Μια Νύχτα

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Απόψε είναι μια όμορφη νύχτα, ούτε ζεστή όπως το καλοκαίρι που πέρασε, ούτε κρύα σαν τον χειμώνα που έρχεται. Κάπου στη μέση, δροσερή, γλυκιά και μυρωμένη. Τα φώτα είναι σβηστά και μόνο τα άστρα λαμπυρίζουν στον ουρανό, μοιάζουν σαν να έχουν έρθει πιο κοντά, σαν να σκύβουν από πάνω μας για να ακούσουν τι λέμε.
   Κάποτε τα μελετούσα προσπαθώντας να μάθω τους νόμους και τις αρχές που διέπουν την υπόστασή τους, τώρα όμως δεν τα προσέχω, η προσοχή μου είναι στραμμένη μόνο εκεί που βρίσκεσαι εσύ. Ξαπλωμένη στην αγκαλιά μου με το κεφάλι σου στο στέρνο μου, χαιδεύω τα απαλά, στιλπνά μαλλιά σου, ένας μεταξένιος χείμαρρος στα δάκτυλά μου. Το γλυκό σου άρωμα με τυλίγει, σμίγει με τα αρώματα της νύχτας και με μεθάει.
   Σου λέω ιστορίες και στίχους που γράφηκαν μόνο για' σενα όπως σε χαιδεύω και εσύ με ακούς, Χαμογελάς, μερικές φορές ακόμα γελάς με το υπέροχο κελαρυστο γέλιο σου. Άραγε όπως ακουμπάς πάνω μου ακούς την καρδιά μου πως χτυπάει όταν το ακούω αυτό το πρόσχαρο γέλιο.
   Χαλαρώνεις όσο σου μιλάω, ηρεμείς από τις έννοιες της μέρας και τέλος αποκοιμιέσαι με εμπιστοσύνη στην αγκαλιά μου. Δεν μετακινούμαι για να μη σε ξυπνήσω, αποθέτω απαλά ένα φιλί στα μαλλιά σου και σε κρατώ ως που να έρθει το πρωί, κοιμισμένη στην αγκαλιά μου ως που να έρθει το πρωί κάτω από των άστρων τον ουράνιο χορό.

Το Φιλί Σου

Author: Νυχτερινή Πένα /

Το φιλί σου γλυκό
και μεθυστικό
σαν γλυκόπιοτο κρασί,
ω κέρασέ με απ' αυτό
μη μ' αφήνεις να διψώ!

Τα χείλη σου απαλά
σαν το πιο φίνο
του μεταξιού κομμάτι,
αέρινο το άγγιγμά τους
και τόσο βαθύ συνάμα
που ν' αγγίζει την ψυχή.

Κάτω απ' των άστρων
το απαλό φως
με τη σελήνη να μας κοιτάζει
από ψηλά
άσε με να φιλήσω τα χείλη σου γλυκά
βασίλισσα της καρδιάς μου
που σου ανήκει ολοκληρωτικά.

Οι Ταξιδιώτες Των Κόσμων 17

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Η τραυματισμένη κοπέλα άπλωσε το χέρι της και βρήκε αυτό της Λίζας. Την κράτησε με μια λαβή σταθερή και δυνατή αλλά ταυτόχρονα εύθραυστη.
   -Θα σου εξηγήσω όσα ξέρω, είπε, αλλά πρώτα βεβαιώσου ότι δεν υπάρχει κανείς έξω.
   Η Λίζα ήταν έτοιμη να αρνηθεί να κάνει οτιδήποτε πριν μάθει τι συμβαίνει και πως ξαφνικά είχε περάσει από την καθημερινή της ζωή σε έναν παράδοξο κόσμο βίας και θανάτου, αλλά κάτι στην φωνή της κοπέλας την έπεισε. Υπήρχε μια παράκληση που την ώθησε να δεχθεί το αίτημά της.
   Πήγε κοντά στην πόρτα και κοίταξε έξω από το μικρό παράθυρο δίπλα της. Στην αρχή δεν είδε τίποτα, μετά διέκρινε ανθρώπινες φιγούρες που είχαν μπει ήδη στον κήπο και με δυσκολία έπνιξε μια κραυγή. Κάποιοι έψαχναν για εκείνες, ή την κοπέλα που είχε βρει στον κήπο, και βρίσκονταν εξαιρετικά κοντά.
   -Κάποιοι είναι εκεί έξω, είπε η Λίζα.
   -Βρήκαν τα ίχνη μου, είπε η κοπέλα. Πρέπει να φύγω, δεν πρέπει να τους οδηγήσω σε' σενα.
   Η Λίζα ήταν τρομοκρατημένη αλλά αυτό δεν μπορούσε να το επιτρέψει, να βγει η τυφλωμένη κοπέλα έξω και να αντιμετωπίσει μόνη της τους εχθρούς της. Θυμήθηκε με φρίκη εκείνον που είχε δοκιμάσει να την σκοτώσει, και που θα το είχε πετύχει αν δεν είχε χτυπηθεί από.... δεν ήξερε και η ίδια τι. Δεν θα άφηνε την κοπέλα αυτή να αντιμετωπίσει κάτι τέτοιο. Σταμάτησε την κοπέλα που ψηλαφούσε τον τοίχο για να βρει το δρόμο για την έξοδο.
   -Δεν θα βγεις, είπε ψιθυριστά. Θα μείνουμε μέσα, μπορούν να μπουν στο σπίτι;
   -Ναι.
   Η Λίζα κοίταξε έξω, οι διώκτες τους είχαν πλησιάσει και μπορούσε να τους δει κάπως καθαρότερα. Ένα ρίγος την διαπέρασε, ήταν άνθρωποι δεν υπήρχε αμφιβολία, αλλά οι κινήσεις τους αργές και βεβιασμένες σαν να τις έκαναν ακούσια υπακούοντας σε κάποια πιο ισχυρή θέληση που είχε υποτάξει τη δική τους κινώντας τους σαν μαριονέτες. Τραβήχτηκε από το παράθυρο και ακούμπησε στον τοίχο, έκλεισε τα μάτια της απελπισμένη. Τι μπορούσαν να κάνουν δυο κορίτσια ενάντια σε μια ομάδα ανδρών έστω και αν εκείνοι κινούνταν αργά και κάπως σπασμωδικά;
   Έκλεισε τα μάτια της απελπισμένη.
   Ριψοκινδύνευσε άλλη μια ματιά έξω και αυτή τη φορά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει μια κραυγή. Οι διώκτες τους πλησίαζαν το σπίτι.

