Στην Άκρη Του Κόσμου 4

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Μιχάλης έγραφε στον φορητό υπολογιστή του. Εκτός από τον ήχο των δακτύλων του στα πλήκτρα στο δωμάτιο ακουγόταν η μελαγχολική μουσική του κονσέρτου Αρανχουέθ του Ροντρίγκο. Βυθισμένος στη μελέτη και το γράψιμό του ο νέος άνδρας είχε ξεχάσει τον κόσμο, ακόμα και το θάνατο που είχε απλωμένα τα μαύρα φτερά του πάνω από το κεφάλι του. Τα μάτια του παρακολουθούσαν τους μαύρους χαρακτήρες που κυλούσαν στην οθόνη σχηματίζοντας λέξεις, προτάσεις, παραγράφους και ενότητες.
   Από την ενασχόλησή του τον έβγαλε το κουδούνι της πόρτας. Πιάστηκε από το ράφι της βιβλιοθήκης που ήταν πάνω από το γραφείο του για να σηκωθεί όπως πάντα σχεδόν για να το κάνει γρήγορα. Πήγε στην πόρτα και την άνοιξε.
   -Καλησπέρα, είπε ο χαμογελαστός Αλέξανδρος που τον περίμενε να του ανοίξει.
   -Λοιπόν; είπε ο Μιχάλης. Τι θες από' μενα;
   Ο Αλέξανδρος μπήκε στο σπίτι και έριξε μια ματιά γύρω του. Δεν είχε αλλάξει και πολύ από την τελευταία φορά που είχε βρεθεί εδώ, το μεγάλο καθιστικό με τις πολλές βιβλιοθήκες και το οβάλ τραπέζι όπου βρίσκονταν ανοιχτοί τόμοι έτοιμοι να βοηθήσουν τον Μιχάλη στη μελέτη του. Ακολούθησε τον οικοδεσπότη του στο δωμάτιο που ως τώρα μόνος του έγραφε. Ο Μιχάλης ξαναπήρε τη θέση του και όταν το φως από το επιτραπέζιο φωτιστικό του έπεσε στο πρόσωπό ο Αλέξανδρος πρόφερε έκπληκτος μια βλαστήμια, ο Μιχάλης είχε συνέλθει από μια κρίση πόνου, τα χαρακτηριστικά του ήταν ακόμα τραβηγμένα, μάρτυρες του τι είχε περάσει, και το αριστερό του μάτι κόκκινο από το αίμα.
   -Αλέξανδρε, είπε ήρεμα, ξέρεις πόσο με ενοχλούν αυτές οι εκφράσεις.
   -Τι έπαθες;
   -Τίποτα που να χρειάζεται προσοχή ή συζήτηση. Λοιπόν; Τι είναι τόσο σημαντικό;
   Ο Αλέξανδρος του μίλησε για τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί την ίδια μέρα. Ο Μιχάλης τον άκουγε σκεπτικός.
   -Δεν είναι μόνος του.
   -Φυσικά και όχι, είπε ο Αλέξανδρος. Λογικά ο Κράμερ συνεργάζεται μαζί του, είναι πεθερός του.
   -Και άλλοι ίσως.
   -Γι' αυτό σε θέλω μαζί μου.
   -Δεν σε καταλαβαίνω, χρειάζεσαι δικηγόρο, ναι, χρειάζεσαι και ειδικούς. Αλλά εμένα;
   -Εσένα σε χρειάζομαι να είσαι στον ασύρματο. Θέλω να μην μπορεί κανείς να λάβει ή να στείλει σήμα χωρίς να το ξέρω.
   -Δεν εμπιστεύεσαι κανέναν;
   Ο Αλέξανδρος συνοφρυώθηκε. Πλησίασε ένα άλλο τραπέζι όπου ο Μιχάλης είχε μια στοίβα από βιβλία. Ιστορικά και μάλιστα επικεντρωμένα στο Μεσαίωνα. Προφανώς μελετούσε κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο. Ναι, η προσήλωση αυτή ήταν που χρειαζόταν.
   -Το πλήρωμα του Κέλντις είναι διαλεγμένο αλλά οι ειδικοί που θα πάρω καθώς και η ασφάλεια που θα έχω μαζί μου, ίσως να μπορούν να εξαγοραστούν. Θέλω να είσαι η δικλείδα ασφαλείας μου.
   -Κατάλαβα. Αλλά και πάλι δεν μπορώ να είμαι όλη την ημέρα στον ασύρματο.
   -Φυσικά όχι, αλλά θα είμαστε σε μια περιοχή που δεν κυκλοφορούν πλοία άρα δεν θα έχουμε πυκνές επικοινωνίες, όταν θα αναπαύεσαι θα υπάρχει σιγή ασυρμάτου.
   Ο Μιχάλης σηκώθηκε από την καρέκλα του, ήταν μια πιο αργή διαδικασία αν δεν πιανόταν από το ράφι.
   -Δεν είναι καλή εποχή για να πας στην Ανταρκτική Αλέξανδρε.
   -Ο χειμώνας δεν έχει αρχίσει ακόμα.
   Ο Μιχάλης πίεσε ένα πλήκτρο στον υπολογιστή του ελαχιστοποιώντας το παράθυρο που είχε ανοιγμένο και μετά επέλεξε ένα εικονίδιο εμφανίζοντας έναν παγκόσμιο χάρτη στην οθόνη. Ένα φωτεινό σχήμα σαν μεγάλη κούπα έπιανε το κεντρικό μέρος του χάρτη.
   -Φως και σκοτάδι, είπε ο Μιχάλης. Η παραβολική καμπύλη είναι το όριο, η μέσα πλευρά της είναι η μέρα. Η έξω είναι η νύχτα.
Γύρισε τον υπολογιστή προς τον φίλο του.
   -Προσέχεις κάτι;
   -Αυτήν την ώρα είναι νύχτα σε όλη την Ανταρκτική εκτός από τις παράκτιες περιοχές της Γης της Βασίλισσας Μοντ.
   -Όποια ώρα και να δεις το ίδιο είναι, σε λίγες μέρες αρχίζει η πολική νύχτα.
   -Δεν μπορώ να περιμένω έξι μήνες, είναι σαν να αφήνομαι στο έλεος του Στράουντ. Θα έρθεις; Η αμοιβή θα είναι καλή.
   -Πότε με ένοιαξε αυτό; γέλασε ο Μιχάλης.
   -Ποτέ είναι η αλήθεια, απάντησε ο Αλέξανδρος, αλλά δεν θα πας στην άκρη του κόσμου χωρίς να κερδίσεις τίποτα. Λοιπόν;
   Ο Μιχάλης δεν απάντησε αμέσως και όταν το έκανε αιφνιδίασε τον Αλέξανδρο.
   -Αν δεν επιστρέψω ζωντανός, θα φροντίσεις να φέρεις πίσω το σώμα μου.
   -Δεν.... ξεκίνησε ο Αλέξανδρος.
   -Είναι όρος.
   -Εντάξει αλλά δεν θα φτάσουν ως εκεί τα πράγματα.
   Ο Μιχάλης άφησε τη φράση ασχολίαστη. Δεν ήθελε να πει στον Αλέξανδρο ότι ήταν μελλοθάνατος. Είχε αποφασίσει να πάει μαζί του και να τον βοηθήσει αφού μπορούσε, δεν είχε πια να φοβάται τίποτα.
   -Πότε φεύγουμε;
   -Αμέσως μόλις είσαι έτοιμος.
   Ο Μιχάλης έδειξε ένα σακίδιο και έναν χαρτοφύλακα δίπλα του.
   -Είμαι έτοιμος μόλις μαζέψω τον υπολογιστή. Τα υπόλοιπα που θα πάρω μαζί μου τα έχω ετοιμάσει. Από που θα πάρουμε το πλοίο;
   -Από το Κέηπ Τάουν.
   -Ωραία, πετάμε για Γιοχάνεσμπουργκ δηλαδή;
   -Όχι. Πάμε στη Γενεύη. Έχουμε μια δουλειά στο CERN, που σίγουρα το ξέρεις, και μια δουλειά σε ένα ακριβό ιδιωτικό σχολείο που σίγουρα δεν ξέρεις.
  -Και ας πούμε ότι υποθέτω τι θέλουμε στο CERN, στο σχολείο τι δουλειά έχουμε;
  -Να βρούμε το κλειδί για το φορτίο του Βολτέρα που κρύβεται σε ένα τρυφερό εφηβικό μυαλό.
Ο Αλέξανδρος προθυμοποιήθηκε να πάρει το σακίδιο για να το μεταφέρει στο αυτοκίνητο που είχε νοικιάσει για τη μετακίνησή του στην Αθήνα αφήνοντας τον Μιχάλη να φέρει το χαρτοφύλακά του. Εκείνος βγήκε από την πόρτα και πριν κλείσει κοίταξε το σπίτι του νοσταλγικά. Ίσως δεν το ξαναέβλεπε. Το βλέμμα του στάθηκε σε ένα βιβλίο που βρισκόταν πάντα επάνω στο τραπέζι, ένα βιβλίο που είχε στην πρώτη σελίδα του διπλωμένο ένα γράμμα, μια τρυφερή εξομολόγηση αγάπης.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και έκλεισε την πόρτα διπλοκλειδώνοντας. Μετά, με το μπαστούνι και το χαρτοφύλακά του, πήγε να βρει τον Αλέξανδρο. Τώρα μια μαύρη καλύπτρα σκέπαζε το ματωμένο αριστερό μάτι του κάτι που δεν διέφυγε του φίλου του.
-Δεν μου είπες τι έπαθε το μάτι σου, παρατήρησε, κάποιος ζηλιάρης γκόμενος;
-Αλέξανδρε!
-Απλά αστειεύομαι, εσύ δεν είσαι τέτοιος. Τι έπαθες; Ατύχημα;
-Απλοποιώντας τα πράγματα θα έλεγα ότι είναι ατύχημα, απάντησε ο Μιχάλης.
-Και προς τι η καλύπτρα;
-Για να μην αναγκάζονται οι άλλοι να βλέπουν το οικτρό θέαμα και για προστασία.

