Μέρες Του Φθινοπώρου 21

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Εικοστό Πρώτο

 

Πέρασαν σχεδόν μια ώρα κολυμπώντας στη θάλασσα και παίζοντας με το νερό μερικές φορές σαν τα παιδιά. Βγήκαν στην άμμο και η Φωτεινή είπε:

-Αν πεινάσατε, πάμε στο μαγαζί να φάμε.

Οι υπόλοιποι δεν είχαν αντίρρηση. Μόνο η Ελπίδα είπε:

-Να πάω σε μια από τις καμπίνες εκεί πέρα να αλλάξω.

-Θα ανέβεις σπίτι να αλλάξεις, είπε η Φωτεινή.

Επέστρεψαν στο εστιατόριο συζητώντας και γελώντας. Ακόμα και η Ελπίδα ένιωθε ανέμελη στην παρέα τους, για λίγο ο ουρανός της ψυχής της ήταν ανέφελος.

Φτάνοντας στο μαγαζί ο Ρωμανός με την Ελπίδα ανέβηκαν πάνω για να αλλάξει η κοπέλα. Η Φωτεινή κανόνισε για ένα τραπέζι για να καθίσουν οι τέσσερίς τους και κάθισε εκεί με τον Δελμάρ.

-Ωραία είναι εδώ, είπε εκείνος. Έχω έρθει μια φορά με τον θείο μου και τον πατέρα μου αλλά δεν ήξερα ότι είναι δικό σας.

-Λογικό, αν δεν είμασταν εμείς εδώ που μας ήξερες, πώς να το καταλάβεις;

Συζητούσανε σαν να ήταν φίλοι που γνωρίζονταν από χρόνια. Η εικόνα του απόμακρου που είχε στο σχολείο δεν ήταν αληθινή, διαπίστωνε τώρα η Φωτεινή. Ήταν φιλικός και πρόθυμος να συζητήσει. Ακόμα, ήταν κύριος. Όσο μιλούσε με τη Φωτεινή την κοιτούσε στα μάτια εκτός από μερικές ματιές που είχε ρίξει στο χώρο γύρω τους και στη θέα προς τη θάλασσα. Ούτε μια φορά δεν είχε περιπλανηθεί το βλέμμα του στο σώμα της, κάτι που πολλοί θα έκαναν καθώς ήταν ακόμα με το μπικίνι.

 

Ο Ρωμανός ανέβηκε στο σπίτι με την Ελπίδα και την οδήγησε στο δωμάτιό τους για να αλλάξει. Η κοπέλα στάθηκε στο χολ και είπε:

-Μην κοιτάς, μια στιγμή.

Γύρισε την πλάτη της στον Ρωμανό και έβγαλε το σκουφάκι κολύμβησης που φορούσε στη θάλασσα αντί για το μαντήλι, που δεν ήταν πρακτικό για μέσα στο νερό. Στράφηκε να πάρει το μαντήλι από την τσάντα της και είδε ότι ο Ρωμανός την κοιτούσε.

-Ρωμανέ! είπε. Δεν θέλω να με βλέπεις έτσι! Είμαι…

Ο Ρωμανός την αγκάλιασε και χάιδεψε τρυφερά το γυμνό δέρμα εκεί που κάποτε υπήρχαν πυκνά μαύρα μαλλιά.

-Για εμένα είσαι η πιο όμορφη γυναίκα, πάντα θα είσαι.

Τη φίλησε απαλά.

-Έλα, άλλαξε να πάμε να βρούμε τους άλλους.

Η Ελπίδα ένευσε και έκανε να μπει στο δωμάτιο για να αλλάξει. Αλλά γύρισε πίσω και τον αγκάλιασε. Τον φίλησε στα χείλη και μετά τον άφησε.

Μπήκε στο δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα αλλά δεν την ασφάλισε και η πόρτα ξανάνοιξε λίγο. Ο Ρωμανός στράφηκε αυτή τη φορά από την άλλη, δεν ήθελε να την δει γυμνή, θα ερχόταν και αυτή η στιγμή αναμφίβολα. Αλλά τώρα θα ήταν απρεπές.

Η Ελπίδα βγήκε και ο Ρωμανός της χαμογέλασε. Κατέβηκαν μαζί στο μαγαζί και κάθισαν με τον Αλέξη και την Φωτεινή.

 

-Αυτός είναι ο γιος του Δελμάρ, είπε η Δέσποινα. Δεν ήξερα ότι τον ήξερε. Πολύ καλή επιλογή, είναι μια εξαιρετικά πλούσια οικογένεια! Ναι, ξέρει τι κάνει, μόνο το μπικίνι της φοράει. Αλλά ο γιόκας σου πάντα με τη χτικιάρα.

Η Δωροθέα σήκωσε τα μάτια της από τους λογαριασμούς που έκανε, ξέροντας ήδη τι θα αντικρίσει. Η Φωτεινή ήταν με τον αδερφό της και την Ελπίδα και έναν άλλο νεαρό που προφανώς η μητέρα της γνώριζε. Τέσσερεις φίλοι που απολάμβαναν το φαγητό και την παρέα τους.

-Δεν συμπαθείς καθόλου την Ελπίδα.

-Τι να συμπαθήσω; Είναι μια άρρωστη που έκανε τον Ρωμανό να την αγαπήσει και δεν τον αφήνει να φτιάξει το μέλλον του.

-Ο Ρωμανός την γνώριζε πολύ πριν αρρωστήσει.

-Ε τότε έπρεπε να την αφήσει. Τι της βρίσκει;

-Ότι όταν της μιλάει τον κοιτάζει μέσα στα μάτια, είπε η Δωροθέα. Ανάμεσά τους δεν θα υπάρξουν ποτέ μυστικά ή δόλος.

-Είπε η γυναίκα που την εξαπάτησε ο άνδρας της, είπε η Δέσποινα χλευαστικά.

-Γι’ αυτό έχει σημασία να είναι με κάποια που θα είναι ειλικρινής απέναντί του.

Η Δέσποινα έκανε έναν ήχο περιφρόνησης πλαταγίζοντας τα χείλη της.

-Τουλάχιστον η Φωτεινή έκανε τη σωστή επιλογή και αν είναι έξυπνη, θα τον τυλίξει τον Δελμάρ. Της έκοψε να μη βάλει τίποτα πάνω της.

-Μητέρα!

-Αυτή είναι μια υγιής γυναίκα με κορμάρα, γιατί να μην την δείξει; Η άλλη τι να δείξει;

-Η Φωτεινή δεν κρυώνει ούτε το χειμώνα καλά – καλά. Η Ελπίδα δεν νιώθει άνετα και με την αρρώστια πρέπει να προσέχει.