   Σπίθες τινάζονταν από το ραβδί που κρατούσε ο εχθρός του Ροβέρτου καθώς απέκρουε τα αλλεπάλληλα χτυπήματα που του κατάφερνε ο Ιππότης και με τα δυο σπαθιά του. Τον είχε αναγκάσει να υποχωρήσει και τον έφερνε σε όλο και πιο δύσκολη θέση. Το σοκάκι αντηχούσε από τα χτυπήματα και φωτιζόταν από τις λάμψεις της μαγείας που χρησιμοποιούσε ο άλλος απέναντι στον Ροβέρτο. Η Ψυχή του Δαίμονα που κατείχε τον άνθρωπο αυτό ήταν αρκετά ισχυρή προικισμένη με δυνάμεις μαγείας αλλά ο Ροβέρτος απέκρουε με τα δυο σπαθιά τις ριπές ενέργειας που αξαπέλυε εναντίον του και αντεπιτεθόταν με επιδεξιότητα.
   Ο αντίπαλός του έκανε πίσω και έβγαλε μια υψίσυχνη κραυγή.

   Ο Ίθαν του Ζίριον κοίταξε γύρω του το πεδίο της μάχης, οι γρύπες και οι αναβάτες τους κοίτονταν νεκροί. Ο Σάιμον επέδενε το χέρι του, είχε ένα βαθύ κόψιμο στο μπράτσο από το ράμφος ενός γρύπα. Ο Γκίντεον Νεμίνιον είχε απομακρυνθεί από το πεδίο της μάχης και είχε καθίσει στη ρίζα ενός δέντρου. Είχε μαζέψει τα πόδια του κάτω από το σώμα του και είχε κλείσει τα μάτια του. Φαινόταν βυθισμένος σε σκέψεις. Ο Ροδόλφος της Ασόν έψαχνε να βρει ένα σπαθί μιας και το δικό του είχε σπάσει στον αλυσιδωτό θώρακα ενός από τους αναβάτες των γρυπών.
   Ο Σάιμον τελείωσε με το τραύμα του και έκανε μερικές κινήσεις να δει κατά πόσο επηρέαζε τη μαχητική ικανότητά του. Πήγε προς το άλογό του και έδεσε στη σέλα το μικρό σακίδιό του.
   -Μπορούμε να ξεκινήσουμε;
   -Ναι, είπε ο Ίθαν.
   Ο Ροδόλφος κούνησε το κεφάλι του σε μια άηχη κατάφαση καθώς κοίταζε το εύρημά του. ένα μακρύ σπαθί σε πολύ καλή κατάσταση.
   -Γκίντεον;
   -Ναι πάμε, είπε εκείνος ενώ σηκωνόταν από το έδαφος. Πρέπει να βιαστούμε. Ο Μάικ βρίσκεται στα χέρια του Μπαγκράς.
   -Πως το ξέρεις; ρώτησε ο Αλεξάντερ που βρισκόταν ήδη στη σέλα.
   -Επικοινώνησα με τους δικούς μας στη Νύλια. Κανένας γρύπας δεν πλησίασε τα εχθρικά στρατεύματα άρα αυτός που κουβαλάει τον Μάικ μπορεί να πήγε σε ένα μόνο μέρος. Το Αλκιμάρ.
   -Στο κάστρο του Μπαγκράς, είπε ο Σάιμον βλοσυρά. Δεν θέλω να φανταστώ τι θα του κάνει αυτό το κάθαρμα ο μάγος.
   -Πάμε, είπε ο Αλεξάντερ, δεν σταματάμε ως που να φτάσουμε στο Λόου Κόουβ.
   Ξεκίνησαν με γρήγορο καλπασμό οι πέντε τους παίρνοντας μαζί και το άλογο του Μάικ.

Οι Ταξιδιώτες Των Κόσμων 16

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Η Κάτκα κλαψούρισε και η Γιαρμίλα πήγε κοντά της. Κάποιο όνειρο βασάνιζε το κοριτσάκι που στον ύπνο του είχε ξεσκεπαστεί. Η Γιαρμίλα την σκέπασε και της χάιδεψε τα μαλλιά ως που ησύχασε. Σηκώθηκε και έτριψε τα μπράτσα της.
   -Κρυώνεις; ρώτησε ο Ραμίρ.
  Η Γιαρμίλα στράφηκε και τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Την τελευταία περίπου ώρα ο Ραμίρ είχε κλειστά τα μάτια του και η κοπέλα είχε υποθέσει πως κοιμόταν.
   -Ναι κάνει κρύο, είπε, και πήρα μια κουβέρτα μόνο για την Κάτκα.
   -Μπορείς να πάρεις τον μανδύα μου, πρότεινε ο Ραμίρ και έκανε να τον μαζέψει από πάνω του όπως τον είχε σκεπαστεί.
   -Εσύ τι θα κάνεις; Θα πιάσει πιο πολύ κρύο τη νύχτα.
   -Κάτι μου λέει πως έχω περάσει και χειρότερα.
   -Δεν μπορώ να τον πάρω και να αφήσω εσένα να τα βγάλεις πέρα με το κρύο, αντέτεινε η κοπέλα, και σταμάτησε. Θα μπορούσαμε να τον μοιραστούμε, πρότεινε διστακτικά και κοίταξε τον Ιππότη. Εκείνος δεν έδειξε να προβληματίζεται.
   -Φυσικά, είπε και της έκανε νόημα να πάει δίπλα του.
   Ο μανδύας του Ραμίρ έφτανε να τους σκεπάσει και τους δυο και ήταν ήδη ζεστός από το σώμα του, η Γιαρμίλα δέχθηκε με χαρά αυτήν την θαλπωρή. Τώρα μπορούσε να αγνοήσει τον αέρα που είχε δυναμώσει.
   Ένιωσε το χέρι του Ραμίρ να αγγίζει το γοφό της και τινάχθηκε, είχε πέσει έξω στην κρίση της γι' αυτόν. Δεν διέφερε από τους άλλους άνδρες τελικά.
   -Συγνώμη, απολογήθηκε ο Ιππότης, ξάπλωσες από την πλευρά που έχω το όπλο μου, έπρεπε να το μεταφέρω από την άλλη να το έχω εύκαιρο αν παρουσιαστεί ανάγκη.
   Η Γιαρμίλα κοκκίνησε για τη σκέψη που είχε κάνει, κοίταξε τον Ραμίρ για να δει αν είχε αντιληφθεί τι σκεπτόταν εκείνη αλλά είχε κλείσει τα μάτια του και πάλι.
   -Τι σκέφτεσαι; ρώτησε.
   -Υπάρχει κάτι, μια σκέψη, μια αίσθηση, που προσπαθεί να έρθει στην επιφάνεια του μυαλού μου αλλά δεν μπορεί. Προσπαθώ να καταλάβω τι είναι.
   -Ξεκουράσου τώρα, είπε η κοπέλα και το πρωί ίσως να καταλάβεις που θα είσαι λιγότερο κουρασμένος.
   -Μπορεί, απάντησε ο Ραμίρ.
   Έμειναν σιωπηλοί, χαμένοι και οι δυο στις σκέψεις τους με τον αέρα έξω να ουρλιάζει σαν κάποιο τεράστιο θηρίο που έψαχνε για το θήραμά του.

