Οι Επτά Στύλοι Της Σοφίας 11

Author: Νυχτερινή Πένα /

Η Νάντια ένιωσε τα μάτια της να βαραίνουν και την επιθυμία να βυθιστεί στην γλυκιά ανυπαρξία του ύπνου. Τινάχθηκε και έσφιξε τα χείλη. Δεν ήταν τώρα η ώρα να αφήσει την κούραση να την κυριεύσει. ήξερε τι χρειαζόταν και κοίταξε το δρόμο μπροστά. Το μικρό εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής φάνηκε σε λίγο στην άκρη του δρόμου και σταμάτησε το αυτοκίνητο μπροστά του.
Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε στην πηγή δίπλα στην είσοδο της εκκλησούλας  και έριξε νερό στο πρόσωπό της, ένιωσε καλύτερα. Έμεινε για λίγο σκυμμένη πάνω από την τετραγωνισμένη δεξαμενή που έπεφτε το νερό και παρακολούθησε στην απέναντι άκρη μια μικρή χελώνα να γλιστράει μέσα με έναν απαλό παφλασμό. Έριξε και πάλι λίγο νερό στο πρόσωπό της και επέστρεψε πίσω από το τιμόνι.
Ξεκίνησε και πάλι για τη Θεσσαλονίκη. Έριξε μια βιαστική ματιά στον άνδρα στο πίσω κάθισμα που έδειχνε ακόμα παραδομένος σε βαθύ ύπνο. Η Αλεξία κατάλαβε την κίνησή της.
-Νομίζεις ότι μπορούμε να τον εμπιστευθούμε; ρώτησε.
-Αναμφίβολα μας έσωσε πριν και νομίζω ότι εκείνος δημιούργησε το χάος που μας επέτρεψε να ξεφύγουμε στην τράπεζα.
-Μιλάει τα Ελληνικά πολύ άνετα, λες να είναι όντως ξένος;
-Το όνομα είναι Σκωτσέζικο και δεν βλέπω το λόγο να λέει ψέματα, μπορεί να ζει χρόνια εδώ και να τα έμαθε μιας και είπε ότι είναι φίλος του παππού από πριν γεννηθούμε.
 -Το τελευταίο πράγμα που είπε ο παππούς ήταν για κάποιο φίλο του, είπε σκεφτική η Αλεξία, είπε ότι έμεινε μόνος.
 -Και αυτός είπε ότι είναι ο τελευταίος Φύλακας, συνέχισε η Νάντια το συλλογισμό. Φύλακας ποιου πράγματος όμως;
 -Ίσως του κλειδιού που ρώταγε εκείνος ο άνδρας με το μαχαίρι, είπε η Αλεξία με ένα ρίγος να τη διατρέχει στην ανάμνηση αυτή.
 -Τότε το βιβλίο του παππού οδηγεί σε αυτό, είπε η Νάντια. Ας ελπίσουμε ότι όταν ξυπνήσει θα μας εξηγήσει τι συμβαίνει.

 Ο Άγγελος μπήκε στο λόμπι του Εγνατία και κοντοστάθηκε αβέβαιος ακόμα για την κίνησή του. Το ξενοδοχείο ήταν από τα πιο πολυτελή και ακριβά της νύμφης του Θερμαϊκού και όσοι έμεναν εδώ ήταν άτομα μιας σημαντικής οικονομικής επιφάνειας. Δεν ήταν συνετό να ανακατεύεται στα σχέδιά τους αλλά πάλι δεν είχε πολλές επιλογές αν ήθελε να βοηθήσει την Νάντια. Προχώρησε προς τον επιβλητικό, σοβαρό υπάλληλο που βρισκόταν πίσω από το καλογυαλισμένο πάγκο της υποδοχής. Συνειδητοποίησε ότι δεν ήξερε το όνομα της γυναίκας και σάστισε για μια στιγμή.
  -Παρακαλώ; είπε ο υπάλληλος.
 -Την κυρία στο 411, ξεκίνησε ο Άγγελος ελπίζοντας να παρασύρει τον άνδρα απέναντί του σε μια συνομιλία από την οποία ίσως μάθαινε κάτι αλλά εκείνος είπε απλά:
 -Η κυρία Χάινε σας περιμένει.
 Ο Άγγελος έκπληκτος προχώρησε στον ανελκυστήρα με τις χρυσές πόρτες στην απέναντι πλευρά του φουαγιέ με το μαρμάρινο καλογυαλισμένο δάπεδο. Μπήκε στο θαλαμίσκο και στη σύντομη διαδρομή ως τον τέταρτο όροφο αναρωτιόταν τι είχε να του πει η Γερμανίδα.
 Ησυχία επικρατούσε στον όροφο και καθώς διέσχιζε το διάδρομο με το γκρενά χαλί του φάνηκε απειλητική. Σταμάτησε στην πόρτα με τα χρυσά ψηφία και πήρε βαθιά ανάσα, ύστερα τη χτύπησε δυο φορές κοφτά.
 Η γυναίκα άνοιξε την πόρτα και τον κοίταξε χωρίς να δείχνει έκπληξη. Του χαμογέλασε και τον κάλεσε να περάσει μέσα με μια ήσυχη, απαλή φωνή. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και τον οδήγησε στο μικρό σαλονάκι που βρισκόταν στο χώρο.
 -Κάθισε, είπε, με λένε Χέλγκα Χάινε. Λέγε με Χέλγκα.
Ο Άγγελος κάθισε και έριξε μια γρήγορη ματιά στον περιβάλλοντα χώρο. Το σαλονάκι με τα κλασσικά έπιπλα καταλάμβανε όλο το δωμάτιο σχεδόν ως την μπαλκονόπορτα που ήταν κλειστή και καλυμμένη από τη χοντρή κουρτίνα. Στην αντίθετη πλευρά βρισκόταν ένα μπαράκι πλουσιότατα εξοπλισμένο από όσο μπορούσε να δει. Η γυναίκα κάθισε κοντά του σταυρώνοντας προκλητικά τα πόδια της.
Χαμογέλασε στον Άγγελο με ένα πολλά υποσχόμενο χαμόγελο πριν ρωτήσει απαλά:
 -Να σου βάλω ένα ποτό;
 -Όχι ευχαριστώ, είπε ο Άγγελος κοφτά. Γιατί ήθελες να μου μιλήσεις;
-Το αντικείμενο που αναζητάει ο Χέλμουτ για λογαριασμό του Γκράιτς είναι πολύτιμο. Δεν αξίζει μόνο εκατό χιλιάρικα. Αξίζει και τέσσερις και πέντε φορές περισσότερα.
-Γιατί μου τα λες αυτά;
-Γιατί μου αρέσεις. Κλέψε το αντικείμενο από την Αλεξία Βάιου και εγώ θα σε βοηθήσω να το πουλήσεις. Θα ζήσουμε σαν βασιλιάδες με τα χρήματα.
-Και γιατί να μην το κάνω μόνος μου αν θέλω κάτι τέτοιο;
-Γιατί εγώ μόνο μπορώ να σε φέρω σε επαφή με εκείνους που θα πληρώσουν για το αντικείμενο αυτό, είπε η Χέλγκα και έγειρε προς το  μέρος του. Θα ζήσουμε πλουσιοπάροχα. Και δεν θα το μετανιώσεις να με έχεις μαζί σου.
Άπλωσε το χέρι της στο γόνατο του Άγγελου και το έσφιξε.
-Μπορείς να το απολαύσεις, είπε με τη φωνή της να βαθαίνει προκλητικά, παράτα τη φιλεναδούλα σου.
Ο Άγγελος τινάχτηκε όρθιος και την έσπρωξε μακριά.
-Δεν θα προδώσω τη Νάντια και δεν θα την εκμεταλλευτώ.
Γύρισε και έφυγε από το δωμάτιο. Στο διάδρομο πήρε μια βαθιά ανάσα. Είχε χάσει το χρόνο του, δεν είχε μάθει τίποτα καινούριο. Προχώρησε στη σκάλα και κατέβηκε από εκεί στο ισόγειο μη θέλοντας να περιμένει για τον ανελκυστήρα.
Βγήκε στο δρόμο και προχώρησε στο σημείο που είχε αφήσει το αυτοκίνητό του. Δεν αντιλήφθηκε εκείνους που τον ακολουθούσαν.

