Η γυναίκα λικνιζόταν πάνω
από τον άνδρα σαν χορεύτρια ανατολίτικων χορών προσφέροντάς του ηδονή. Ήταν μια
νεαρή γυναίκα ασιατικής καταγωγής με λεπτοκαμωμένο σώμα. Καθισμένη ιππαστί πάνω
στον εραστή της τον κοίταζε στα μάτια ενώ αύξανε τον ρυθμό της.
Είδε τους μύες της
κοιλιάς του να σφίγγονται και κατάλαβε ότι πλησίαζε στην ολοκλήρωση, τα χέρια
του που κράτησαν γερά τους γοφούς της ήταν ακόμα ένα ενδεικτικό σημείο.
Συνέχισε πιο έντονα και χαμογέλασε αυτάρεσκα με το βογκητό που ξέφυγε από τα
χείλη του.
Της άρεσε αυτός ο άνδρας,
ήταν γυμνασμένος και μυώδης, αντίθετα με τους περισσότερους πελάτες της ήταν
ευχάριστη η συνεύρεση μαζί του. Και δεν χρειαζόταν να υποκριθεί ιδιαίτερα μαζί
του όπως και αυτήν την στιγμή που πλησίαζε στην κορύφωση.
Το κινητό του άνδρα
χτύπησε στην πιο ακατάλληλη στιγμή αλλά ο εραστής της δεν το αγνόησε. Άπλωσε το
χέρι του και το πήρε από το κομοδίνο δίπλα του.
-Μπράουν, είπε.
-Τι προτιμάς; είπε η φωνή
στην άλλη άκρη της γραμμής. Ένα ηφαίστειο στην Ντομίνικα ή μια πλημμύρα στο
Μισούρι;
-Την Ντομίνικα.
-Συγκέντρωσε τους δικούς
σου και φεύγεις αμέσως για το Νιούαρκ. Θα σας συναντήσουν εκεί ομάδες από την
ενάτη και την εικοστή δευτέρα.
-Έγινε.
Ο άνδρας έκλεισε το
τηλέφωνο και κάλεσε αμέσως έναν άλλο αριθμό.
-Μάζεψε όλη την ομάδα,
είπε όταν του απάντησαν. Έχουμε αποστολή.
Ο άνδρας άφησε το
τηλέφωνο και έφερε και πάλι τα χέρια του στους γοφούς της κοπέλας.
-Δυστυχώς πρέπει να
συντομεύουμε.
-Φεύγεις; ρώτησε με
ελαφρά τραγουδιστή φωνή.
-Ναι, και μάλιστα μακριά.
Το όνομά του ήταν Τζώρτζ
Μπράουν και ήταν αξιωματικός της 23 ης Μονάδας Αντιμετώπισης
Καταστροφών. Αν και τώρα βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, θα ξεκινούσε σε λίγο η
βάρδια του και για τον λόγο αυτό είχε δεχθεί το τηλεφώνημα.
Αλλά η δουλειά μπορούσε
να περιμένει ακόμα για λίγο. Έπιασε τους γοφούς της πρόθυμης παρτενέρ του πιο
σφιχτά και απόλαυσε την ηδονική κλιμάκωση του οργασμού.
-Θα αργήσουμε να τα
ξαναπούμε; είπε η κοπέλα ενώ φορούσε τα εσώρουχά της.
-Λογικά όχι, είπε ο
Τζώρτζ, τα ηφαίστεια είναι μια κατάσταση που εξελίσσεται γρήγορα. Θα σου
τηλεφωνήσω.
Η κοπέλα φόρεσε ένα
μικροσκοπικό φόρεμα που κολάκευε την σιλουέτα της και ο Τζώρτζ της έβαλε στο
χέρι ένα μάτσο νομίσματα.
-Θα χαρώ να τα ξαναπούμε,
είπε η κοπέλα.
-Θα τηλεφωνήσω όταν
ξαναχρειαστώ τις υπηρεσίες σου.
Μόλις η κοπέλα έφυγε
έκανε ένα γρήγορο μπάνιο και μετά φόρεσε την καθημερινή μπλε στολή υπηρεσίας
και ξεκίνησε για την έδρα της 23 ης Μονάδας στο Νιου Τζέρσεϋ. Ήταν
από τους ανώτερους αξιωματικούς της μονάδας αυτής και γι’ αυτό αναλάμβανε πάντα
επικεφαλής σε όποια βάρδια βρισκόταν.