   Η Λίζα δεν αντιλαμβανόταν τον παγωμένο αέρα που μαστίγωνε το σώμα της. Προσπαθούσε να σηκώσει από τις πλάκες που σχημάτιζαν το μονοπάτι του κήπου την κοπέλα με το λευκό φόρεμα. Τα γεμάτα τρόμο λόγια της είχαν μεταφέρει έναν έντονο καθηλωτικό φόβο στην ψυχή της Λίζας που δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό που φοβόταν η άλλη κοπέλα αλλά καταλάβαινε πως έπρεπε να βρουν γρήγορα ένα καταφύγιο. Κατάφερε να στήσει την τραυματισμένη κοπέλα στα πόδια της και με το χέρι περασμένο γύρω από τη μέση της να την βοηθήσει να κάνει μερικά βήματα. Η κοπέλα την είχε αγκαλιάσει από τους ώμους.
   Προχωρούσαν όμως αργά και τώρα είχε αρχίσει να νιώθει και η Λίζα πως κάτι απειλητικό και φρικτό ταυτόχρονα κινείτο προς το μέρος τους, κρύος ιδρώτας φάνηκε σε χονδρές σταγόνες στο μέτωπό της. Ένιωθε άρρωστη ξαφνκά.

   Ο Ροβέρτος στάθηκε ξαφνικά ανήσυχος, είχε διαισθανθεί κάτι που δεν είχε καμία θέση να το νιώθει εδώ. Αποτραβήκτηκε σε μια γωνιά στη σκιά ενός ψηλού κτιρίου και προσπάθησε να διερευνήσει αυτό που είχε νιώσει. Δεν ήταν τόσο αναπάντεχο αν το καλοσκεφτόταν, ήξερε ήδη ότι υπήρχαν Ψυχές του Δαίμονα στον κόσμο αυτό. Άρα μπορούσαν να υπάρχουν και Σκλάβοι. Ενστικτωδώς έπιασε τις λαβές των σπαθιών του. Θα απάλλασε τον κόσμο από το βδέλυγμα των όντων αυτών του Σκότους.
   Βήματα ακούστηκαν πίσω του και θύμισαν πως υπήρχε και άλλο ένα θέμα που έπρεπε να τακτοποιήσει, τον άνδρα που τον παρακολουθούσε. Είχε πλησιάσει τώρα και έτρεχε έχοντας χάσει τον Ροβέρτο από τα μάτια του. Ο Ιππότης χαμογέλασε και ετοιμάστηκε για μια αιφνιδιαστική επίθεση. Άφησε τον άνδρα να φτάσει σχεδόν στο σημείο που στεκόταν και μετά επιτέθηκε. Ο άνδρας όμως δεν αιφνιδιάσθηκε, ούτε καν ταράχθηκε. Με απρόσμενη ταχύτητα και ευελιξία έκανε μια στροφή για να αντικρίσει τον Ροβέρτο και απέκρουσε το χτύπημά του με ένα μαύρο, σιδερένιο ραβδί.
   -Θακ νάλαμαν καρμν, τον καταράστηκε στη Σκοτεινή Γλώσσα και ο Ιππότης κατάλαβε πως είχε μπροστά του μια Ψυχή του Δαίμονα που είχε κυριεύσει κάποιον άνθρωπο.
   Έπρεπε να τον αντιμετωπίσει και μετά να ασχοληθεί με τους άλλους, τους Σκλάβους, που βρίκονταν κάπου κοντά.

   Η Λίζα έφτασε στην πόρτα του σπιτιού της, κοίταξε πίσω. Αυτά τα λίγα μέτρα από την μέση περίπου του κήπου ως την πόρτα ποτέ δεν της είχαν φανεί τόσο δύσκολα. Κράτησε την κοπέλα με την πλάτη στον τοίχο για να ψάξει στην τσάντα της για το κλειδί. Δεν το βρήκε με την πρώτη και ο φόβος την άρπαξε στην παγωμένη αγκαλιά του. Με γρήγορες κινήσεις έψαξε και πάλι ενώ η τραυματισμένη κοπέλα ψιθύριζε:
   -Έρχονται.
   Η Λίζα βρήκε το κλειδί και άνοιξε την πόρτα. Την έσπρωξε να ανοίξει διάπλατα και μετά βοήθησε την άλλη κοπέλα να μπει στο σπίτι. Την άφησε και γύρισε να κλείσει την πόρτα, κοίταξε έξω. Το σκοτάδι είχε πια πέσει για τα καλά και δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα πέρα από την μικρή πορτούλα του κήπου. Μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα του σπιτιού. Η άλλη κοπέλα παρέμενε ακουμπισμένη στον τοίχο.
   Ήταν μόνες τους στο σπίτι, η μητέρα της δεν είχε επιστρέψει ακόμα από τη δουλειά. Η Λίζα οδήγησε την άλλη κοπέλα στο μικρό καθιστικο και την βοήθησε να καθίσει σε μια πολυθρόνα. Σωριάστηκε και εκείνη σε μια διπλανή.
   -Πρέπει να ανάψω φώτα, είπε αφού άρχισε να της περνάει το πρώτο λαχάνιασμα της προσπάθειας που είχε καταβάλλει.
   -Όχι, είπε βιαστικά η άλλη κοπέλα, βεβαιώσου πρώτα πως δεν βρίσκεται κάποιος έξω.
   Η Λίζα την κοίταξε.
   -Ποια είσαι; Τι συμβαίνει;