Η Σιμόν κοντοστάθηκε μπροστά στην πόρτα του γραφείου της Ρίτα Μπάουνφλουρ, της διευθύντριας και τωρινής ιδιοκτήτριας του σχολείου. Ήταν στο τέλος ενός μεγάλου διαδρόμου και οι θόρυβοι από το υπόλοιπο σχολείο έφταναν εδώ σαν απόηχοι ενός άλλου κόσμου. Αν ήταν μόνη της θα είχε κάνει μεταβολή και θα είχε φύγει τρέχοντας αλλά δεν ήταν μόνη της. Μαζί της βρισκόταν και ο Χέλμουτ Σμιτς, ο επιστάτης του σχολείου. Εξάλλου την είχε καλέσει η διευθύντρια να παρουσιαστεί μπροστά της και δεν μπορούσε να μην υπακόυσει. Ο Σμιτς χτύπησε την πόρτα και μετά την άνοιξε.
Η Σιμόν δεν ειχε ποτέ βρεθεί στο γραφείο της διευθύντριας. Ήταν ένα μεγάλο φωτεινό δωμάτιο με μεγάλα παράθυρα που έφταναν σχεδόν ως το ταβάνι και ακριβά επιπλωμένο. Πίσω από ένα μεγάλο μαονένιο γραφείο καθόταν η Ρίτα Μπάουνφλουρ, μια αυστηρή γυναίκα που είχε αρχίσει να γκριζάρει. Σε μια πολυθρόνα μπροστά της ήταν καθισμένος ένας άνδρας με κουστούμι. Δίπλα του στο πάτωμα ήταν ένας χαρτοφύλακας ενώ στο τραπεζάκι δίπλα του μια πορσελάνινη κούπα με αχνιστό καφέ.
-Α Σιμόν, είπε η διευθύντρια, χαίρομαι που ήρθες. Κάθισε.
Η κοπέλα κάθισε στην πολυθρόνα που της υπέδειξε η διευθύντρια νιώθοντας άβολα με το βλέμμα της που ήταν καρφωμένο στο πρόσωπό της. Έριξε μια ματιά γύρω για να διαπιστώει πως και ο επισκέπτης είχε το βλέμμα του πάνω της.
-Σιμόν σε φώναξα εδώ για ένα πολύ σημαντικό θέμα. Ο κύριος Στράουντ ήρθε από τις ΗΠΑ για να σε δει.
Η Σιμόν κοίταξε τον ξένο που έπινε λίγο από τον καφέ του. Εκείνος άφησε την κούπα και την κοίταξε εξεταστικά.
-Σιμόν, είπε με μια φωνή επίπλαστα φιλική που έκανε την κοπέλα να ριγήσει. Ονομάζομαι Μαρκ Στράουντ. Είμαι δικηγόρος και εκπροσωπώ τους ιδιοκτήτες του Βολτέρα. Βρίσκομαι εδώ για να μιλήσω μαζί σου για κάτι εξαιρετικής σημασίας για τον όμιλο αλλά και την κυβέρνηση της Χιλής. Ξέρεις τι μετέφερε το Βολτέρα;
-Όχι, είπε η Σιμόν, δεν ξέρω. Λυπάμαι.
-Δεν πειράζει καλό μου κορίτσι. Ο πατέρας σου, ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του, ήταν σώφρων άνθρωπος. Δεν περίμενα να σου έχει αποκαλύψει κάτι τέτοιο. Ξέρω όμως ότι σου είχε δώσει μια άλλη σημαντική πληροφορία.
-Ποια;
-Το φορτίο είναι κλειδωμένο. Ακόμα και στο βυθό της θάλασσας θα χρειαστεί ο κωδικός για να ανοιχτεί το αμπάρι και να ανελκυσθεί το φορτίο. Ξέρεις τον κωδικό;
-Ναι, είπε η κοπέλα πρόθυμη να βοηθήσει και μετά σταμάτησε καθώς θυμήθηκε κάτι που ο πατέρας της της είχε πει.
-Μου είπε να τον πω μόνο στον κύριο Κομνηνό. Αν αυτό είναι αδύνατον τότε σε κανέναν.
Ο Στράουντ χαμογέλασε φιλικά.
-Τιμώ την αφοσίωση στον πατέρα σου αλλά ο Αλέξανδρος είναι πολύ απασχολημένος για να έρθει εδώ. Είμαι ο νομικός σύμβουλος του ομίλου, μπορείς να μου τον πεις τον κωδικό.
-Όχι.
-Κύριε Σμιτς, είπε ψυχρά η διευθύντρια και η Σιμόν στράφηκε να δει γιατί τον είχε φωνάξει. Ο επιστάτης κρατούσε ένα μαστίγιο ιππασίας. Γύρισε έντρομη προς την Ρίτα.
-Θα με χτυπήσετε; ρώτησε με τη φωνή της να τρέμει.