Η Νάντια πάρκαρε το τζιπ σε ένα ανοιχτό χώρο σταθμεύσεως και κοίταξε το ρολόι της. Μετά στράφηκε στην Αλεξία.
-Συνάντησα πρώτη φορά τον Άγγελο σε κανονικό ραντεβού σαν ζευγάρι στην παραλία, όχι μακριά από' δω. Θα πάμε να τον βρούμε.
-Και ο.....
Η κοπέλα κοίταξε πίσω όπου ο  Γουίλλιαμ ακόμα παρέμενε κοιμισμένος. Η Νάντια τον κοίταξε και αυτή, δεν ήταν πολύ καλή ιδέα να τον αφήσουν εδώ. Δεν ήταν σε θέση να προστατέψει τον εαυτό του. Δεν της άρεσε, αλλά δεν είχαν άλλη επιλογή. Βγήκε από το αυτοκίνητο και η Αλεξία έκανε το ίδιο.
-Έλα πάμε, είπε, και ας ελπίσουμε ότι δεν θα συμβεί κάτι.
Περπάτησαν στην παραλία. Υπήρχαν λίγοι άνθρωποι γύρω μιας και παρά τον ήλιο το κρύο ήταν δριμύ και ο αέρας το έκανε πολύ πιο αισθητό. Οι δυο κοπέλες με τα μαλλιά τους να ανεμίζουν από τον αέρα διάνυσαν γρήγορα την απόσταση ως το σημείο του ραντεβού φροντίζοντας να μείνουν μακριά από τα σημεία που έσκαγε με ορμή το αφρισμένο κύμα ραντίζοντας τα πάντα με παγερές σταγόνες νερού.
Η Νάντια διέκρινε πρώτη τον αγαπημένο της και έτρεξε προς το μέρος του. Ρίχτηκε στην αγκαλιά του και ενώ εκείνος την έσφιγγε πάνω του ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του. Ο Άγγελος της χάιδεψε τα μαλλιά και η Νάντια αφέθηκε στο χάδι. Ένιωθε πιο ήσυχη τώρα που είχε κοντά της τον αγαπημένο της.
-Άγγελε, είπε, δεν μπορείς να φανταστείς.....
-Πες μου όσα ξέρεις, είπε εκείνος ήσυχα, έχουμε μπλέξει σε κάτι μεγάλο. Έγιναν και εδώ κάποια πράγματα.
Ο πρώτος πληθυντικός γέμισε με ζεστασιά την Νάντια, όποιος και αν ήταν ο κίνδυνος θα είχε μαζί της τον Άγγελο. Δεν είχε τραβηκτεί μακριά της μαθαίνοντας πως κινδύνευε και ότι μαζί της θα κινδύνευε και εκείνος.
Η Αλεξία έφτασε κοντά τους. Ο Άγγελος τη χαιρέτισε φιλικά και μετά ρώτησε ήσυχα:
-Που έχετε παρκάρει;
-Στο ανοιχτό μετά τη λεωφόρο, απάντησε η Νάντια. Πάμε, θα σου πούμε όλα όσα έγιναν από χθες.
Του διηγήθηκαν τα γεγονότα που τις είχαν φέρει εδώ να ζητήσουν τη βοήθειά του. Ο Άγγελος άκουγε προσεχτικά συνδέοντας αυτά που άκουγε με τα όσα είχαν συμβεί στον ίδιο. Τα πράγματα ήταν πολύ μπλεγμένα, διαισθανόταν μυστικά αλλά ακόμα δεν μπορούσε ούτε καν να υποθέσει τη φύση αυτών των μυστικών. Έφτασαν στο τζιπ της Νάντιας, καθώς εκείνη ξεκλείδωνε η Αλεξία κοίταξε το πίσω κάθισμα όπου την περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Πριν προλάβει να πει τίποτα μια φωνή πίσω τους πρόσταξε ψυχρά:
-Γυρίστε προς το μέρος μου και όχι απότομες κινήσεις.
Το έκαναν. Ο Χέλμουτ Σναρφ στεκόταν λίγο πιο πέρα με δυο ακόμα άνδρες και ήταν και οι τρεις οπλισμένοι.
-Δώστε μου το βιβλίο και το κλειδί και είστε ελεύθεροι να φύγετε, είπε ο Γερμανός. Οι δυο σας, το κορίτσι θα έρθει μαζί μου.
Η Νάντια αγκάλιασε προστατευτικά την ξαδέρφη της κάνοντας τον Γερμανό να γελάσει.
-Ναι, αυτό θα τη σώσει!
-Όχι, εγώ θα τη σώσω!
Οι τρεις άνδρες έκαναν να στραφούν αλλά ο Γουίλλιαμ ήταν πολύ πιο γρήγορος, η ατσάλινη σπάθα έλαμψε στον μεσημεριανό ήλιο καθώς διέγραφε μια θανάσιμη τροχιά. Οι δυο άνδρες σωριάστηκαν νεκροί σαν σακιά που ξαφνικά αδειάζουν. Ο Σναρφ ούρλιαξε από τον πόνο καθώς ο Γουίλλιαμ τον τραυμάτιζε αποσπώντας το όπλο από το χέρι του. Έπεσε στα γόνατα σφίγγοντας το τραυματισμένο χέρι με το άλλο.
-Χέλμουτ Σναρφ, είπε ο Γουίλλιαμ ψυχρά, κατηγορείσαι για το βασανισμό και την εν ψυχρώ εκτέλεση του Νικόλαου Δάμη και της συζύγου του Δάφνης Γκλέμπ.
-Ναι το έκανα, πρώτα εκείνον και μετά τη γυναίκα του. Και ούρλιαζε και παρακαλούσε για έλεος και να λυπηθώ την κόρη της που έβλεπε. Αλλά ξέρεις τι απάντησα Ετρούσκε; Ε; Το βλέπω στα μάτια σου ότι ξέρεις.
-Μην κοιτάς σε παρακαλώ, είπε ο Γουίλλιαμ στην Αλεξία, δεν χρειάζεται να το δεις αυτό.
Η Νάντια κατάλαβε τι εννοούσε και τράβηξε την ξαδέρφη της να γυρίσει από την άλλη.
-Ξέρω, είπε τραχιά ο Γουίλλιαμ στον Σναρφ, ένοχος κατά το κατηγορητήριο.
-Έλεος!
-Δεν υπάρχει έλεος για εκείνους που δεν δείχνουν έλεος, είπε ο Γουίλλιαμ και κατέβασε τη σπάθα.
Ενώ ο Χέλμουτ Σναρφ σωριαζόταν νεκρός ο Γουίλλιαμ, στράφηκε στους άλλους τρεις.

-Πρέπει να φύγουμε, είπε, και πρέπει να μιλήσουμε. Υπάρχουν πολλά που πρέπει να μάθετε.

Οι Επτά Στύλοι Της Σοφίας 10

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο άνδρας που είχε δραπετεύσει από τα χέρια του Γκράιτς παράτησε το αυτοκίνητο στην εθνική οδό αφού φρόντισε να το αχρηστεύσει με μερικά καίρια χτυπήματα. Πήρε το δρόμο για το χωριό τρέχοντας με την άνεση κάποιου που είχε διανύσει πολλές φορές αποστάσεις φορτωμένος με αρκετό βάρος και πολλές φορές σε συνθήκες μάχης.

Η Νάντια είχε πάρει σε ένα μικρό σακίδιο όσα θα χρειαζόταν για μερικές μέρες - έλπιζε ότι δεν θα διαρκούσε περισσότερο αυτή η κατάσταση - και το ίδιο θα έκανε η Αλεξία στο σπίτι της. Τα ρούχα που είχε πάρει την προηγούμενη ήταν λίγα. Η Νάντια πάρκαρε έξω από το σπίτι και η ξαδέρφη της κατέβηκε. Προχώρησε προς την πόρτα ενώ εκείνη παρέμεινε στο τιμόνι. Καμία από τις δυο δεν αντιλήφθηκε τους άνδρες που ενέδρευαν πίσω από το γειτονικό ερειπωμένο κτίσμα που κάποτε εξυπηρετούσε σαν στάβλος.