   Οι γρύπες ήταν μεγάλα ζώα με σώμα λιονταριού, φτερά και κεφάλι αετού. Είχαν άγρια ένστικτα και ήταν προικισμένα με μια μοχθηρή νοημοσύνη, ταγμένα στην υπηρεσία των στρατιών του Σκότους ήταν πιστά σους αναβάτες τους και πολεμούσαν με θηριωδία. Τρέφονταν με τις σάρκες των θυμάτων τους κάτι που τους έκανε πάντα πρόθυμους να πολεμήσουν.
   Τώρα πλησίαζε ένα σμήνος με πάνω από μια ντουζίνα κτήνη που μετέφεραν δυο αναβάτες το καθένα. Οι Ιππότες σταμάτησαν τα άλογά τους και ξεπέζεψαν, τα άλογα φοβούνταν τους γρύπες και αφήνιαζαν έτσι θα ήταν πιο εύκολο να πολεμήσουν πεζοί αν και θα βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση. Ξεθηκάρωσαν τα σπαθιά τους και ετοιμάστηκαν για μάχη. Οι γρύπες χαμήλωσαν και οι αναβάτες τους εξηκόντισαν δόρατα εναντίον τους. Οι Ιππότες τα απέκρουσαν με τα σπαθιά τους και περίμεναν για την εφόρμηση των εχθρών τους. Είχαν σχηματίσει κύκλο πλάτη με πλάτη για να μπορούν να αλληλοκαλύπτονται και να πολεμούν. Με μια βαρβαρική κραυγή οι εχθροί τους εφόρμησαν, κυρτά σπαθιά, κοφτερά δόντια και γαμψά νύχια έλαμψαν στο πρωινό φως.
   Η μάχη ήταν σκληρή και με μεγάλη ένταση, οι πέντε Ιππότες και ο Ροδόλφος της Ασόν, πολεμούσαν με αποφασιστικότητα και πείσμα. Απέκρουαν χτυπήματα και ανταπέδιδαν με δικά τους. Οι γρύπες συνέχιζαν τη μάχη και μετά τον θάνατο των αναβατών τους και μέχρι να πέσουν νεκροί έχοντας δεχθεί αρκετά χτυπήματα.
   Ο Ίθαν και ο Αλεξάντερ Ζίριον μάχονταν μαζί με κινήσεις συντονισμένες σαν να ήταν ένας μαχητής. Ο Γκίντεον πολεμούσε με απόλυτη ψυχραιμία ενώ ο Σάιμον του Θαλ συμπλήρωνε την πολεμική του κατάρτιση με την μυική δύναμη. Οι γροθιές του ηταν σχεδόν τόσο θανάσιμες όσο η σπάθα του. Ο Μάικ μαχόταν χρησιμοποιώντας τόσο το όπλο του όσο και τις πνευματικές του δυνάμεις.
   Είχε μόλις τραυματίσει θανάσιμα έναν γρύπα, αφού είχε σκοτώσει τους αναβάτες του, όταν έγινε το κακό. Προχώρησε μπροστά και με ένα δυνατό, κοφτό χτύπημα αποκεφάλισε το κτήνος. Την ίδια στιγμή ένας από τους αναβάτες έριξε πάνω του ένα δίκτυ σαν αυτά που χρησιμοποιούσαν οι μονομάχοι στην αρένα. Πριν προλάβει ο Ιππότης να αντιδράσει ένας γρύπας σηκώθηκε στα πίσω του πόδια σφίγγοντας το δίκτυ γύρω από το σώμα του. Η σπάθα ξέφυγε από το χέρι του καθώς ο γρύπας απογειωνόταν και ο ίδιος βρισκόταν παγιδευμένος.
   Με μια θριαμβευτική κραυγή ο γρύπας σηκώθηκε ψηλά στον ουρανό.

Λίγες Σκέψεις

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Η νύχτα σκεπάζει με το μελανό μανδύα της τον κόσμο, το σκοτάδι απλώνεται παντού και τα μόνα φώτα που λίγο το διακόπτουν είναι τα αστέρια εκεί ψηλά. Εδώ κάτω στη γη κανένα φως δεν υπάρχει ένα γύρο, μόνο το φως που χρειάζομαι εγώ για να συνεχίσω να γράφω, όλοι και όλα ήσυχα κοιμούνται.
   Συνεχίζω να γράφω. Κάποτε είπες ότι μαγεύω τις λέξεις και κάνουν αυτό που θέλω, αποδίδουν τέλεια στα χέρια μου. Γιατί όμως δεν βρίσκω τις λέξεις να σου πω αυτά που θέλω; Γιατί όσα σου λέω και σου γράφω ακούγονται τόσο φτωχά και λίγα; Γιατί αποτυγχάνουν να σου δώσουν την πλήρη εικόνα;
   Σβήνω το φως και αφήνομαι να με τυλίξει το σκοτάδι, δεν μου χρειάζεται φως για να βρει η σκέψη μου το δρόμο της ως εσένα. Κοιτάζω τα άστρα αλλά η σκέψη μου είναι πάντα σε' σενα. Σε' σενα που τόσο αγαπώ, πάντα σε' σενα. Ένα πεφταστέρι χαράσσει τη φωτεινή του πορεία στον ουρανό. Τυχερός λένε όποιος το δει θα του εκπληρωθεί μια ευχή. Κάνω την ευχή και ας ξέρω πως δεν θα πραγματοποιηθεί.
   Οι ώρες περνούν. Μόνο τα αστέρια στον ουρανό μαρτυρούν το πέρασμά τους. Εγώ αναπολώ, σκέφτομαι, ονειρεύομαι. Αναπολώ κάθε στιγμή που έχω μοιραστεί μαζί σου, ονειρεύομαι όσα θα μπορούσαμε να ζήσουμε μαζί. Όνειρα που βλέπω με ανοιχτά μάτια.
   Είναι πια πολύ περασμένη η ώρα, βαθιά η νύχτα. Αποσύρομαι και εγώ για λίγο μόνο. Πριν κοιμηθώ σου στέλνω μια νοερή καληνύχτα, όνειρα γλυκά να έχεις απόψε, και γλιστρώ στην ανάπαυση του ύπνου με το μελωδικό σου όνομα στα χείλη μου.