-Όσο είναι απαραίτητο, απάντησε εκείνη χωρίς κανένα συναίσθημα. Αρχίστε κύριε Σμιτς. 

Στην Άκρη Του Κόσμου 3

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Μιχάλης κοίταξε τον ήλιο που βασίλευε στον ορίζοντα με τα διάσπαρτα σύννεφα να αλλάζουν χρώματα κάτω από τις ακτίνες του. Καθώς ο φωτεινός δίσκος χανόταν το αεράκι που από το πρωί φυσούσε δυνάμωσε. Ο Μιχάλης το άφησε να χαιδεύει το πρόσωπό του χαμένος στις σκέψεις του.
Είχε αποδειχθεί πολύ σωστή επιλογή να έρθει εδώ. Είχε την ησυχία που ήθελε για τη μελέτη και τα βιβλία του και μπορούσε να κάνει περιπάτους στην εξοχή χαμένος στις σκέψεις του με συνοδεία τον αέρα στα σπαρμένα χωράφια ή τη μουσική του walkman του. Η κατάστασή του παρέμενε σταθερή, είχε κάνει φανερή την παρουσία της με μερικές νύχτες που δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τον πόνο στο κεφάλι του αλλά αυτό ήταν όλο προς το παρόν. Το  κινητό του διέκοψε τις σκέψεις του με το κομμάτι του Μότσαρντ που είχε εδώ και χρόνια σαν ήχο κλήσης.
-Ναι;
-Καλησπέρα, μάζεψε τα πράγματά σου. Έστειλα αυτοκίνητο να σε πάρει και να σε πάει στο αεροδρόμιο Μακεδονία, θα πετάξεις για Αθήνα πρώτη θέση. Θα συναντηθούμε εκεί.
-Αλέξανδρε παραληρείς;
-Όχι, απλά σε ενημερώνω για το τι θα κάνεις.
-Ό,τι και αν είναι αυτό στο οποίο έχεις μπλέξει δεν θέλω καμία ανάμειξη!
-Δεν έχεις επιλογή. Είναι εξαιρετικά σημαντικό.
-Για ποιον;
-Σε χρειάζομαι για τις γνώσεις σου πάνω σε έναν ειδικό τομέα. Θα τα πούμε στην Αθήνα.
Ο Μιχάλης ήταν έτοιμος να αρνηθεί όταν ο Αλέξανδρος πρόσθεσε:
-Θυμάσαι την μελέτη που έγραφες για τον Τιτανικό όταν σε πρωτογνώρισα;
-Ναι....
-Και το παράρτημα για τους ασυρμάτους που έκαναν εκείνον τον γαλονά να σε βάλει στην ειδική εκπαίδευση τηλεπικοινωνιών;
-Ναι αλλά δεν βλέπω τι......
-Γι' αυτό σε χρειάζομαι, είπε ο Αλέξανδρος και έκλεισε.
Ο Μιχάλης αναστέναξε. Δεν ήταν αστείο, ούτε κάποια επιπολαιότητα του Αλέξανδρου αυτή τη φορά. Κάτι συνέβαινε.
Πήρε το δρόμο της επιστροφής με το μυαλό του στο τι μπορεί να τον ήθελε ο Αλέξανδρος.

Βοστώνη
Ο Αλέξανδρος απαλλάκτηκε από το σακάκι και τη γραβάτα του και ανασήκωσε τα μανίκια του πουκαμίσου του καθισμένος στο πίσω μέρος της μεγάλης λευκής λιμουζίνας που τον μετέφερε πίσω στο διεθνές αεροδρόμιο Λόγκαν. Ο νεαρός επιχειρηματίας είχε πολλά να κάνει αν και είχε ήδη πάρει τα μέτρα του για πολλά που έπρεπε να γίνουν.
Όπως είχε αποδείξει και στη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου ήταν προετοιμασμένος για το δύσκολο εγχείρημα που τον περίμενε. Κοίταξε το ρολόι του ενώ η λιμουζίνα του σταματούσε σε ένα μικρό, στενό παράδρομο του αυτοκινητόδρομου 1Α. Δυο άτομα μπήκαν αμέσως και κάθισαν απέναντι από τον Αλέξανδρο.
-Λοιπόν; είπε εκείνος.
-Υπάρχουν φήμες ότι ο Στράουντ ετοίμασε μια ομάδα η οποία έφυγε αμέσως για το λιμάνι Πούντα Αρένας, απάντησε ο ένας, ένας άνδρας με στρατιωτικό παρουσιαστικό, κάτι που είχε υπάρξει στο παρελθόν.
-Τι ειδικοί;
-Μισθοφόροι, απάντησε το δεύτερο άτομο, μια γυναίκα ντυμένη με μαύρα ρούχα και γυαλιά ηλίου. Μόνο μισθοφόροι και αρκετά καλά οπλισμένοι.
-Τι σχεδιάζει; Πρέπει να μάθω.
Πέρασε το χέρι του πάνω από τα μάτια του.
-Το Κέλντις πλέει ήδη προς το Κέηπ Τάουν. Είναι επανδρωμένο ως προς το πλήρωμα και έχω ήδη βρει τα μέλη της ομάδας που θα παραλάβει από' κει.
-Εμείς;
-Αύριο με πτήση ειδικά ναυλωμένη για να μην έχετε προβλήματα με τον εξοπλισμό σας. Εγώ θα φύγω για Αθήνα. Τι νέα έχουμε από την Ελλάδα;
-Ο φίλος σας είναι καθ' οδόν για Θεσσαλονίκη για να πάρει το αεροπλάνο για Αθήνα.
-Ο Στράουντ;
-Άφησε το σπίτι του πριν λίγο.
-Ξέρουμε που πάει;    
-Στο αεροδρόμιο.
Ο Αλέξανδρος έμεινε για λίγο σκεφτικός. Ήξερε ότι ο Στράουντ σχεδίαζε κάτι, από το διοικητικό συμβούλιο κιόλας ήξερε πως δεν είχε ανοίξει όλα τα χαρτιά του. Αλλά τι έκανε ο δικηγόρος; Τι πληροφορίες είχε; Και πως τις είχε; Από την πρώτη στιγμή που είχε γίνει φανερό ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το Βολτέρα είχε επιβάλλει μια πολιτική ελάχιστης ενημέρωσης. Μόνο το διοικητικό συμβούλιο τα ήξερε όλα. Κάποιος εκεί μέσα συνεργαζόταν με τον Στράουντ.
-Πάμε στο Κόνκορντ, είπε ο Αλέξανδρος στον οδηγό του.