-Αυτό ακριβώς, είναι άρρωστη. Και εσύ γιατί την υπερασπίζεσαι; Για χάρη του Ρωμανού ή επειδή καλοβλέπεις τον σακάτη;

Η αναφορά της μητέρας της έφερε στο μυαλό της τον Μιχάλη, το χέρι του δυνατό στη χειραψία αλλά ταυτόχρονα απαλό, ζεστό όταν κρατούσε την Ελεάνα και της την έδωσε. Σκέφτηκε το χέρι του στο στήθος της, να κλείνει πάνω στη θηλή της. Ή να την κρατάει από τους γοφούς ενώ θα την έκανε δική του. Η σκέψη της έφερε μια φούντωση και ένιωσε τα μάγουλά της να φλογίζονται ενώ οι θηλές του στήθους της σκλήραιναν ερεθισμένες. Η Δέσποινα την κοίταξε με ένα σαρκαστικό χαμόγελο. Η Δωροθέα δεν κατάλαβε το γιατί ως που είδε ότι ο ερεθισμός της διαγραφόταν ξεκάθαρα στην μπλούζα της.

-Σε ανάβει ο σακάτης βλέπω. Άντε να ανοίξεις τα πόδια για χάρη του.

-Ξέρεις κάτι μητέρα; Θα το κάνω. Θα το κάνω και θα το απολαύσω και θα τον αφήσω να με πάρει όπως θέλει, ακόμα και να με γκαστρώσει άμα το θέλει. Αρκεί να με απαλλάξει από εσένα!

Για πρώτη φορά από τότε που θυμόταν τη μάνα της την έβλεπε να χάνει τα λόγια της. Από μόνο του αυτό άξιζε πολλά αλλά η Δωροθέα συνειδητοποιούσε πως ήταν αλήθεια, ο Μιχάλης θα ήταν ο άνθρωπος που της χρειαζόταν, ένας άνδρας που δεν φοβόταν τη μητέρα της και θα την βοηθούσε να απαλλαγεί από την κηδεμονία της. Ειδικά τώρα που είχαν λυθεί όλα τα άλλα της προβλήματα.

 

Ο Μιχάλης τινάχτηκε από τον ύπνο και ανακάθισε παίρνοντας βαθιές ανάσες. Κοίταξε γύρω του σαν να μην αναγνώριζε το μέρος και μετά κούνησε το κεφάλι του. Ήταν ένα όνειρο μόνο. Ένα όνειρο που δεν αφορούσε κάτι φανταστικό ή πιθανό να συμβεί αλλά ένα γεγονός που είχε ήδη συμβεί πάνω από δύο δεκαετίες πριν. Κάτι που είχε μείνει θαμμένο στο παρελθόν για πολύ καιρό.

Πήρε βαθιά ανάσα.

Η Κλερ είχε ξυπνήσει από την απότομη κίνηση μιας και κοιμόταν στην αγκαλιά του. Ανακάθισε και εκείνη.

-Τι είναι, αγάπη μου; Τι έχεις;

-Ένα άσχημο όνειρο, είπε ο Μιχάλης. Δεν είναι τίποτα, ξανακοιμήσου, καρδιά μου.

Η Κλερ τον αγκάλιασε από πίσω και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.

-Έλα, ξάπλωσε και εσύ κοντά μου.

-Δεν θα κοιμηθώ άλλο.

-Δεν θέλω να κοιμηθούμε, είπε η Κλερ με ένα χαμόγελο που ο Μιχάλης δεν μπορούσε να δει αλλά ένιωσε από τον τόνο της φωνής της. Τον φίλησε απαλά στο λαιμό ενώ τον χάιδευε. Τον τράβηξε να ξαπλώσει και εκείνος το έκανε. Η Κλερ χώθηκε στην αγκαλιά του και τον ξαναφίλησε.

-Τι ήταν; ρώτησε.

-Απλά ένα άσχημο όνειρο, είπε ο Μιχάλης. Δεν χρειάζεται να το σκέφτεσαι.

-Ό,τι σε πονάει, πονάει και εμένα, είπε η Κλερ απαλά.

-Μην το σκέφτεσαι.

Ο Μιχάλης την αγκάλιασε και χάιδεψε τη γυμνή πλάτη της. Η Κλερ ανασηκώθηκε και τον κοίταξε στα μάτια.

-Δεν πρέπει να το σκέφτεσαι ούτε εσύ τότε, είπε και τον φίλησε αυτή τη φορά στο στόμα.

Το φιλί έγινε πιο ερωτικό και η Κλερ μετακινήθηκε φέρνοντας το σώμα της πάνω από το δικό του. Η γλώσσα της έπαιξε με τα χείλη του για να ανοίξουν και να βρει τη δική του γλώσσα, ένιωσε τον ανδρισμό του να σκληραίνει και τρύπωσε το χέρι της ανάμεσα στα σώματά τους για να τον χαϊδέψει με τα δάκτυλά της. Κατέβασε το εσώρουχό του και συνέχισε το χάδι της αυτό. Ο Μιχάλης την έπιασε από τη μέση και την ανασήκωσε. Τον δέχθηκε μέσα της και ακολούθησε τον αργό ηδονικό ρυθμό του.

-Μου αρέσει έτσι αργά, του ψιθύρισε. Σαν να είμαστε μόνοι μας στην γη και να μην έχουμε άλλη έγνοια από το να ευχαριστήσουμε ο ένας τον άλλο και ίσως…

-Ίσως;

-Να δημιουργήσουμε μια νέα ζωή, είπε η Κλερ με την ανάσα της να κόβεται καθώς ένιωθε το σώμα της να σφίγγεται γεμάτο ένταση καθώς πλησίαζε την κορύφωση.

Ο Μιχάλης τη φίλησε με πάθος και εκείνη του το ανταπέδωσε νιώθοντας όλο και πιο μεγάλη την ένταση στο σώμα της. Τα χέρια του Μιχάλη αγκάλιασαν τους γοφούς της και την κράτησαν καθώς έφταναν μαζί στην κορύφωση. Η Κλερ ξάπλωσε πάνω του ακουμπώντας το κεφάλι της στο στέρνο του. Ο Μιχάλης μετακίνησε τα χέρια του στην πλάτη της. Την χάιδευε καθώς εκείνη ανάσαινε ακόμα γρήγορα από την ένταση της ερωτικής πράξης.

-Μιχάλη, είπε η Κλερ.

-Ναι, αγάπη μου;

-Μην σταματάς, μου αρέσει πολύ αυτό που κάνεις.

-Απλά σε χαϊδεύω.

-Το ξέρω, αλλά με κάνει να νιώθω τόσο όμορφα.

-Να υποθέσω ότι ο κύριος Μάρτιν δεν θα το έκανε;

-Μετά από μια ερωτική πράξη; Όχι, έλεγε ότι χαλάει τον ερωτισμό.

Ο Μιχάλης γέλασε.

-Μερικές φορές δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους, είπε. Τι πιο φυσιολογικό από αυτό;

-Να μην τους καταλάβεις ποτέ, είπε η Κλερ, σε αυτά τα θέματα. Καλύτερα που είσαι διαφορετικός.

-Όχι και τόσο διαφορετικός, με μια όμορφη γυναίκα στην αγκαλιά μου δεν είμαι κανένας άγιος.

Η Κλερ γέλασε.

-Καρδιά μου, δεν θέλω να είσαι άγιος. Το πάθος που μοιραζόμαστε όταν κάνουμε έρωτα είναι υπέροχο και το αποζητώ όσο και την τρυφερότητα, απλά θα ήταν κούφιο και ανούσιο αν τώρα δεν με κρατούσες αγκαλιά να με χαϊδεύεις.

Ο Μιχάλης την έσφιξε στην αγκαλιά του.

-Τότε μείνε στην αγκαλιά μου και μη φύγεις ποτέ, ψιθύρισε.

 

-Μπράβο κούκλα μου! είπε η Δέσποινα και η Φωτεινή στάθηκε έκπληκτη, είχε χρόνια να ακούσει τέτοιο έπαινο.

Η Δέσποινα δεν την άφησε με την απορία.

-Σε είδα με τον Δελμάρ, έκανες τη σωστή επιλογή.

Ο Αλέξης είχε φύγει και ο Ρωμανός είχε συνοδέψει την Ελπίδα σπίτι. Η Φωτεινή είχε πάει να δει τι έκανε η μητέρα της και είχε εισπράξει την επιδοκιμασία της γιαγιάς της.

-Είμαστε μόνο φίλοι.

-Σήμερα φίλοι, αύριο κάτι παραπάνω, είπε η Δέσποινα, είμαι σίγουρη ότι σου αρέσει. Ψηλός, γυμνασμένος, γιατί όχι; Θα πας στο κρεβάτι του και μετά αυτή η τέλεια μαυρισμένη κοιλιά σου θα αρχίσει να στρογγυλεύει και θα έχεις λύσει το πρόβλημα.

-Παρότι θέλω να κάνω οικογένεια, είπε η Φωτεινή, θέλω να σπουδάσω. Και να είσαι σίγουρη ότι δε θα έμενα έγκυος για να κρατήσω έναν άνδρα αλλά για να κάνω μαζί του οικογένεια.

-Που είναι το κακό στο να τα συνδυάσεις;

Η Φωτεινή έφυγε φουρκισμένη και η Δέσποινα χαμογέλασε. Αυτή ήταν σε καλό δρόμο, έπρεπε να φροντίσει για τον Ρωμανό.

 

-Τι σκέφτεσαι;

Η Κλερ ρώτησε τον Μιχάλη ενώ συνέχιζε να είναι στην αγκαλιά του ακόμα, με το κεφάλι στο στέρνο του. Εκείνος συνέχιζε να χαϊδεύει απαλά την πλάτη της γεμίζοντάς την με ένα αίσθημα τρυφερότητας και ασφάλειας.

-Εσένα.

-Αλήθεια; Και τι σκέφτεσαι;

-Πόσο υπέροχη είσαι.

-Απλά μια συνηθισμένη κοπέλα από τα Μίντλαντς.

-Για εμένα δεν είσαι συνηθισμένη, είσαι μια γλυκιά κοπέλα που μου χάρισε γενναιόδωρα τα αισθήματά της, μια όμορφη γυναίκα που με τίμησε με τον έρωτά της, μια παθιασμένη σύντροφος που μοιράστηκε μαζί μου το πάθος της, μια μούσα που με γέμισε έμπνευση…

-Αυτό το λες έτσι για να με κάνεις να νιώσω ωραία, είπε η Κλερ. Σε τι να σε εμπνεύσω εγώ; Τι είμαι; Η Βερονίκη του Δάντη;

-Δεν το πιστεύεις;

Η Κλερ ανασήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε.

-Όχι, του είπε παιχνιδιάρικα.

Ο Μιχάλης την κοίταξε στα μάτια και της είπε:

Θέλω το μπουμπούκι των χειλιών σου

να φιλήσω,

με το νέκταρ τους να μεθύσω,

θέλω το λαιμό σου να κατεβώ

φιλώντας

θέλω να σε φιλήσω

στων στηθών σου τις καμπύλες

ως τις ροδαλές κορυφές,

δική μου να είσαι…

Η Κλερ τον άκουγε, δεν ήταν μόνο το ίδιο το ποίημα, την ξάφνιαζε που μπορούσε έτσι απλά να συνθέσει ένα ποίημα για εκείνη, τον σταμάτησε με ένα φιλί στα χείλη.

-Είμαι δική σου, τώρα και για πάντα.


Μέρες Του Φθινοπώρου 20

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Εικοστό

 

Ο Μιχάλης και η Κλερ επέστρεψαν στο σπίτι του μετά την επίσκεψή του στον Αθάνατο. Ο Μιχάλης τής είπε για την πρόταση του Αθάνατου και η Κλερ την βρήκε εκπληκτική.

Στο σπίτι η Κλερ ασχολήθηκε με το μαγείρεμα και ο Μιχάλης αφοσιώθηκε στο γράψιμο. Όταν τελείωσε με το φαγητό η Κλερ μπήκε στο δωμάτιο και τον βρήκε να γράφει. Διάβασε πάνω από τον ώμο του:

-Μακριά από την κόρη μου! Θα δώσεις λόγο γι’ αυτή σου την τόλμη. Αύριο κιόλας θα δικαστείς.

-Πατέρα, παντρευτήκαμε, είπε παρακλητικά η Άρια, δώσε μας την ευχή σου.

-Ποιος παπάς τόλμησε τέτοιο πράγμα;

-Εγώ, είπε ο Βαρσανούφιος που ήταν μέσα στη σκηνή και είχε βγει ακούγοντας τη φασαρία.

Οι καλεσμένοι στον γάμο είχαν κάνει έναν κύκλο γύρω τους ενώ είχαν μαζευτεί και άλλοι λεγεωνάριοι και προσέρχονταν περισσότεροι όπως επικρατούσε αναταραχή.

-Εσύ! Θα σε κρεμάσω τόσο ψηλά..... Πώς σε λένε παπά, πριν σε εκτελέσω;

-Είμαι λειτουργός του Υψίστου, είπε ο ιερέας ήσυχα, και Εκείνου τους νόμους υπακούω πρώτα και μετά τους ανθρώπινους.

Ο Άριος σήκωσε το μαστίγιο που κρατούσε, αυτό που χρησιμοποιούσε για το άλογο, για να χτυπήσει τον ιερέα που τον παρακολουθούσε ατάραχος.

-Θ’ αρχίσω από εσένα και αυτός ο γάμος δεν θα ισχύσει! Ποτέ!

Κατέβασε το χέρι του αλλά το χτύπημα δεν έφτασε ποτέ στον Βαρσανούφιο. Ένα χέρι άρπαξε αυτό του Αρίου από τον καρπό και το ακινητοποίησε. Ο συγκλητικός κοίταξε με έκπληξη – και όχι μόνο αυτός – ποιος είχε τολμήσει να τον σταματήσει. Αντίκρισε τον Γουίλφριντ, τον αρχηγό των Σαρματών. Ύστερα είδε την απάντηση στην ανέκφραστη ερώτηση για το θάρρος του. Ο Γάιος την είχε δει ήδη.