Οι Ταξιδιώτες Των Κόσμων 15

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Ο Μάικ έριξε άφθονο νερό στο πρόσωπό του καθαρίζοντάς το από το αίμα. Σκούπισε το παγωμένο νερό της πηγής με μια πετσέτα και μετά την έβαλε στο μικρό σακίδιο με τα πράγματά του που κρεμόταν στη σέλα του αλόγου του. Πήρε να βάλει το πουκάμισό του που το είχε βγάλει για να πλυθεί ενώ πλησίαζε ο Γκίντεον Νεμίνιον.
   -Αυτή δεν ήταν τυχαία επίθεση, είπε.
   -Όχι, είπε ο Μάικ. Ήταν μια επίθεση από Ψυχή Δαίμονα που έχει κυριέυσει άνθρωπο.
   -Από το Αλκιμάρ; Είναι μακριά.
   -Από κάπου μακρύτερα ακόμα. Από τον κόσμο όπου βρίσκονται ο Ραμίρ και ο Ροβέρτος.
   -Πως είναι δυνατόν;
   Ο Μάικ ολοκλήρωσε το ντύσιμό του και φόρεσε τη ζώνη με τη θήκη της σπάθας του. Κοίταξε τον γαλανό, ασυννέφιαστο ουρανό σκεφτικός.
   -Δεν είναι δυνατόν. Τουλάχιστον υπό φυσιολογικές συνθήκες.
   -Θα το ξέραμε αν υπήρχε πύλη στο νησί, δεν ήταν πάντοτε καταραμένος τόπος. Τι άλλο δικαιολογεί μια...... Εκείνη;
   -Φαίνεται ότι η Ονειρεύτριά μας είναι πολύ ισχυρή, επιβεβαίωσε ο Τελευταίος Άρχοντας της Χαμένης Πόλης. Δεν ελέγχει τις δυνάμεις της όμως και ο καταραμένος είδε μέσα από τα μάτια της.
   -Τον κατέστρεψες;
   -Ναι, αλλά η παρουσία του σε εκείνον τον κόσμο σημαίνει πως ο Μπαγκράς δεν έστειλε εκεί τυχαία τον Ραμίρ. Κάποιος από τους συντρόφους του έχει πάει εκεί. Και μάλιστα πολύ καλά προετοιμασμένος.
   -Για ποιο λόγο όμως; Για την Ονειρεύτρια;
   -Δεν το πιστεύω, μάλλον κάτι άλλο σχεδιάζει και ο Μπαγκράς το ξέρει.
   Καλπασμός αλόγων ακούστηκε και οι δυο Ιππότες στράφηκαν να δουν ποιος πλησίαζε με τα χέρια τους να πηγαίνουν στις λαβές των όπλων τους, μια προφύλαξη που δεν ήταν απαραίτητη μιας και εκείνοι που πλησίαζαν ήταν οι δυο δίδυμοι κύριοι του Ζίριον.
   -Αποστολή εξετελέσθη, είπε αεράτα ο Ίθαν, πηδώντας από τη σέλα, δεν ξέφυγε κανένας.
   -Μάθαμε τι τους έφερε τόσο μακριά από τον κύριο όγκο των στρατευμάτων τους; ρώτησε ο Σάιμον του Θαλ.
   -Ναι, είπε ο Αλεξάντερ του Ζίριον. Αποστάτες που αποφάσισαν πως δεν αξίζει να πεθάνουν για το μάγο και είπαν να αυτονομηθούν και να ζήσουν ληστεύοντας ταξιδιώτες.
   -Διάλεξαν λάθος ανθρώπους για να επιτεθούν, είπε σαρκαστικά ο Ροδόλφος.
   Αφού είχαν έρθει και οι δυο αδερφοί συνέχισαν το ταξίδι τους. Ο Γκίντεον έφερε το άλογο του δίπλα στου Μάικ. Εκείνος φαινόταν εξαντλημένος και βυθισμένος σε σκέψεις.
   -Τι σε προβληματίζει; Η επίθεση;
  -Η επίθεση αυτή καθ' αυτή όχι. Αυτό που με απασχολεί είναι ότι αισθάνθηκα και μια ακόμα παρουσία, αρκετά δυνατή.
   -Τι ήταν;
   -Δεν ξέρω, δεν έχω συναντήσει κάτι παρόμοιο ποτέ. Αν ήταν άνθρωπος θα είχε μια αρχαία σοφία συνδιασμένη με εφηβική ανεμελιά. Δεν είναι λογικό. Αλλά και δεν είναι άνθρωπος. Δεν βγάζει πολύ νόημα ε;
   -Όχι, παραδέχθηκε ο Γκίντεον. Αλλά είμαι σίγουρος πως θα τη βρούμε την απάντηση.
   -Ναι, είπε ο Μάικ αλλά κάτι είχε αποσπάσει την προσοχή του. Γρύπες, είπε τελικά και τράβηξε τη σπάθα του από τη θήκη της.

   Ο Ροβέρτος θηκάρωσε τα όπλα του. Είχε βγει νικητής από την μάχη του με τα δαιμονικά όντα αλλά τον είχαν καθυστερήσει. Δεν μπορούσε να αισθανθεί πλέον το ον που είχε εκφέρει την κατάρα στη Σκοτεινή Γλώσσα τραβώντας την προσοχή του. Τι είχε συμβεί;
   Τράβηξε πιο σφιχτά τον μανδύα γύρω του καθώς ο άνεμος φυσούσε μανιασμένα και το κρύο δυνάμωνε. Οι περαστικοί είχαν λιγοστέψει πολύ στο δρόμο κάτι που έκανε ακόμα πιο εύκολο να αντιληφθεί ότι τον παρακολουθούσαν.

   Η Λίζα προχώρησε διστακτικά στον κήπο της μικρής μονοκατοικίας. Στο μονοπάτι μπροστά της, ανάμεσα στα παρτέρια με τις βοκαμβίλιες ήταν πεσμένο ένα ανθρώπινο σώμα. Η Λίζα πλησίασε με φόβο. Στις πλάκες ήταν σωριασμένη μια κοπέλα όχι μεγαλύτερη από την ίδια με μακριά ξανθά μαλλιά και ένα κουρελιασμένο λευκό φόρεμα. Η Λίζα γονάτισε δίπλα της και εκείνη κινήθηκε, ήταν ζωντανή ακόμα. Έκανε να την ανασηκώσει και μια τρομαγμένη κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της. Η κοπέλα είχε στρέψει το βλέμμα της προς αυτή. Είχε δυο υπέροχα σκουρογάλανα μάτια αλλά το βλέμμα της ήταν απλανές, στερημένο από την όραση και από τα μάτια της έτρεχε αίμα.
    “Τυφλή να ζήσεις και τυφλή να υποφέρεις.” Τα λόγια του παρολίγον δολοφόνου της επέστρεψαν ζωντανά στη μνήμη της. Άραγε αναφερόταν σε αυτήν την κοπέλα; Τι έπρεπε να κάνει;
   Θα την βοηθούσε δεν υπήρχε περίπτωση να μην το κάνει, αλλά δεν ήξερε το πως. Δεν μπορούσε να την μεταφέρει καν μέσα στο σπίτι.
   -Βοήθεια, ψέλλισε η κοπέλα με μια απαλή πονεμένη φωνή. Έρχονται, πρόσθεσε με τρόμο.

Οι Ταξιδιώτες Των Κόσμων 14

Author: Νυχτερινή Πένα /

    -Λάφοντιλ, είπε ο Ραμίρ ήσυχα, είναι το ένα φυτό που το απόσταγμά του, το Λάουμφουλ, είναι θεραπευτικό. Είναι κόκκινο και........
   Σταμάτησε συνειδητοποιώντας τι είχε κάνει. Ασυναίσθητα είχε θυμηθεί κάτι όπως και το προηγούμενο βράδυ είχε κάνει με το όνομά του.
   -Παράξενο, μονολόγησε.
   Η Γιαρμίλα δεν μίλησε. Δεν είχε ακούσει ποτέ ξανά αυτό το φάρμακο και δεν είχε ιδέα αν θα ήταν εύκολο να το βρει σε κάποιο φαρμακείο. Αλλά στο μυαλό της ήρθε κάτι άλλο.
   -Όταν κοιτάζαμε τα πράγματά σου είχες ένα φιαλίδιο με ένα τέτοιο υγρό.
   Ο Ραμίρ το θυμήθηκε, ναι είχε δίκιο η Γιαρμίλα. Έψαξε το μανδύα του, η κοπέλα τον είχε χρησιμοποιήσει για να τον σκεπάσει, και έβγαλε το μικρό φιαλίδιο με το κόκκινο υγρό. Το κοίταξε για λίγο σκεφτικός. Μετά τράβηξε το μεταλλικό πώμα και ένα βαρύ άρωμα γέμισε το χώρο.
   -Ναι, είπε ο Ραμίρ, είναι Λάουμφουλ.
   Έφερε το φιαλίδιο στα χείλη του αλλά η Γιαρμίλα τον σταμάτησε.
   -Είσαι σίγουρος;
   -Όχι, παραδέκτηκε ο Ραμίρ με ένα χαμόγελο. Αλλά κάποιος μου είπε κάποτε ότι όταν αμφιβάλλω πρέπει να εμπιστεύομαι το ένστικτό μου.
   -Και το οποίο σου λέει να πιεις αυτό το υγρό είναι εντάξει;
  -Ναι, είπε ο Ραμίρ και ήπιε μια γερή γουλιά από το περιεχόμενο του φιαλιδίου.
  Μια απρόσμενη και καλοδεχούμενη ζέστη τον κυρίευσε. Έκλεισε το φιαλίδιο με το πώμα και το έβαλε στην τσέπη του. Ένιωθε τον πόνο να μαλακώνει και κατάλαβε ότι μπορούσε και πάλι να κινήσει το τραυματισμένο χέρι του.
   -Ναι, είπε στην Γιαρμίλα που τον παρακολουθούσε με σφιγμένα χείλη. Σίγουρα είναι θεραπευτικό. Ήδη αισθάνομαι καλύτερα.
   Εκείνη χαμογέλασε με έκδηλη ανακούφιση.

   Η Λίζα κοίταξε τον άνδρα που την είχε ακινητοποιήσει. Καταλάβαινε αυτήν την στιγμή πως νιώθει το θύμα που ξέρει ότι το έχει φιξάρει το αρπακτικό. Ο φόβος της ήταν απόλυτος, την είχε παραλύσει. Θα είχε σωριαστεί στο βρεγμένο οδόστρωμα αν δεν την κρατούσε από το λαιμό ο άνδρας. Έστρεψε το βλέμμα της στα μάτια του για να συναντήσει το δικό του με την ελπίδα να ικετέψει για έλεος. Μετάνιωσε γιατί αυτό που είδε δεν θα το ξεχνούσε ποτέ, τα μάτια του ήταν μια άβυσσος κακίας και μίσους. Μέσα τους παιχνίδιζε μια σατανική φλόγα.
   Η επαφή όμως αποκάλυψε και στον εχθρό της κάτι. Με ένα θυμωμένο επιφώνημα σήκωσε το ελεύθερο χέρι του. Το ακούμπησε στο μάγουλό της, κάνοντάς την να ριγήσει. Ήταν παγωμένο σαν να μην ήταν σάρκα αλλά μάρμαρο.
   -Ονειρεύεσαι Ιππότες; σύριξε και τη χτύπησε δυνατά με το δάκτυλο στο μέτωπο. Τώρα θα δεις τι παθαίνουν εκείνοι που τολμούν να αντιτίθονται στις δυνάμεις των Αρχόντων του Σκότους.
   Το χτύπημα έκανε τη Λίζα να ουρλιάξει από τον πόνο.

   Ο Ροβέρτος σταμάτησε απότομα σαν να είχε προσκρούσει σε έναν αόρατο τοίχο. Τίποτα δεν είχε ακουστεί στο μικρό δρόμο που βρισκόταν αλλά στα αυτιά του αντηχούσε μια φρικτή νεκρομαντική κατάρα. Έκανε μεταβολή και άρχισε να τρέχει. Όποιος την είχε εκτελέσει θα μπορούσε σίγουρα να τον οδηγήσει στον μάγο που είχε σκοτώσει από μακριά τον άνδρα στην υπόγεια διάβαση και που ήξερε για την παρουσία του ίδιου και του Ραμίρ σ' αυτόν τον κόσμο.
   Έφτασε στο σημείο που είχε δει την γριά ζητιάνα νωρίτερα και πρόσεξε πως δεν ήταν πια εκεί αλλά τώρα δεν ήταν η κατάλληλη ώρα να ασχοληθεί με αυτό. Έστριψε στο πιο κοντινό στενό και συνέχισε να τρέχει. Λίγο πριν την έξοδο του στενού ένιωσε τον αέρα να παγώνει και να αλλάζει υφή σαν να γινόταν πιο στερεός. Ήξερε πολύ καλά τι συνέβαινε. Χωρίς να μειώσει την ταχύτητά του με μια ρευστή κίνηση ξεθηκάρωσε τα όπλα του.

   Είχαν αποφασίσει να επιταχύνουν το ταξίδι τους και έτσι συνέχιζαν να ιππεύουν κατά τη διάρκεια της νύχτας. Οι ανεπτυγμένες ικανότητες προσανατολισμού και ιχνηλασίας των Ιπποτών τους κρατούσαν στο σωστό δρόμο και τώρα κάλπαζαν σε χαλαρό σχηματισμό καθώς η νύχτα παραχωρούσε τη θέση της στο γκριζωπό φως της αυγής.
   Το χτύπημα ήρθε από το πουθενά και αιφνιδίασε απόλυτα τον Μάικ που τινάκτηκε από το άλογό του σαν να τον είχε χτυπήσει ένα γιγαντιαίο εκκρεμές και προσγειώθηκε με την πλάτη στο χορταριασμένο έδαφος. Οι σύντροφοί του σταμάτησαν τα άλογα τους και έτρεξαν κοντά του. Ο Ιππότης σπαρταρούσε σαν το ψάρι που βρίσκεται έξω από το νερό ενώ αίμα έτρεχε από τα μάτια του και τα χείλη του.
   -Για όνομα της Λιμέρνα! είπε ο Ροδόλφος της Ασόν. Τι του επιτίθεται;

   Η Λίζα άρχισε να χάνει την επαφή με τον κόσμο, δεν είχε πια καμία συναίσθηση του περιβάλλοντος. Μια γλυκιά νάρκη άρχισε να την κυριεύει, καθώς απομακρυνόταν από τη ζωή το μυαλό της πήγε στον πατέρα της, σε λίγο θα ήταν μαζί του. Ο εχθρός της γρύλισε σαν ενοχλημένος από τη γαλήνη της σκέψης αυτής. Η εικόνα της μητέρας της να θρηνεί στον τάφο της ίδιας σχηματίστηκε ξεκάθαρα στο μυαλό της Λίζας.

   -Ας ενδυθεί την κατάρα σαν ένδυμα
    που δεν θ' απεκδυθεί
    και σαν ζώνη
    την οποία ποτέ δεν θα ξεζωστεί.
   Η κατάρα είχε προφερθεί από τον Μάικ με τη φωνή του να δυναμώνει σε κάθε λέξη. Αιμορραγώντας ακόμα ο Ιππότης είχε καταφέρει να σηκωθεί στα γόνατα και να αντεπιτεθεί στο ον που του είχε επιτεθεί. Σηκώθηκε όρθιος και άπλωσε το χέρι του. Η σπάθα του, που με την πτώση είχε τιναχθεί μακριά του, ήρθε σ' αυτό. Πρόφερε σκληρά:
   -Σποδός ήσουν και σποδός θα ξαναγίνεις!
  Με μια απότομη κίνηση κάρφωσε τη σπάθα του στο έδαφος. Ο ήχος ακούστηκε εκκωφαντικός σαν να είχε συντρίψει βράχο με το όπλο του.

   Μπροστά στα μάτια της Λίζας ο εχθρός της διαλύθηκε σε μια βροχή από σπίθες που χάθηκαν στο νυχτερινό αέρα. Η κοπέλα δεν μπορούσε να το πιστέψει και μετά συνειδητοποίησε ότι μπορούσε να φύγει και άρχισε να τρέχει. Σταμάτησε μόνο μπαίνοντας στο μικρό κήπο του σπιτιού της. Δεν το έκανε γιατί ένιωθε πλέον ασφαλής αλλά γιατί την ανάγκαζε το αναπάντεχο θέαμα.

Δεν Παύω Να Σ' Αγαπώ

Author: Νυχτερινή Πένα /

Σε βλέπω να κλαις
και κλαίω μαζί σου
τα δάκρυά μου
τα δικά σου συντροφεύουν,
μικρές κρυστάλλινες σταγονες
που πέφτουν στη γη.

Λένε πως τα δάκρυα
είναι το αίμα της ψυχής
η δική σου αγαπημένη μου
γιατί αιμορραγεί;

Μακριά σου λες να φύγω
να μην πονώ,
χωρίς τη θέλησή σου
μη μου κάνεις κακό.

Μα δεν το κάνω,
δεν μπορώ να σ' αρνηθώ
γιατί δεν παύω ποτέ να σ' αγαπώ.

Μικρά Αλλά Σημαντικά

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Άλλο ένα παιχνίδι που κυκλοφορεί στα ιστολόγια και εγώ το έμαθα από τη meanan φυσικά αφού όπως είπαμε εγώ είμαι απορροφημένος με τις ιστορίες μου. Βεβαία το έχουν ονομάσει Ασήμαντα αλλά Ωραία κάτι που δεν με βρίσκει σύμφωνο, αν είναι ωραία είναι σημαντικά. Μικρά Αλλά Σημαντικά λοιπόν ( κάποιος έβλεπε πολύ Αμελί μου φαίνεται).

Λοιπόν τα δέκα δικά μου μικρά μα σημαντικά:
  1. Ο ήχος της γλυκιάς φωνής της
  2. Το γέλιο της, μπορεί να με χαροποιήσει και ας είμαι χάλια
  3. Η μυρωδιά των βιβλίων
  4. Ο ήχος του στυλό πάνω στο χαρτί, αργά τη νύχτα όταν δεν ακούγεται τίποτα άλλο
  5. Οι συλλογές μου από νομίσματα, γραμματόσημα και χάρτες
  6. Τα νάζια από μια συγκεκριμένη φωνή
  7. Η ανάμνηση ενός ονείρου
  8. Τα σχέδια για έναν συγκεκριμένο προορισμό
  9. Το αθώο βλέμμα της ανηψιάς μου
10. Τα σχόλια στα δημοσιευμένα έργα μου

Και καλώ να μας πουν τα δικά τους αγαπημένα:
  1. Estella http://estellasoneirologio.blogspot.com/
  2. Next Day http://diamantenia-problita.blogspot.com/
  3. Libertas http://neverland09.blogspot.com/
  4. Γιασεμένια http://neighbourhooddreams.blogspot.com/
  5. Vag και Στέλλα http://vag-ctella-moonlight.blogspot.com/
  6. Creep http://obythos09.blogspot.com/
  7. Νατάσσα http://bookeater-bookeater.blogspot.com/
  8. Venus http://venus-onfire.blogspot.com/
  9. Meggie http://meghannmeggie.blogspot.com/
10. Νιόβη http://tigerlily95.blogspot.com/

Οι Ταξιδιώτες Των Κόσμων 13

Author: Νυχτερινή Πένα /

   Ο Ραμίρ άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε μια γκρίζα επιφάνεια που συνειδητοποίησε σχεδόν αμέσως πως ήταν η οροφή του χώρου όπου βρισκόταν. Ήταν γκρι στο χρώμα του τσιμέντου από το οποίο ήταν φτιαγμένη και αρκετά βρώμικη μαρτυρώντας χρόνια εγκατάλειψης. Ο Ιππότης έκανε να ανασηκωθεί αλλά ο έντονος πόνος που τον διέτρεξε τον απέτρεψε από το να συνεχίσει την προσπάθεια. Ξάπλωσε και πάλι με τον πόνο να επικεντρώνεται ψηλά στην πλάτη του. Έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή ως που να νιώσει τον πόνο να μαλακώνει κάπως. Ανοίγοντάς τα κοίταξε τριγύρω, οι τοίχοι που μπορούσε να δει είχαν το ίδιο χάλι με την οροφή ενώ μια σειρά από μικρά τζάμια που βρίσκονταν στην κορυφή ενός τοίχου, ακριβώς κάτω από την οροφή, ήταν καλυμμένα από σκόνη δεκαετιών και ιστούς αράχνης ώστε ελάχιστο φως να μπαίνει.
   Έκανε μια προσπάθεια ακόμα να σηκωθεί και αυτήν την φορά τα κατάφερε. Βρέθηκε καθιστός και μπόρεσε να παρατηρήσει καλύτερα το χώρο γύρω του. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα πρόχειρο στρώμα από άδεια σακιά που είχε φτιαχτεί στο βάθος μιας μικρής πλατφόρμας. Στηρίκτηκε στον πιο κοντινό τοίχο.
   -Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να σηκωθείς.
   Ο Ραμίρ γύρισε και είδε την Γιαρμίλα που ήταν καθισμένη στο πάτωμα, δίπλα της σε ένα στρώμμα σαν το δικό του κοιμόταν η Κάτκα.
   -Ήμουν πολλές ώρες αναίσθητος; ρώτησε ο Ιππότης.
   -Ναι, φοβήθηκα πως....
   -Γλίτωσα φαίνεται, είπε ο Ραμίρ και ψηλάφησε το τραύμα του που όσο ήταν αναίσθητος είχε περιποιηθεί η Γιαρμίλα και το είχε επιδέσει. Την ευχαρίστησε.
   -Νομίζω ότι η σφαίρα δεν έμεινε μέσα, είπε η Γιαρμίλα αμήχανη.
   Δεν είχε συνηθίσει να την ευχαριστούν όπως έκανε αυτός ο άνδρας. Ήταν σίγουρα πολύ διαφορετικός από κάθε άνδρα που είχε συναντήσει στην ως τώρα ζωή της. Τις ώρες που εκείνος ήταν αναίσθητος είχε πολλές φορές αναρωτηθεί ποιος ήταν και από που να ερχόταν.
   -Έχασες πολύ αίμα, πρέπει να σε δει γιατρός αλλά κάποιος που δεν θα κάνει ερωτήσεις για το πως τραυματίστηκες.
   Την κοίταξε και εκείνη ανταπέδωσε το βλέμμα. Ήταν και αυτή μια μεγάλη διαφορά, η πιο μεγάλη ίσως, ο τρόπος που την κοίταζε. Το βλέμμα του ήταν ευγενικό, φιλικό. Δεν την κοιτούσε απαξιωτικά γι' αυτό που ήταν ούτε με το απωθητικά λάγνο βλέμμα εκείνων που έσβηναν στο σώμα της τους πόθους και τα πάθη τους. Και όταν κοιτούσε την Κάτκα υπήρχε στοργή στα μάτια του.
   -Μου χρειάζεται ένα απόσταγμα Λάφοντιλ, είπε ο Ραμίρ και σταμάτησε.
   -Τι είναι αυτό; ρώτησε η Γιαρμίλα ξαφνιασμένη, δεν είχε ακούσει ποτέ αυτό το φάρμακο, μήπως ο άνδρας αυτός ήταν γιατρός;