Η σκακιστική λέσχη
«Ιππότες του Νιου Τζέρσεϋ» έμοιαζε να έχει βγει από μια άλλη εποχή, από την
βικτωριανή Αγγλία ίσως. Είχε έναν αέρα αριστοκρατικής πολυτέλειας με μεγάλες
δερμάτινες πολυθρόνες και σκαλιστά τραπέζια, ενώ οι βαριές κουρτίνες στα
παράθυρα και το απόλυτα επαγγελματικό προσωπικό συνέτειναν σε αυτή την εικόνα.
Ακόμα οι σκακιέρες με τα ξυλόγλυπτα κομμάτια ήταν ξεχωριστής ποιότητας.
Ο άνδρας που έπαιζε στο
γωνιακό τραπέζι, δίπλα στο παράθυρο, εκτιμούσε την ατμόσφαιρα της λέσχης ακόμα περισσότερο
όντας Βρετανός. Παρότι είχε χρόνια στην Αμερική, ο Μάικ Κάμπελ ήταν γέννημα
θρέμμα της γηραιάς Αλβιόνος. Είχε γεννηθεί στο Σάουθαμπτον και είχε μεγαλώσει
εκεί μέχρι την εισαγωγή του στην σχολή πιλότων της RAF. Από τότε ακόμα έτρεφε μια μεγάλη
αγάπη για το σκάκι στο οποίο είχε γίνει ένας εξαιρετικός παίχτης με το πέρασμα
του χρόνου.
Κοίταξε την σκακιέρα
μπροστά του. Ο αντίπαλός του ήταν καλός αλλά μπορούσε να δει το σχέδιό του και
είχε μια πολύ καλή ιδέα του τι να κάνει για να το αποφύγει και να το στρέψει
προς όφελός του. Μετακίνησε την βασίλισσά του σε ένα σημείο που φαινομενικά
τουλάχιστον ήταν τρωτή. Το κινητό του βούιξε εκείνη τη στιγμή. Κοίταξε την
οθόνη και συνοφρυώθηκε.
-Συγγνώμη Τζιμ, είπε στον
αντίπαλό του, αυτό πρέπει να το απαντήσω.
Ο άλλος έγνευσε κοιτώντας
τη σκακιέρα και ο Μάικ Κάμπελ πίεσε το πλήκτρο απάντησης.
-Κάμπελ, είπε.
-Μας καλέσανε για
κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, άμεση αποχώρηση.
-Εντάξει, θα πάρω εγώ την
Άμπερ για να με φέρει κιόλας, είπε ο Μάικ Κάμπελ.
Παρά τα χρόνια στην
Αμερική, είχε διατηρήσει την προφορά που πρόδιδε την καταγωγή του.
-Αλήθεια πώς δεν έμαθες
να οδηγείς τόσα χρόνια; είπε ο Τζιμ κάνοντας την κίνησή του.
-Δεν κατάφερα να συνηθίσω
το σύστημά σας, οδηγείτε ανάποδα, ρε φίλε.
Ο Μάικ Κάμπελ κοίταξε την
σκακιέρα και χαμογέλασε. Είχε πιάσει το στρατήγημά του, μετακίνησε την
βασίλισσα και άφησε τον αντίπαλό του να καταλάβει τι είχε συμβεί. Εκείνος
προχώρησε στην κλασσική σκακιστική κίνηση αποδοχής της ήττας γέρνοντας τον
βασιλιά του. Στη θέση που είχε βρεθεί ήταν μια κίνηση από το ματ.
-Κρίμα που δεν έχεις
χρόνο για ακόμα ένα παιχνίδι, είπε ο Τζιμ καθώς ο Μάικ Κάμπελ σηκωνόταν όρθιος.
-Μόνο αν θες να το
παίξουμε εξ’ αποστάσεως, είπε ο Μάικ.
-Μπα, θα περιμένω την
επόμενη φορά εδώ.
Ο Μάικ τον χαιρέτησε και
προχώρησε προς την έξοδο. Ήταν ένας γεροδεμένος άνδρας και σχετικά μεγαλόσωμος
με φαρδιές πλάτες. Παρότι ο κανονισμός δεν έκανε λόγο για την κόμμωση, εκείνος
διατηρούσε τα καστανά μαλλιά του κοντά όπως όταν ήταν στην RAF.
Βγαίνοντας στο δρόμο
έκανε ένα τηλεφώνημα. Όταν απάντησαν, είπε:
-Μας κάλεσαν να φύγουμε,
μπορείς να περάσεις από το σπίτι μου να με πάρεις;
Άκουσε την απάντηση και
είπε:
-Είσαι θησαυρός, Άμπερ,
περιμένω.