Στο στήθος του Σαρματού κρεμόταν ένα μενταγιόν που είχε βγει έξω από τον χιτώνα του με την γρήγορη κίνηση που είχε κάνει για να σταματήσει τον Άριο. Το μενταγιόν εικόνιζε τον Ρωμαϊκό αετό και γύρω του είχε την επιγραφή Scolae Palatinae. Οι σχολές ήταν επίλεκτα στρατιωτικά σώματα και η συγκεκριμένη ήταν εκείνη που είχε αντικαταστήσει την περιβόητη Πραιτοριανή φρουρά ως σωματοφυλακή του αυτοκράτορα, μια αλλαγή που είχε κάνει σχεδόν πριν από ενάμισι αιώνα ο Μεγάλος Κωνσταντίνος. Ο Γουίλφριντ ανήκε στη φρουρά του αυτοκράτορα. Ήταν έμπιστός του και με αυτό το θάρρος είχε τώρα επέμβει.

Και ήταν απόλυτα λογικό. Ο Βαλεντινιανός δεν εμπιστευόταν τον Αέτιο, με κάθε ευκαιρία θα έστελνε έμπιστους στις δυνάμεις που εκείνος συγκέντρωνε. Έτσι είχε βρει και τώρα την ευκαιρία να στείλει έναν δικό του στη λεγεώνα.

-Άσε το χέρι μου! μούγκρισε ο Άριος αλλά δεν πρόλαβε να αντιδράσει ο Γουίλφριντ. Μια φωνή από τους σκοπούς έφερε την αναστάτωση.

-Ούννοι! Έρχονται από τα δυτικά.

Όλοι έτρεξαν στα τείχη του στρατοπέδου. Οι Ούννοι ήταν ακόμα μακριά, αλλά και από την απόσταση αυτή μπορούσαν να διακρίνουν ότι ήταν διπλάσιοι από τους άνδρες που διέθετε η λεγεώνα.

Ο Γάιος κοίταξε τον εχθρό που προέλαυνε για μια στιγμή και μετά διέταξε:

-Ετοιμαστείτε για μάχη!

 

-Ωραίο είναι, είπε η Κλερ. Και είσαι σε ένα ωραίο σημείο για να σταματήσεις.

Ο Μιχάλης έβγαλε τα γυαλιά του και έτριψε τα μάτια του. Η Κλερ έβαλε τα χέρια της στους ώμους του και άρχισε να του κάνει ένα ελαφρύ μασάζ. Τον ένιωσε να χαλαρώνει κάτω από τα χέρια της.

-Έχεις ελαφρύ άγγιγμα.

-Σου αρέσει;

-Είναι χαλαρωτικό.

Η Κλερ συνέχισε για λίγο.

-Έλα, πάμε να φάμε και θα συνεχίσουμε μετά.

Ο Μιχάλης σηκώθηκε και την ακολούθησε στην κουζίνα για να την βοηθήσει να μεταφέρει τα απαραίτητα έξω. Το φαγητό ήταν ψητό της κατσαρόλας και φάγανε με όρεξη.

-Είσαι υπέροχη μαγείρισσα, είπε ο Μιχάλης την ώρα που τελειώνανε το φαγητό.

-Χαίρομαι που σου άρεσε, είπε η Κλερ. Επειδή ζω μόνη πολύ σπάνια μαγειρεύω, και το χάρηκα σήμερα.

Μάζεψαν το τραπέζι και τακτοποίησαν.

-Και τώρα; Τι θες να κάνουμε; ρώτησε ο Μιχάλης την αγαπημένη του.

-Είχαμε μια γεμάτη μέρα. Θες να ξαπλώσουμε;

-Δεν είναι άσχημη ιδέα.

Ο Μιχάλης χαμογέλασε και την αγκάλιασε από την μέση.

-Πάμε τότε.

Ξάπλωσαν και η Κλερ χώθηκε στην αγκαλιά του. Άπλωσε το χέρι της και άγγιξε το γόνατό του. Ήταν ζεστό σαν να ήταν κάτω από τον ήλιο.

-Είναι φυσιολογικό αυτό; ρώτησε.

-Είναι συνηθισμένο όταν το έχω κουράσει. Δεν είναι κάτι το ανησυχητικό, μην το σκέφτεσαι.

-Σε πονάει; Πρόσεξα ότι…

-Χωλαίνω περισσότερο. Το ζόρισα λίγο σήμερα, απλά ξεκούραση θέλει. Όταν σηκωθούμε, θα είναι εντάξει.

 

Ο Αλέξης Δελμάρ ετοιμαζόταν να μπει στο αυτοκίνητό του όταν τον πλησίασε ο Δημήτρης.

-Αυτό που έγινε σήμερα δεν θα μείνει έτσι. Με ξεφτίλισες, μην περιμένεις να το ξεχάσω.

-Μπορείς να δοκιμάσεις όποτε θες, είπε ο Δελμάρ με ένα ειρωνικό χαμόγελο, αλλά σε προειδοποιώ ότι δεν θα ευθύνομαι για τη ζημιά που θα πάθεις.

Έκανε να στραφεί πάλι στο αυτοκίνητό του αλλά γύρισε ξανά προς τον Δημήτρη. Τώρα το χαμόγελο είχε χαθεί από τα χείλη του.

-Και μακριά από τη Φωτεινή, αν την πλησιάσεις θα το μάθω και θα σε τσακίσω. Κατάλαβες;

Ο Δημήτρης έφυγε τρέχοντας και ο Δελμάρ ξαναγύρισε στο αυτοκίνητό του αλλά πριν προλάβει να μπει κάποιος άλλος πλησίασε. Ο Δελμάρ γύρισε έτοιμος για να χτυπήσει αλλά δεν ήταν ο Δημήτρης. Ήταν ο Ρωμανός που είχε πλησιάσει μαζί με την Φωτεινή και την Ελπίδα.

-Η Φωτεινή μου είπε τι έκανες, είπε στον Δελμάρ, και θέλω να σε ευχαριστήσω που την βοήθησες όταν εγώ δεν μπορούσα.

-Δεν κάνει τίποτα, είπε ο Δελμάρ, εύχομαι μόνο να είχα πάει νωρίτερα. Και νομίζω ότι τελικά δεν τον πόνεσα αρκετά.

Ο Ρωμανός τον ευχαρίστησε και πάλι.

-Έλεγα να πάω για μπάνιο στη θάλασσα, θέλετε να έρθετε;

-Πού πας για μπάνιο; ρώτησε η Φωτεινή.

-Στην Εφταλού ή στα δικά σας μέρη. Φυσικά θα πάμε στα μέρη σας αν έρθετε μαζί, είπε ο Δελμάρ.

Ο Ρωμανός και η Φωτεινή συνεννοήθηκαν με το βλέμμα.

-Εντάξει, πάμε, είπε η Φωτεινή, και μετά θα πάμε να φάμε στο εστιατόριό μας.

Η Ελπίδα φάνηκε να διστάζει.

-Δεν έχω μαγιό, είπε τελικά.

-Θα κάνουμε μια στάση να αλλάξεις, είχε τη λύση η Φωτεινή και τα δύο αγόρια δεν είχαν αντίρρηση.

Μπήκαν στο αυτοκίνητο, ο Ρωμανός κάθισε με την Ελπίδα πίσω και η Φωτεινή κάθισε δίπλα στον Αλέξη. Ξεκίνησαν αμέσως.

-Αξίζει να το γιορτάσουμε, είπε ο Ρωμανός, τη βγάλαμε καθαρή από πολλούς μπελάδες σήμερα.

-Εσύ από αποβολή, είπε η Φωτεινή, εμείς από την ωριαία, αν και δεν μπορώ να καταλάβω πώς έγινε αυτό.

-Είναι απλό, είπε ο Δελμάρ με ένα πονηρό χαμόγελο, ο Αθάνατος είναι θείος μου, αδελφός της μητέρας μου, γι’ αυτό και έρχομαι σε αυτό το σχολείο. Όσο ήσουν σπίτι σας και άλλαζες, τον πήρα ένα τηλέφωνο και του εξήγησα ότι πρέπει να αργήσουμε και ενημέρωσε τον Θεοδώρου.

-Κατάλαβα!

-Είναι μυστικό, να μείνει μεταξύ μας.

-Ναι, βέβαια, είπε η Φωτεινή. 

Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη και είδε ότι η Ελπίδα είχε γείρει το κεφάλι της στον ώμο του αδερφού της και κρατούσε στα χέρια της το ελεύθερο χέρι του Ρωμανού μιας και εκείνος είχε το άλλο περασμένο γύρω από τους ώμους της.

 

Η Ελπίδα ένιωθε όμορφα, βρισκόταν στην αγκαλιά του αγαπημένου της, εκείνου που αγαπούσε εδώ και χρόνια και που ήξερε πέραν κάθε αμφιβολίας ότι την αγαπούσε και εκείνος. Δεν είχαν προλάβει να μιλήσουν γιατί δεν είχαν μείνει μόνοι τους, αλλά ήξερε ότι θα είχαν τον χρόνο. Ένιωθε ευτυχισμένη και το απολάμβανε ευχόμενη να κρατήσει.

Αγκάλιασε από τη μέση τον Ρωμανό. Εκείνος τη χάιδεψε τρυφερά στο μάγουλο με το ελεύθερο χέρι του. Ανασήκωσε το κεφάλι της και τον φίλησε απαλά στον λαιμό.

Φτάσανε στο σπίτι της Ελπίδας και ο Αλέξης σταμάτησε. Η κοπέλα ετοιμάστηκε να κατέβει.

-Θα κατέβω και εγώ, είπε ο Ρωμανός.

-Εντάξει, θα σας περιμένουμε, είπε η Φωτεινή, στην παραλία.

Ο Αλέξης ξεκίνησε και πάλι και η Ελπίδα με τον Ρωμανό προχώρησαν στο σπίτι. Η κοπέλα άνοιξε και μπήκαν. Ενώ ο Ρωμανός περίμενε στο χολ, εκείνη πήγε στο δωμάτιό της και άλλαξε. Επέστρεψε μετά από λίγο φορώντας το μαγιό της, ένα απλό μαύρο ολόσωμο που έκανε μεγάλη αντίθεση με το ολόλευκο δέρμα της, μιας και απέφευγε να εκτίθεται στον ήλιο. Επειδή δεν ένιωθε άνετα να περπατήσει στους δρόμους του οικισμού ως τη θάλασσα με το μαγιό μόνο, είχε βάλει μια φόρμα. Είχε μαζί της και μια τσάντα με μια πετσέτα και ρούχα για να αλλάξει μετά το κολύμπι.

-Είσαι πανέμορφη.

-Ρωμανέ!

Ο Ρωμανός χαμογέλασε.

-Τι; Να πω ψέματα; Αφού είσαι πανέμορφη.

Η Ελπίδα κοκκίνισε. Ο Ρωμανός πήγε κοντά και έβαλε το χέρι του στο σαγόνι της και ανασήκωσε το κεφάλι της. Την κοίταξε στα μάτια.

-Για μένα είσαι η πιο όμορφη γυναίκα που υπάρχει.

Τη φίλησε απαλά στα χείλη. Η Ελπίδα άφησε την τσάντα να πέσει και τον αγκάλιασε. Έμειναν για λίγο έτσι, απολαμβάνοντας την θαλπωρή, το άγγιγμα και το τρυφερό τους φιλί.

Μετά ξεκίνησαν να πάνε να βρουν τον Αλέξη και την Φωτεινή που τους περίμεναν.

 

Η Φωτεινή πήγε σπίτι της και άλλαξε και μετά έσπευσε στην αμμουδιά για να βρει τον Αλέξη. Καθώς εκείνη ήταν τόσο κοντά στην θάλασσα δεν είχε φορέσει τίποτα πάνω από το μπικίνι της. Ο Δελμάρ στάθηκε και την κοίταζε.

-Ναι, ξέρω, ξέρω, είπε η Φωτεινή, όλοι μου λένε ότι είμαι γεμάτη και να χάσω κιλά και ότι έχω μεγάλο στήθος σαν την μάνα μου.

-Δεν ξέρουν τι λένε, είπε ο Δελμάρ, έχεις τέλειο σώμα…

Η εκτίμηση του Αλέξη για το σώμα της έφερε μια περίεργη ζεστασιά στη Φωτεινή και την έκανε να κοκκινίσει.

-… αλλά το πιο όμορφο πάνω σου είναι η φωτεινή παρουσία σου.

Η Φωτεινή πήγε να απαντήσει αλλά κατάλαβε ότι θα έχανε τα λόγια της αν επιχειρούσε να απαντήσει. Από τη δύσκολη θέση την έβγαλε η άφιξη του Ρωμανού και της Ελπίδας.

-Πάμε για κολύμπι, είπε ο Ρωμανός.

Μέρες Του Φθινοπώρου 19

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Δέκατο Ένατο

                                                              

Με το που χτύπησε το κουδούνι, η Φωτεινή όρμησε έξω από την τάξη.  Οι υπόλοιποι, έχοντας υπόψιν ότι είχαν κενό την επόμενη ώρα, δεν βιάζονταν να βγουν έξω. Ο Δελμάρ ήταν ο πρώτος που έφτασε στην πόρτα. Αντί όμως να βγει στάθηκε και γύρισε να αντικρίσει τους συμμαθητές του.

-Έχω μια προειδοποίηση για όλους εδώ μέσα. Όποιος πειράξει την Στασινού θα έχει να κάνει μαζί μου. Δεν έβλαψε κανέναν και δεν υπάρχει λόγος να υποστεί επιθέσεις. Αν έχετε την απορία τι θα συμβεί αν το κάνετε, μπορείτε να ρωτήσετε τον κύριο από’ δω.

Ο Δελμάρ έδειξε τον Δημήτρη, που έγινε κατακόκκινος τόσο από οργή όσο και από την ντροπή για τον εξευτελισμό, και μετά είπε:

-Συνεννοηθήκαμε;

Μουρμουρητά ακούστηκαν αλλά κανένας δεν τολμούσε να του φέρει αντίρρηση. Θυμούνταν όλοι από την προηγούμενη χρονιά τι είχε συμβεί όταν ένας από τους μαθητές της τότε τρίτης λυκείου τα είχε βάλει μαζί του.

-Α, γι’ αυτό αργήσατε να μπείτε στην τάξη; Αγόραζε τις υπηρεσίες σου; είπε η Νίκη με ένα πρόστυχο χαμόγελο. Με τι πλήρωσε; Σου άνοιξε τα πόδια ή το στόμα;

Ο Δελμάρ σκοτείνιασε. Την έφτασε με δύο βήματα.

-Ξαναπές το και θα φας χαστούκι πιο άσχημο από του αδελφού της, και θα σου κάνει ζημιά. Ξέρω πώς να το δώσω, σε προειδοποιώ.

-Για τον αδελφό της έπαθε ό,τι έπαθε.

-Δεν έχω αδέλφια, είπε ο Δελμάρ, και έτσι δεν μπορώ να ξέρω πώς είναι, αλλά ξέρω ότι αυτό πρέπει να κάνει μια αδελφή, να υποστηρίζει και να ανησυχεί για τον αδελφό της. Όχι, να πηγαίνει με το αγόρι της αδελφής της γιατί της γυάλισε.

Οι περισσότεροι δεν ήξεραν σε τι αναφερόταν αλλά η Νίκη έγινε κατακόκκινη.

-Λοιπόν, συνεννοηθήκαμε, είπε και βγήκε από την τάξη.

 

Η Ράλλη μπήκε στον προθάλαμο του γραφείο του διευθυντή και κοίταξε την Ελπίδα που ήταν ακόμα στην αγκαλιά του Ρωμανού. Άθελά της χαμογέλασε, ήταν προφανές τι συνέβαινε με αυτούς τους δύο. Και καταλάβαινε γιατί μάνιαζε η Νίκη. Δεν θα είχε ποτέ τον Ρωμανό, ούτε αυτό που ζούσαν οι δύο έφηβοι μπροστά της.

Αλλά έπρεπε να τιμωρηθεί ο Ρωμανός, αν δεν τιμωρούνταν θα ήταν σαν να επιτρεπόταν στον καθένα να χτυπάει τον διπλανό του άσχετα με το αν είχε δίκιο ή όχι. Οι κανονισμοί ήταν κανονισμοί!

Πέρασε από μπροστά τους και χτύπησε την πόρτα του διευθυντή.

-Περάστε, είπε ο Αθάνατος.

Η Ράλλη μπήκε.

-Κύριε διευθυντά, είπε η καθηγήτρια, έχω έναν μαθητή προς αποβολή.

-Τον Στασινό, υποθέτω, είπε ο Αθάνατος. Γι’ αυτό είναι έξω;

-Ναι, χαστούκισε την Νίκη Υακίνθου.

-Γιατί;

-Η Υακίνθου εκφράστηκε άσχημα για μια φίλη του, και ο Στασινός την χαστούκισε.

-Όχι, μια απλή φίλη, είπε ο Μιχάλης, και όχι απλά εκφράστηκε άσχημα.

Η Ράλλη γύρισε και τον κοίταξε, προφανώς ξαφνιασμένη. Δεν τον είχε προσέξει καν ως που μίλησε.

-Και εσείς είσαστε…

-Ο Μιχάλης ήταν καθηγητής μου, είπε ο Αθάνατος διασκεδάζοντας με την έκπληξη της συναδέλφου του.

-Μάλιστα, αλλά τώρα στο θέμα αυτό;

-Μίλησα μαζί τους όταν ήμουν έξω. Αφήσατε μια λεπτομέρεια εκτός, είπε ο Μιχάλης. Η δεσποινίς αυτή μίλησε άσχημα για μια κοπέλα άρρωστη με μια ανίατη κατά κανόνα ασθένεια. Δεν θα έπρεπε αν μη τι άλλο να νιώθει μια συμπάθεια για την κοπέλα αυτή;

-Αυτό είναι το θέμα μας, είπε η Ράλλη. Δεν μπορεί να μείνει ατιμώρητος, είχε δεν είχε δίκιο.

-Αν επιμένετε, θα πρέπει να συγκαλέσουμε συμβούλιο των καθηγητών.

-Επιμένω.

Ο Μιχάλης κοίταξε τον Αθάνατο με ένα πονηρό βλέμμα και μετά είπε:

-Θα παραστώ στο συμβούλιο.

-Είστε από την δευτεροβάθμια; ρώτησε η Ράλλη κοιτώντας τον πιο προσεχτικά.

-Όχι, είπε ο Μιχάλης, θα υπερασπιστώ τον Ρωμανό.

-Μα αυτό δεν προβλέπεται, είπε η Ράλλη. Δεν είναι δίκη ή ακροαματική διαδικασία κάποιας μορφής για να έχει δικηγόρο! Είναι μια συζήτηση των καθηγητών για να τιμωρηθεί κάποιος που παραβίασε τους κανονισμούς.

-Φυσικά, αλλά βάζω και στοίχημα ότι, αν ρωτήσετε κάποιον έγκριτο νομικό, θα σας πει ότι τα αστικά του δικαιώματα όπως αυτά τίθενται στον Αστικό Κώδικα περιλαμβάνουν την εκπροσώπησή του με τον καλύτερο τρόπο.

-Κύριε διευθυντά, ισχύει αυτό;

-Είμαι φιλόλογος, όχι νομικός, αλλά για να το λέει ο Μιχάλης δεν αμφιβάλλω ότι έτσι θα είναι.

Η Ράλλη έμεινε σιωπηλή για λίγο. Μετά κούνησε το κεφάλι της και είπε:

-Ας αποφύγουμε την τόση φασαρία. Μια επίπληξη στον Στασινό και ας πάει για μάθημα.

-Σοφή απόφαση, κυρία Ράλλη.

Η Ράλλη χαιρέτησε και βγήκε. Με ένα χαμόγελο ο Αθάνατος κοίταξε τον Μιχάλη.

-Είσαι φοβερός, ακόμα καταφέρνεις να αλλάζεις τα δεδομένα για να βοηθήσεις εκείνους που πρέπει.

Ο Αθάνατος σηκώθηκε.

-Ας τους στείλω πίσω στην τάξη τους αν και έχουν κενό αυτήν την ώρα.

Βγήκε στον προθάλαμο.

-Ρωμανέ, δεν επιτρέπεται να χτυπάς κάποιον από τους συμμαθητές σου αλλά δεν θα τιμωρηθείς αυτήν την φορά εξαιτίας των ειδικών συνθηκών. Καταλαβαίνω τι έγινε και γιατί αντέδρασες. Την επόμενη φορά που θα συμβεί κάτι απευθύνσου στον υπεύθυνο του τμήματος ή σε εμένα.

-Μάλιστα, είπε ο Ρωμανός, ευχαριστώ, κύριε διευθυντά.

-Όχι, εμένα, είπε ο Αθάνατος που δεν έκρυβε ότι το θέμα τον διασκέδαζε, τον φίλο μου. Ο Μιχάλης έκανε την Ράλλη να αλλάξει γνώμη. Της έδωσε να καταλάβει ότι δεν θα στεκόταν καλά στο συμβούλιο των καθηγητών η πρόταση να σε αποβάλουν για την συγκεκριμένη κατάσταση. Εμπρός, πηγαίνετε.