Η Αλεξία μπήκε στο χωλ και κοντοστάθηκε. Αυτό ήταν το σπίτι της, εδώ είχε μεγαλώσει, εδώ είχαν δημιουργηθεί οι πιο πολλές από τις αναμνήσεις της. Αλλά δεν ήταν πια το ίδιο από χθες. Έμοιαζε παγωμένο χωρίς τη ζεστή παρουσία του παππού της.
Και τι ήταν πια το ίδιο; Η σκέψη ήρθε να τη βασανίσει καθώς προχωρούσε προς το δωμάτιό της. Μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο, σε λιγότερο στην πραγματικότητα, είχαν έρθει όλα τα πάνω κάτω. Η ζωή της είχε μετατραπεί σε μια τρομακτική λαίλαπα που απειλούσε να την καταποντίσει.
Ακούμπησε το μικρό σακίδιό της στο κρεβάτι και άρχισε να μαζεύει ρούχα. Δίπλωνε μια κολλεγιακή μπλούζα όταν θυμήθηκε τη φίλη της που της έλεγε να φορέσει κάτι πιο σέξι αν είναι να την προσέξει ο Ρωμανός. Ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της για να σβήσει αμέσως. Πότε θα ξανάβλεπε τη φίλη της ή τους συμμαθητές της; Ή και τον Ρωμανό; Σε τι είχε μπλέξει και πότε θα επέστρεφε η ζωή της σε αυτό που ήταν;
Μάζεψε τα ρούχα που ήθελε και τα έβαλε στο σακίδιο όπου έβαλε και το βιβλίο που της είχε κληροδοτηθεί. Από τη στιγμή που το είχε πάρει στα χέρια της δεν το είχε αφήσει παρά μόνο εδώ για να ετοιμάσει το σακίδιό της. Το άγγιξε, ακόμα ζεστό από το κράτημά της. Μαζί με τον κρύσταλλο ήταν η κληρονομιά της από τον παππού της. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μάτια της και τα σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού της πριν κλείσει το σακίδιο. Το πήρε και ξεκίνησε να φύγει.
Κοντοστάθηκε στο χωλ και κοίταξε το δωμάτιο του παππού της, τακτοποιημένο και περιποιημένο αλλά άδειο πια. Βγήκε από το σπίτι και σταμάτησε στην αυλόπορτα να την κλείσει με τον τρόπο που συνήθιζε και με την κόκκινη κορδέλα, ποιος ξέρει πόσο καιρό θα έμενε κλειστό το σπίτι.
-Αντίο, ψιθύρισε χωρίς και η ίδια καλά καλά να ξέρει τι ήθελε να πει.
Στράφηκε από την πόρτα προς το τζιπ και έμεινε άναυδη από την δυσάρεστη έκπληξη που την περίμενε. Η Νάντια ήταν έξω από το αυτοκίνητο και στεκόταν ανάμεσα σε δυο σωματώδεις άνδρες. Ένας τρίτος πλησίασε την ίδια και το βλέμμα του την έκανε να νιώσει άσχημα σαν να ήταν ολόγυμνη στο δρόμο.
-Δώσε μου το κλειδί και το περιεχόμενο της θυρίδας και υπόσχομαι να πεθάνεις ανώδυνα.
-Το κλειδί έμεινε πάνω στο πορτάκι της θυρίδας, είπε σχεδόν τραυλίζοντας η κοπέλα. Δεν το πήρα, έπρεπε να την κλείσουμε και πάλι για να βγαίνει.
-Όχι αυτό το κλειδί ανόητη, είπε ο άνδρας. Δώσε το μου.
-Το κλειδί μπορούν να το αντικρίσουν εκείνοι που είναι ταγμένοι γι' αυτό, απάντησε μια αγέρωχη φωνή. Όχι βδελυροί ακόλουθοι ενός σατανικού ανθρώπου.
Λίγο πιο πέρα στεκόταν ο μαυροντυμένος άνδρας και η Αλεξία τον αναγνώρισε από την προηγούμενη φορά που τον είχε δει στην εκκλησία στην κηδεία του παππού της. Ο άνδρας που βρισκόταν κοντά της χαμογέλασε με ένα κακό χαμόγελο το οποίο αποκάλυψε μια σειρά κιτρινισμένα δόντια. Πλησίασε την Αλεξία τραβώντας ένα μακρύ μαχαίρι από την τσέπη της μακριάς καμπαρτίνας που φορούσε.
-Αν με πλησιάσεις......
Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του, ο μαυροντυμένος είχε ήδη περάσει στην επίθεση. Με ένα σάλτο βρέθηκε ανάμεσα στην Αλεξία και τον άνδρα, με ένα κοφτό χτύπημα τον αφόπλισε και μετά τον διαπέρασε με τη σπάθα του. Ενώ σωριαζόταν στο έδαφος ο μαυροφορεμένος εφορμούσε εναντίον των άλλων δυο που είχαν μόλις τραβήξει τα όπλα τους. Τους σκότωσε με δυο γρήγορα χτυπήματα. Ύστερα κοίταξε γύρω ανήσυχος.
-Δεν ξέρω ποιος είσαι αλλά σε ευχαριστούμε, είπε η Νάντια.
Ο μαυροφορεμένος δεν της απάντησε καθώς αναζητούσε κάτι. Είχε δίκιο να μην ησυχάζει καθώς ένας άνδρας εμφανίστηκε πίσω από το στάβλο σημαδεύοντάς τον με ένα περίεργο μακρύκανο όπλο. Ένας πνιχτός ήχος ακούστηκε και την επόμενη στιγμή ο μαυροντυμένος άνδρας έφερε το χέρι στο λαιμό και έπεσε στα γόνατα.
-Αγγελόσκονη, ψιθύρισε. Φύγετε εσείς.
Η Νάντια κοίταξε τον άνδρα που σημάδευε εκείνη τώρα και έσκυψε βιαστικά να καλυφθεί πίσω από το τζιπ. Μια υγρή κηλίδα εμφανίστηκε στο φτερό του αυτοκινήτου. Ο αντίπαλός τους βγήκε στο δρόμο και προχώρησε προς το μέρος τους προφανώς πρόθυμος να τα βάλει με δυο γυναίκες.
-Αλεξία! Μπες στο αυτοκίνητο! φώναξε η Νάντια στην ξαδέρφη της που είχε μαρμαρώσει έντρομη στην θέση της και δεν φάνηκε να την ακούει.
Ένας πυροβολισμός ακούστηκε και ο τελευταίος αντίπαλος σωριάστηκε στο χώμα. Ο μαυροντυμένος έριξε το όπλο που είχε πάρει από τον έναν από τους άνδρες που στέκονταν κοντά στη Νάντια και στηρίχθηκε στο τζιπ.
-Πρέπει να φύγετε. Θα έρθουν κι άλλοι και σε λίγο δεν θα μπορώ να σας βοηθήσω.
-Αλεξία, είπε η Νάντια, έλα, βοήθησέ με.
Αυτή τη φορά η Αλεξία την άκουσε, ήρθε κοντά της και αφού έβαλε το σακίδιό της στο αυτοκίνητο την βοήθησε να σηκώσουν τον άνδρα.
-Φύγετε, είπε εκείνος, θα σας είμαι βάρος. Η αγγελόσκονη θα με κρατήσει σε καταστολή μερικές ώρες.
-Μας έσωσες, δεν θα σε αφήσουμε, είπε η Νάντια αποφασιστικά και τον έβαλε με την Αλεξία στο πίσω κάθισμα. Μετά μπήκαν και εκείνες στο τζιπ. Η Νάντια έβαλε μπρος.
-Που πάμε; ρώτησε ο άνδρας.
-Στον Άγγελο, απάντησε η Νάντια.
-Α στον κύριο Σέπτιμο.
-Ξέρεις τον Άγγελο;
-Ξέρω πολλά, είμαι φίλος του παππού σας πολύ πριν γεννηθείτε.
-Ποιος είσαι; ρώτησε η Αλεξία γυρνώντας να τον κοιτάξει. Ήσουν στην κηδεία. Είπες.....
-Ναι, σε θυμάμαι. Με λένε Γουίλλιαμ Γκόρντον της φαμίλιας των Γκόρντον και μετά το θάνατο του παππού σου είμαι ο τελευταίος Φύλακας που απέμεινε.
Τα μάτια του Γουίλλιαμ έκλεισαν και έπεσε πίσω στο κάθισμα ενώ η Νάντια έμπαινε με ταχύτητα στην εθνική.