Η Άμπερ Στόουν έκλεισε την
βρύση και βγήκε από το ντους, πήρε ένα μπουρνούζι και άρχισε να σκουπίζεται.
Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και κοίταξε το είδωλό της.
«Το κάνεις ξανά και
ξανά,» ψιθύρισε μια κακιά φωνή στο μυαλό της, «λες και πρόκειται να φύγουν
ποτέ.»
Όχι, δεν θα έφευγαν, το
ήξερε αυτό. Οι αναθεματισμένες οι ουλές θα ήταν πάντα εκεί για να της θυμίζουν
την συντριβή της με το ελικόπτερο σε εκείνη την αποστολή. Δεν μετάνιωνε για το
ρίσκο που είχε αναλάβει, πάντα ήθελε να βοηθάει ανθρώπους που βρίσκονταν σε
ανάγκη και σε κίνδυνο, αλλά σε εκείνη την αποστολή το τίμημα ήταν αρκετά βαρύ.
Ήταν ψηλή και γεροδεμένη,
η φύση της δουλειάς αλλά και η αγάπη της για την άσκηση είχαν διατηρήσει το
σώμα της σε μια πολύ καλή κατάσταση. Στον καθρέφτη το είδωλό της, της
αντιγύρισε το βλέμμα. Είχε ζεστά καστανά μάτια που δέσποζαν σε ένα αρμονικό
πρόσωπο με λίγο τονισμένα ζυγωματικά και αψεγάδιαστη, μέχρι την συντριβή,
επιδερμίδα. Τώρα λευκές ουλές κοσμούσαν το αριστερό της μάγουλο και το σαγόνι
ενώ μια ακόμα υπήρχε στον κρόταφό της αλλά αυτή δεν φαινόταν πολύ μιας και
διατηρούσε επίτηδες μακριά τα μαύρα μαλλιά της ώστε να καλύπτουν εκείνη την
ουλή και κατά ένα μέρος και τις υπόλοιπες.
Το σώμα της δεν είχε
λιγότερες, από το στήθος ως το μηρό είχε αλλεπάλληλες ουλές, από τα θραύσματα
του ανεμοθώρακα του ελικοπτέρου κυρίως, αν και κάποιες ήταν από τα συντρίμμια
που την πλάκωσαν μετά. Αυτές οι ουλές δεν την απασχολούσαν τόσο πολύ μιας και
δεν συνήθιζε να φοράει σορτς.
Άρχισε να σκουπίζει το
νερό από πάνω της αλλά το τηλέφωνό της που άρχισε να παίζει την εισαγωγή μιας
από τις αγαπημένες της μπαλάντες, του I would do anything for love, την διέκοψε. Βγήκε από το μπάνιο
ανατριχιάζοντας, το υπόλοιπο σπίτι δεν ήταν τόσο ζεστό όσο το μπάνιο με τους
υδρατμούς, και πήρε το τηλέφωνο.
-Παρακαλώ;
Χαμογέλασε ακούγοντας τον
Μάικ, και του είπε:
-Μόλις βγήκα από το
μπάνιο, ντύνομαι και έρχομαι να σε πάρω.
Άκουσε την απάντηση και
άφησε το τηλέφωνο.
-Μαμά; Θα συνεχίσουμε το
παζλ;
Η Αμάντα Βέηλ κοίταξε την
κόρη της που ήταν ακόμα καθισμένη στο τραπέζι που είχαν φάει το βραδινό τους. Η
Ελεωνόρ τής έμοιαζε πολύ αν και είχε τα μάτια του αδικοχαμένου πατέρα της.
-Δεν μπορώ, κουκλίτσα
μου, θα πάω για δουλειά, θα έρθει η Φάνι, να μείνει μαζί σου.
-Α, ωραία, την Φάνι την
συμπαθώ και παίζει πάντα μαζί μου.
-Πολύ ωραία, αλλά να μην
αργήσεις να πας για ύπνο.
-Το υπόσχομαι, είπε
σοβαρά η Ελεωνόρ.
Η Αμάντα δεν μπόρεσε να
μην χαμογελάσει με το επίσημο ύφος της κόρης της. Η Ελεωνόρ ήταν πολλή σοβαρή
και υπεύθυνη για την ηλικία της και πραγματικά μπορούσε να στηρίζεται στον λόγο
της και σε ό,τι υποσχόταν.