Ο Ρωμανός και η Ελπίδα βγήκαν από τον προθάλαμο και ο Αθάνατος επέστρεψε στο γραφείο του. Κάθισε πάλι απέναντι στον Μιχάλη.

-Αυτό ήταν διασκεδαστικό, είπε ο Μιχάλης. Λέω να δεχτώ και την πρότασή σου.

 

-Στην υγειά μας!

Η Μάρθα τσούγκρισε το ποτήρι της με τον Βασίλη και τη Φοίβη. Έπαιρναν το μεσημεριανό τους στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Ήταν καθισμένοι σε ένα τραπέζι οι τρεις τους και απολάμβαναν ένα γκριλ κρεατικών με σαλάτα και άφθονο κόκκινο κρασί.

Ήπιε από το κρασί της και παρακολούθησε τον Βασίλη ο οποίος έτρωγε αλλά έριχνε και ματιές στο ανοιχτό ντεκολτέ της προσέχοντας να μην τον αντιληφθεί η Φοίβη που έτρωγε κάπως μηχανικά. Φαινόταν κομμένη. Άπλωσε το πόδι της και το έφερε ανάμεσα στα πόδια του Βασίλη το σήκωσε τόσο ώστε να αγγίξει τον ανδρισμό του και τον πίεσε με το πέλμα της, τον ένιωσε να σκληραίνει και τον κοίταξε δήθεν αθώα ενώ έπινε κρασί. Εκείνος έβαλε το χέρι του κάτω από το τραπέζι και άρχισε να χαϊδεύει το πόδι της.

Η Φοίβη συνέχιζε να μην έχει καταλάβει και όταν τελείωσαν το φαγητό τους, είπε:

-Θα πάω για ύπνο.

-Τι έχεις; ρώτησε η Μάρθα.

-Δεν ξέρω, είπε η κοπέλα, κάτι έχει αναστατώσει τον ύπνο μου. Κοιμάμαι το απόγευμα, ξυπνώ μετά από τα χαράματα. Δεν ξέρω τι είναι που φταίει. Λέω να κρατηθώ μέχρι το βράδυ για να πάω να κοιμηθώ και να μπω σε σειρά αλλά είναι τρομερά δύσκολο. Τώρα είμαι έτοιμη να πέσω αν δεν ξαπλώσω.

-Εντάξει, μωρό μου, είπε η Μάρθα, πήγαινε για ύπνο. Δεν πειράζει. Θα περάσει ό,τι είναι, μην ανησυχείς.

Η Φοίβη σηκώθηκε και προχώρησε προς το ασανσέρ με ασταθές βήμα. Η Μάρθα κοίταξε τον Βασίλη.

-Πάμε και’ μείς;

-Φυσικά, είπε εκείνος.

Η Μάρθα τον έπιασε αγκαζέ και του είπε χαμηλόφωνα:

-Δεν βλέπω την ώρα να σε καβαλήσω!

 

Ο Ρωμανός και η Ελπίδα μπήκαν στην τάξη τους και τη βρήκαν άδεια αφού είχαν κενό και όλοι είχαν προτιμήσει να βγουν στην αυλή για να χαρούν τη μέρα. Μόνο η Φωτεινή καθόταν στο θρανίο της με το βλέμμα στα διπλωμένα χέρια της. Τους άκουσε και σήκωσε τα μάτια της. Έτρεξε κοντά τους και αγκάλιασε τον Ρωμανό σφιχτά. Ύστερα, χωρίς να αφήσει τον αδερφό της, άπλωσε το χέρι της και τράβηξε στην αγκαλιά της και την Ελπίδα. Ο Ρωμανός τις αγκάλιασε και τις δύο και έμειναν έτσι, ανακουφισμένοι που ήταν πάλι μαζί και όλα ήταν καλά.

-Δεν σε τιμώρησαν, ε; ρώτησε η Φωτεινή τον αδερφό της θέλοντας να επιβεβαιώσει αυτό που ήδη μάντευε από την ηρεμία στην έκφραση τόσο εκείνου όσο και της Ελπίδας.

-Όλα καλά, μας ξελάσπωσε ο Μιχάλης, έφερε τόσες αντιρρήσεις στη Ράλλη που την έκανε να τα παρατήσει. Ο Αθάνατος ήταν μάλλον με το μέρος του, οπότε όλα πήγαν καλά.

-Αυτός ο άνθρωπος μας έχει σώσει, είπε η Φωτεινή.

-Πού να το ακούσει η γιαγιά, γέλασε ο Ρωμανός.

-Γιατί; απόρησε η Ελπίδα.

-Γιατί, αγάπη μου, είπε ο Ρωμανός, η γιαγιά μας τον αντιπαθεί σφόδρα! Δεν ξέρω ακριβώς γιατί αλλά μάλλον δεν δείχνει να την φοβάται και αυτό την ενοχλεί.

Η Φωτεινή δεν πρόσεχε την εξήγηση, δεν της είχε διαφύγει η προσφώνηση του Ρωμανού στην Ελπίδα και μια ματιά στο πρόσωπο της φίλης της, όπου η προσφώνηση είχε φέρει ένα γλυκό κοκκίνισμα, την έπεισε ότι κάτι είχε αλλάξει μεταξύ των δυο τους.

-Πάμε έξω, είπε ο Ρωμανός, είναι χαρά Θεού.

-Πρέπει να σας πω κάτι πρώτα, είπε η Φωτεινή. Είχα μια περιπέτεια όσο λείπατε.

Τους διηγήθηκε όσα είχαν συμβεί και ο Ρωμανός έγινε κατάχλομος από το φόβο του τι θα μπορούσε να έχει συμβεί.

-Άμα το πιάσω το καθίκι…

-Τον περιποιήθηκε ο Δελμάρ, αλλά πρέπει να προσέχουμε μ’ αυτόν.

 

Αν ο Δημήτρης ήξερε πόσο είχε εξοργίσει τον Ρωμανό θα έφευγε από το νησί με κάθε τρόπο, ακόμα και κολυμπώντας. Αλλά δεν το ήξερε και έτσι καμάρωνε στην Νίκη για την πράξη του και το πόσο είχε τρομάξει την Φωτεινή.

-Κατουρήθηκε από το φόβο της, είπε γελώντας, κυριολεκτώ. Το παντελόνι της μούσκεψε.

-Κρίμα να μην την βγάλεις μια φωτογραφία, θα τη βασάνιζα με αυτή όλη τη χρονιά.

-Μπήκε στη μέση ο Δελμάρ, τι τον ένοιαζε αυτόν;

-Φαίνεται ότι του αρέσει, είπε η Νίκη, είναι λίγο περίεργος τύπος.

-Και αναθεματισμένα δυνατός.

-Καλά, κάτσε να βγάλω καμιά φήμη ότι είναι κουνιστός και θα δεις, είπε η Νίκη. Πάντως εκτέλεσες άριστα την αποστολή σου, και δικαιούσαι την αμοιβή.