Γενεύη
Η επιστροφή της στην τάξη και τα μαθήματα σήμαινε για την Σιμόν την επιστροφή στα βασανιστήρια της χλεύης και των ταπεινώσεων. Η Άμυ δεν έχανε ευκαιρία να την μειώσει. Το πρώτο σχόλιο που έκανε βλέποντάς την μετά την έξοδο της από τα αναρρωτήριο ήταν πόσο επιδεικτικό ήταν να ξεχωρίζει φορώντας κατάμαυρα. Συνέχιζε ανηλεώς να της φέρεται με τον ίδιο σκαιό τρόπο χωρίς να την συμπονεί για την τραγωδία που ζούσε. Στο ρεπερτόριο των προσβολών και των εξευτελισμών είχε προσθέσει νέα κομμάτια.
-Χρειάζομαι μια προσωπική υπηρέτρια όταν αποφοιτήσω και γυρίσω στο σπίτι, ενδιαφέρεσαι για τη θέση μιας και δεν θα έχεις στον ήλιο μοίρα; έλεγε ή διακήρυττε: Απορώ πως δεν σε έχουν διώξει από' δω. Θα αμαυρώσεις το όνομα του σχολείου μιας και δεν υπάρχει περίπτωση να περάσεις σε κανένα πανεπιστήμιο, με τι λεφτά θα ζήσεις για να μη δουλεύεις και να σπουδάζεις;
Το χειρότερο ήταν πως όλα όσα έλεγε η Άμυ τα είχε σκεφθεί και η ίδια. Το σχολείο ήταν πληρωμένο ως που να τελειώσει αλλά μετά πραγματικά δεν ήξερε τι να κάνει, δεν είχε κανένα εισόδημα και θα έπρεπε να εργαστεί, χωρίς όμως κάποια ειδικότητα ή δεξιότητα μόνο αισιόδοξη δεν μπορούσε να είναι για το μέλλον της.
Το σημερινό πρωινό ήταν χειρότερο από τα άλλα γιατί η Άμυ είχε θυμηθεί πως πλησίαζαν τα γενέθλιά της και την είχε ρωτήσει με τη συνηθισμένη επίπλαστη καλοσύνη της:
-Πως νιώθεις που ενηλικιώνεσαι; Θα είναι υπέροχο να ξεφεύγεις από τον έλεγχο των γονιών σου ε; Α μα τι λέω; Εσύ δεν έχεις γονείς, το ξέχασα.
Απομακρύνθηκε γελώντας ενώ η Σιμόν προχώρησε προς την τάξη της βιολογίας προσπαθώντας ανεπιτυχώς να συγκρατήσει τα δάκρυά της και χωρίς να ξέρει πόσο θα άλλαζε η ζωή της από το ίδιο απόγευμα.

Ο Αλέξανδρος βγήκε από τη λιμουζίνα που είχε σταματήσει μπροστά σε μια περιποιήμενη μονοκατοικία με γκαζόν. Διέσχισε το γκαζόν όπου το σύστημα αυτόματου ποτίσματος χάριζε τη δροσιά του ενάντια στον πρώιμο καύσωνα και χτύπησε το κουδούνι δίπλα στην εξώπορτα. Μια γυναίκα άνοιξε σχετικά γρήγορα. Ήταν μια κανονικού ύψους γυναίκα με μακριά ξανθά μαλλιά και όμορφο σώμα, το πρόσωπό της είχε αρμονικά χαρακτηριστικά στα οποία δέσποζαν τα ανοιχτά πράσινα μάτια της.
-Αλέξανδρε! αναφώνησε μόλις τον είδε.
-Καλημέρα Χάνα.
-Αν θέλεις τον Μαρκ μόλις έφυγε, δεν τον πρόλαβες.
-Που πηγαίνει Χάνα;
Η γυναίκα τον κοίταξε εξεταστικά. Μετά του έκανε νόημα να μπει στο σπίτι. Τον οδήγησε σε ένα κομψό σαλόνι και τον κάλεσε να καθίσει. Λίγο πιο πέρα έπαιζε ένα αγοράκι έχοντας στήσει ένα τραινάκι με μηχανή και βαγόνια που έτρεχε σφυρίζοντας.
-Αυτός είναι ο Πήτερ, είπε στοργικά η Χάνα.
-Πόσο είναι;
-Έξι.
-Γρήγορος ο κύριος Στράουντ, είπε ο Αλέξανδρος. Τι σχεδιάζει Χάνα; Πρέπει να ξέρεις.
Η Χάνα έδειξε προβληματισμένη.
-Δεν ξέρω. Πέρασε νύχτες ολόκληρες με τον πατέρα μου και τον Νάιτμαν, είναι σίγουρος για πολλά κέρδη. Δεν μου λέει τι σχεδιάζει, μοιάζει με τον πατέρα μου σε αυτό.
Ο Αλέξανδρος  σηκώθηκε από την πολυθρόνα συνωφρυομένος, δεν του άρεσε η εξέλιξη αυτή. Η Χάνα τον έπιασε από το χέρι.
-Υπάρχει κίνδυνος;
-Πλησιάζει χειμώνας στην Ανταρκτική, δεν θα έλεγα ότι είναι κρουαζιέρα. Γιατί; Ανησυχείς για' μενα;
Η Χάνα τον κοίταξε με ένα βλέμμα που φανέρωνε πόνο.
-Ποτέ δεν έπαψα να σε σκέφτομαι, είπε απαλά.
Ο Αλέξανδρος ελευθέρωσε το χέρι του και πήγε προς την πόρτα.
-Θα έρθουμε και' μεις εκεί, είπε απελπισμένη η Χάνα. Ο Μαρκ έχει κάνει ετοιμασίες και έχει τη σύμφωνη γνώμη του συμβουλίου. Θα παρακολουθεί πως πάει η δουλειά και θα πάρει και εμένα μαζί, ίσως και το παιδί. Θα κινδυνεύσουμε;

-Ελπίζω πως όχι, είπε ο Αλέξανδρος και βγήκε.

Στην Άκρη Του Κόσμου 2

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Μιχάλης κατέβηκε από το λεωφορείο των ΚΤΕΛ που απομακρύνθηκε αμέσως, θα σήκωνε ένα σύννεφο σκόνης αν δεν είχε βρέξει. Με το χαρτοφύλακα στο χέρι του και στο άλλο το μπαστούνι του προχώρησε στο στενό δρόμο που οδηγούσε από την επαρχιακή οδό στο μικρό χωριό της κεντρικής Μακεδονίας έχοντας κρεμασμένο στον ώμο του το σακίδιο με τα πράγματά του. Δεν ήταν μεγάλη απόσταση και ο καιρός ήταν ακόμη κρύος οπότε δεν δυσκολεύτηκε πολύ να φτάσει στα πρώτα σπίτια του χωριού. Διέσχισε τα δρομάκια του ανάμεσα στα χαμηλά σπίτια ως που έφτασε στον προορισμό του. Στάθηκε στην πόρτα του παλιού αρχοντικού και χτύπησε το σκαλιστό ρόπτρο. Μια γυναίκα του άνοιξε. Σκούπιζε τα χέρια της σε μια πετσέτα και χαμογέλασε μόλις τον είδε.
-Υποθέτω πως είσαι ο Μιχάλης, του είπε.
-Ναι, απάντησε εκείνος, συγνώμη που ήρθα λίγο νωρίτερα αλλά την υπολόγιζα αλλιώς τη διαδρομή.
-Δεν πειράζει. Το δωμάτιό σου είναι ήδη έτοιμο. Να σε βοηθήσω με τα πράγματά σου;
-Όχι, ευχαριστώ, είπε ο Μιχάλης.
Μπήκαν στο σπίτι και βρέθηκαν σε ένα χολ όπου υπήρχε ένα χαμηλό τραπέζι με έναν καθρέφτη ακριβώς από πάνω και μια σκάλα που οδηγούσε στον μόνο όροφο του σπιτιού.
-Τα υπνοδωμάτια είναι πάνω, η κουζίνα, μια μικρή σάλα και το μπάνιο βρίσκονται κάτω. Το δικό σου δωμάτιο βέβαια έχει δικό του μπάνιο.
Ανέβηκαν τη σκάλα και η γυναίκα άνοιξε μια πόρτα. Ο Μιχάλης είδε ένα δωμάτιο με ένα διπλό κρεβάτι και ένα κομοδίνο δίπλα του, μια ντουλάπα, ένα γραφείο ακριβώς απέναντί του με το παράθυρο μπροστά του.
-Πολύ ωραία, είπε ο Μιχάλης, είναι ακριβώς ό,τι χρειάζομαι.
-Αν θέλεις να μετακινήσουμε κάτι μου το λες.
-Αν κοντά στο γραφείο υπάρχει παροχή ηλεκτρικού ρεύματος τότε όλα καλά.
-Ναι υπάρχει.
Ο Μιχάλης χαμογέλασε.
-Πολύ καλά.
Η σπιτονοικοκυρά του τον άφησε μόνο του και ο Μιχάλης ξεκίνησε να τακτοποιηθεί στο δωμάτιο. Τα ρούχα του χωρούσαν με άνεση στην ντουλάπα. Μετά τακτοποίησε στο γραφείο το laptop, τις σημειώσεις και τα βιβλία του.
Το ταξίδι αυτό το είχε αποφασίσει πριν από τη διάγνωση της κατάστασής του στο Υγεία. Είχε αποφασίσει να έρθει σε αυτό το χωριουδάκι για να έχει ακόμα περισσότερη ησυχία και να τελειώσει μια μελέτη του. Τα νέα για την μη αναστρέψιμη κατάσταση της υγείας του δεν τον είχαν πείσει να αλλάξει τα σχέδιά του. Κάθε άλλο, ήταν αποφασισμένος να τα συνεχίσει και να τα φέρει εις πέρας. Παρ' ότι ένιωθε δέος απέναντι στην προοπτική του θανάτου, μια προοπτική που έδινε μια άλλη όψη στα πάντα, δεν είχε καταληφθεί από φόβο ή απελπισία. Ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει να ζει τη ζωή του ως τη στιγμή που θα παρέδιδε το πνεύμα. Είχε τρεις μήνες ζωής και θα τους αξιοποιούσε στο μέγιστο, αν ζούσε και περισσότερο ακόμα καλύτερα.

Γενεύη, Ιδιωτικό Σχολείο Τάτενουμ
Δεν μπορούσε, αλλά και δεν ήθελε, να σηκωθεί από το γκαζόν. Δεν είχε σημασία πια. Γιατί να σηκωθεί; Γιατί να συνεχίσει να ζει; Ο πατέρας της, ο μόνος άνθρωπος που είχε στον κόσμο, ήταν νεκρός. Είχε πάει να συναντήσει τη μητέρα της, εκείνη πως θα έμενε πίσω; Εκείνη να κάνει τι να συνεχίσει να ζει;
Άρχισε να βρέχει αλλά δεν έδωσε σημασία. Ένιωθε έναν τρομακτικό πόνο να της ξεσκίζει την καρδιά και ένα ασήκωτο βάρος να την συνθλίβει. Άρχισε και πάλι να κλαίει. Δεν ήταν διέξοδος, απλά ένας τρόπος να μην τρελαθεί από τη θλίψη της. Όταν άρχισαν τα ρίγη τα αγνόησε, δεν είχε την δύναμη να σηκωθεί έτσι κι' αλλιώς. Μετά άρχισε το παραλήρημα του πυρετού, η τελευταία της σκέψη πριν χάσει τις αισθήσεις της ήταν γεμάτη ανακούφιση. Θα πήγαινε κοντά στους γονείς της.


Κεφάλαιο Δεύτερο
Ένα Ναυάγιο Με Πολλές Συνέπειες

Βοστώνη, Έδρα του Ναυτιλιακού Ομίλου Τρανσόσεαν
Ο Αλέξανδρος Κομνηνός ήταν ένας γοητευτικός άνδρας που μόλις είχε συμπληρώσει την τρίτη δεκαετία της ζωής του. Μελαχρινός με κοντοκομμένα μαύρα μαλλιά και ίδιου χρώματος μάτια είχε ένα πρόσωπο που έδειχνε άνθρωπο αποφασιστικό και τολμηρό. Το ακριβό κουστούμι του δεν έκρυβε το καλογυμνασμένο και μυώδες σώμα του.
Η γραμματέας, που του άνοιξε την πόρτα για να μπει στην αίθουσα που συνεδρίαζε το διοικητικό συμβούλιο του ομίλου Τρανσόσεαν του χάρισε ένα χαμόγελο. Είχε υπάρξει ερωμένη του στο παρελθόν, κάτι καθόλου αξιοσημείωτο αφού ο Αλέξανδρος συνήθιζε τις εφήμερες σχέσεις και είχε προ πολλού χάσει το μέτρημα των γυναικών που είχαν υπάρξει ερωτικές του σύντροφοι. Της ανταπέδωσε το χαμόγελο πριν περάσει στην στρογγυλή αίθουσα του συμβουλίου.
Ο όμιλος Τρανσόσεαν ήταν ένας όμιλος που αποτελείτο από δώδεκα συμμετέχοντες πολλοί από τους οποίους ήταν επιχειρηματικοί όμιλοι. Ανάμεσα στους δώδεκα ο πλουσιότερος ήταν ο Αλέξανδρος όπως ήταν και ο πιο νέος στην ηλικία. Κάθισε στην θέση του και κοίταξε τους υπόλοιπους. Οι περισσότεροι ήταν συνοφρυωμένοι και εχθρικοί απέναντί του.
-Καλημέρα κύριε Κομνηνέ, είπε ο Ντήτριχ Κράμερ, ο πρόεδρος του ομίλου. Το βρήκατε πρέπον να μας κάνετε να περιμένουμε.
-Έρχομαι από το αεροδρόμιο Λόγκαν κατευθείαν.
-Αυτό δεν μας αφορά νομίζω.
Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε.
-Συγκαλέσατε έκτακτη σύσκεψη, ενάντια στο καταστατικό.
-Προκαλέσατε στον όμιλο ζημιά κύριε Κομνηνέ!
-Σας παρακαλώ, είπε μια γυναίκα στα δεξιά του Αλέξανδρου. Μαζευτήκαμε εδώ για να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα που προέκυψε.
Η Ντιάνα Γκρέγκσον ήταν μια λογική γυναίκα που διεύθυνε μια μεγάλη ναυτιλιακή στη Δανία, κάτι εξαιρετικά δύσκολο σε έναν ανδροκρατούμενο κλάδο. Το ποσοστό της ήταν το μικρότερο στον όμιλο αλλά η φωνή της λογικής την οποία πολλές φορές αντιπροσώπευε ακουγόταν. Τώρα κατάφερε να κατευνάσει τα πνεύματα. Χαμογέλασε στον Αλέξανδρο.
-Ωραία λοιπόν, είπε ο Κράμερ. Το λόγο έχει ο κύριος Στράουντ.
Ο Αλέξανδρος κοίταξε την γραμματέα που άνοιξε την πόρτα και βγήκε για να επιστρέψει αμέσως μαζί με τον νομικό σύμβουλο του ομίλου Μαρκ Στράουντ, μεγαλομέτοχο της νομικής φίρμας Κλουμ και Στράουντ και σύζυγο της μεγαλύτερης κόρης του Κράμερ. Ο Αλέξανδρος δεν τον συμπαθούσε και γι' αυτό δεν έφταιγε το γεγονός ότι είχαν υπάρξει εραστές της ίδιας γυναίκας. Τον απωθούσαν οι πολύ επιτηδευμένοι τρόποι του και τον αντιπαθούσε από ένστικτο. Ο Στράουντ χαιρέτησε τυπικά τους παρευρισκόμενους και μετά πήρε τη θέση του. Ήταν ένας ψηλός και γεροδεμένος άνδρας που γέμιζε την δερμάτινη πολυθρόνα στην οποία καθόταν.
-Η κατάσταση έχει ως εξής, είπε κοιτώντας τους υπόλοιπους όπως κάθονταν γύρω από το τραπέζι. Η Φέρμοντ Σίπινγκ υπέγραψε μια σύμβαση με την κυβέρνηση της Χιλής για τη μεταφορά ενός σημαίνοντος φορτίου από την Χιλή στην Αυστραλία. Λόγω της αδυναμίας να παρέχει στην κυβέρνηση της Χιλής το πλοίο όπως έπρεπε η Φέρμοντ Σίπινγκ απευθύνθηκε στον όμιλο Κομνηνού και πήρε το υπό Ελληνική σημαία Βολτέρα για τη δουλειά. Το πλοίο φορτώθηκε κανονικά στο λιμάνι Πούντα Αρένας και χάθηκε στο νότιο παγωμένο ωκεανό. Η ασφαλιστική θα πληρώσει για το πλοίο αλλά η κυβέρνηση της Χιλής έχει ήδη ζητήσει την εφαρμογή της ρήτρας στη συμφωνία που προέβλεπε τις συνέπειες για τη μη εκτέλεσή της. Το βάρος πέφτει στον όμιλο που τέθηκε εγγυητής.
-Ζημιά εκατομμυρίων, βρυχήθηκε ο Νηλ Νάιτμαν, αντιπρόεδρος του ομίλου και διευθύνων σύμβουλος ενός μεγάλου χρηματοπιστωτικού οργανισμού.
-Έχω ήδη προτείνει να καλύψω τη ζημιά, είπε ο Αλέξανδρος.
-Με τι αντάλλαγμα; είπε ο Κράμερ σουφρώνοντας τα χείλια. Να αγοράσετε το μισό όμιλο;
-Όχι, είπε απαξιωτικά ο Αλέξανδρος και το βλέμμα του σταμάτησε στον Στράουντ. Ο δικηγόρος σίγουρα δεν άνοιγε όλα τα χαρτιά του.
-Ας ακούσουμε τον κύριο Κομνηνό, είπε η Ντιάνα Γκρέγκσον. Εκείνος της χαμογέλασε ζεστά πριν συνεχίσει.
-Δεν θα είναι εξαγορά. Θα χορηγήσω ένα δάνειο στον όμιλο και θα πάρω πίσω τα χρήματά μου όταν αρθεί η ρήτρα.
-Μα η ρήτρα δεν θα αρθεί, είπε ο Στράουντ περιφρονητικά. Αποκλείεται να νομίζεις ότι μπορείς να κερδίσεις μια τέτοια υπόθεση.
-Θα ανακτήσω το φορτίο.
-Από το βυθό του ωκεανού; είπε ο Κράμερ.
-Δεν έχει πάθει τίποτα, λίγο πλύσιμο θα θέλει αλλά κατά τ' άλλα θα είναι αλώβητο.
Σιωπή επικράτησε μετά από αυτήν την παρατήρηση. Την έσπασε ο Κρις Φέρμοντ που η εταιρία του είχε βρεθεί στην δυσχερή θέση μετά το ναυάγιο.
-Θέτω την πρόταση του κυρίου Κομνηνού σε ψηφοφορία.
Η ψηφοφορία δια ανατάσεως της χειρός έγινε αμέσως. Παρά την καταψήφιση από τον Κράμερ, τον Νάιτμαν και δυο ακόμα μέλη του διοικητικού συμβουλίου η πρόταση εγκρίθηκε. Ο Αλέξανδρος δεν εκδήλωσε κανένα συναίσθημα, άνοιξε τον χαρτοφύλακά του και έβγαλε ένα μικρό ψηφιακό δίσκο. Τον έδωσε στον Κράμερ.
-Τα στοιχεία για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του ποσού.
Ακολούθησε και μια δεσμίδα σελίδων δεμένων μαζί που περιείχαν ένα κείμενο.
-Η σύμβαση με την οποία ο όμιλος μου παραχωρεί τα δικαιώματα της εν λόγω συναλλαγής.
Ο Στράουντ πήρε τις σελίδες και τις διάβασε.
-Είναι εντάξει, είπε τελικά.
Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε και στράφηκε στον Κράμερ.
-Ο όμιλος είναι καλυμμένος πλέον. Εγώ θα βρω το φορτίο και θα ολοκληρώσω τη δουλειά. Η αμοιβή είναι δική μου.
Σηκώθηκε.
-Εύχομαι σε όλους καλό απόγευμα.
Βγήκε από την αίθουσα και κατευθύνθηκε προς τους ανελκυστήρες. Καθώς προχωρούσε έβγαλε από την τσέπη του ένα κινητό και πήρε ένα νούμερο από τις πιο πρόσφατες κλήσεις.

-Άρχισε, είπε.

Στην Άκρη Του Κόσμου 1

Author: Νυχτερινή Πένα /

Εισαγωγή

Πούντα Αρένας, Χιλή
Το μπαρ ήταν μόλις λίγα μέτρα από την προκυμαία και αποτελούσε συνηθισμένο στέκι πολλών ναυτικών. Κάθε βράδυ ο πάγκος και τα τραπέζια γέμιζαν από ναύτες που είχαν ξεμπαρκάρει ή άλλους που αναζητούσαν πλοίο για να μπαρκάρουν όπως και με κάποιους που είχαν δουλειά αλλά τώρα είχαν το ελεύθερο να βγουν λίγο στη στεριά. Ανάμεσά τους κυκλοφορούσαν πόρνες, έμποροι κάθε είδους και άνθρωποι με άλλους πιο σκοτεινούς σκοπούς.
Ο άνδρας που μπήκε στο μπαρ λίγο πριν από τα μεσάνυχτα δεν ήταν σίγουρα ναυτικός. Οι κινήσεις του αντίθετα πρόδιδαν κάποιον που περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε γραφεία και χώρους συνεδριάσεων. Στάθηκε κοιτώντας εξεταστικά το χώρο. Παρά τη θολή από τους καπνούς ατμόσφαιρα εντόπισε τον άνθρωπό του. Χαμογέλασε και προχώρησε προς το μέρος του. Καθόταν σε ένα τραπέζι από τα πιο απομακρυσμένα συντροφιά με ένα μπουκάλι τεκίλα και μια κοπέλα με ένα φόρεμα που ελάχιστα άφηνε στην ανδρική φαντασία.
Πλησίασε και είπε στον άλλο στα Ισπανικά:
-Καλησπέρα σινιόρ Χουάρεθ. Διώξε τη φίλη σου για να μιλήσουμε.
-Μην ανησυχείς, απάντησε στα Αγγλικά ο Χουάρεθ, ξέρει μόνο Ισπανικά. Δεν κινδυνεύουμε από τούτη' δω.
-Ωραία. Έχεις την ομάδα σου;
-Φυσικά.
-Όσοι είπαμε; ρώτησε ο επισκέπτης.
-Ναι, απάντησε ο Χουάρεθ.
Ο επισκέπτης τον κοίταξε για μια στιγμή, μετά έβγαλε από την τσέπη του μπουφάν που φορούσε έναν φάκελο. Τον έριξε στο τραπέζι.
-Είστε όλοι μέλη του πληρώματος του Βολτέρα.
-Πλοίαρχος ποιος είναι;
-Ο Άνταμ Γκρήνγουντ, είναι καλός. Θέλει προσοχή.
-Το φορτίο;
-Φορτώνεται ακόμα και αυτήν την στιγμή που μιλάμε. Το θέλω πολύ αυτό το φορτίο.
-Μην ανησυχείς, είπε ο Χουάρεθ. Το Βολτέρα θα γίνει πλοίο φάντασμα.
-Το πλοίο φάντασμα, ο καπετάνιος νεκρός και το φορτίο δικό μου, είπε ο επισκέπτης. Θα είμαστε σε επικοινωνία.
Ο επισκέπτης σηκώθηκε και προχώρησε προς την πόρτα του μπαρ. Φτάνοντας εκεί σταμάτησε και γύρισε να κοιτάξει. Ο Χουάρεθ είχε πάρει την γυναίκα στα γόνατά του. Ο φάκελος δεν ήταν πια στο τραπέζι.
Βγήκε στο δρόμο. πήρε βαθιά ανάσα για να απαλλαγεί από την καπνιά του μπαρ. Κοίταξε την προκυμαία, στο Βολτέρα επικρατούσε έντονη δραστηριότητα αφού ακόμα και αυτήν την ώρα φορτώνονταν εμπορεύματα, ανάμεσά τους και το φορτίο που τον ενδιέφερε.
Απομακρύνθηκε από το μπαρ και το πλοίο στο οποίο επιφύλασσε ένα τραγικό ταξίδι.
                       

                                                

Κεφάλαιο Πρώτο
Με Σύντροφο Τον Πόνο

Αθήνα, Νοσοκομείο Υγεία
Γιατί τα νοσοκομεία έχουν πάντα λάμπες φθορισμού και όχι πυρακτώσεως, για οικονομία στο ρεύμα, για καλύτερο φωτισμό ή για αισθητικούς λόγους; Μια μάλλον ασήμαντη ερώτηση αλλά όταν κάποιος βρίσκεται αναγκαστικά ξαπλωμένος σε ένα χειρουργικό τραπέζι κάτω από τους αισθητήρες των ειδικών οργάνων κοιτάζοντας υποχρεωτικά την οροφή του δωματίου περνάει την ώρα του όπως μπορεί. Η συγκεκριμένη εξέταση ήταν εξαιρετικά άβολη γιατί έπρεπε να είναι απολύτως ακίνητος και απαγορευόταν ακόμα και να κλείσει τα μάτια του.
Επιτέλους μια νοσοκόμα μπήκε στο οπτικό του πεδίο και του χαμογέλασε αρχίζοντας να αφαιρεί τα διάφορα καλώδια που τον ένωναν με τα μηχανήματα. Μόλις ολοκλήρωσε τη διαδικασία απομακρύνθηκε με τα παπούτσια της να τρίζουν ελαφρά στο πάτωμα.
Δεν του είχε πει αν μπορούσε να μετακινηθεί και έτσι έμεινε ακίνητος. Η γιατρός του μπήκε στο οπτικό του πεδίο. Ήταν μια όμορφη γυναίκα σαράντα πέντε περίπου χρονών μελαχρινή με κοντά μαλλιά κομμένα σε καρέ.
-Γεια σου γιατρέ, της είπε. Μπορώ να σηκωθώ;
Η γιατρός δεν απάντησε αμέσως και όταν μίλησε ήταν για να κάνει μια ερώτηση:
-Δεν αισθάνεσαι το χέρι μου;
-Γιατί με ακουμπάς;
-Ναι, είπε η γιατρός και πήρε το χέρι του. Το οδήγησε στο αριστερό πόδι στη μέσα μεριά του μηρού.
-Δεν το αισθάνομαι. Το δικό μου χέρι το καταλαβαίνω γιατί είναι το δικό μου, αισθάνομαι την επαφή από το χέρι.
-Το φοβόμουν αυτό, είπε η γιατρός και απομακρύνθηκε. Μπορείς να σηκωθείς Μιχάλη.
Εκείνος το έκανε. Ήταν ψηλός και σωματώδης, με καστανά μαλλιά που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν στους κροτάφους. Είχε γαλανά μάτια και μάλλον συνηθισμένο παρουσιαστικό. Άρχισε να ντύνεται ενώ η γιατρός καθόταν σε ένα μικρό γραφείο. Μια νοσοκόμα μπήκε και χάρισε ένα χαμόγελο στον άνδρα, ήταν συχνός στο νοσοκομείο και γνωστός πια στο προσωπικό, πριν δώσει στη γιατρό το φάκελο που κρατούσε. Εκείνη τον πήρε και μελέτησε το περιεχόμενό του ως που ο Μιχάλης ολοκλήρωσε το ντύσιμό του και ρώτησε:
-Λοιπόν γιατρέ; Τι έχω;
Η γιατρός τον κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν δύσκολο να ερμηνευθεί.
-Όπως υποψιαζόμουν έχεις ένα ανεύρυσμα στο κεφάλι και μάλιστα κοντά στον εγκέφαλο. Το έδειχναν οι νευρολογικές εξετάσεις, φαινόταν στο εγκεφαλογράφημα αλλά όχι στη μαγνητική τομογραφία. Υποψιάζομαι τώρα ότι δεν φαίνεται γιατί είναι σε μια σπάνια θέση. Κοντά στο μεσολόβιο, κάτω από τη χώρα του Μπροκά.
-Πως το βγάζουμε;
-Δεν είναι τόσο απλό. Το ανεύρυσμα είναι σαν μια κύστη μόνο που αντί να γεμίζει με πύον γεμίζει με αίμα. Αν ανοίξει θα πλημμυρίσει με αίμα τον εγκέφαλο και θα πεθάνεις. Η αφαίρεση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Και στη δική σου περίπτωση αδύνατη χωρίς να τραυματίσουμε τον εγκέφαλο.
-Άρα δεν μπορεί να αφαιρεθεί;
-Όχι, είπε η γιατρός, λυπάμαι.
-Τι περιθώρια έχω; ρώτησε ήσυχος ο Μιχάλης. Τι θα μου κάνει;
-Αυτή τη στιγμή επηρεάζει το νευρικό σου σύστημα μόνο σε ένα σημείο και έχεις αυτήν την απουσία της αφής. Όσο μεγαλώνει θα σου προκαλεί προβλήματα. Πονοκέφαλοι, ζαλάδες, περιοδική απώλεια μέρους ή όλης της όρασης είναι αναμενόμενα συμπτώματα. Θολή όραση και αναίτια αιμορραγία είναι τελικά συμπτώματα.
-Πόσο χρόνο έχω;
-Τρεις με τέσσερις μήνες. Έξι μήνες το ανώτερο.
-Υπάρχουν φάρμακα που να μπορούν να κάνουν κάτι;
-Όχι, μόνο παυσίπονα για αργότερα.
-Από τέτοια έχω, είπε ο Μιχάλης παίρνοντας το μπαστούνι του. Πήγε προς την πόρτα και κοντοστάθηκε. Στράφηκε στη γιατρό και είπε ήσυχα.
-Ξέρεις γιατρέ, είναι κρίμα που δεν έγινε αυτό λίγο πιο χαμηλά. Δεν θα πονούσε το γόνατό μου τουλάχιστον. Έλα γιατρέ, πρόσθεσε βλέποντας την έκφρασή της, δεν φταις εσύ για αυτό που μου έτυχε.
Τη χαιρέτησε και βγήκε από το δωμάτιο. Η γιατρός έσκυψε το κεφάλι. Η ενάσκηση της ιατρικής είναι μια συνεχής μάχη με το θάνατο και εκείνες τις φορές που χάνουν πολλοί γιατροί θρηνούν εκείνους που φεύγουν. Ο Μιχάλης ήταν μόλις τριάντα τριών, ήταν οδυνηρό να ξέρει ότι δεν θα προλάβαινε τα τριάντα τέσσερα και ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι' αυτό.

Γενεύη, Ιδιωτικό Σχολείο Τάτενουμ
-Θα μας το αναλύσει η Σιμόν.
Η κοπέλα που άκουγε στο όνομα αυτό, Σιμόν Γκρήνγουντ ήταν ολόκληρο το όνομά της, σηκώθηκε όρθια και απάντησε στην ερώτηση με τα μάτια όλων στην τάξη καρφωμένα πάνω της. Ήξερε τι σκέπτονταν οι άλλοι με σαφήνεια σαν να άκουγε τις σκέψεις τους. Περίμεναν να κάνει λάθος για να την χλευάσουν. Όπως την χλεύαζαν με κάθε ευκαιρία. Αλλά όχι αυτήν την φορά. Απάντησε στην ερώτηση με απόλυτα σωστό τρόπο και κάθισε και πάλι στη θέση της.
Ήταν μια όμορφη κοπέλα με λεπτό σώμα και λευκό αψεγάδιαστο δέρμα. Είχε μακριά καστανά μαλλιά που πλαισίωναν ένα γλυκό πρόσωπο με ευγενικά χαρακτηριστικά που αντικατόπτριζαν ακριβώς και τον εσωτερικό της κόσμο. Ήταν μια φιλότιμη και εργατική μαθήτρια, πάντα πρόθυμη στο μάθημα αλλά και να βοηθήσει τις συμμαθήτριες και τους συμμαθητές της άσχετα αν δεν δέχονταν την βοήθειά της ποτέ τηρώντας την ίδια εχθρική στάση όπως την πρώτη μέρα που είχε έρθει στο σχολείο τον προηγούμενο Σεπτέμβριο.
Ήταν μοναχική και κλεισμένη στον εαυτό της, αναμενόμενο από ένα κορίτσι που είχε μεγαλώσει σαν μοναχοπαίδι με τη μητέρα του αφού ο πατέρας του ταξίδευε στους ωκεανούς. Μετά το θάνατο της μητέρας της είχε γίνει πιο κοινωνική και ταυτόχρονα πιο απόμακρη. Έχοντας επωμιστεί πολλές ευθύνες ερχόταν σε επαφή με περισσότερο κόσμο αλλά δεν άφηνε κανέναν να την πλησιάσει, ήταν τρομακτικά μόνη. Και το τωρινό της περιβάλλον την έκανε να νιώθει ακόμα περισσότερο τη μοναξιά της.
Το κουδούνι σήμανε το τέλος της διδακτικής ώρας, της τελευταίας για την πρωινή περίοδο και η Σιμόν πήρε το δρόμο για την τραπεζαρία. Σταμάτησε όμως απότομα καθώς είδε να την πλησιάζει η Άμυ Ρότζερς, η Νέμεσίς της. Για λόγους που δεν  ήξερε και δεν μπορούσε να φανταστεί, η Άμυ έδειχνε να την μισεί από τη στιγμή της αφίξεώς της στο σχολείο και το έδειχνε με κάθε τρόπο ακολουθούμενη από τις φίλες και την κλίκα της. Και τώρα ερχόταν ίσα σ' αυτή με καθόλου καλό σκοπό όπως φαινόταν. Χαμογελούσε αλλά το χαμόγελο δεν έφτανε στα παγερά πράσινα μάτια της
-Γεια σου Σιμόν, είπε η Άμυ με έναν παραπλανητικά ήπιο τόνο. 
-Γεια σου Άμυ, είπε η Σιμόν ήσυχα αν και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά στο στήθος της. Το διαισθανόταν πως η Άμυ δεν είχε σταματήσει να της μιλήσει για καλό λόγο, κάτι σχεδίαζε. Οι φορές που η Άμυ Ρότζερς την είχε κοροιδεύσει, την είχε ταπεινώσει και της είχε φερθεί με σκληρότητα ήταν πρακτικά αναρίθμητες. Κόρη ενός Αμερικανού μεγιστάνα του πετρελαίου και μιας ηθοποιού η Άμυ της είχε φερθεί με σκληρότητα κυριολεκτικά τη στιγμή που είχε περάσει την επιβλητική καγκελόπορτα του σχολείου.
-Έμαθες τα νέα; ρώτησε η Άμυ. ένα πλοίο βυθίστηκε. Κανένας επιζών.
Η Σιμόν ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά αλλά μια ανάμνηση τη συγκράτησε. Η Άμυ της είχε ξανακάνει το ίδιο σκληρό αστείο. Τότε το είχε πιστέψει και είχε σωριαστεί στο γκαζόν έξω από το κτίριο των κοριτσίστικων κοιτώνων κλαίγοντας.
-Αλήθεια; είπε ήσυχα, είναι κρίμα να χάνονται άνθρωποι με τέτοιο τρόπο.
Η Άμυ ήταν όπως πάντα περιτριγυρισμένη από τις φίλες και τις θαυμάστριές της σαν μια βασίλισσα με την ακολουθία της. Στα χέρια της κρατούσε μια διπλωμένη εφημερίδα.
-Ε δεν πειράζει, είπε σκληρά η Άμυ, ας πεθαίνουν και μερικοί. Να όπως αυτοί του Βολτέρα.
Η Σιμόν ένιωσε να παγώνει. Αυτό ήταν το πλοίο που είχε σαλπάρει ο πατέρας της.
-Το λες έτσι, είπε με φωνή που κατάφερε να κρατήσει σταθερή παρά το φόβο που πάγωνε τώρα την καρδιά της. Η Άμυ ήξερε κάτι αλλιώς δεν θα μιλούσε με τέτοια σιγουριά.
-Δεν λέω ψέματα, είπε με προσποιητά γλυκιά φωνή η Άμυ, το ξέρεις. Δεν το συνηθίζω και γι' αυτό δεν θα ήθελα να ζεις μέσα στο ψέμα. Να η εφημερίδα μιας και δεν με πιστεύεις.
Η Σιμόν την πήρε και την ξεδίπλωσε. Δεν υπήρχε ανάγκη να ψάξει για την είδηση, ήταν πρωτοσέλιδο. Η εφημερίδα έγραφε με μεγάλα γράμματα “Ναυτική Τραγωδία” και μετά από κάτω ανακοίνωνε με μικρότερα γράμματα την εξαφάνιση του υπό Ελληνική σημαία φορτηγού Βολτέρα. Το πλοίο δεν είχε επικοινωνία με την εταιρία εδώ και μια εβδομάδα και οι έρευνες για τον εντοπισμό του είχαν αποβεί άκαρπες. Πιστευόταν πως είχε παρασυρθεί στον νότιο παγωμένο ωκεανό από καταιγίδα και είχε βυθιστεί. Η Lloyd είχε πειστεί για την απώλεια και θα αποζημίωνε την πλοιοκτήτρια εταιρία.

Τα γράμματα θόλωσαν μπροστά στα μάτια της, η εφημερίδα γλύστρισε από τα χέρια της και μια πονεμένη κραυγή βγήκε από τα χείλη της. Η Άμυ γύρισε και έφυγε με τις φίλες της. Η Σιμόν ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν και σωριάστηκε στο γκαζόν. Το λεπτό της σώμα τρανταζόταν από τους λυγμούς, μόνη διέξοδο σε έναν πόνο από τον οποίο δεν επρόκειτο να βρει παρηγοριά ή καταφύγιο.