Έξω η νύχτα έχει προχωρήσει, ο κόσμος κοιμάται ή ετοιμάζεται να το κάνει. Αλλά δεν τους ενδιαφέρει ο κόσμος, εκείνοι είναι οι δυο τους και αυτή τη στιγμή αυτό αποτελεί όλον τον κόσμο γι' αυτούς.
Την κοιτάζει, ποτέ δεν χορταίνει να την κοιτάζει. Στο ελάχιστο φως του δωματίου το δέρμα της έχει το χρώμα του μεστού μελιού και τα μαλλιά της δείχνουν πιο σκούρα, του θυμίζει μυθική νύμφη. Την κοιτάζει καθώς ξαπλώνει δίπλα του, είναι τόσο όμορφη. Την αγκαλιάζει και εκείνη χώνεται στην αγκαλιά του.
-Σε αγαπώ πολύ, της λέει.
-Αλήθεια;
-Σε αγαπώ πάρα πολύ πριγκίπισσά μου, τη βεβαιώνει και τη χαϊδεύει στα μαλλιά της και μετά στο βελούδινο δέρμα της. Νιώθει την ένταση στο σφιγμένο σώμα της, και θέλει να την διώξει. Την χαϊδεύει απαλά και καθησυχαστικά.
-Με θέλεις ακόμα;
-Πάντα.
-Και δεν μου κρατάς κακία; ρωτάει.
-Όχι, ποτέ, δεν σου θυμώνω.
Τη νιώθει να χαλαρώνει μέσα στα χέρια του. Την τραβάει πιο κοντά του και αυτή έρχεται, σαν μικρό παιδάκι που θέλει να νιώσει σιγουριά. Γίνεται ένα μικρό ζεστό κουβαράκι στην αγκαλιά του. Νιώθει την ανάσα της στο λαιμό του. Γίνεται πιο αργή καθώς αποκοιμιέται ενώ τη χαϊδεύει. Τώρα θα κοιμηθεί και εκείνος, δεν θα την αφήσει από την αγκαλιά του όλη νύχτα όπως κάνει πάντα.
-Σε αγαπώ πολύ γλυκιά μου πριγκίπισσα, της ψιθυρίζει και εκείνη μέσα στον ύπνο της χαμογελάει.