέθεσε απαλά ένα φιλί στα μαλλιά της. Όταν την άφησε, η Κλερ μετάνιωσε που κατέπνιξε την επιθυμία να τον φιλήσει και εκείνη στο λαιμό όπως ήταν στην αγκαλιά του.

Αποτραβήχτηκε και τον κοίταξε άλλη μια φορά. Μετά μπήκε μέσα και ο Μιχάλης ξεκίνησε για το σπίτι του.

 

Ο Ρωμανός ξύπνησε νιώθοντας μια περίεργη ευφορία και ταυτόχρονα λίγο αποπροσανατολισμένος. Το δροσερό αεράκι που έμπαινε από την μπαλκονόπορτα χάιδευε το σώμα του πληροφορώντας τον ότι ήταν ολόγυμνος. Επίσης, μπορούσε να νιώσει τον ανδρισμό του ερεθισμένο, καθόλου περίεργο με αυτά που είχαν γίνει τις τελευταίες ώρες.

Κοίταξε τη γυναίκα δίπλα του. Η Μάρθα κοιμόταν ολόγυμνη, χορτασμένη από ηδονή. Ο Ρωμανός κοίταξε τα τεράστια στήθη της και ένιωσε αμέσως τον ανδρισμό του να σκληραίνει. Το ότι ακόμα μπορούσε να το κάνει αυτό τον εξέπληττε αφού είχαν ολοκληρώσει πολλές φορές πριν σταματήσουν και αποκοιμηθούν.

Μόλις είχε αφήσει το εστιατόριο είχε έρθει στο ξενοδοχείο. Η κοπέλα στην υποδοχή είχε πάρει τηλέφωνο στην σουίτα της κυρίας Κόρβου και εκείνη είχε ζητήσει να τον αφήσουν να ανέβει. Επίσης είχε ζητήσει και ένα ουίσκι. Ο Ρωμανός ανέβηκε στο δωμάτιο και του άνοιξε η Μάρθα ντυμένη με μια λευκή ρόμπα. Μπήκε μέσα και η  Μάρθα έκλεισε την πόρτα. Εκείνος γύρισε να την αντικρίσει από ευγένεια και έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Η ρόμπα ήταν πεσμένη στο πάτωμα και η Μάρθα ήταν από κάτω ολόγυμνη. Το βλέμμα του στάθηκε στα στήθη της και μετά στην κοιλιά της. Τέλος μαγνητίστηκε από εκείνο που δεν είχε δει ξανά και στο οποίο η Μάρθα του πρόσφερε μια απρόσκοπτη θέα, ειδικά αφού ανήκε στις γυναίκες που έκαναν ολική αποτρίχωση.

Ξεροκατάπιε ενώ αποκτούσε μια εντυπωσιακή στύση. Η Μάρθα τον πλησίασε και ρώτησε:

-Σου αρέσει αυτό που βλέπεις;

Ο Ρωμανός ένευσε, πολύ σαστισμένος για να μιλήσει. Η Μάρθα άπλωσε το χέρι της στον ανδρισμό του και τον χούφτωσε στέλνοντας ένα ρίγος ηδονής να τον διατρέξει. Η Μάρθα τον τράβηξε κοντά της και τον φίλησε στο στόμα, η γλώσσα της άνοιξε τα χείλη του και βρήκε τη γλωσσά του ενώ με το ένα χέρι συνέχιζε να χαϊδεύει τον ανδρισμό του. Ο Ρωμανός ένιωσε μια ένταση να συσσωρεύεται μέσα του που δεν ήξερε πώς να εκτονώσει. Αγκάλιασε την Μάρθα και ενθαρρυμένος από τις κινήσεις της κατέβασε τα χέρια του στους γοφούς της.

Εκείνη έλυσε τη ζώνη του παντελονιού του που έπεσε στα πόδια του και ακολούθησε το εσώρουχο. Ύστερά έκανε πίσω και αποσπάστηκε από την αγκαλιά του. Τον έγδυσε τελείως και τον κοίταξε από πάνω έως κάτω. Τον οδήγησε στο κρεβάτι της και τον ξάπλωσε ανάσκελα. Ύστερα κάθισε ιππαστί στα πόδια του και τον πήρε μέσα της. Ο Ρωμανός άφησε μια κραυγή και ενστικτωδώς με ένα τίναγμα εκσπερμάτωσε μέσα της. Άρπαξε τους γοφούς της καθώς βίωνε τον πρώτο του οργασμό και η Μάρθα ένιωσε με ηδονή αυτό του το τελείωμα.

Έσκυψε και τον φίλησε στα χείλη και μετά στον λαιμό. Κατηφόρισε στο γεροδεμένο του στέρνο όπου κτητικά τον φίλησε με ένα ρουφηχτό φιλί που ήξερε ότι θα αφήσει σημάδι.

Κάνανε ξανά και ξανά έρωτα, ο Ρωμανός βίωνε με απόλαυση τα χάδια και τα φιλιά, τα προκαταρκτικά και τους οργασμούς. Μαζί τους κέρδιζε και την περηφάνεια του να ικανοποιεί μια μεγαλύτερη και έμπειρη γυναίκα όπως η ίδια του έλεγε.