Τελείωσε με το συμμάζεμα
της κουζίνας και πήγε να ετοιμαστεί για την δουλειά. Είχε εκπαίδευση νοσοκόμας
και είχε δουλέψει σε νοσοκομεία της περιοχής, με μειωμένο ωράριο μετά τη
γέννηση της Ελεωνόρ, είχε περάσει στην υπηρεσία αυτή μετά το θάνατο του συζύγου
της αρχιφύλακα Άνταμ Γκρέηβς. Τα χρήματα ήταν καλύτερα και δούλευε αποκλειστικά
νύχτα, γεγονός ευπρόσδεκτο για να μπορεί να περνά και χρόνο με την κόρη της.
Πήρε το σακίδιό της και
επέστρεψε στο μικρό σαλόνι του σπιτιού όπου βρήκε την Ελεωνόρ να κάθεται
μπροστά στο αναμμένο τζάκι. Πριν προλάβει να της πει οτιδήποτε, ακούστηκε το
κουδούνι της πόρτας, σε έναν μελωδικό ήχο σαν κελάηδημα πουλιού. Την άνοιξε και
αντίκρισε την ανιψιά της, κόρη του αδερφού της.
-Καλώς την, είπε. Σε
ευχαριστώ που θα μείνεις με την Ελεωνόρ.
-Χαρά μου, περνάμε πάντα
καλά. Σου έφερα και αυτό που σου υποσχέθηκα, Έλι, είπε και το κορίτσι σηκώθηκε
από την θέση του με μάτια που έλαμπαν.
-Ωραία, θα σας αφήσω τότε
εγώ, είπε η Αμάντα και θα τα πούμε το πρωί.
-Δηλαδή δεν σε νοιάζει;
Δεν είσαι ποτέ εδώ όταν πρέπει, Ρόμπερτ!
-Είμαι όσο περισσότερο
είναι δυνατόν, Νόλα, έχω όμως και μια δουλειά, και ξέρεις ότι είναι μια δουλειά
που δεν μπορώ να κάνω εκπτώσεις στον χρόνο ή στην προσοχή μου.
-Αηδίες! Σε βολεύει!
Το αντρόγυνο που μάλωνε
στεκόταν στην μέση ενός περιποιημένου σαλονιού με καλά έπιπλα που έδειχναν καλό
γούστο αν και κανένας από τους δύο δεν το πρόσεχε αυτή τη στιγμή.
-Και τέλος πάντων δε
βλέπω κάποιο πρόβλημα.
-Όχι, ε; Το ότι η κόρη
σου γυρίζει ξημερώματα δεν είναι πρόβλημα;
-Είναι ενήλικη δεν είναι;
Και δεν είναι ότι έχει προβλήματα με ναρκωτικά ή κάτι τέτοιο. Οι επιδόσεις της
στην σχολή αλλά και την κολύμβηση είναι άριστες. Γιατί να ανησυχώ;
-Γιατί δεν ξέρουμε με
ποιον γυρνάει και τι κάνει!
-Είναι μεγάλο κορίτσι.
-Και εσύ δεν νοιάζεσαι,
μεγάλωσε και ξένοιασες;
Ο άνδρας ήταν ένας
μεγαλόσωμος τύπος με φαρδιές πλάτες και μπράτσα που τέντωναν τα μανίκια στο
πουκάμισο που φορούσε. Τα μαύρα μαλλιά του ήταν κομμένα κοντά σε στρατιωτικό
στυλ και τα μαύρα του μάτια άστραφταν τώρα από θυμό.
-Αν θυμάμαι καλά, εσύ
ήσουν που ήθελες να αλλάξω δουλειά για να βελτιωθούν τα οικονομικά μας.
-Ναι, αλλά όχι σε βάρος
του να είσαι εδώ, του να είσαι μέλος αυτής της οικογένειας.
Η Νόλα Τόου - Γκράχαμ
ήταν μια ωραία γυναίκα ακόμα και τώρα που είχε μπει για τα καλά στην πέμπτη
δεκαετία της ζωής της. Είχε και εκείνη μαύρα μαλλιά μόνο που τα είχε μακριά,
έφταναν ως την μέση της πλάτης της. Τώρα ανέμιζαν καθώς κουνούσε το κεφάλι της
θυμωμένη. Δεν πρόλαβε να συνεχίσει την αντιπαράθεσή τους καθώς το τηλέφωνο την
διέκοψε. Ο Ρόμπερτ το σήκωσε και το έκλεισε μετά από μια σύντομη στιχομυθία.
-Πρέπει να φύγω, είπε,
και δεν ξέρω πότε θα επιστρέψω, μας καλέσανε για διάσωση.
Η Νόλα έσφιξε τα χείλη.
-Θα συνεχίσουμε μόλις
επιστρέψεις, είπε μόνο.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου