Πνευματικά δικαιώματα

Author: Νυχτερινή Πένα /


Από μιας απόψεως μπορώ να πω ότι είμαι πλέον ένας συγγραφέας μιας και εισέπραξα τα πρώτα χρήματα για τη συγγραφή από τα χρήματα του πρώτου μου βιβλίου που κυκλοφόρησε στις 12 Μαΐου. Φυσικά πάντα με θεωρούσα μια χαρά συγγραφέα, δεν το έκανα ποτέ για τα χρήματα.
Δεν είναι πολλά χρήματα, κάθε άλλο. Είναι όμως μια δικαίωση όταν έχεις ένα βιβλίο δημοσιευμένο να πάρεις τα δικαιώματα. Γι’ αυτό και είμαι χαρούμενος, και νιώθω περήφανος που ήρθε αυτή η μέρα. Η μέρα που πήρα τα πρώτα μου συγγραφικά δικαιώματα.
Δεν πρόκειται να επαναπαυθώ στις δάφνες μου, γράφω φυσικά συνέχεια και ευελπιστώ ότι σύντομα θα έχουμε ίσως και μια νέα έκδοση.

Ιστολόγιο του μήνα – Ιούνιος 2020

Author: Νυχτερινή Πένα /


Τα γαλλικά δε μου αρέσουν, τη βρίσκω κακόηχη, δε μου αρέσει ο ήχος της. Για το λόγο αυτό το σημερινό ιστολόγιο θα είχε περάσει χωρίς να το προσέξω αν μετά από τα γαλλικά δεν ακολουθούσε μια αγγλική λέξη που πάντα με έλκει, reading. Για να είμαι ειλικρινής η λέξη διάβασμα με έλκει σε όποια γλώσσα και αν είναι, οπότε είπα να ρίξω μια ματιά και σε αυτό το ιστολόγιο.
Ανακάλυψα ότι ο τίτλος είναι κυριολεκτικός και ασχολείται με το διάβασμα. Υπάρχουν παρουσιάσεις για πολλά βιβλία που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα προτιμήσεων καθώς και μια λέσχη ανάγνωσης οπότε είναι ένα ιστολόγιο που οι βιβλιοφάγοι δεν πρέπει να παραβλέψουν, το βρίσκετε εδώ: https://passepartoutreading.gr/

Η Σκιά Του Σκότους

Author: Νυχτερινή Πένα /


Η Έμα Σίνγκλετον είναι μια συνηθισμένη έφηβη που ζει με την μητέρα της σε μια Αγγλική κωμόπολη. Συνηθισμένη ως που αρχίζει να βλέπει εφιάλτες με μάχες ανάμεσα σε ανθρώπινους πολεμιστές και φρικτά τέρατα. Όταν οι εφιάλτες της αποκτούν σάρκα και οστά θα βρεθεί στο επίκεντρο της πάλης του Καλού με το Κακό που ο δαίμονας Ζορκαάν και ο Τελευταίος Άρχοντας Της Χαμένης Πόλης έφεραν σε αυτόν τον κόσμο από τον κόσμο της Έρεμορ στον οποίο ανήκουν.
Μια ακόμα περιπέτεια έτοιμη για διάβασμα, θα τη βρείτε κάτω δεξιά στην ενότητα Βιβλία. Είναι μια περιπέτεια στον κόσμο της Έρεμορ και στο δικό μας και η οποία προηγείται του πρόσφατα εκδομένου πρώτου βιβλίου. Καλή ανάγνωση.

Οι Ιππότες Του Όρκου, Τα Χρονικά Της Έρεμορ Βιβλίο Πρώτο

Author: Νυχτερινή Πένα /


Στον κόσμο της Έρεμορ η μάχη μεταξύ καλού και κακού δεν είναι απλά θέμα συνειδήσεων, είναι ένας πραγματικός πόλεμος μεταξύ των ελευθέρων λαών και των δυνάμεων του Σκότους. Στην Αραγκόν, ο νεαρός Γουίλλιαμ του Νέρακ έρχεται στο κάστρο των Αετών, την έδρα της Ιπποσύνης για να γίνει δόκιμος Ιππότης. Από την πρώτη στιγμή θα βρεθεί στο επίκεντρο αυτού του πολέμου, θα αποκτήσει καλούς και πιστούς φίλους, θα πολεμήσει και θα αγαπήσει. Θα αντιμετωπίσει τις δυνάμεις του εχθρού αλλά θα πληρώσει το τίμημα γι' αυτό;
Το πρώτο βιβλίο των Χρονικών της Έρεμορ και πρώτο μου βιβλίο που εκδίδεται ηλεκτρονικά στην  πλατφόρμα smashwords. Καθώς είναι δικό μου βιβλίο δεν θα ήταν σωστό να το κρίνω εγώ οπότε θα αφήσω να μιλήσει για εμένα μια αναγνώστρια που έγραψε:
Ένα δυνατό φάντασι με κλιμακούμενη ένταση, δράση, αγωνία κ μερικές καλές μάχες στο τέλος. Η κοσμοπλασία είναι πλούσια και στιβαρή. Αν κι ο κόσμος είναι ψευδομεσαιωνικός, υπάρχουν ενδιαφέροντες λεπτομέρειες που το κάνουν να ξεχωρίζει, πχ. είναι απολύτως φυσιολογικό να γίνονται δόκιμοι ιππότες και οι γυναίκες. Στα αρνητικά : οι πρώτες σελίδες δίνουν τη ψευδή εικόνα πως πρόκειται για young adult. Δεν είναι. Είναι πιο σκοτεινό κ ενήλικο. Επίσης, υπάρχουν κάποια τυπογραφικά και σε κάποια σημεία δε γίνεται σεβαστή η αρχή show don't tell. Όχι σε σημείο που να μειώνει την απόλαυση, αλλά αρκετά ώστε να αφαιρέσω ένα αστέρι. Συμπέρασμα: περιμένω με ανυπομονησία τον δεύτερο τόμο.
Διεύθυνση για το βιβλίο: https://www.smashwords.com/books/view/1021794
Και το εξώφυλλο:




Η Νιάλ Από Τη Γη Των Ανέμων

Author: Νυχτερινή Πένα /


Η Νιάλ είναι ένα κοριτσάκι που ζει στο Σαλατζάρ την πόλη πύργο της Γης των Ανέμων, τις αρέσει να παίζει σαν αγόρι με σπαθιά και ονειρεύεται να γίνει μια πολεμίστρια. Το όνειρό της θα γίνει πραγματικότητα αλλά όχι με τον ρόδινο τρόπο που ονειρεύεται. Τα στρατεύματα του Τυράννου, του μάγου που προσπαθεί να καταλάβει ολόκληρο τον Αναδυόμενο Κόσμο, καταστρέφουν την πόλη και σκοτώνουν τους κατοίκους, μαζί τους και τον πατέρα της Νιάλ. Το κορίτσι τώρα θέλει να γίνει Ιππότης του Δράκου και να εκδικηθεί.
Το πρώτο βιβλίο του Αναδυόμενου Κόσμου της ΛιτσίαΤροίζι, είναι μια περιπέτεια φαντασίας και ένα ταξίδι ωρίμανσης και ενηλικίωσης της ηρωίδας. Διαβάζεται γρήγορα και εύκολα αν και σε μερικά σημεία καθυστερεί περισσότερο από όσο θα έπρεπε.

Ιστολόγιο του μήνα – Μάϊος 2020

Author: Νυχτερινή Πένα /


Το ιστολόγιο αυτό το πρόσεξα γιατί μου πήρε λίγο να καταλάβω τον τίτλο του. Αφού τον αποκωδικοποίησα είπα να ρίξω μια ματιά αν και περίμενα ότι θα βρω κάτι άλλο με βάση το όνομα. Με ξάφνιασε ευχάριστα μιας και βρήκα ένα ιστολόγιο αρκετά δραστήριο και παλιό, σχεδόν όσο το δικό μου, γεμάτο με κριτικές βιβλίων και ταινιών.
Δεν θα με έλεγα σινεφίλ, παρακολουθώ καμιά ταινία που και που αλλά αυτό είναι όλο, αλλά είμαι σίγουρα βιβλιοφάγος και έχει εκεί πολλές κριτικές και από τα δύο για να ικανοποιηθούν όλες οι προτιμήσεις. Για να σχηματίσετε μια δική σας άποψη δεν έχετε παρά να περάσετε μια βόλτα: http://no14me.blogspot.com/

Το Όνειρο Έγινε Πραγματικότητα

Author: Νυχτερινή Πένα /


Γράφω γιατί μου αρέσει να φαντάζομαι ιστορίες, να πλέκω γεγονότα και πλοκές, να διηγούμαι περιπέτειες και καμιά φορά να εκφράζω μέσα από αυτό και κάποιες από τις απόψεις μου για το τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, τι είναι ευγενικό ή ιπποτικό. Γράφω γιατί είμαι γεννημένος βάρδος, παραμυθάς και ραψωδός. Πιστεύω ότι αυτό ισχύει για όλους εμάς που γράφουμε.
Ωστόσο όσο πιο μακριά μπορούμε να στείλουμε τις ιστορίες μας και όσο περισσότερους ανθρώπους εκεί έξω να αγγίξουμε, είμαστε πιο χαρούμενοι. Έτσι και εγώ ονειρευόμουν, πέρα από όσα γράφω εδώ και δημοσιεύω, να βρω σπίτι για τα πιο μεγάλα έργα μου.Έτσι ήρθε και η ώρα για το όνειρό μου να εκδώσω και εγώ τα έργα μου. Το πρώτο μου βιβλίο είναι ήδη στην πλατφόρμα smashwords, είναι μια περιπέτεια φαντασίας από τον κόσμο της Έρεμορ, το πρώτο από τα Χρονικά της Έρεμορ με τίτλο Οι Ιππότες του Όρκου. Όποιος θέλει να ρίξει μια ματιά μπορεί να το κάνει εδώ: https://www.smashwords.com/books/view/1021794

Κυνηγοί Διαμαντιών

Author: Νυχτερινή Πένα /


Όταν ο Μπένεντικτ Βαν Ντερ Μπιλ κληρονόμησε την εταιρία διαμαντιών του πατέρα του ήταν παραπάνω από πρόθυμος να εκπληρώσει τον μόνο όρο. Να εξοντώσει τον θετό αδερφό του Τζόνυ Λανς. Έτσι ξεσπάει η μονομαχία σε επαγγελματικό και προσωπικό επίπεδο. Και αν ο Τζόνυ θέλει να νικήσει θα έχει μόνο μια ευκαιρία σε ένα μέχρι τώρα αναξιοποίητο αδαμαντοφόρο πεδίο.
Μια περιπέτεια από τον Γουίλμπουρ Σμιθ που όπως πάντα έχει μπόλικη Αφρική μέσα. Δείχνει τα χρόνια της αλλά έχει γεράσει καλά και διαβάζεται ευχάριστα.

Η Πολιορκία Του Φαιού Κάστρου 5 - Φινάλε

Author: Νυχτερινή Πένα /


Το Βαθύ Ρυάκι είχε πάρει το όνομά του από την απτή πραγματικότητα, ήταν εξαιρετικά βαθύ και ορμητικό, κανένας δεν επιχειρούσε να το περάσει κολυμπώντας και η διέλευση γινόταν με πορθμεία ή από τη γέφυρα του Καλλιστράτου που ήταν βορειότερα στο δρόμο που ένωνε την επαρχία τους με το θέμα των Κυβαιρωτών. Αν κατάφερναν να πιέσουν τους αντιπάλους τους ως εκεί και να επιβιβαστούν στο πορθμείο θα κέρδιζαν χρόνο.
Καθώς είχε ήδη μεταφέρει την σκέψη του στους συντρόφους του, σπιρούνισαν τα άλογά τους ξαφνικά και μπόρεσαν να σπάσουν τον κλοιό του εχθρού και να καλπάσουν προς τον χείμαρρο ενώ τους κατεδίωκαν με βρισιές και βλασφημίες.
Μόνο σαν πλησίασαν το πορθμείο άκουσαν τους διώκτες τους να γελάνε τραχιά και χαιρέκακα. Δεν άργησαν να δουν το γιατί, το πορθμείο ήταν στην μέση του χειμάρρου καμένο και μισοβυθισμένο.

Στην κορυφή του τείχους η μάχη ήταν σκληρή, και οι δύο πλευρές μάχονταν σαν να μην υπήρχε η επόμενη μέρα, χωρίς να δείχνουν ή να περιμένουν έλεος και οι νεκροί είχαν καλύψει όλο το δάπεδο. Οι μαχητές του Δάια μετέφεραν τους τραυματίες μέσα στα κτίσματα του κάστρου ή αν αυτό δεν ήταν δυνατό στο φυλάκιο πάνω από την πύλη, εκεί κατέφευγαν και όσοι είχαν τραυματιστεί αλλά όχι τόσο που να μην μπορούν να συνεχίσουν τη μάχη. Κάποιοι από τους άνδρες που είχαν τραυματιστεί είχαν σκοτωθεί πέφτοντας από τα τείχη μια μοίρα που είχαν βρει κατά κόρον οι επιτιθέμενοι.
Ωστόσο ο αγώνας ήταν άνισος, για κάθε άνδρα που η φρουρά του κάστρου έχανε δεν υπήρχε αντικαταστάτης ενώ ο εχθρός είχε ακόμα έξω από το κάστρο πολλούς περισσότερους. Πλησίαζε η ώρα που θα έσπαγε η συνοχή της άμυνας. Αναζήτησε τον Λέοντα. Τον είδε λίγο πιο πέρα να διαπερνάει με τη σπάθα του έναν αντίπαλο ενώ την ίδια στιγμή χτυπούσε με την ασπίδα του στα μούτρα έναν που ανέβαινε τη σκάλα στέλνοντάς τον πίσω στους δικούς του στην τάφρο.
-Καλό πνίξιμο! βρυχήθηκε ο τουρμάρχης.
Ο Δάια πήγε κοντά του.
-Δεν θα αντέξουμε πολύ, έχουμε όμως ελπίδες να νικήσουμε όσο θα είναι περιορισμένος ο αριθμός αυτών που θα μπαίνουν στο κάστρο. Θέλω να οργανώσεις την άμυνα του πύργου της πύλης, όσο είναι κλειστή μπορούμε να κρατήσουμε.
Ο Λέων ένευσε και φώναξε μια διαταγή σε έναν αξιωματικό που αμέσως μπήκε στο φυλάκιο.
-Ποιος είναι ο καλύτερος λοχαγός σου; ρώτησε ο Μαξιμιανός ενώ απέκρουε μια επίθεση και στην αντεπίθεση έκοβε το λαιμό του αντιπάλου του.
Ο Λέων υπέδειξε έναν αξιωματικό με το χέρι που κρατούσε τη σπάθα του. Ο Δάια απέκρουσε έναν αντίπαλο ακόμα και φώναξε:
-Να πάρει θέση με το λόχο του του ώστε να αποκλειστεί η πρόσβαση στο εσωτερικό του κάστρου.
-Έγινε! φώναξε ο Λέων ενώ ο ανώτερος αλλά και φίλος του πήγαινε σε άλλους αξιωματικούς να δώσει οδηγίες.

Ο Ρωμανός Δελμάρ μετά βίας κρατιόταν στη σέλα του, κόντευε να πέσει όχι από κάποιο τραύμα αλλά από την εξάντληση. Ο εχθρός συνέχιζε την καταδίωξη και κάθε φορά που τους έφτανε ακολουθούσε μια άγρια αιματηρή αψιμαχία ως που να καταφέρουν και πάλι να απαγκιστρωθούν και να συνεχίσουν το ταξίδι τους.
Μια χούφτα άνδρες είχαν απομείνει από όσους είχαν έρθει μαζί του, η αρχόντισσα Σεβαστή ήταν και αυτή μαζί του. Το άλογό της είχε χτυπηθεί και την είχε πάρει πισωκάπουλα ένας Βόρειος, ο μόνος που είχε επιζήσει από τους άνδρες της σωματοφυλακής.
Επιτέλους φάνηκε μπροστά τους η γέφυρα του Καλλιστράτου. Ο Ρωμανός την έδειξε με το χέρι ενθαρρύνοντας τους δικούς του. Εκείνη τη στιγμή με μια άγρια ιαχή τους έφτασε μια ακόμα ομάδα αντιπάλων καβάλα σε αγριόλυκους. Δύο από τους άνδρες του έπεσαν αμέσως, οι υπόλοιποι ενεπλάκησαν στη σύγκρουση προσπαθώντας να προχωρήσουν προς τη γέφυρα.
Φτάσανε μόλις τρεις, ο Δελμάρ, η Σεβαστή και ο Βόρειος πολεμιστής που ξεπέζεψε μόλις έφτασαν στην πέτρινή της επιφάνεια και κάλπασαν προς την αντίπερα όχθη.
-Συνεχίστε εσείς, άρχοντά μου, φώναξε, και να φέρετε βοήθεια, εγώ θα μείνω να τους καθυστερήσω όσο θα έχω δυνάμεις.
-Δεν… πήγε να διαμαρτυρηθεί ο αξιωματικός μας ο Βόρειος επέμενε.
Ο Ρωμανός με την Σεβαστή πέρασαν τη γέφυρα ενώ ο πολεμιστής γυρνούσε για να κατεβάσει το τσεκούρι του στο κεφάλι ενός αγριόλυκου και μετά στου αναβάτη του που είχε βρεθεί στη γη παγιδευμένος από το κουφάρι του υποζυγίου του.
Ο Ρωμανός συνειδητοποίησε ότι δεν τους ακολουθούσαν αλλά δεν τόλμησε να κοιτάξει πίσω για αρκετό δρόμο. Η εικόνα που αντίκρισε κάνοντάς το, έμεινε για πάντα χαραγμένη στο μυαλό του. Ο πολεμιστής στη μέση της γέφυρας με το τσεκούρι του υψωμένο να στάζει αίμα και πτώματα να έχουν στοιβαχθεί ως το ύψος του γονάτου του. Όταν έφτασε στον επόμενο λόφο και κοίταξε πίσω πριν χάσει τη γέφυρα από τα μάτια του, περίμενε να τον δει νικητή αλλά δεν υπήρχε πια κανείς εκεί πίσω δικός του.
Με μια προσευχή στα χείλη του για τις ψυχές των πεσόντων συνέχισε το δρόμο του με τη Σεβαστή να τον ακολουθεί.

Η Άννα πήγε στην πόρτα του δωματίου που έμενε με τα παιδιά και κοίταξε έξω. Στην αυλή, λίγα μέτρα πιο πέρα, ένας αξιωματικός είχε παρατάξει τους άνδρες του καλύπτοντας την είσοδο στο εσωτερικό των κτισμάτων του κάστρου. Ήταν όλοι ματωμένοι και πολλοί είχαν ελαφρά τραύματα. Όπως είχαν παραταχθεί μπορούσε να τους μετρήσει, ήταν εξήντα δύο άνδρες, οι υπόλοιποι του λόχου θα πρέπει να είχαν ήδη πέσει μαχόμενοι.
Διέκρινε τον αδερφό Μιχαήλ στην πόρτα του παρεκκλησίου με το ραβδί του στα χέρια. Έδειχνε να προσεύχεται αλλά τα μάτια του ήταν στη σκληρή μάχη μπροστά του. Έστρεψε και εκείνη το βλέμμα ψηλά στα τείχη.
Η μάχη συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση. Οι εχθροί είχαν καταφέρει πλέον να σταθεροποιήσουν τον έλεγχό τους σε ένα κομμάτι του τείχους και εκείνοι που ανέβαιναν τις σκάλες το έκαναν εύκολα και χωρίς κίνδυνο πίσω από τις γραμμές των μαχόμενων. Δεν έπαυαν να είναι ωστόσο περιορισμένοι. Ο πύργος της πύλης κρατούσε, ο Λέων και οι μαχητές που είχε γύρω του μάχονταν στο στενό άνοιγμα της πόρτας που οδηγούσε από το τείχος στο εσωτερικό του πύργου και ευνοούσε το μικρό αριθμό των αμυνόμενων απέναντι στα στίφη του εχθρού.
Στην άλλη άκρη της εχθρικής εισβολής ο Μαξιμιλιανός Δάια και πολλοί από τους άνδρες του μάχονταν λυσσαλέα για να κρατήσουν τον εχθρό έξω από τον γωνιακό πύργο. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο μυλωνάς που με ένα ρόπαλο στα μυώδη χέρια του βοηθούσε τους μαχητές να αποκρούουν τις εχθρικές προσπάθειες να τους απωθήσουν να καταλάβουν τον πύργο.

-Λίγο ακόμη, είπε ο Ρωμανός Δελμάρ με φωνή που πρόδιδε την κόπωσή του, και φτάσαμε.
-Ναι, είπε η Σεβαστή, λίγο ακόμη.
Ίππευε κρατώντας με το ένα χέρι τα χαλινάρια του αλόγου της, το άλλο χέρι το είχε μέσα από τα ρούχα της στην κοιλιά της. Το τράβηξε και ήταν βαμμένο κόκκινο από το αίμα. Στην τελευταία μάχη με τον εχθρό ένα σπαθί την είχε πάρει ξυστά. Δεν είχε πει τίποτα γιατί δεν είχαν τα μέσα ή το χρόνο να το περιποιηθούν.
Περάσανε τη μαρμάρινη στήλη που έδειχνε τα όρια της επαρχίας.
-Πρέπει να βρούμε… είπε ο Δελμάρ αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση του. Ένα δόρυ ήρθε από το πουθενά και χτυπώντας τον στο στέρνο τον διαπέρασε. Έπεσε από το άλογο ενώ μια ομάδα ανδρών με κόκκινες πανοπλίες επιτιθόταν από όλες τις μεριές.
Η Σεβαστή ξεπέζευσε από το άλογό της και έτρεξε κοντά στον αγαπημένο της. Γονάτισε και τον πήρε στην αγκαλιά της. Άνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε, προσπάθησε να πει κάτι αλλά δεν μπόρεσε και έκλεισε πάλι τα μάτια του, αυτή τη φορά για πάντα. Εκείνη τον απίθωσε απαλά στο έδαφος και σηκώθηκε με μια μόνο σκέψη, την εκδίκηση.
Σκότωσε τρεις αντιπάλους πριν καταφέρουν να την ακινητοποιήσουν και να την φέρουν μπροστά στον αρχηγό της ομάδας τους.
-Ωραίο λάφυρο, είπε αυτός. Γδύστε την!
-Σιχαμένα σκουλήκια, είπε με περιφρόνηση η αρχόντισσα. Θα έρθει ο στρατός μας και θα σας παλουκώσουν όλους.
-Γι’ αυτό είμαστε εδώ έξω, είπε ο επικεφαλής, αλλά ακόμα δεν είδαμε τίποτα.
Καθώς της είχαν αφαιρέσει το θώρακα, ο άνδρας άπλωσε το χέρι του στο στήθος της. Η Σεβαστή προσπάθησε να αντιδράσει αλλά την κρατούσαν σφιχτά. Ο άνδρας της έσκισε το πουκάμισο και είπε:
-Θα το γλεντήσουμε ως που να φανεί ο στρατός σας.
Την επόμενη στιγμή γούρλωσε τα μάτια και ένας πνιχτός ήχος βγήκε από το στόμα του μαζί με έναν πίδακα αίμα. Σωριάστηκε στο χώμα και είδαν στην πίσω μεριά του λαιμού του να εξέχει το στέλεχος ενός βέλους. Ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτος και πριν προλάβουν οι σύντροφοί του να αντιδράσουν έπεσαν νεκροί από βέλη ενώ όσοι το έβαλαν στα πόδια βρέθηκαν μπροστά σε άνδρες με θώρακες και οπλισμένους με βαριά ξίφη. Τους αναγνώρισε, ήταν θωρακοφόροι, οι ανιχνευτές του στρατού και συνήθης εμπροσθοφυλακή. Ένας άνδρας σταμάτησε πάνω από το πτώμα του αρχηγού της ομάδας και είπε:
-Έπρεπε να κοιτάξετε καλύτερα, καθίκι.
Η Σεβαστή συμμάζεψε τα ρούχα της και πλησίασε τον επικεφαλής των θωρακοφόρων. Εκείνος την κοίταξε με συμπόνοια.
-Είστε ασφαλής τώρα, κυρία, είπε.
-Πρέπει να με πάτε στους ανωτέρους σας, ο Αβράναξ επιτέθηκε στο Φαιό Κάστρο, πρέπει να τους βοηθήσετε… Πρέπει…
-Ησυχάστε, κυρία, δεν κινδυνεύετε πια, είστε ασφαλής και οι επιδρομείς είναι νεκροί.
-Ακούστε με σας παρακαλώ.
-Δεν είναι μια εισβολή…
-Θέλει να…
-Είστε τραυματισμένη, πρέπει να ησυχάσετε.
-Σας παρακαλώ, είπε η Σεβαστή απελπισμένη, γιατί δεν με ακούει κανείς;
-Σας ακούω εγώ, αρχόντισσα, πείτε μου.
Η Σεβαστιανή στράφηκε να δει ποιος ήταν και βιάστηκε να γονατίσει όπως και όλοι οι άλλοι γύρω της. Γιατί αυτός που της είχε μιλήσει ήταν ο σεβαστοκράτορας Θεοφύλακτος Βοτανειάτης, ο δεύτερος ισχυρότερος άνδρας στην αυτοκρατορία μετά τον ίδιο τον αυτοκράτορα.

-Δεν θα αντέξουμε πολύ, μονολόγησε ο Μαξιμιλιανός ενώ πολεμούσε με τους άνδρες του στις επάλξεις μπροστά από τον πύργο για να εμποδίσουν την πτώση του στα χέρια του εχθρού.
Στην άλλη άκρη ο Λέων και οι δικοί του είχαν υποχωρήσει μέσα στον πύργο της πύλης για να μπορούν να κρατήσουν τη θέση τους μιας και από την πόρτα δεν μπορούσαν να περάσουν παρά μόνο δύο ή τρεις μαζί και έτσι τους κρατούσαν έξω.
Θριαμβευτικές κραυγές τράβηξαν το βλέμμα του στο σημείο του κάστρου που είχαν στον έλεγχό τους οι εισβολείς και είδε ότι είχαν τραβήξει επάνω σκάλες για να τις κατεβάσουν από την άλλη πλευρά και να βρεθούν στο εσωτερικό του κάστρου.
Στην αυλή ο λοχαγός διέταξε με δυνατή σταθερή φωνή:
-Κλειστός σχηματισμός! Σφιχτά τις ασπίδες, έτοιμοι για επίθεση!
Με αλαλαγμούς θριάμβου οι εισβολείς άρχισαν να κατεβαίνουν στην εσωτερική αυλή του κάστρου. Από έξω τους μιμήθηκαν οι σύντροφοί τους που είχαν καταλάβει την πρόοδό τους και ζητωκραύγαζαν για την επικείμενη νίκη τους ενώ ανανέωναν τις προσπάθειές τους.
Ο Μαξιμιλιανός δεν μπορούσε να αποσπάσει άλλους άνδρες για να πάνε να βοηθήσουν κάτω, η άμυνα στο τείχος είχε φτάσει στα όριά της. Σε λίγο θα κατέρρεε. Ένα νέο κύμα επιτιθέμενων κατέφτασε και επιτέθηκε με ορμή.

Η Άννα είχε κλείσει την πόρτα και παρακολουθούσε από ένα μικρό παράθυρο τα τεκταινόμενα. Τα παιδιά είχαν ξυπνήσει και ήταν όλα μαζεμένα γύρω της. Η κοπέλα δεν έτρεφε καμία αυταπάτη ότι η πόρτα θα τους προστάτευε αλλά την είχε κλείσει για να μην προκαλέσει την προσοχή των εισβολέων που θα ξεχύνονταν για σφαγή, ίσως κατάφερνε να κρύψει τα παιδιά.
Οι άνδρες στην αυλή μάχονταν υπεράνθρωπα να κρατήσουν τους εισβολείς. Στην πόρτα του παρεκκλησίου ο αδερφός Μιχαήλ χρησιμοποιούσε το ραβδί του για να αμυνθεί και να μην αφήσει κανέναν να περάσει μέσα. Αλλά ήταν μόνος του και ηλικιωμένος.
Η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι και δάκρυα ανάβλυσαν στα μάτια της. Όλα είχαν τελειώσει. Τα παιδιά μαζεύτηκαν πιο κοντά της και εκείνη τα αγκάλιασε.
-Φοβάμαι, είπε ένα κοριτσάκι.
-Δεν πρέπει, είπε εκείνη με φωνή όμως που δεν ήταν σταθερή.
Ένα δυνατό σάλπισμα ακούστηκε και όλα τα μάτια στράφηκαν στους λόφους απέναντι από το κάστρο. Ένας ιππέας στεκόταν τώρα εκεί σαλπίζοντας ξανά το μήνυμα της ελπίδας για τους μαχητές του κάστρου. Η βοήθεια είχε φτάσει. Σάλπισε άλλη μια φορά και σαν για να απαντήσει μια μυριόστομη πολεμική ιαχή ακούστηκε:
-Μία πίστις! Ένας λαός! Υρκάνια!
Χιλιάδες πολεμιστές κατέβαιναν τους λόφους τώρα συντεταγμένοι με το τακτικό τους βήμα να σείει το έδαφος. Θώρακες και πανοπλίες γυάλιζαν στο φως του φεγγαριού και τα τραβηγμένα ξίφη τους αντανακλούσαν το φως με έναν απόκοσμο τρόπο που έκανε την στρατιωτική αυτή δύναμη ακόμα πιο επιβλητική.
Οι επιτιθέμενοι άρχισαν να αποσύρονται από το κάστρο για να αντιμετωπίσουν τον νέο αντίπαλο αλλά τώρα δεν είχαν την αριθμητική υπεροχή και ο εχθρός τους ήταν αποφασισμένος να τους συντρίψει.

-Χαίρομαι που σε βλέπω σώο και αβλαβή αδερφέ, είπε ο Μαξιμιλιανός Δάια μπαίνοντας στο παρεκκλήσιο.
Ο αδερφός Μιχαήλ στράφηκε και τον κοίταξε. Είχε πράγματι βγει από τη μάχη σώος και αβλαβής αν εξαιρούσε κανείς μερικές αμυχές.
-Και εγώ εσένα, και μάλιστα θριαμβευτή.
-Οι ενισχύσεις έφτασαν την κατάλληλη στιγμή, είπε ο αξιωματικός, λίγο ακόμη και θα ήταν αργά πια. Ελάχιστοι πολεμιστές του εχθρού κατάφεραν να διαφύγουν.
Ήταν αλήθεια, η συντριβή του εχθρού ήταν απόλυτη. Την είχαν πληρώσει με αρκετές απώλειες, εκτός από τη φρουρά του κάστρου είχε χάσει και ο στρατός πολλούς αξιωματικούς και στρατιώτες. Είχαν ακόμα χάσει την αρχόντισσα Σεβαστή, που είχε υποκύψει στο τραύμα της. Μόνο τον Αραβανή δεν θα βρισκόταν κάποιος να κλάψει.
-Αλλά ξέφυγε ο Αβράναξ ε; μάντεψε ο ιερωμένος από την έκφραση του συνομιλητή του.
-Ναι, χρησιμοποίησε κάποια μαγεία και εξαφανίστηκε. Έλπιζα ότι θα τελειώναμε μαζί του.
-Δες την θετική πλευρά, πάλι δεν πήρε το Γριμόριο. Ακόμα και ο Αβράναξ, δεν είναι αθάνατος, ο χρόνος που περνάει είναι υπέρ μας. Μπορείς να χαρείς για τη νίκη.
Ο Μαξιμιλιανός ένευσε.
-Ποιος θα γίνει νέος άρχοντας;
-Ο σεβαστοκράτορας μου ζήτησε να αναλάβω εγώ την επαρχία και να γίνει διοικητής του Φαιού Κάστρου ο Λέων.
-Πολύ καλές επιλογές, επιδοκίμασε ο αδερφός Μιχαήλ και πρόσθεσε με ένα χαμόγελο, και δεν θα χρειαστεί να ψάξεις μακριά για αρχόντισσα.
Ο Μαξιμιλιανός ακολούθησε το βλέμμα του μοναχού στην αυλή όπου η Άννα είχε βγει με τα παιδιά στον καθαρό αέρα του πρωινού, και χαμογέλασε.

Τέλος


Η Πολιορκία Του Φαιού Κάστρου 4

Author: Νυχτερινή Πένα /


2.

Στις επόμενες ώρες η Άννα συμπάθησε τον κόμη. Δεν άφησε μέρος του κάστρου που να μην επισκεφθεί. Πέρασε από τους αμάχους να δει πως είχαν βολευτεί, μίλησε με τους αξιωματικούς του και τους άνδρες για να τους ενθαρρύνει και να βεβαιωθεί ότι δεν είχαν παραλείψει τίποτα. Τον είδε να μιλάει με το μυλωνά, ο μύλος του κάστρου ήταν στον πλαϊνό πύργο της δεξιάς πλευράς, και με το σιδερά. Τον είδε να ακούει την αναφορά του υπεύθυνου των κελαριών για το ποιες ακριβώς ήταν οι προμήθειές τους αλλά και να μιλάει με τον κοντούλη πρόσχαρο άνδρα που ήταν ο επικεφαλής των μαγειριών. Με όλους ήταν προσηνής και δεν ύψωνε τον τόνο της φωνής του.
Τον είδε να περιέρχεται τα τείχη και τους πύργους ενώ σταμάτησε στα σημεία που βρίσκονταν καταπέλτες και βαλλίστρες για να τα επιθεωρήσει με τους πρώτους να βρίσκονται σε κάποια σημεία του τείχους και τις δεύτερες στους πύργους.
Αυτή η συμπάθεια έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν έμαθε ότι ο άρχοντας Αραβανής είχε φύγει με την άμαξά του σχεδόν αμέσως μετά την άφιξή τους εδώ, δήθεν για να φέρει βοήθεια αλλά στην πραγματικότητα για να σώσει το τομάρι του. Είχε πάρει μαζί του μόνο τους άνδρες που χρειαζόταν για την άμαξα και την Πολυτίμη που του είχε υποσχεθεί τα κάλλη της για να τη σώσει.
Ο Μαξιμιλιανός Δάια δεν είχε καν σχολιάσει τη δειλία του έπαρχού του. Απλά είχε ανασηκώσει του ώμους και είχε συνεχίσει το έργο του με την ελευθερία να δίνει τις διαταγές χωρίς να χρειάζεται να τον συμβουλεύεται.
Είχε βάλει τα παιδιά να κοιμηθούν, εξαντλημένα από το ταξίδι και τις νέες παραστάσεις τα περισσότερα κοιμούνταν ήδη και μόνο μερικά από τα πιο μεγάλα είχαν μείνει ακόμα ξύπνια και μιλούσαν ξαπλωμένα στα στρωσίδια τους. Η ίδια είχε καθίσει στα δικά της στρωσίδια και κοιτούσε έξω στην αυλή του κάστρου. Δεν ακουγόταν τίποτα, οι πολεμιστές ξεκουράζονταν και μόνο τα βήματα της περιπόλου στα τείχη αντηχούσαν.
Ο Μαξιμιλιανός Δάια πέρασε την πόρτα και στάθηκε. Φορούσε τον θώρακά του αλλά και περικνημίδες και περικάρπια, ήταν ζωσμένος το σπαθί του ενώ είχε στα χέρια του το κράνος. Ήταν έτοιμος για μάχη. Κοίταξε τα παιδιά και μετά στράφηκε σε εκείνη.
-Όλα καλά; ρώτησε χαμηλόφωνα.
-Ναι, είπε η Άννα. Ακόμα και η Ελέσα κοιμήθηκε γαλήνια, δεν ξέρω πως τα κατάφερε ο μοναχός που της μιλούσε αλλά ηρέμησε.
-Ο αδερφός Μιχαήλ είναι σοφός άνθρωπος. Δυστυχώς ακόμα και εκείνος δεν κατάφερε να βρει έναν τρόπο να καταστρέψει το Γριμόριο.
-Αυτό που αναζητά ο Αβράναξ; Άκουσα την Ελέσα να μιλάει γι’ αυτό με τον μοναχό.
-Όσο ζει ο Αβράναξ είναι αδύνατο να καταστραφεί, το έχει συνδέσει με την ίδια του την ύπαρξη, αν σκοτωθεί τότε μόνο θα μπορέσει και αυτό να καταστραφεί. Όσο δεν το έχει ωστόσο είναι περιορισμένη η δύναμή του, κάτι είναι και αυτό.
-Ίσως νικήσετε εδώ και το καταφέρετε, είπε η κοπέλα.
-Μακάρι, είπε ο Δάια και την κοίταξε στα μάτια συνειδητοποιώντας πόσο όμορφη και γλυκιά ήταν, θα ήθελε να την γνωρίσει λίγο καλύτερα.

Ο Ρωμανός Δελμάρ και οι άνδρες του κάλπαζαν τόσο γρήγορα όσο μπορούσαν να το κάνουν και να διατηρούν τα άλογα την δύναμή τους για να συνεχίζουν το ταξίδι. Η νύχτα δεν τους σταμάτησε, ο πεντηκόνταρχος είχε αποφασίσει ότι θα συνέχιζαν να ταξιδεύουν και θα κοιμούνταν με βάρδιες στη σέλα, οι ξύπνιοι θα οδηγούσαν και τα άλογα των υπόλοιπων. Ακόμα δεν το είχε κάνει κάποιος αλλά η νύχτα είχε πέσει για τα καλά και δεν ήταν ξεκούραστοι όταν είχαν ξεκινήσει αυτό το ταξίδι. Κοίταξε την Σεβαστή, η αγαπημένη του δεν έδειχνε σημάδια κόπωσης αλλά σίγουρα είχε κουραστεί μιας και δεν ήταν το ίσιο συνηθισμένη σε πολύωρα ταξίδια με άλογο. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και του χάρισε ένα χαμόγελο. Ήταν πολύ τυχερός που είχε μπει στη ζωή του και ήθελε να γίνει γυναίκα του.
Από τις ευχάριστες σκέψεις τον έβγαλαν άγρια γρυλίσματα που ακούστηκαν κάπου μπροστά και ένας από τους άνδρες της αυτοκρατορικής φρουράς είπε με τη βαριά προφορά του:
-Αγριόλυκοι.
Ο πεντηκόνταρχος κούνησε το κεφάλι του. Η ονομασία αναφερόταν σε ένα είδος μεγάλων λύκων που ζούσαν στα βουνά του Κρίκου, στα σύνορα της αυτοκρατορίας, και τους οποίους χρησιμοποιούσαν πολλές φορές τα ορεινά τελώνια σαν υποζύγια. Πολεμούσαν μαζί, αγριόλυκος και αναβάτης, ενωμένα από την μοχθηρή και αιμοδιψή φύση τους.
Τράβηξαν σπαθιά και τσεκούρια και προχώρησαν στο δρόμο προσεκτικά. Δεν άργησαν να αντικρίσουν το φοβερό θέαμα. Οι αγριόλυκοι και τα τελώνια είχαν επιτεθεί σε μια άμαξα στο κοντινό σταυροδρόμι και είχαν με τη συνηθισμένη τους αγριότητα σκοτώσει τους επιβάτες των οποίων τα σώματα κατασπάραζαν οι αγριόλυκοι. Με ένα ρίγος να διατρέχει την σπονδυλική του στήλη, ο Ρωμανός διέκρινε λίγο πιο πέρα την ξεχαρβαλωμένη πόρτα της άμαξας και το έμβλημα που την κοσμούσε.
Την έδειξε στον πολεμιστή από το βορά που κούνησε το κεφάλι του. Πίσω τους η Σεβαστή έπνιγε μια κραυγή καθώς αναγνώριζε και εκείνη πολύ καλά το έμβλημα. Ο άρχοντας Αραβανής είχε συναντήσει το πεπρωμένο του.
Ένας αγριόλυκος σήκωσε το κεφάλι του και οσμίστηκε τον αέρα. Την επόμενη στιγμή άφησε ένα κοφτό γρύλισμα και κοίταξε γύρω, άλλο ένα και ήταν βέβαιο, τους είχε αντιληφθεί. Οι υπόλοιποι λύκοι και τα τελώνια δεν άργησαν να αντιληφθούν τι συνέβαινε.
-Για να περάσουμε θα πρέπει να πολεμήσουμε, είπε ο Ρωμανός γρήγορα στους άνδρες του. Σε κλειστό σχηματισμό για να μην μπορούν να μας χωρίσουν και για να μην πέσει κάποιος από εμάς.
Οι πολεμιστές μαζί του ένευσαν. Ήξεραν πως αν κάποιος έπεφτε από το άλογο ήταν χαμένος. Έφεραν τα άλογά τους κοντά και με τα σπαθιά τραβηγμένα, έτοιμα να χτυπήσουν, ξεκίνησαν. Είχαν φέρει και τις ασπίδες τους στα πλάγια προσπαθώντας να προφυλάξουν όσο μπορούσαν τα νώτα τους.
Επιτέθηκαν με ορμή και αιφνιδίασαν τους αντιπάλους τους. Διέσχισαν με ταχύτητα το ξέφωτο της διασταύρωσης σκορπίζοντας χτυπήματα δεξιά και αριστερά και αφήνοντας πίσω τους μερικά νεκρά τελώνια και έναν ή δύο αγριόλυκους. Όμως τα τελώνια τα έχασαν μόνο για λίγο, ύστερα έσπευσαν να καταδιώξουν τους ιππείς καβάλα στα άγρια υποζύγιά τους. Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να τους φτάσουν και να τους κυκλώσουν, ο Ρωμανός Δελμάρ και τους άνδρες του. Βρέθηκαν να μάχονται με αντιπάλους από κάθε πλευρά, σαν ένα νησί πολεμιστών μέσα σε μια θάλασσα από τελώνια. Η νύχτα αντηχούσε από τα χτυπήματα των όπλων, τις κραυγές των πληγωμένων και τα άγρια ουρλιαχτά των αγριόλυκων.
Οι στρατιώτες του Δελμάρ και οι πολεμιστές της αυτοκρατορικής φρουράς ήταν πιο καλά εκπαιδευμένοι και εξοπλισμένοι αλλά τα τελώνια ήταν πολύ περισσότερα και η δίψα τους για αίμα τα έκανε επικίνδυνα. Επιτίθονταν συνεχώς αγνοώντας τα πλήγματα που δέχονταν και δεν έπεφταν κάτω αν δεν είχαν πληγεί σοβαρά με τραύματα που θα είχαν σακατέψει έναν άνθρωπο.
Ο πεντηκόνταρχος μαχόταν με μανία τα αιμοδιψή όντα αναζητώντας μια διέξοδο για να συνεχίζουν τη ζωτική τους αποστολή. Οι άνδρες του γύρω πολεμούσαν το ίδιο παθιασμένα και σχεδόν όλοι είχαν μικρά ή μεγαλύτερα τραύματα. Δύο είχαν χτυπηθεί αρκετά και είχαν μεταφερθεί από τους συντρόφους τους στο εσωτερικό της μικρής αυτής νησίδας άμυνας που είχαν σχηματίσει. Στη μια περίπτωση η μετακίνηση είχε γίνει με το άλογο, ο πολεμιστής στη σέλα κρατούσε τα χαλινάρια με το ένα χέρι, το άλλο κρεμόταν αχρηστευμένο στο πλευρό του. Πίσω του είχε τον δεύτερο χτυπημένο που ακουμπούσε στην πλάτη του για να μην πέσει. Αυτού η μεταφορά είχε γίνει από σέλα σε σέλα και το άλογο είχε αφεθεί χωρίς αναβάτη. Οι αγριόλυκοι δεν είχαν αργήσει να το ρίξουν κάτω και να το κατασπαράξουν.
Ο Δελμάρ είδε στο βάθος να λαμπυρίζει κάτι και να αντανακλά το φως των αστεριών
-Το Βαθύ Ρυάκι, μουρμούρισε.
Μια ιδέα πέρασε από το μυαλό του και την μετέφερε γρήγορα στους άνδρες του.

Χάλκινα πνευστά και τεράστια τύμπανα που ηχούσαν σε μια άγρια συμφωνία ανήγγειλαν την άφιξη του εχθρού. Ο Μαξιμιλιανός από τη θέση του στον κεντρικό πύργο μπορούσε να τον δει σε όλο του το σκοτεινό μεγαλείο. Αναρίθμητα τάγματα πολεμιστών με κόκκινους θώρακες προέλαυναν με τάξη προς το κάστρο. Μπροστά τους τεράστια βραχοτελώνια έσπρωχναν ελέπολεις για να επιτεθούν στα τείχη και έναν αριθμό από καταπέλτες. Ακόμα πιο μπροστά πήγαιναν σε μεγάλες ομάδες οι άτακτοι, κλέφτες και συμμορίτες από τα βουνά που ακολουθούσαν τους εισβολείς, ως συνήθως, με την ελπίδα να μετάσχουν στην λεηλασία και να γυρίσουν φορτωμένοι με πλούσια λάφυρα. Μετέφεραν σκάλες για την άνοδο στα τείχη. Σαν πολεμιστές δεν άξιζαν πολλά αλλά θα χρησίμευαν σαν πρώτο κύμα εφόδου για να κουράσουν τους υπερασπιστές και να ετοιμάσουν την άνοδο στα τείχη.
-Περιμένετε, διέταξε τους άνδρες του. Μην κάνετε τίποτα.
Με μια άγρια κραυγή οι προπορευόμενοι άρχισαν να τρέχουν. Ο Μαξιμιλιανός μάντεψε άλλο ένα κέρδος από την επίθεση αυτή, ο Αβράναξ προσπαθούσε να εκτιμήσει τις άμυνες του κάστρου.
-Μη ρίξετε! διέταξε τους τοξότες. Αφήστε τους να φτάσουν στα τείχη.
Οι άτακτοι επιτιθέμενοι έφτασαν στον ξύλινο φράκτη και άρχισαν να τον κατεδαφίζουν με μανία. Ο Μαξιμιλιανός δεν είχε αφήσει φρουρά στον μικρό πύργο όπου θα μπορούσε να εξοντωθεί εύκολα ενώ ελάχιστα θα μπορούσε να βοηθήσει την άμυνα.
Ο Λέων ήρθε δίπλα του.
-Διαβλέπεις παγίδα;
-Προσπαθώ να τους αιφνιδιάσω. Αλλά μόλις μπορούν να χτυπήσουν τις ελέπολεις οι βαλλίστρες, να το κάνουν.
Οι επιτιθέμενοι πέρασαν την μικρή έκταση πίσω από το φράχτη και άρχισαν να κατεβαίνουν μέσα στην τάφρο που τους έφτανε ως τη μέση ή και πιο ψηλά. Οι πρώτοι φτάσανε στο τείχος και στηρίξανε τις σκάλες.
-Σκάλες φώναξε ένας νεαρός αξιωματικός.
-Ετοιμαστείτε για μάχη! φώναξε ο Λέων. Βράσματα έτοιμα!
Τώρα πολλοί από τους άτακτους ήταν μαζεμένοι στη βάση του τείχους και άρχιζαν να ανεβαίνουν. Από τα ειδικά ακροφύσια του τείχους τινάχθηκε βραστό λάδι και νερό αλλά λιωμένο μολύβι ζεματίζοντας τους επιτιθέμενους. Κραυγές πόνου και αγωνίας ακούστηκαν καθώς πολλοί έπεφταν νεκροί ή τραυματισμένοι ενώ κάποιοι που είχαν αρχίσει να σκαρφαλώνουν στις σκάλες έπεσαν από το ζεμάτισμα και σκοτώθηκαν από την πτώση. Κάποιοι προσπάθησαν να επιστρέψουν στο νερό της τάφρου για να γλιτώσουν αλλά ήταν αδύνατο μέσα στο συνωστισμό και κατέληξαν νεκροί στο έδαφος.
-Δόρατα!
Ένας αριθμός ακοντίων με ιδιαίτερα αιχμηρή άκρη είχε ετοιμαστεί για αυτήν την ώρα και έπεσε πάνω στους πολεμιστές στη βάση του τείχους. Ήταν για αυτούς η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Τράπηκαν σε φυγή κάτω από τις ιαχές των αμυνόμενων. Δεν γλίτωσαν τη ζωή τους όμως. Καθώς έφταναν στις γραμμές των τακτικών στρατευμάτων του μάγου εκείνοι ξεθηκάρωσαν τα σπαθιά τους και τους εξόντωσαν.
Ύστερα με ρυθμικό βήμα άρχισαν να προελαύνουν προς τα τείχη καθώς οι ελέπολεις πλησίαζαν.
-Καταπέλτες και βαλλίστρες! Πυρ κατά βούληση, φώναξε ο Μαξιμιλιανός, προέχει η καταστροφή των εχθρικών καταπελτών και των ελεπόλεων!
Βλήματα και μεγάλες κοτρόνες εκτοξεύθηκαν από το τείχος πάνω στον εχθρικό στρατό. Ο Μαξιμιλιανός παρακολουθούσε υπολογίζοντας πόσο θα κάνανε να ξαναοπλίσουν και πόσο θα είχαν προχωρήσει οι εχθροί στο χρόνο αυτό. Τα χτυπήματα από την πρώτη ομοβροντία διέλυσαν σχεδόν όλους τους καταπέλτες αλλά μόλις δύο από τις ελέπολεις είχαν πάθει ζημιές και η μία μόνο από αυτές είχε εγκαταλειφθεί από τους επιτιθέμενους.
-Έτοιμοι, ανέφερε ο Λέων.
-Πυρ! διέταξε ο Μαξιμιλιανός. Και οι τοξότες τώρα.
Ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτος. Καθώς βαλλίστρες και καταπέλτες είχαν στόχο τις ελέπολεις και τους καταπέλτες των επιτιθέμενων, το πεζικό είχε αρχίσει να προχωρά χωρίς να μεριμνά ιδιαιτέρως για την κάλυψή τους μιας και δεν είχαν δει ούτε τοξότες ως εδώ. Τώρα η ξαφνική βροχή από βέλη προκάλεσε πραγματική εκατόμβη αποδεκατίζοντας τις πρώτες γραμμές τους.
Ο Μαξιμιλιανός είδε τους καταπέλτες να καταστρέφονται αλλά τρεις από τις ελέπολεις έφτασαν στο τείχος αν και χρειάστηκε να τις σπρώξουν οι κοκκινοντυμένοι πολεμιστές στα τελευταία μέτρα μιας και τα βραχοτελώνια είχαν εξοντωθεί.
-Ετοιμαστείτε να απωθήσετε επιδρομείς! φώναξε και είδε σε όλο το τείχος τους άνδρες του να ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά τους.
Οι πολεμιστές άρχισαν να ανεβαίνουν τις σκάλες και το εσωτερικό των ελεπόλεων. Ο Μαξιμίλιαν ξεθηκάρωσε το σπαθί του και έριξε μια ματιά στον Λέοντα. Εκείνος ένευσε ότι ήταν έτοιμος.