-Ήταν η πρώτη σου φορά; τον ρώτησε όταν έμειναν ξαπλωμένοι μετά την πέμπτη ολοκλήρωση.

-Ναι, είπε ο Ρωμανός διστακτικά.

-Ήσουν υπέροχος, με πήδηξες υπέροχα, και να είσαι σίγουρος ότι από’ δω και μπρος θα έχεις πιο πολλές επαφές.

-Πώς…

-Εκτός του ότι αύριο βράδυ σε θέλω πάλι εδώ να περάσουμε ωραία, το ότι έχεις κάνει σεξ θα σου δώσει κύρος ανάμεσα στους συμμαθητές και τους φίλους σου και θα σε προτιμάνε και τα κορίτσια.

-Αν με πιστέψουν.

-Θα σου δώσω ένα ενθύμιο. Ένα τρόπαιο θα πεις εσύ. Θα έχεις και ένα σημάδι να το πιστοποιεί.

-Τι σημάδι;

-Θα δεις.

 

Ο Ρωμανός κοίταξε τη γυναίκα δίπλα του και αναρωτήθηκε αν θα είχε δίκιο. Πιθανότατα ναι. Ήξερε από αυτά, ήταν φανερό. Σκέφθηκε τις συμμαθήτριές του, ήταν κάποιες που αυτό που είχε γίνει θα τις επηρέαζε σε βαθμό που να θέλουν να κάνουν σχέση μαζί του.

Σκέφτηκε τη Νίκη, ήταν το πιο δημοφιλές κορίτσι του σχολείου και σίγουρα θα ήθελε να πέσει στο κρεβάτι μαζί του. Στη σκέψη του στήθους της ένιωσε μια ευχάριστη διέγερση. Η Μάρθα είχε δίκιο. Τώρα άρχιζαν τα ωραία.

Γύρισε στο πλευρό για να ξανακοιμηθεί. Πριν χαθεί στη λήθη του ύπνου στη σκέψη του δεν ήρθε ούτε η πρόθυμη ερωμένη του, ούτε η μελλοντική κατάκτηση αλλά ένα κορίτσι που ήξερε από χρόνια και που ήταν πάντα κάτι το ξεχωριστό, η Ελπίδα, και χωρίς να ξέρει το γιατί, του φάνηκαν ξαφνικά όλα τα άλλα που σκεφτόταν χυδαία, σε σχέση με εκείνη.

Αποκοιμήθηκε.

 

«Η κυριαρχία των Γατελούζων στη Λέσβο άρχισε το 1355 όταν ο Ιωάννης ο  Ε’ Παλαιολόγος ευχαρίστησε τον Γενοβέζο Φραγκίσκο Γατελούζο για την υποστήριξη στην σύγκρουση με τον Ιωάννη Καντακουζηνό δίνοντάς του για σύζυγο την αδερφή του Μαρία και για προίκα το νησί της Λέσβου.»

Ο Μιχάλης τα ήξερε όλα αυτά αλλά έπρεπε να ξεκινήσει από κάπου.

Ο ήχος του κινητού που έλαβε ένα μήνυμα τον διέκοψε. Αναρωτήθηκε ποιος του έστελνε μήνυμα και μάλιστα τέτοια ώρα. Το πήρε και άνοιξε τα μηνύματα. Δεν αναγνώρισε τον αριθμό αλλά το κείμενο του δήλωνε τον αποστολέα.

«Ήθελα να σε ευχαριστήσω για μια υπέροχη βραδιά, την καλύτερη που είχα εδώ και καιρό. Καληνύχτα.»

Ο Μιχάλης χαμογέλασε. Του άρεσε αυτός ο γλυκός χαρακτήρας που είχε η Κλερ. Της απάντησε:

«Η ευχαρίστηση δική μου» της έγραψε. «Ανυπομονώ να την επαναλάβουμε. Καληνύχτα.»

Αναρωτήθηκε αν ήταν πρέπον ή είχε παραβεί κάποιο άγραφο νόμο περί οικειότητας. Θα το μάθαινε το πρωί.

Πήγε για ύπνο με το μυαλό στην Κλερ.

Μέρες Του Φθινοπώρου 3

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Τρίτο

 

Ο Μιχάλης στάθηκε στην μεγάλη καγκελόπορτα και την ξεκλείδωσε. Την άνοιξε και μπήκε. Στάθηκε και κοίταξε το σπίτι που βρισκόταν ανάμεσα σε μερικές ελιές. Δεν ήταν μεγάλο αλλά ήταν ό,τι του χρειαζόταν. Κλείδωσε την πόρτα και προχώρησε με τα πράγματά του προς το σπίτι. Ένας μικρός διάδρομος από τσιμέντο οδηγούσε στον χώρο που ήταν χτισμένο το σπίτι. Για την ακρίβεια στα σπίτια, μιας και ήταν δύο τα κτίσματα. Στον υπόλοιπο χώρο είχε αφήσει το έδαφος ελεύθερο. Χρειαζόταν να οργώνεται για να καρποφορούν οι ελιές και για πιθανές άλλες καλλιέργειες όπως οι τριανταφυλλιές που είχε κατά μήκος του φράχτη με το διπλανό κτήμα.