   Η Λίζα ένιωσε να παγώνει, κοίταξε και πάλι πίσω. Δεν χωρούσε αμφιβολία, ο άνδρας την ακολουθούσε και την κοίταζε έντονα. Έτρεξε στις κυλιόμενες σκάλες που όμως ήταν γεμάτες κόσμο. Κοίταξε πίσω, ο άνδρας πλησίαζε. Οι κυλιόμενες της φάνηκαν ξαφνικά πολύ αργές και άρχισε να ανεβαίνει τις κλασικές σκάλες που λίγοι τις προτιμούσαν και μπορούσε να κινηθεί γρήγορα. Το παγωμένο χέρι του φόβου έσφιξε την καρδιά της καθώς διαπίστωνε ότι ο άνδρας ήταν το ίδιο, αν όχι περισσότερο, γρήγορος και κέρδιζε έδαφος.
   Η Λίζα με τον πανικό να την κυριεύει επιτάχυνε και έφτασε στην επιφάνεια του εδάφους. Δεν είχε ποτέ νιώσει τέτοιο φόβο. Πετάκτηκε στο δρόμο χωρίς να σκεφτεί καθόλου τα αυτοκίνητα. Κορναρίσματα και θυμωμένες φωνές ακολούθησαν αλλά η Λίζα δεν άκουσε τίποτα από όλα αυτά καθώς έτρεχε προς το σπίτι της με την ελπίδα πως εκεί θα ήταν ασφαλής.

   Ο Ροβέρτος στάθηκε στο σημείο όπου την προηγούμενη νύχτα είχαν αποδράσει από την αστυνομίκή φύλαξη οι άστεγοι με τη βοήθεια του Ραμίρ. Τα ίχνη ήταν τόσα πολλά και μπερδεμένα που δεν μπορούσε πλέον να ακολουθήσει αυτά που ανήκαν στο φίλο του. Κοίταξε προβληματισμένος γύρω αλλά δεν υπήρχαν παρά λίγοι περαστικοί και μάλλον βιαστικοί διαβάτες. Σε μια κόγχη ανάμεσα σε δυο πολυκατοικίες σκεπασμένη με ένα ανοιγμένο χαρτοκιβώτιο καθόταν μια γριά ζητιάνα.
   -Νεαρέ! τον φώναξε.
   Ο Ροβέρτος την κοίταξε. Σε εκείνον αναφερόταν σίγουρα αλλά δεν έβλεπε το γιατί. Πήγε προς το μέρος της αναρωτώμενος αν θα μπορούσε να μάθει κάτι από εκείνη. Η ζητιάνα θα ήταν ενδεχομένως σ' αυτήν την θέση συνέχεια, ίσως είχε δει κάτι. Στάθηκε μπροστά της και τη ρώτησε:
   -Εμένα φώναξες;
   -Εσένα, είπε η γριά, υπήρχε κάτι πάνω της που δεν ταίριαζε αλλά ο Ιππότης δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι ήταν αυτό.
   -Γιατί; την ρώτησε.
   -Γιατί θες να μάθεις.
   -Τι να μάθω;
   -Χθες που μαζέψανε τους κακομοίρηδες από' δω και τους κλείσανε στην κλούβα ήρθε ένας άγγελος και τους ελευθέρωσε!
   Ήταν προφανώς τρελή η δύστυχη. Ο Ροβέρτος την κοίταξε με οίκτο που δεν πρόλαβε να εκφράσει καθώς η γριά συνέχισε.
   -Φορούσε λευκό μανδύα και κρατούσε ένα μεγάλο σπαθί. Έκοψε την πόρτα και τους ελευθέρωσε και μετά αφόπλισε τον κακούργο που χτυπούσε την κακόμοιρη την κοπέλα.
   Λευκός μανδύας και σπαθί; Ήταν υπερβολικά μεγάλη σύμπτωση για να είναι σύμπτωση, πρέπει να είχε δει τον Ραμίρ.
   -Που πήγε μετά ο άγγελος;
   -Έφυγε με την κοπέλα. Ταιριάζουν ξερεις.
   -Προς τα που;
   Η γριά έδειξε μια κατεύθυνση. Ο Ροβέρτος έβαλε στο χέρι της ένα χρυσό νόμισμα και προχώρησε προς τη διεύθυνση που του έδειξε αφού πρώτα της είπε:
   -Ο Θεός να σε ευλογεί καλοκυρά.
   Θα είχε ανησυχήσει αν είχε κοιτάξει πίσω του καθώς απομακρυνόταν γιατί η γριά δεν ήταν πια εκεί.

   Η Λίζα έτρεξε όπως δεν είχε ξανατρέξει ποτέ στη ζωή της ως που δεν είχε πια άλλη δύναμη, στάθηκε τότε βαριανασαίνοντας και ακούμπησε σε έναν τοίχο. Έκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να μη χάσει τις αισθήσεις της, κοίταξε πίσω, είχε καταφέρει να ξεφύγει από τον εφιαλτικό διώκτη της. Στάθηκε και πάλι όρθια και προχώρησε προς το σπίτι της. Έστριψε στο δρόμο που οδηγούσε εκεί και έμεινε ακίνητη σαν να ήταν παγωμένο άγαλμα και όχι άνθρωπος. Ο διώκτης της στεκόταν μπροστά της με ένα κακό χαμόγελο να απλώνεται στο πρόσωπό του. Άπλωσε το χέρι του προς το λαιμό της αλλά το τράβηξε σαν να κάηκε καθώς ένα μπλε φως τύλιξε την κοπέλα.
   -Προστατεύεσαι, γρύλισε και πρόφερε μια κατάρα, τυφλή να ζήσεις και τυφλή να υποφέρεις.
   Η Λίζα δεν κατάλαβε σε ποιον αναφερόταν η κατάρα μιας και στην ίδια δεν έκανε τίποτα. Το φως χάθηκε όμως και ο διώκτης της είπε με μίσος:
   -Τώρα θα πεθάνεις.