Ο Άγγελος πληκτρολόγησε τις τελευταίες εντολές και μετά πέρασε το πακέτο των δεδομένων στο συνάδερφό του που ετοίμαζε το συμπληρωματικό πρόγραμμα μέσω του εσωτερικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Τακτοποίησε το γραφείο του και μετά σήκωσε το τηλέφωνο. Σχημάτισε έναν τριψήφιο αριθμό μιας και καλούσε ένα νούμερο μέσα στην εταιρία και μόλις του απάντησαν είπε:
-Έλα Νίκο, ο Άγγελος είμαι, είδες το πακέτο; Είναι εντάξει;
-Φαίνεται πως λειτουργεί μια χαρά.
-Έλεγα να φύγω, κοντεύω να πέσω κάτω από την κούραση. Λες να με χρειαστείς κι άλλο;
-Μπα, είναι εντάξει, φύγε.
-Ευχαριστώ ρε φίλε.
-Θα τα πούμε, χαιρετισμούς στη Νάντια.
Ο Άγγελος έκλεισε το τηλέφωνο και μετά τον υπολογιστή. Όσο περίμενε να αποθηκεύσει τα δεδομένα και να σβήσει το μυαλό του πήγε στη Νάντια. Αναρωτήθηκε τι συνέβαινε, εκείνη να ακούγεται τόσο τρομαγμένη, άγνωστοι να του προσφέρουν ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ήταν σημαντικό, αλλά τι;
Θυμήθηκε τη γυναίκα που ήταν μαζί με τον απρόσμενο επισκέπτη του. Είχε πει ότι έμενε στο Εγνατία. Ήταν μάλλον φανερό ότι ήθελε να του μιλήσει χωρίς να το ξέρει ο άνδρας αλλά ήταν συνετό να πάει; Κοίταξε το ρολόι του. Ακόμα και αν η αγαπημένη του είχε ξεκινήσει την ώρα που είχαν μιλήσει θα είχε ακόμα αρκετή ώρα ως που να φτάσει στην Θεσσαλονίκη. Άρα εκείνος προλάβαινε να επισκεφθεί το Εγνατία. Δεν ήταν συνετό αλλά ίσως μάθαινε κάτι ακόμα για την κατάσταση που η Νάντια αντιμετώπιζε.

Ο υπολογιστής είχε πλέον απενεργοποιηθεί, ο Άγγελος φόρεσε το μπουφάν του και κατευθύνθηκε προς το υπόγειο όπου βρισκόταν παρκαρισμένο το αυτοκίνητό του.

Οι Επτά Στύλοι Της Σοφίας 9

Author: Νυχτερινή Πένα /

6.
Αφήνοντας Το Σπίτι

Η Νάντια σταμάτησε το τζιπ έξω από την πολυκατοικία που έμενε και στράφηκε στην Αλεξία. Η κοπέλα έδειχνε ακόμα ταραγμένη και χλωμή αλλά ό,τι και αν ήταν αυτό που είχε νιώσει είχε περάσει. Στα χέρια της κρατούσε ακόμα το βιβλίο του παππού της. Ακούμπησε λίγο το κεφάλι της πίσω στο μαξιλάρι του καθίσματος και έμεινε να σκέφτεται. Εδώ δεν είχαν να κάνουν με έναν μανιακό συλλέκτη μόνο. Δεν είχε δείξει στην Αλεξία ότι το είχε αντιληφθεί αλλά είχε δει τα πτώματα στο δρόμο. Κάτι πολύ μεγαλύτερο συνέβαινε και είχαν βρεθεί στη μέση. Αλλά τι; Και τι έπρεπε να κάνουν; Ποιον μπορούσε να συμβουλευθεί και από ποιον μπορούσε να ζητήσει βοήθεια;
Να πήγαινε στην αστυνομία; Και αν όπως στην τράπεζα υπήρχαν άνθρωποι εξαγορασμένοι από τον εχθρό τους; Θα κατάφερναν να αποδράσουν πάλι; Αναρωτήθηκε ποιος είχε προκαλέσει το χάος που τους είχε επιτρέψει να ξεφύγουν από την τράπεζα. Προφανώς είχαν κάποιον άγνωστο σύμμαχο αλλά μέχρι να αποφασίσει εκείνος να τους κάνει γνωστή την παρουσία του δεν θα είχαν που να στραφούν.  Η μόνη βοήθεια που μπορούσε να περιμένει ήταν από τον Άγγελο.
Έβγαλε από την τσάντα της το κινητό της και σχημάτισε τον αριθμό του αγαπημένου της. Περίμενε ενώ μια απαλή κέλτικη μελωδία συνόδευε την αναμονή της διακοπτόμενη από τον ήχο που υποδήλωνε την κλήση.
-Έλα αγάπη μου, σήκωσέ το ψιθύρισε.

Ο Χαίνριχ Γκράιτς ήταν ήρεμος. Ένιωθε απόλυτα ικανοποιημένος από το πως είχε διαμορφωθεί η κατάσταση. Είχε στα χέρια του τον τελευταίο Φύλακα που έμενε να του εναντιωθεί. Θα τον ανάγκαζε να παραδώσει το δικό του κλειδί και μετά θα αποκτούσε και το κλειδί του νεκρού.  Δεν θα το παρέδιδε εύκολα αλλά ήξερε πολλά βασανιστήρια για να τον αναγκάσει να το κάνει.
Έβαλε το χέρι του στο γόνατο της πρόθυμης ερωμένης του, όλα αυτά τα χρόνια το μόνο πάθος που δεν είχε κατανικήσει, και το μόνο στο οποίο επιδιδόταν ήταν η λαγνεία. Πριν παραδοθεί σε αυτό όμως έβγαλε από την τσέπη του ένα τηλέφωνο και σχημάτισε έναν αριθμό.
-Θα έρθουν αργά ή γρήγορα στην Θεσσαλονίκη, είπε. Εξαγοράστε τον ή ας τον αποπλανήσει η Χέλγκα. Θέλω να είναι δικός μας πριν φτάσουν εκεί.
Έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε την οθόνη όπου το σήμα τρεμόπαιζε. Αντιλήφθηκε την αιτία και φώναξε στον οδηγό της λιμουζίνας:
-Σταμάτησε το αυτοκίνητο.
Εκείνος φρέναρε και αμέσως μόλις το μακρόστενο αυτοκίνητο σταμάτησε οι δυο άλλοι άνδρες του Γερμανού βγήκαν τραβώντας τα ηλεκτροφόρα όπλα τους. Την ίδια στιγμή το κάλυμμα του χώρου των αποσκευών τιναζόταν στον αέρα τελείως ξεκολλημένο και ο μαυροντυμένος εχθρός του Γκράιτς κυλούσε έξω.
Είχε συνέλθει κλεισμένος στο χώρο των αποσκευών και είχε χρησιμοποιήσει κάποια μικροσυσκευή για να ανατινάξει το σκέπασμα. Η ενεργοποίησή της ήταν που είχε επηρεάσει το κινητό και ο Γκράιτς βλαστήμησε που δεν είχε προνοήσει να τον δέσουν θεωρώντας ότι θα αργούσε να συνέλθει.

Ο Άγγελος ήταν ένας νεαρός άνδρας με όμορφο παρουσιαστικό και κοφτερό μυαλό. Είχε ένα ευγενικό πρόσωπο με αδρά χαρακτηριστικά και γυμνασμένο σώμα. Μετά τις σπουδές του είχε περάσει δυο χρόνια ταξιδεύοντας να δει τον κόσμο και μετά είχε επιστρέψει στη γενέτειρά για να βρει και αυτός το λιμάνι του. Δεν είχε δυσκολευτεί να βρει εργασία καθώς ήταν πολύ καλός στο αντικείμενό του και αν μετάνιωνε για κάτι ήταν που η δουλειά τον κρατούσε πολλές φορές μακριά από την αγαπημένη του Νάντια. Είχε γνωρίσει αρκετές γυναίκες πριν από εκείνη αλλά καμία δεν ήταν σαν εκείνη.
Στη σκέψη της αγαπημένης του κοίταξε τη φωτογραφία της που είχε πάνω στο γραφείο του δίπλα στην οθόνη του υπολογιστή. Ένα χαμόγελο χαράκτηκε στα χείλη του. Είχε να τη δει από το προηγούμενο πρωί και του έλειπε αλλά σύντομα θα ήταν κοντά της, το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν με το καινούριο λογισμικό είχε λυθεί και σε λίγο θα μπορούσε να φύγει. Είχε κοιμηθεί ελάχιστα και δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει ως τις Σέρρες, θα κοιμόταν λίγο στο διαμέρισμά του στην πόλη και μετά θα έφευγε.
Στράφηκε και πάλι στην οθόνη και άρχισε να πληκτρολογεί μερικές εντολές. Ολοκλήρωνε το δικό του κομμάτι στο διορθωτικό πρόγραμμα του λογισμικού και σε λίγο θα ήταν και πάλι λειτουργικό. Μόλις βεβαιώνονταν ότι ήταν όλα εντάξει θα μπορούσε να φύγει.
Ένα χτύπημα στην πόρτα διέκοψε την εργασία του. Τέντωσε τα μυώδη χέρια του πριν απαντήσει με το συνηθισμένο περάστε. Ένας άνδρας με αυστηρό παρουσιαστικό ντυμένος με ένα ακριβό κουστούμι και μια γυναίκα με πιο απλό καθημερινό ντύσιμο μπήκαν στο γραφείο. Εκείνος κάθισε στην καρέκλα απέναντί του και η γυναίκα στο μικρό καναπέ που βρισκόταν στο πλάι. Σταύρωσε τα πόδια της προκλητικά αδιαφορώντας για το πόσο ψηλά θα ανέβαινε η φούστα της.
-Ο κύριος Άγγελος Σέπτιμος;
-Ναι, απάντησε ο Άγγελος.
-Ονομάζομαι Χέλμουτ Σναρφ, είπε ο άνδρας, και έχω να σας προτείνω μια συμφέρουσα συμφωνία.

Ο μαυροντυμένος άνδρας όρμηξε ανάμεσα στους αντιπάλους του με ταχύτητα που θα ζήλευαν και αιλουροειδή για να μην είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν τα όπλα τους. Τους εξουδετέρωσε με γρήγορα κοφτά χτυπήματα και μετά επιτέθηκε στον οδηγό. Τον άφησε αναίσθητο στην άσφαλτο και μετά ανέκτησε την σπάθα του από το εσωτερικό του αυτοκινήτου. Στράφηκε προς τον Γκράιτς που ατάραχος έβγαινε από το πίσω μέρος. Κρατούσε μια σπάθα επίσης που είχε βγάλει από μια θήκη έξυπνα καμουφλαρισμένη ανάμεσα στα καθίσματα.
Ο μαυροντυμένος τον πλησίασε με το όπλο του έτοιμο να αποκρούσει μια επίθεση.
-Ποια είναι η μεγαλύτερη επιθυμία σου; είπε ο Γκράιτς. Η εκδίκηση πάνω μου ή η σωτηρία της Αλεξίας Βάιου;
-Τι εννοείς;
-Έχω στείλει ανθρώπους να περιμένουν στο σπίτι του παππού τους. Ίσως προλαβαίνεις. Αλλά όχι αν μονομαχήσεις μαζί μου. Ναι θα νικήσεις αλλά δεν θα προλάβεις. Και ξέρεις τι θα συμβεί έτσι δεν είναι; Θυμάσαι ακόμα το γκέτο της Βαρσοβίας.
Ο μαυροντυμένος προχώρησε προς το μέρος του και ο Γερμανός πισωπάτησε. Εκείνος όμως δεν συνέχισε την επίθεση. Γύρισε και κοίταξε την Τασία Μαρκάτου και την πρόσταξε κοφτά να βγει από το αυτοκίνητο, κάτι που έκανε εκείνη αμέσως. Ο μαυροντυμένος έσπευσε στο τιμόνι και ξεκίνησε με ταχύτητα αδιαφορώντας για την πόρτα που η πανικόβλητη γυναίκα είχε αφήσει ανοιχτή και τσακίστηκε σε μια κολόνα.

Ο Άγγελος ένιωσε το τηλέφωνο να δονείται στην τσέπη του. Το είχε στο αθόρυβο και βασιζόταν στην δόνηση να τον ενημερώσει για το αν τον καλούσε κάποιος. Τώρα έβαλε το χέρι του να πιάσει τη συσκευή ενώ ρωτούσε τον ξένο του.
-Τι είδους συμφωνία;
-Εργάζομαι για έναν Γερμανό μεγιστάνα – συμπατριώτη μου δηλαδή – που ασχολείται με τη συλλογή μεσαιωνικών αλλά και αρχαίων κομψοτεχνημάτων.
-Δεν βλέπω σε τι μπορώ να σας βοηθήσω, ασχολούμαι με υπολογιστές, είπε ενώ κοίταζε την οθόνη υγρών κρυστάλλων όπου εμφανιζόταν το όνομα της αγαπημένης του.
-Ως προγραμματιστής όχι, αλλά ο κύριος Γκράιτς προσφέρει ένα σημαντικό ποσό για ένα αντικείμενο που έχει περιέλθει στην κατοχή της Νάντιας Μαρκάτου.
Ο Άγγελος κοίταξε τον Γερμανό ανήσυχος. Ποιος ήταν αυτός ο άνδρας και τι ακριβώς ήθελε από εκείνον; Πως ήξερε για τη σχέση του με τη Νάντια; Είχε ψάξει για εκείνον;
-Και τι θέλετε από' μενα; ρώτησε ενώ πίεζε το πλήκτρο για να απαντήσει στην κλήση της Νάντιας.
-Καλημέρα αγάπη μου, είπε ενώ δεν έπαιρνε τα μάτια του από τους επισκέπτες του.
Η συνοδός του Σναρφ έστρωσε επιδεικτικά τη μπλούζα της προβάλλοντας τις καμπύλες της και χαμογελώντας του με ένα πολλά υποσχόμενο χαμόγελο.
-Άγγελε, η Νάντια ακούστηκε με έναν τρόπο που δεν είχε ακούσει ποτέ. Σαν κάπως ανήσυχη, επιφυλακτική. Σίγουρα κάτι συνέβαινε.
-Συμβαίνει κάτι έτσι;
-Ναι, είπε η Νάντια από την άλλη άκρη της γραμμής, έχω μπλέξει άσχημα με την Αλεξία. Πρέπει να φύγουμε από τις Σέρρες.
-Ελάτε εδώ.
-Άγγελε, κινδυνεύει η ζωή μας. Έγιναν πολλά.
Ο νεαρός άνδρας ένιωσε ένα ρίγος να διατρέχει τη σπονδυλική του στήλη. Αλλά δεν επέτρεψε στο συναίσθημα αυτό να τον κυριεύσει και να τον παραλύσει. Κοίταξε με άλλο μάτι τους επισκέπτες του. Αυτό που είχαν πει δεν του άρεσε καθόλου και πολύ περισσότερο ακούγοντας τόσο ανήσυχη την αγαπημένη του.
-Που είστε; ρώτησε ήσυχα προσέχοντας να μην δώσει στοιχεία σε εκείνους που τον άκουγαν.
-Μόλις φύγαμε από το σπίτι και πάμε στου παππού να πάρει η Αλεξία μερικά ρούχα και ερχόμαστε εκεί.
-Το θεωρείς σοφή κίνηση;
-Είναι πολύ επικίνδυνο να μείνουμε εδώ και δεν ξέρω που αλλού να πάμε.
-Ελάτε εδώ. Θα βρεθούμε.....
Ο Σναρφ κοίταζε έξω από το παράθυρο αλλά ο Άγγελος ήταν σίγουρος πως παρακολουθούσε με αμέριστη προσοχή.
-Θυμάσαι που συναντηθήκαμε για το πρώτο μας ραντεβού σαν ζευγάρι; ρώτησε.
-Ναι.
-Ελάτε εκεί, θα σας περιμένω.
-Ναι, θα έρθουμε.
Η Νάντια πήρε βαθιά ανάσα.
-Θα σε δω εκεί, είπε χαμηλόφωνα σαν να φοβόταν πως κάποιος την άκουγε και έκλεισε το τηλέφωνο.
Ο Άγγελος κοίταξε για μια στιγμή την συσκευή και μετά την επέστρεψε στην τσέπη του. Κοίταξε και πάλι το Γερμανό.
-Δεν νομίζω ότι μπορώ να σας βοηθήσω, είπε ψυχρά, ακόμα και αν περιήλθε κάτι στα χέρια της μνηστής μου δεν είναι παρά δική της απόφαση το πως θα το διαθέσει.
Ο Γερμανός τον κοίταξε υπολογιστικά για μια στιγμή.
-Εκατό χιλιάδες ευρώ για τα αντικείμενα που θέλει ο χερ Γκράιτς.
-Δεν ενδιαφέρομαι.
Ο Γερμανός σηκώθηκε και βγήκε χωρίς άλλη κουβέντα. Η γυναίκα σηκώθηκε να τον ακολουθήσει αλλά κοντοστάθηκε.
-Δεν έπρεπε να αρνηθείς, είπε βιαστικά, είναι τρομερός άνθρωπος και αυτός και ο Χαίνριχ Γκράιτς.
-Δεν με ενδιαφέρει, απάντησε ο Άγγελος.
Η γυναίκα κοίταξε προς την πόρτα και μετά είπε σχεδόν ψιθυριστά:
-Μένω στο Εγνατία, δωμάτιο 411. Έλα να με βρεις και θα σε βοηθήσω.
Βγήκε από το γραφείο με γρήγορα βήματα. Ο Άγγελος έγειρε πίσω στην πολυθρόνα του για λίγο σκεφτικός. Όλα αυτά δεν προμήνυαν τίποτα καλό. Αλλά δεν θα εγκατέλειπε την Νάντια ακόμα και αν έπρεπε να πολεμήσει με όλους τους δαίμονες της κολάσεως για να τη βοηθήσει.

Επέστρεψε στη δουλειά του, έπρεπε να την ολοκληρώσει για να μπορεί να φύγει και να πάει να βρει την αγαπημένη του.

Οι Επτά Στύλοι Της Σοφίας 8

Author: Νυχτερινή Πένα /

Η Νάντια και η Αλεξία πήγαν στο αυτοκίνητο της πρώτης τρέχοντας και χωρίς να τολμήσουν να κοιτάξουν πίσω αν κάποιος τις ακολουθούσε. Η Νάντια ξεκλείδωσε τις πόρτες του τζιπ και ενώ εκείνη έκανε το γύρο του τζιπ για να καθίσει στη θέση του οδηγού η Αλεξία ριχνόταν στην διπλανή. Η κοπέλα ανάσαινε κοφτά από την υπερένταση και ήταν κατάχλωμη. Η Νάντια έθεσε σε κίνηση το τζιπ και απομακρύνθηκε γρήγορα από την πλατεία όπου βασίλευε το χάος και την όμοια με πεδίο μάχης τράπεζα.
-Τι θα κάνουμε τώρα; ρώτησε χαμηλόφωνα η Αλεξία.

Ο Χαίνριχ Γκράιτς βγήκε από τη λιμουζίνα και η πρόθυμη ερωμένη του τον ακολούθησε. Από το μπροστά μέρος του αυτοκινήτου βγήκαν δυο σωματώδεις άνδρες. Προχώρησαν προς την τράπεζα ενώ ακούγονταν από κάπου μακριά οι σειρήνες της αστυνομίας που ως συνήθως κατέφθανε καθυστερημένη στον τόπο του εγκλήματος. Η τράπεζα εγκαταλειπόταν και από τους τελευταίους τρομοκρατημένους πολίτες που είχαν σήμερα αντικρίσει πράγματα που ποτέ δεν περίμεναν να δουν στην ήσυχη πόλη τους.
Ο Γκράιτς έφτασε στο σημείο που ο μαυροντυμένος είχε αντιμετωπίσει τους δυο ανθρώπους του. Ο ένας ήταν ήδη νεκρός αλλά ο σύντροφός του ανέπνεε ακόμα.
-Βοήθεια, ψέλλισε. Σε παρακαλώ άρχοντά μου.
-Δεν υπάρχει έλεος για εκείνους που αποτυγχάνουν, απάντησε κοφτά ο Γερμανός και προσπέρασε κάνοντας νόημα στον έναν από τους άνδρες που τον συνόδευαν. Ο ένας στάθηκε πάνω από το κεφάλι του και τον πυροβόλησε εξ' επαφής.
Η Τασία Μαρκάτου τινάκτηκε ακούγοντας τον πυροβολισμό και συνειδητοποίησε ότι ο άνδρας με τον οποίο βρισκόταν δεν έδειχνε κανένα σημάδι οίκτου και ότι είχε απόλυτη εξουσία ζωής και θανάτου στους υποτακτικούς του. Ένιωσε σημαντική που ένας τέτοιος ισχυρός άνδρας την ήθελε.
Ο μαυροντυμένος άνδρας βγήκε από την τράπεζα. Στο χέρι κρατούσε την σπάθα του και άφοβα προχώρησε προς το Γερμανό που έκανε νόημα στους δικούς του να τραβηκτούν πίσω.
-Ξανασυναντιόμαστε λοιπόν, είπε ο Χαίνριχ Γκράιτς.
-Ναι, η λεία σου έφυγε. Είσαι έτοιμος να με αντιμετωπίσεις;
-Εγώ; Εσύ θα έπρεπε να με φοβάσαι.
Ο μαυροντυμένος ύψωσε τη σπάθα του.
-Υπάρχουν πολλά εγκλήματα για τα οποία πρέπει να πληρώσεις, το χυμένο αίμα είναι φοβερός κατήγορος.
-Μεγάλα λόγια από τον τελευταίο ενός νεκρού λαού.
Ο μαυροντυμένος προχώρησε μπροστά και τότε ο Γκράιτς φώναξε:
-Τώρα!
Πιστόλια ηλεκτρικού ρεύματος εμφανίστηκαν στα χέρια των δυο ανδρών που ήταν μαζί με τον Γερμανό. Βολταϊκά τόξα πάλλονταν στις άκρες τους και αμέσως εκτόξευσαν και οι δυο ηλεκτρικές εκκενώσεις πάνω στον αντίπαλό τους. Τον βρήκαν στο στήθος και τον τίναξαν πίσω. Σωριάστηκε στο έδαφος ενώ ο Γκράιτς κραύγαζε θριαμβευτικά. 

Η Αλεξία έβγαλε μια κραυγή πόνου και διπλώθηκε στα δύο. Η Νάντια την κοίταξε λοξά μην τολμώντας να πάρει τα μάτια της από το δρόμο. Η Αλεξία πήρε βαθιά ανάσα και ακούμπησε το κεφάλι της μπροστά στο πλαστικό πάνω από το ντουλαπάκι του συνοδηγού.
-Αλεξία; Τι έχεις;
-Πονάω....
Η Νάντια κατάφερε να φέρει το τζιπ στην άκρη του δρόμου. Σταμάτησε και γύρισε να δει την Αλεξία. Την έπιασε απαλά και τη βοήθησε να ανασηκωθεί σε καθιστή θέση.
-Που πονάς;
-Εδώ, είπε η κοπέλα και άγγιξε το στήθος της.
-Καρδιά, ήταν πολλά όλα αυτά, ξεκίνησε η Νάντια αλλά η Αλεξία την σταμάτησε.
-Όχι. Ήμουν καλά. Αυτός ο πόνος.... Δεν ξέρω. Σαν να μην ήταν δικός μου αλλά τον ένιωσα γιατί ήταν προειδοποίηση..... Σαν να έπρεπε να τον νιώσω για να ξέρω. Δεν βγάζει νόημα ε;

-Δεν ξέρω, είπε η Νάντια ξεκινώντας και πάλι το τζιπ. Αλλά αυτή η υπόθεση γίνεται όλο και χειρότερη.

Οι Επτά Στύλοι Της Σοφίας 7

Author: Νυχτερινή Πένα /

Η θυρίδα είχε το μέγεθος γραμματοκιβωτίου και καθώς οι δυο κοπέλες πλησίασαν είδαν πως δεν είχε παρά ένα μόνο πράγμα μέσα. Στο στενό χώρο υπήρχε ένα δερματόδετο βιβλίο μικρού σχήματος αλλά με πολλές σελίδες. Το δέρμα ήταν λείο και αψεγάδιαστο ενώ οι σελίδες ήταν κιτρινισμένες από το χρόνο. Πρέπει να ήταν αρκετά παλιό. Η Νάντια το πήρε από τη θυρίδα και το κράτησε, το δέρμα ήταν απαλό, πολύ καλά κατεργασμένο, ευχάριστο στην αφή ενώ τώρα που το έβλεπε από πιο κοντά μπορούσε να διακρίνει ότι κάποτε το κοσμούσε κάποιο σχέδιο που είχε όμως χαθεί πια. Ήταν αρκετά πιο βαρύ από ότι περίμενε. Το κοίταξε μια στιγμή ακόμα και μετά το έδωσε στην Αλεξία.
-Ήταν του παππού μας, είναι δικό σου. Δεν ξέρω αν αξίζει κάτι αλλά όσο και να αξίζει είναι δικό σου.
Η Αλεξία το άνοιξε και το ξεφύλλισε. Αναγνώρισε το γραφικό χαρακτήρα του παππού της, τα όμορφα στρωτά γράμματα με τους πολυτονικό που είχε μάθει και δεν ήθελε να αλλάξει τώρα στα τελευταία του όπως έλεγε. Κοίταξε το έντονο μαύρο μελάνι που χρησιμοποιούσε πάντα εκείνος και η συγκίνηση ήρθε να την πνίξει.
-Έλα, πάμε, είπε η Νάντια και η Αλεξία την ακολούθησε κρατώντας το βιβλίο.
Στην πόρτα ο υπάλληλος μόλις τις είδε έκλεισε το κινητό που ως εκείνη τη στιγμή είχε στο αυτί του και ρώτησε:
-Τελειώσατε;

Ο Χαίνριχ Γκράιτς καθόταν στο πίσω κάθισμα της λιμουζίνας του με την καινούρια ερωμένη του δίπλα του. Ήταν σίγουρος πως θα τελείωνε σύντομα αυτή η ιστορία, θα αποκτούσε και το τρίτο κλειδί και θα γινόταν πιο ισχυρός. Και θα αποκτούσε τρόπο να βρει και τα υπόλοιπα. Φυσικά θα σκότωνε την Αλεξία Βάιου. Μόνο έτσι το κλειδί θα ήταν δικό του, αλλά είχε καταλάβει ότι τη θεία της δεν την ένοιαζε. Ήξερε τον τρόπο να την κρατήσει ευχαριστημένη, θα της πρόσφερε την μεγάλη ζωή που ζητούσε. Του άρεσε η λάγνα διάθεσή της και απολάμβανε το σεξ μαζί της. Δεν είχε αυταπάτες, όσο θα συνέβαινε αυτό θα την κρατούσε κοντά του. Μετά θα την ξεφορτωνόταν.
Και έχοντας πλέον τρία κλειδιά θα μπορούσε να αντιμετωπίσει εκείνον από τους Φύλακες που φοβόταν πιο πολύ.
Ως που να φτάσει εκείνη τη στιγμή δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα, έπρεπε να περιμένει. Δεν τον ενοχλούσε αυτό, είχε μάθει να περιμένει. Θεωρούσε αδύναμους εκείνους που αφήνονταν σε παρορμήσεις και συναισθηματισμούς. Ο ίδιος ήταν πάντοτε ψύχραιμος και απόλυτα κύριος του εαυτού του. Είχε πάντοτε ατσάλινη πειθαρχία και αυτοέλεγχο.
Κοίταξε έξω, πλησίαζαν στον προορισμό τους. Θα σκότωνε με τα ίδια του τα χέρια την Αλεξία Βάιου. Ο παππούς της τον είχε ξεγελάσει δυο φορές, μια στο Μπέργκεν και μια τώρα με τον αιφνίδιο θάνατό του. Αλλά θα το πλήρωνε η εγγονή του.

-Τελειώσαμε, είπε η Νάντια.
-Ωραία, θα περιμένουμε εδώ για κάποια χαρτιά που πρέπει να υπογραφούν, είπε ο υπάλληλος.
-Τι χαρτιά; ρώτησε αμέσως η Νάντια. Η ερώτησή της αιφνιδίασε τον άνδρα.
-Τα χαρτιά για την κατάργηση της θυρίδας.
-Α μα δεν θα καταργηθεί, είπε η Νάντια, θα φέρουμε πίσω το βιβλίο. Απλά θέλουμε να το διαβάσουμε για λίγο.
-Ε και πάλι....
Η Νάντια κοίταξε τον υπάλληλο που είχε αρχίσει να ιδρώνει παρά την ψυχρή ατμόσφαιρα. Έλεγε ψέμματα.
-Αλεξία πήγαινε πίσω, είπε.
Πλησίασε τον υπάλληλο παίζοντας με το πάνω πάνω κουμπί του πουκαμίσου της τραβώντας εκεί την προσοχή του. Ξεροκατάπιε ενώ η κοπέλα έλεγε με απαλή φωνή:
-Δεν μπορούμε να το διευθετήσουμε το πρόβλημα στα γρήγορα; Ένας ευγενικός κύριος σαν εσάς....
Ο υπάλληλος έκανε ένα βήμα μπροστά. Την επόμενη στιγμή η Νάντια τίναξε ψηλά το γόνατό της και πέτυχε τον άνδρα στα γεννητικά όργανα. Εκείνος διπλώθηκε στα δυο από τον πόνο και η κοπέλα τον χτύπησε στο κεφάλι με την τσάντα της σωριάζοντάς τον στο δάπεδο. Στράφηκε να φωνάξει την Αλεξία και τη βρήκε να παρακολουθεί τη συμπλοκή.
-Σου είπα να πας πίσω, είπε απότομα, μπορούσες να χτυπήσεις εδώ. Και δεν ήθελα να το δεις αυτό, πρόσθεσε πιο απαλά. Έλα πάμε.
Ανέβηκαν τρέχοντας τη σκάλα και ξαναβρέθηκαν στην γεμάτη κόσμο τράπεζα. Προχώρησαν γρήγορα προς την έξοδο. Αλλά εκεί είδαν δυο άνδρες της ασφάλειας να πλησιάζουν.

Ο άνδρας με τον μαύρο μανδύα προχώρησε προς το μεγάλο φορτηγό που είχε σταματήσει στο αναμμένο κόκκινο φανάρι πριν από την πλατεία και άνοιξε την πόρτα από την πλευρά του οδηγού. Εκείνος τον κοίταξε έκπληκτος και ο μαυροντυμένος άνδρας τον τράβηξε έξω από το κάθισμά του με μια δύναμη που δεν έδειχνε να διαθέτει. Τον άφησε όρθιο να παραπατάει στο οδόστρωμα και σκαρφάλωσε στη θέση που μόλις είχε αδειάσει.
Κατέβασε το χειρόφρενο και γύρισε το τιμόνι απότομα φέρνοντας το βαρύ όχημα κάθετα στο δρόμο. Μετά με ένα χαμόγελο τράβηξε το μοχλό που απελευθέρωνε το φορτίο.
-Και εγένετο χάος, ψιθύρισε αδειάζοντας χιλιάδες πορτοκάλια στην άσφαλτο.
Πήδηξε πάλι στο δρόμο ενώ ακούγονταν κορναρίσματα και οι φωνές πολλών εκνευρισμένων οδηγών.
-Συγνώμη φίλε μου, είπε στον αποσβολωμένο οδηγό, δεν θα το έκανα αν δεν ήταν απαραίτητο.
Του έβαλε στο χέρι ένα χαρτονόμισμα μεγάλης αξίας και προχώρησε προς την τράπεζα.

Ο Χαίνριχ Γκράιτς βλαστήμησε δυνατά καθώς η λιμουζίνα ακινητοποιούνταν από το κυκλοφοριακό χάος. Πήρε το κινητό του και κάλεσε ένα νούμερο.
-Πάρτε το κλειδί και το περιεχόμενο της θυρίδας. Σκοτώστε όποιον είναι απαραίτητο.