Έφτασε στο σπίτι και στάθηκε ανάμεσα στα δύο κτίσματα. Αυτός ο χώρος που βρισκόταν ανάμεσα, και λίγος γύρω ήταν στρωμένος με πλάκα. Στράφηκε στην πόρτα για να την ξεκλειδώσει. Όπως συνήθιζε μπήκε από την πόρτα της κουζίνας και όχι από την πιο επίσημη που άνοιγε κατευθείαν στο δωμάτιό του. Το σπίτι ήταν απλά διαρρυθμισμένο, μπαίνοντας στο σπίτι και την κουζίνα, είχε αριστερά του μπάνιο και ευθεία βρισκόταν το δωμάτιό του. Στο άλλο κτίσμα βρισκόταν ακόμα ένα υπνοδωμάτιο μαζί με το μπάνιο του.

Κλείδωσε την πόρτα πίσω του, πήγε στον πίνακα του ηλεκτρικού και άνοιξε τον κεντρικό διακόπτη. Άνοιξε και τον θερμοσίφωνα και μετά ασχολήθηκε να τακτοποιήσει τα ρούχα του στη ντουλάπα, και το λάπτοπ με τα βιβλία και τις σημειώσεις του στο τραπέζι.

Μόλις τελείωσε με τις δουλειές αυτές, μπήκε στο μπάνιο και έκανε ένα ζεστό ντουζ ενώ ύστερα ξάπλωσε να κοιμηθεί επειδή είχε ξυπνήσει πολύ νωρίς για να ταξιδέψει.

 

-Είναι πολύ ωραία σουίτα, είπε η Μάρθα περιδιαβαίνοντας το κατάλυμά τους στο ξενοδοχείο.

Σίγουρα ήταν μεγάλο, διέθετε δυο κρεβατοκάμαρες με το μπάνιο της η κάθε μια, ένα χωλ και ένα μεγάλο δωμάτιο με σαλόνι. Η Φοίβη κάθισε σε μια πολυθρόνα ενώ η Μάρθα έλεγε:

-Λέω να πάω για μια βουτιά στην πισίνα και μετά να φάμε τίποτα. Θα έρθετε;

-Πού τη βρίσκεις τόση ενέργεια; είπε η Φοίβη. Δεν σε κούρασε το ταξίδι;

-Μου αρέσει να παίρνω το μέγιστο από κάθε στιγμή, είναι κρίμα που αυτό δεν το έμαθες κι εσύ. Εκτός βέβαια, και αν θέλετε να μείνετε για λίγο μόνοι οι δυο σας… Δεν είναι κακή ιδέα!

Η Μάρθα πήγε στο δικό της δωμάτιο και η Φοίβη σηκώθηκε να πάει στο δικό της. Ο Βασίλης την ακολούθησε και μόλις έκλεισε την πόρτα πίσω τους έπιασε τη μνηστή του από τη μέση.

-Έλεγα να περάσουμε ευχάριστα την ώρα που θα είμαστε μόνοι.

Την φίλησε και άρχισε να της ξεκουμπώνει το πουκάμισο. Την φίλησε πάλι και μετά την απάλλαξε από το ρούχο, την κοίταξε όπως είχε μείνει μόνο με το σουτιέν.

-Ξέρεις, η μητέρα σου δεν έχει άδικο, ένα ενισχυμένο σουτιέν θα βελτίωνε την εικόνα σου και βέβαια θα μπορούσες να κάνεις και κάτι με το στήθος σου. Δεν είναι ότι δεν έχεις τα λεφτά.

Η Φοίβη έκανε πίσω και τον κοίταξε πληγωμένη.

-Βασίλη, μην το ξαναπείς αυτό, δεν με νοιάζει! Δεν θέλω να με κοιτάει ο καθένας γιατί φαντασιώνεται τα στήθη μου. Θέλω να τον νοιάζει η προσωπικότητά μου.

-Δεν ήθελα να σε λυπήσω.

Η Φοίβη δεν απάντησε. Έβγαλε και το παντελόνι της και ξάπλωσε. Ο Βασίλης γδύθηκε και ξάπλωσε δίπλα της. Την αγκάλιασε από τη μέση και τη φίλησε στο λαιμό ενώ το χέρι του γλίστρησε μέσα από το εσώρουχό της και άρχισε να την χαϊδεύει. Τα δάκτυλά του άρχισαν να παίζουν με την ευαίσθητη σάρκα της γυναικείας της ύπαρξης και η Φοίβη αναστέναξε. Ο Βασίλης άλλαξε θέση για να μπορεί να την φτάνει καλύτερα. Το βλέμμα του πήγε στην πισίνα του ξενοδοχείου που μπορούσε να τη δει από εκεί.

Διέκρινε ολοκάθαρα την Μάρθα να περπατά στο χώρο και το θέαμα έκανε τον ανδρισμό του να σκληρύνει οδυνηρά. Αυτό δεν ήταν περίεργο από μόνο του, το μαγιό που είχε φορέσει η Μάρθα κάλυπτε μόνο τα τελείως απαραίτητα, οι πλούσιοι γοφοί της και τα τεράστια στήθη της ήταν θέαμα ελεύθερο για όλους. Η Μάρθα όμως θα γινόταν πεθερά του, δεν έπρεπε να την βλέπει έτσι και να ονειρεύεται ότι θα της έκανε έρωτα. Στη σκέψη της παράνομης σχέσης με τη Μάρθα τον διαπέρασε ένα ρίγος ηδονής.

Τράβηξε κοντά του την Φοίβη και της κατέβασε τελείως το εσώρουχο. Βυθίστηκε με απόλαυση ανάμεσα στους γοφούς της. Τραβήχτηκε λίγο και μετά ξαναβυθίστηκε μέσα της με ορμή.

-Βασίλη! είπε η Φοίβη, με πονάς.

Αλλά εκείνος δεν άκουγε τίποτα άλλο από την ανάγκη του σώματός του. Έκλεισε τα μάτια και απόλαυσε τον οργασμό που ερχόταν. Αλλά ακόμα και όταν με ένα τίναγμα ολοκλήρωνε, ήταν την Μάρθα που σκεφτόταν και όχι την Φοίβη που άφηνε μια κραυγή πόνου.

 

Η Κλερ άνοιξε τα δύο φύλλα της πόρτας και μετά τα εξωτερικά για να βγει στη βεράντα του δωματίου της. Κάθισε σε μια πολυθρόνα για να απολαύσει τη θέα. Μπροστά της ανοιγόταν ο μικρός όρμος όπου ήταν χτισμένο το χωριό, λίγοι λουόμενοι στο νερό και μερικές βάρκες, πιο πέρα το νησάκι του αγίου Γεωργίου ενώ δεξιά ο όρμος έκλεινε με ένα ύψωμα πάνω στο οποίο υπήρχε ένας μικρός ανεμόμυλος.

Πέρα από το ύψωμα μπορούσε να δει το τελείωμα του επόμενου κόλπου, πολύ πιο μεγάλου από τον όρμο μπροστά της, που κατέληγε στην πόλη της Μολύβου ή της Μήθυμνας. Η κωμόπολη λεγόταν από την αρχαιότητα Μήθυμνα αλλά στα νεότερα χρόνια την αποκαλούσαν και Μόλυβο και τώρα επισήμως χρησιμοποιείτο το πρώτο όνομα ενώ στην καθομιλουμένη το δεύτερο.

Ακόμα πιο πέρα στο βάθος φαινόταν η ακτή της Τουρκίας. Καθώς ο ήλιος έδυε και η ατμόσφαιρα είχε υγρασία μπορούσε να διακρίνει μόνο τις βουνοκορυφές αλλά το πρωί θα μπορούσε να δει περισσότερα. Άφησε τον ήλιο να την χρυσώσει και ξεκούμπωσε λίγο το πουκάμισό της για να αφήσει το δέρμα της να εκτεθεί στο φως του. Ήταν κάτι που θα βοηθούσε, της έλεγαν οι γιατροί.

Κοίταξε τη θάλασσα και το παιχνίδισμα που έκανε το φως με την ακύμαντη επιφάνειά της. Δεν είχε κολυμπήσει ακόμα, θα το έκανε το πρωί. Παρότι το ξενοδοχείο είχε πισίνα εκείνη πάντα προτιμούσε τη θάλασσα για να κολυμπήσει. Ακόμα και αν ήταν πιο επικίνδυνο, ειδικά όταν δεν βρισκόταν σε οργανωμένη πλαζ, δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με την ιδέα της πισίνας.

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα μόνο αφού έπεσε ο ήλιος. Θα έκανε μια βόλτα στα δρομάκια του οικισμού και θα καθόταν κάπου να φάει.

 

Η Μάρθα βγήκε από την πισίνα και πήρε μια πετσέτα για να σκουπίσει το νερό από πάνω της απολαμβάνοντας τα βλέμματα στο κορμί της. Το δικό της βλέμμα όμως ήταν στραμμένο στην απέναντι πλευρά του δρόμου, στο εστιατόριο που βρισκόταν εκεί. Την προσοχή της είχε τραβήξει ένας νεαρός που βοηθούσε τα γκαρσόνια να βάλουν τα τραπέζια σε τακτικές σειρές. Φορούσε παντελόνι και πουκάμισο αλλά μπορούσε να δει το μυώδες σώμα του και τα δυνατά χέρια του και σκέφθηκε αυτά τα χέρια στους γοφούς της. Ναι, έπρεπε να τον πάρει στο κρεβάτι της!

Παρακολούθησε για λίγο τη δουλειά. Παρότι νεαρός πρέπει να ήταν το αφεντικό γιατί οι άλλοι ακολουθούσαν τις οδηγίες και τις εντολές του. Σκέφτηκε την δικαιολογία που της χρειαζόταν και χαμογέλασε. Τύλιξε την πετσέτα γύρω από το σώμα της με έναν τρόπο που να το καλύπτει αλλά και να αναδεικνύει τις πλούσιες καμπύλες της. Ύστερα πέρασε τον δρόμο και πλησίασε τον νέο άνδρα.

-Μπορώ να σας μιλήσω; ρώτησε ευγενικά.

Ο νεαρός γύρισε, υπέροχα γαλανά μάτια ενώ το πρόσωπό του συμπλήρωναν τα σαρκώδη χείλη του.. Στη σκέψη ότι σε λίγο θα τα φιλούσε και θα τα ένιωθε στο κορμί της ένιωσε να ερεθίζεται.

-Παρακαλώ, της είπε ο νεαρός.

-Το εστιατόριο είναι δικό σας;

-Της μητέρας μου αλλά δεν είναι εδώ, μπορώ να βοηθήσω σε κάτι;

-Ενδιαφέρομαι για κάποιο τραπέζι. Γεύμα ή δείπνο δεν είμαι σίγουρη ακόμα. Πότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε;

-Και τώρα, δεν υπάρχει πρόβλημα, τα παιδιά θα τελειώσουν με τα τραπέζια.

-Θα ήθελα να μιλήσουμε κατ’ ιδίαν. Το ξενοδοχείο μου είναι εδώ, αν ζητήσεις την κυρία Κόρβου θα σε οδηγήσουν. Σε πόση ώρα τελειώνει η βάρδια σου;

-Σε είκοσι με είκοσι πέντε λεπτά.

-Θα σε περιμένω, είπε η Μάρθα και έφυγε λικνίζοντας τους γοφούς της.

-Άντε Ρωμανέ, απόψε θα περάσεις καλά, είπε ένας από το προσωπικό.  Θα σε βάλει κάτω και θα σε ξεζουμίσει αλλά θα περάσεις μια νύχτα που θα σου μένει αξέχαστη.

Ο Ρωμανός Στασινός κοίταξε την Μάρθα Κόρβου και τους γοφούς της που περιέγραφε η πετσέτα και ένιωσε τον ανδρισμό του να σκληραίνει. Τον έτριψε αλλά τράβηξε αμέσως το χέρι του καθώς είδε τη Φωτεινή, την δίδυμη αδερφή του, να πλησιάζει.

-Καλώς την. Γύρισε η μητέρα μας;

-Ναι, με τη γιαγιά να είναι όλο νεύρα.

-Δεν πήγε καλά με τον δικηγόρο;

-Αυτό είναι το περίεργο, από ό,τι μου είπε η μαμά, τα πράγματα πήγαν καλύτερα από ό,τι περίμεναν. Δεν τους απέκλεισε κάθε ελπίδα, τους είπε ότι κάτι μπορεί να γίνει. Ωστόσο είχε κάποιον βοηθό ή ειδικό εκεί και αυτός έκανε τη γιαγιά μας να νευριάσει.

-Κάτι που δεν είναι και δύσκολο εδώ που τα λέμε. Τι σου είπε η μητέρα; Θα έρθει εδώ;

-Ναι, σε λίγο, θα καθίσω εγώ ως που να έρθει. Άντε να κάνεις καμιά βόλτα για να ξεσκάσεις, αδερφούλη.

-Εντάξει, είπε ο Ρωμανός, πρόσεχε το ταμείο γιατί είχαμε κάμποση δουλειά σήμερα και έχει χρήματα.

-Έγινε.

Τη φίλησε στο μάγουλο και έφυγε.

 

Ο Μιχάλης ξύπνησε και έμεινε να κοιτάζει το ταβάνι για μια στιγμή. Μετά χαμογέλασε, ήταν στη Μυτιλήνη. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και έκανε ένα τηλέφωνο στο κοντινό μίνι μάρκετ για να κανονίσει τον εφοδιασμό του σπιτιού με τα πράγματα που χρειαζόταν.

Ύστερα ήταν ώρα για τον εφοδιασμό του ίδιου, έπρεπε να φάει κάτι. Ντύθηκε και πήρε το μπαστούνι του. Βγήκε στον δρόμο και στάθηκε για μια στιγμή να αφουγκράζεται την ησυχία του σούρουπου. Το σπίτι του ήταν λίγο έξω από τα όρια του οικισμού και είχε την ηρεμία και τη γαλήνη που του άρεσε.

Ξεκίνησε για ένα μικρό εστιατόριο που ήξερε. Οι δρόμοι ήταν πιο ήσυχοι από ό,τι τους έβλεπε το καλοκαίρι μιας και ήταν το τέλος της τουριστικής σαιζόν και οι περισσότεροι ξένοι είχαν πλέον φύγει. Ο Μιχάλης δεν αγαπούσε την πολυκοσμία και έτσι το προτιμούσε όπως έβλεπε τώρα το χωριό.

Σταμάτησε στο μικρό εστιατόριο και ο ιδιοκτήτης του έσπευσε να τον καλοδεχτεί.

-Βρε, βρε! Δεν περίμενα ότι θα σε ξαναδώ φέτος. Έλα κόπιασε μέσα!

Ο Μιχάλης μπήκε στον μικρό χώρο με τα τραπέζια και πήγε να καθίσει σε ένα από τα ακριανά με θέα στη θάλασσα.

-Πως κι έτσι;

-Μου προέκυψαν κάτι δουλειές εδώ.

-Θα μείνεις καιρό;

-Μάλλον κάμποσες μέρες.

-Τι να σου φέρουμε; ρώτησε ο μαγαζάτορας.

-Μια μπριζόλα, μια μερίδα τυροκροκέτες και φέρε μου και μια σπράιτ.

-Έγινε!

Ο μαγαζάτορας έφυγε και ο Μιχάλης έμεινε να αγναντεύει τη θάλασσα. Η αμμουδιά ήταν άδεια και η θάλασσα ήταν ακίνητη σαν να ήταν από κάτι στερεό, όπως το γυαλί, και όχι απλά νερό.

-Καλησπέρα, μόνος;

Ο Μιχάλης στράφηκε και αντίκρισε την Κλερ, χαμογέλασε στην γυναίκα και απάντησε:

-Ναι, μόλις ήρθα. Αν θέλεις…

Έδειξε την καρέκλα απέναντί του. Η Κλερ δεν το σκέφτηκε πολύ. Τον ευχαρίστησε και κάθισε απέναντί του. Είχε φορέσει ένα αέρινο φόρεμα που άφηνε τους ώμους έξω, τόνιζε την αιθέρια ομορφιά της αλλά και την έκανε να δείχνει κάπως εύθραυστη, σαν ένα λεπτεπίλεπτο έργο τέχνης που κάποιος πρέπει να αγγίξει με προσοχή.

Η Κλερ παρήγγειλε κοτόπουλο και ένα ποτήρι κρασί. Παρατήρησε ότι ο συνδαιτημόνας της δεν είχε πάρει κάποιο ποτό.

-Δεν πίνεις; ρώτησε.

-Δεν το συνηθίζω. Παρότι προσπάθησαν πολλές φορές να με πείσουν εδώ.

-Το ντόπιο ποτό, ούζο δεν το λένε;

-Σωστά, είπε ο Μιχάλης, αλλά είναι δυνατό ποτό, πολύ περισσότερο από το κρασί.

-Δεν θα το δοκιμάσω τότε. Εντάξει το κρασί αλλά πιο βαριά ποτά δεν τα μπορώ.

-Για μένα δεν χάνεις τίποτα αλλά μην το πεις στους ντόπιους!

Η Κλερ γέλασε. Είχε ένα κελαρυστό, κρυστάλλινο γέλιο, που ήταν μεταδοτικό όσο και ευχάριστο να το ακούς.

-Καλό το φαγητό;

-Ναι, είπε η Κλερ, πολύ ωραίο. Δεν θα το φανταζόμουν από ένα μικρό εστιατόριο σε ένα χωριουδάκι.

-Πολλές φορές συμβαίνει αυτό στα χωριουδάκια, έχει μαγαζάκια που είναι εκπληκτικά.

-Ποιο άλλο να δοκιμάσω εδώ;

-Περπάτησες στην παραλία;

-Όχι ακόμα.

-Στο πέρα άκρο είναι ένα εστιατόριο. Έχει ωραίο φαγητό και καταπληκτική θέα.

Η Κλερ ήπιε λίγο κρασί.

-Το ξέρεις καλά το μέρος.

-Έρχομαι πολλά χρόνια για διακοπές και δεν έχω αφήσει μέρος που να μην έχω περπατήσει. Δεν έχω καθίσει σε όλα τα εστιατόρια βέβαια και δεν έχω μείνει στα ξενοδοχεία μιας και έχω σπίτι.

-Πώς περνάς την ημέρα σου εδώ όταν δεν είσαι έξω;

-Ασχολούμαι με βιβλία, διαβάζω πολύ.

-Τι διαβάζεις;

-Πολλά μυθιστορήματα, αλλά μελετώ και θέματα που με ενδιαφέρουν. Όπως οι Γατελούζοι για παράδειγμα. Εσύ; Τι κάνεις; Τι θα κάνεις αύριο ας πούμε;

-Παρότι έχω πάντα κάποια σχέδια στο μυαλό μου, δεν κάνω ποτέ ένα πρόγραμμα, προτιμώ τις πιο αυθόρμητες αποφάσεις. Θέλω να ζω την κάθε στιγμή, να παίρνω όσα η ζωή μπορεί να μου φέρει σε κάθε μέρα.

Ο Μιχάλης την κοίταζε εξεταστικά. Η φωνή της είχε αποκτήσει ένα πάθος που δεν είχε μια στιγμή πριν. Το πίστευε αυτό που έλεγε, και το πίστευε ακράδαντα.

-Θα πιώ σ’ αυτό, της είπε και ύψωσε το ποτήρι του. Εκείνη το ανταπέδωσε με το δικό της.

Το βλέμμα της βρήκε το δικό του. Της άρεσε ο τρόπος που την κοίταζε, ήταν σοβαρός αλλά όχι απαγορευτικός, ευγενικός και φιλικός. Χαμογέλασε καθώς κατέβαζε το ποτήρι από τα χείλη της και της το ανταπέδωσε.

Ο Μιχάλης δεν δυσκολευόταν να χαμογελάσει στην Κλερ, είχε έναν τρόπο που τον καλούσε να το κάνει. Δεν ήταν το συνηθισμένο γυναικείο φλερτ, δεν υπήρχε πρόκληση. Ήταν απλά ο εαυτός της, αφηνόταν να μιλήσει με κάποιον που θεωρούσε φίλο. Αλλά στο βλέμμα της υπήρχε κάτι που τον καλούσε να τη γνωρίσει περισσότερο.

Τις σκέψεις του διέκοψε το κινητό του που χτύπησε.

-Με συγχωρείς, είπε στην Κλερ και απάντησε στην κλήση, ναι;

-Καλησπέρα, πήγα σήμερα με τη μαμά και πήραμε τα σχολικά, και ήθελα να σου πω ότι χαίρομαι πάρα πολύ που θα ξαναπάω σχολείο.

Ο Μιχάλης χαμογέλασε. Ήταν η Θάλεια. Είχε δώσει στη μητέρα της τον αριθμό του μήπως χρειάζονταν κάτι και τώρα η μικρούλα ήθελε να μοιραστεί μαζί του τη χαρά για τα καινούρια της πράγματα και τη ζωή της που είχε αλλάξει.

-Μπράβο, Θάλεια. Να είσαι καλή μαθήτρια, ε;

-Θα σε κάνω περήφανο, υποσχέθηκε σοβαρά το κοριτσάκι.

-Όταν θα επιστρέψω από το ταξίδι θα μου πεις για τις δασκάλες σου και τους συμμαθητές σου.

-Θα σου τα πω όλα, με το νι και με το σίγμα. Η μαμά λέει ότι πρέπει να πάω για ύπνο. Σε αγαπώ πολύ, Μιχάλη!

-Και εγώ σε αγαπώ, μικρή μου, καληνύχτα!

Η Κλερ τον παρακολουθούσε που μιλούσε και αυθόρμητα κοίταξε τα χέρια του. Δεν φορούσε βέρα άρα, αν ήταν η κόρη του, ήταν χωρισμένος. Αναρωτήθηκε πόσο καιρό. Δεν θα την πείραζε αν ήταν χωρισμένος αλλά αν υπήρχε οικογένεια ήθελε να το ξέρει.

-Η κόρη σου; ρώτησε όταν ο Μιχάλης έκλεισε το τηλέφωνο.

-Όχι, είπε εκείνος, δεν έχω οικογένεια. Η Θάλεια είναι μια φίλη, ένα κοριτσάκι που…

Της είπε σύντομα την ιστορία και εκείνη τον άκουσε με προσοχή.

-Ήταν πολύ γενναιόδωρο αυτό που έκανες, είπε όταν ο Μιχάλης ολοκλήρωσε.  Πολύ όμορφο.

-Δεν θα το ενέκριναν όλοι.

-Όποιος δεν θα το ενέκρινε δεν έχει καρδιά, είπε η Κλερ σοβαρά. Δεν με νοιάζει ποιος είναι, αν δει έτσι αυτό το πλασματάκι και δεν το λυπηθεί δεν ξέρω τι έχει στο στήθος αλλά καρδιά δεν έχει.

-Σιλικόνη ίσως, αστειεύθηκε ο Μιχάλης.

-Γυναίκα ήταν;

-Ναι, γυναίκα, είπε ο Μιχάλης, μια από τις πιο πλούσιες της Αθήνας.

-Να τα χαίρεται τα λεφτά της, είπε σοβαρά η Κλερ, και να μην κάνει παιδιά επίσης.

Ο Μιχάλης θυμήθηκε μια από τις πρώτες του εξόδους με την Έφη, του είχε δηλώσει ότι δεν ήθελε παιδιά για να μη χαλάσει το σώμα και τη σεξουαλικότητά της. Χώρια την ταλαιπωρία. Αναρωτήθηκε γιατί η Κλερ είχε πει τη συγκεκριμένη κουβέντα και τη ρώτησε.

-Αν δεν λυπήθηκε αυτό το κακόμοιρο πλάσμα δεν έχει το μητρικό φίλτρο, άρα δε θα γίνει καλή μητέρα όσο πλούσια και αν είναι. Εμείς οι γυναίκες συμπονούμε τα παιδιά που δεινοπαθούν γιατί έχουμε έμφυτη την τάση να τα αγαπάμε και να τα προστατεύουμε. Αλλά εκείνη δεν το είχε προφανώς.

Μαζί με πολλά άλλα, σκέφθηκε ο Μιχάλης αλλά δεν το είπε. Δεν ήθελε να μιλήσει για την Έφη, όχι γιατί ήταν πρόσφατο και τον πονούσε. Δεν ήθελα να χαλάσει τη συζήτησή του με την Κλερ, που τώρα αποτελείωνε το κρασί της.

-Επιδόρπιο; την ρώτησε. 

-Τι θα πρότεινες; Εκτός από καφέ, είναι αργά για να πιω καφέ.

-Παγωτό;

-Μμ… ναι. Αυτό θα ήταν ό,τι πρέπει.

Ο Μιχάλης σήκωσε το χέρι του και ο μαγαζάτορας πλησίασε.

-Τι να σας φέρω;

Του παρήγγειλαν παγωτά, σοκολάτα ο Μιχάλης και κρέμα η Κλερ, με σιρόπι σοκολάτας και οι δύο.

Το αεράκι από τη θάλασσα ήρθε μυρωμένο να παίξει με τα μαλλιά της Κλερ, εκείνη τα μάζεψε πίσω και κοίταξε τη θάλασσα. Το σκοτάδι είχε πέσει και πάνω της έπαιζαν τα φώτα από την παραλία ενώ στο βάθος έλαμπαν τα φώτα του Μόλυβου που αντανακλούνταν επίσης στο νερό.

-Είναι ωραία, είπε η Κλερ. Αύριο θα κολυμπήσω κιόλας, δεν πρόλαβα σήμερα.

-Θέλει λίγο με το μαλακό, είναι κρύα θάλασσα.

-Πιο κρύα από την Βόρεια Θάλασσα δεν φαντάζομαι, έχω συνηθίσει στις κρύες θάλασσες.

-Τότε θα τη βρεις μια χαρά.

-Εσύ; Κολυμπάς;

-Όχι πια, είπε ο Μιχάλης και έκανε ένα νόημα στο μπαστούνι που είχε στηριγμένο στον τοίχο δίπλα του.

-Συγγνώμη, είπε η Κλερ κοκκινίζοντας, έπρεπε να το σκεφτώ.

-Δεν πειράζει, δεν έγινε τίποτα.

-Το πρωί κοιτούσες τη θάλασσα με έναν τρόπο που με έκανε να σκεφτώ ότι την είχες πεθυμήσει και θα έμπαινες σύντομα.

-Όταν έλθει ο Ντάνιελ θα μπω, ειδικά αν βρούμε το πλοίο.

-Δεν κατάλαβα, είπε η Κλερ.

-Θα έρθει ένας φίλος που αναζητά ένα πλοίο από τον Μεσαίωνα. Αν το βρούμε, θα κατέβω σίγουρα.

-Δεν μπορείς να κολυμπήσεις αλλά θα κάνεις κατάδυση;

-Δεν είναι ότι δεν μπορώ να κολυμπήσω, είναι δύσκολο να βγω από τη θάλασσα επειδή ή άμμος δεν προσφέρει σταθερό πάτημα. Και θα ήταν κάπως οικτρό θέαμα οπότε το αποφεύγω. Από το πλοίο είναι αλλιώς.

-Πόσο βαθιά κατεβαίνεις;

-Μερικά μέτρα, δεν είμαι εκπαιδευμένος δύτης.

-Πολύ θα ήθελα να δω έτσι τον βυθό από κοντά, είναι ωραίο θέαμα.

-Τίποτα πιο εύκολο, μόλις έρθει ο Ντάνιελ θα το κανονίσουμε.

Η Κλερ χαμογέλασε ξαφνιασμένη. Δεν περίμενε αυτήν την απάντηση, κοίταξε τον Μιχάλη που χαμογέλασε με το ξάφνιασμά της. Τους διέκοψε ο μαγαζάτορας που έφερε τα παγωτά.

-Τι είναι οι Γατελούζοι;

-Αν ρωτήσεις τους περισσότερους, κλαμπ στο δρόμο για το Μόλυβο.

Η Κλερ γέλασε.

-Αλλά δεν μελετάς αυτό εσύ!

Ήταν η σειρά του Μιχάλη να γελάσει.

-Όχι, οι Γατελούζοι ήταν μια Γενοβέζικη οικογένεια που κυβέρνησε το νησί τον Μεσαίωνα.

-Σου αρέσει η ιστορία;

-Ναι, και το να ερευνώ θέματα μέσα από διαθέσιμες πηγές.

-Γενεαλογικά δέντρα;

-Στην Ελλάδα είναι δύσκολο γενικά, δεν έχουν σωθεί πολλά ληξιαρχικά στοιχεία πριν τον πόλεμο. Και ακόμα λιγότερα πριν τον εικοστό αιώνα. Σε ενδιαφέρει το θέμα;

-Είναι κάτι που έχω ασχοληθεί. Έχω κάνει κλασσικές σπουδές.

-Ενδιαφέρον. Και ξέρεις και γλώσσες, τουλάχιστον τρεις.

-Τα Ελληνικά είναι η τέταρτη, είπε η Κλερ, και την έμαθα μεγάλη σχετικά.

-Αλλά τα μιλάς τέλεια, δεν έχεις ξενική προφορά.

-Ευχαριστώ.

Τελείωσαν το επιδόρπιό τους και η Κλερ έκανε να πιάσει το τσαντάκι της που το είχε σε μια άκρη του τραπεζιού. Ο Μιχάλης ακούμπησε το χέρι απαλά πάνω στο δικό της.

-Θα πληρώσω εγώ.

-Μα…

-Σε κάλεσα άλλωστε.

-Η επόμενη φορά θα είναι δική μου, είπε η Κλερ και σταμάτησε αλλά ο Μιχάλης χαμογέλασε.

-Εντάξει.

Αφού τακτοποίησε τον λογαριασμό σηκώθηκαν από το τραπέζι.

-Τώρα; Λέμε καληνύχτα; ρώτησε η Κλερ.

-Όταν ήρθα από την πόλη κοιμήθηκα οπότε θα αργήσω να πάω να κοιμηθώ. Έλεγα να πάω να περπατήσω. Αν θέλεις να έρθεις, θα χαρώ να έχω την παρέα σου.

Η Κλερ το σκέφθηκε μόλις για μια στιγμή πριν νεύσει καταφατικά.