Η Νάντια άρπαξε την Αλεξία από το χέρι και την παρέσυρε σε τρέξιμο προς την πόρτα. Οι δυο άνδρες της ασφάλειας επιτάχυναν επίσης. Τα χέρια τους πήγαν στα όπλα που κρέμονταν στη μέση τους και η κοπέλα σταμάτησε απότομα. Ήταν άοπλες, δεν μπορούσαν να τα βάλουν με δυο οπλισμένους άνδρες. Οι δυο ένοπλοι πλησίασαν, δεν είχαν τραβήξει τα όπλα από τις θήκες τους αλλά ακουμπούσαν απειλητικά τα χέρια τους στις λαβές των όπλων τους. Η Νάντια κοίταξε την Αλεξία, η ξαδέρφη της είχε χλωμιάσει αλλά έσφιγγε το βιβλίο του παππού τους στο στήθος της.

Ο μαυροντυμένος άνδρας απομακρύνθηκε από το χάος που οι δικές του πράξεις είχαν δημιουργήσει και προχώρησε προς την τράπεζα. Από ένα αυτοκίνητο βγήκαν δυο άνδρες και προχώρησαν προς την πόρτα της. Ο μαυροντυμένος όταν τους είδε χαμογέλασε και φώναξε στα Γερμανικά:
-Λακέδες του Γκράιτς που πάτε τόσο βιαστικοί; Να γλύψετε τις λασπωμένες σόλες του μήπως;
Οι δυο άνδρες στράφηκαν προς το μέρος του και τα μάτια τους στένεψαν από μίσος.
-Φτύνω στους τάφους του λαού σου, είπε περιφρονητικά ο ένας. Είσαι το τελευταίο αξιοθρήνητο υπόλειμμα.
Ο μαυροντυμένος άνδρας τίναξε πίσω τον μανδύα του και αποκάλυψε τη σπάθα που είχε πάρει τη ζωή του συντρόφου τους ενώ εκείνοι ξεθηκάρωναν στιλέτα και μαχαίρια με πριονωτή λάμα. Όρμηξαν πάνω του με μανία αλλά δεν άργησαν να συνειδητοποιήσουν πόσο τραγικό ήταν το λάθος τους. Ο μαυροντυμένος απέκρουσε τα χτυπήματα των όπλων τους και με έναν γρήγορο ελιγμό βρέθηκε ανάμεσά τους χτυπώντας γρήγορα και ανελέητα. Κατάφερε θανάσιμα πλήγματα και προχώρησε στο αυτοκίνητό τους πριν πέσουν καν στο έδαφος.
Σίγουροι για τον εαυτό τους εκείνοι είχαν αφήσει τα κλειδιά πάνω στη μηχανή κάτι που τον εξυπηρετούσε απόλυτα. Ήξερε τον τρόπο να θέσει το αυτοκίνητο σε λειτουργία χωρίς το κλειδί αλλά τώρα κέρδιζε πολύτιμο χρόνο. Κάθισε στη θέση του οδηγού και πάτησε το γκάζι στο τέρμα.

Η Νάντια και η Αλεξία προχώρησαν προς το γραφείο του διευθυντή συνοδευόμενες από τους δυο άνδρες της ασφάλειας με το μυαλό της πρώτης να τρέχει σε χίλιες κατευθύνσεις εξετάζοντας και απορρίπτοντας σχέδια που θα μπορούσαν να τις βγάλουν από τη δύσκολη θέση. Δίσταζε να κινηθεί γιατί είχε διαπιστώσει πως κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Δεν δικαιολογούνταν όλα αυτά από ένα κειμήλιο όποια και να ήταν η αξία του. Εκτός και αν επρόκειτο για κάποιον φανατικό. Αλλά τότε ήταν επικίνδυνος.
Η Αλεξία ήταν τρομαγμένη και αλλά ο φόβος δεν ήταν το κυρίαρχο συναίσθημά της. Αυτό που την γέμιζε και την κρατούσε όρθια να αντιμάχεται τον φόβο ήταν μια άγρια αποφασιστικότητα να μην παραδώσει τα ενθύμια που ο παππούς της της άφησε σε αυτόν τον άνθρωπο που και μόνο το βλέμμα του την έκανε να ριγεί. Δεν θα παρέδιδε το βιβλίο αμαχητί και την στενοχωρούσε που είχε φέρει μαζί της και τον κρύσταλλο και θα έπεφτε στα χέρια του μισητού αυτού ανθρώπου. Έπρεπε να τον είχε κρύψει κάπου.
Στη σκέψη του κρύσταλλου τον ένιωσε ζεστό στο στήθος της. Η παρουσία του ήταν καθησυχαστική, σαν μια φωνή που της ψιθύριζε να μη φοβάται και να έχει θάρρος.
Η πόρτα του γραφείου του διευθυντή άνοιξε και εκείνος στάθηκε στο άνοιγμα. Η Νάντια στάθηκε, αν περνούσαν την πόρτα θα έβγαιναν από την κοινή θέα και τότε θα ήταν πλέον στο απόλυτο έλεος του Γερμανού και των ανθρώπων του. Οι άνθρωποι της ασφάλειας κοίταξαν τον διευθυντή που έκανε ένα νεύμα αλλά δεν πρόλαβαν να υπακούσουν.
Η μεγάλη γυάλινη πρόσοψη διαλύθηκε σε εκατομμύρια αστραφτερά θραύσματα καθώς ο μαυροντυμένος άνδρας οδηγούσε το αυτοκίνητο μέσα στην τράπεζα προκαλώντας το απόλυτο χάος. Πανικόβλητοι οι πελάτες όρμησαν στην έξοδο σπρώχνοντας στο πλάι τους δυο άνδρες και παρασέρνοντας την Νάντια που άρπαξε την Αλεξία από το χέρι για να μη χαθούν. Οι δυο άνδρες ανίκανοι να αντιδράσουν μέσα στο πλήθος τις άφησαν να φύγουν.
Ο μαυροντυμένος άνδρας βγήκε από το αυτοκίνητο και προχώρησε προς τον διευθυντή που μόλις τον είδε πάγωσε. Οι δυο άνδρες έχοντας πια χάσει κάθε επαφή με τη Νάντια και την Αλεξία και την ελπίδα να τις σταματήσουν προσπάθησαν να του κλείσουν το δρόμο αλλά δεν τους έδωσε το χρόνο. Με δυο γερά χτυπήματα τους έριξε αναίσθητους, ήταν άνθρωποι που απλά έκαναν τη δουλειά τους, δεν χρειαζόταν να τους σκοτώσει.
-Σε είχα προειδοποιήσει να μη συνεργαστείς με το Γερμανό, είπε. Παραβίασες όχι μόνο την ηθική αλλά και τα καθήκοντά σου. Ειδοποίησες τον Γκράιτς σωστά;
-Ναι, ψέλλισε ο διευθυντής.
-Πες του ότι ήρθε αργά. Και ότι θα τον περιμένω.
Απομακρύνθηκε από τον έντρομο άνδρα που κατέρρευσε. Πλησίασε την κατεστραμμένη πρόσοψη και τράβηξε τη σπάθα του. Ο Προδότης είχε καταφτάσει.

Πενήντα Αποχρώσεις Του Γκρι

Author: Νυχτερινή Πένα /

Σε τόσες βιβλιοπαρουσιάσεις που έχουν εμφανιστεί στο παρόν ιστολόγιο μιλήσαμε για βιβλία που πρέπει να διαβάσει κάποιος. Σήμερα θα μιλήσουμε για ένα βιβλίο που δεν πρέπει να διαβάσετε! Ο λόγος περί του Πενήντα Αποχρώσεις Του Γκρι. Ομολογώ ότι δεν μπόρεσα να το διαβάσω και εξηγώ αμέσως το γιατί.
Κατ’ αρχάς δεν υπάρχει υπόθεση. Απλά μια πρόφαση ως που να βρεθούν μαζί οι δυο πρωταγωνιστές και να πάνε στο κρεβάτι. Κάτι σαν τηλεοπτικά πορνό, μια πλοκή πέντε λεπτών μέχρι το σεξ, αυτό είναι και στο βιβλίο το ζητούμενο. Από κει και πέρα είναι το ίδιο ωμό όσο μια ταινία πορνό. Λογοτεχνικά; Ένα πεντάχρονο γράφει με πιο πλούσιο λεξιλόγιο και στο δημοτικό έχουν καλύτερη έκφραση.

Απλά προσπεράστε τις πενήντα αποχρώσεις τις αηδίας και προχωρήστε σε ένα βιβλίο που να αξίζει τον κόπο και το χρόνο και που θα σας αφήσει κάτι περισσότερο από απορία γιατί το πιάσατε στα χέρια σας.