Φίλησε τον Δημήτρη στο στόμα και εκείνος την άρπαξε από τη μέση και την κόλλησε πάνω του. Μετά σήκωσε τη φούστα της και έβαλε τα χέρια τους στους γυμνούς γλουτούς της. Η Νίκη ένιωσε τον ανδρισμό του να σκληραίνει και έβαλε το χέρι της ανάμεσά τους για να κατεβάσει το φερμουάρ του.

-Πόνεσέ με αγόρι μου, κάνε με να βογκήξω, είπε πνιχτά.

-Πού τον θες; είπε ο Δημήτρης με ένα μουγκρητό καθώς τον χάιδευε στον γυμνό ανδρισμό του.

-Και από πίσω και από μπρος, είπε η Νίκη πρόστυχα.

Και αυτό ήταν αλήθεια. Είχε έρθει με τον Δημήτρη στην μικρή αποθήκη με τα παλιά έπιπλα ακριβώς για να απολαύσει το σεξ μαζί του χωρίς να τους ενοχλήσει κανείς. Έβγαλε την μπλούζα της και εκείνος δεν έχασε χρόνο για να βάλει το χέρι του στα στήθη της.

Η Νίκη παραδόθηκε στην ηδονή και για λίγο ξέχασε τα σχέδια που έκανε για να τιμωρήσει την Φωτεινή και να πονέσει την Ελπίδα.

Ιστολόγιο του μήνα – Αύγουστος 2024

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ξέρετε τι είναι τα μπονζάι; Σίγουρα οι περισσότεροι, ναι. Είναι μικρά δεντράκια τα οποία με το κατάλληλο κλάδεμα παίρνουν διαφορετικά σχήματα αλλά παραμένουν σε μέγεθος νάνου. Θα μου πείτε τι σχέση έχει αυτό με τα ιστολόγια; Μα γιατί βρήκα ένα με αυτόν τον τίτλο.

Είναι ένα ιστολόγιο με μικρά διηγήματα, διηγήματα μπονζάι θα μπορούσε να τα χαρακτηρίσει κανείς. Έχει πολλά διηγήματα από καινούριους και παλαιότερους συγγραφείς. Και εδώ μπορείτε να τα διαβάσετε: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/

Μέρες Του Φθινοπώρου 18

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Δέκατο Όγδοο

 

Ο Ρωμανός δεν είχε ιδέα τι συνέβαινε στην αδερφή του γιατί δεν είχε επιστρέψει στην τάξη. Η Ράλλη τον είχε να περιμένει στον προθάλαμο του γραφείου των καθηγητών και, ακόμα και όταν εκείνη πήγε για μάθημα, του είπε να καθίσει εκεί και να περιμένει.

Η Ελπίδα είχε μείνει μαζί του. Δεν ένιωθε καλά που εκείνος είχε μπλέξει υπερασπιζόμενος την ίδια και δεν ήθελε να επιστρέψει σε μια τάξη που θα ήταν ξεσηκωμένη εναντίον της από την υποκρίτρια Νίκη. Είχε καθίσει δίπλα στον αγαπημένο της και περίμενε. Θα είχε πολύ χειρότερη διάθεση αν δεν είχε μεσολαβήσει το φιλί από τον Ρωμανό.

Αν δεν ήταν τόσο επώδυνη η περίσταση, θα φοβόταν ότι το είχε ονειρευτεί, αλλά κανένα όνειρο δεν μπορούσε να είναι μαζί τόσο γλυκό και τέτοιος εφιάλτης. Και ήταν κρίμα που δεν είχε προλάβει να ανταλλάξει μια λέξη με τον Ρωμανό μετά από αυτό το φιλί. Τώρα σκεφτόταν πώς να πάρει το φταίξιμο πάνω της και να απαλλάξει τον αγαπημένο της. Δεν την ένοιαζε αν θα την τιμωρούσαν. Αρκεί να μην συνέβαινε κάτι σε εκείνον.

Ο Ρωμανός καθόταν δίπλα της με τους αγκώνες στηριγμένους στα γόνατα και το πρόσωπο χωμένο στα χέρια του. Η Ελπίδα πέρασε το χέρι της στο μπράτσο του και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. Ο Ρωμανός έπιασε το χέρι της, τα δάχτυλά του μπλέχτηκαν με τα δικά της.

Ήταν μαζί σε ό,τι και αν ερχόταν.

 

Ο Αλέξης και η Φωτεινή πήγαν στην τάξη και αφού εκείνος χτύπησε μπήκαν. Πήγαν στις θέσεις τους ενώ η Νίκη σήκωνε χέρι.

-Ναι, Υακίνθου, είπε ο καθηγητής.

-Κύριε, δεν απαγορεύεται να μπαίνουν οι μαθητές μετά τον καθηγητή και πρέπει να παίρνουν απουσία;

-Σωστά, είπε ο καθηγητής, αλλά με ενημέρωσε ο κύριος λυκειάρχης για τον Δελμάρ και τη Στασινού, οπότε δεν υπάρχει θέμα. Συνεχίζουμε με το μάθημα…

Ο καθηγητής ήταν ένας συμπαθητικός τύπος, αρκετά γεμάτος με ένα πρόσωπο που τον έκανε να δείχνει πολύ πιο μικρός συνοδευόμενο από φουντωτά μαλλιά. Ήταν πολύ καλός στη δουλειά του και δεν ήταν αυστηρός αλλά τώρα αυτό παραπήγαινε. Η Φωτεινή αναρωτήθηκε τι του είχε πει ο Αθάνατος και πότε αφού έλειπε από το σχολείο.

Κάθισε στην θέση της και αναζήτησε τον αδερφό της. Δεν ήταν εδώ. Είχε άραγε αποβληθεί; Αλλά τα πράγματά του ήταν εδώ όπως και της Ελπίδας. Να ήταν μαζί;

 

Ο Ρωμανός θα δεχόταν οποιαδήποτε ποινή προκειμένου να προστατεύσει την Ελπίδα. Το μόνο που τον ενοχλούσε ήταν ότι η Νίκη θα την έβγαζε καθαρή και τον εξάψαλμο που θα άκουγε στο σπίτι όχι από τη μητέρα του αλλά από τη γιαγιά του που θα ήταν ενοχλημένη περισσότερο από το γεγονός ότι είχε τιμωρηθεί για χάρη της Ελπίδας παρά για την ίδια την τιμωρία.

Αν είχε τιμωρηθεί υποστηρίζοντας την κόρη του αχώνευτου του Αχλιόπτα, θα τον αγκάλιαζε και θα τον φιλούσε, βέβαια.

Κοίταξε την Ελπίδα, ήταν χλομή.

-Είσαι καλά;

-Ναι… Απλά… Φοβάμαι, Ρωμανέ, σε έμπλεξα άσχημα επειδή… Φοράω αυτό το μαντήλι… Δεν…

Ο Ρωμανός δεν την άφησε να συνεχίσει. Άφησε το χέρι της για να την αγκαλιάσει από τους ώμους.

-Δεν θα αφήσω ποτέ κανέναν να μιλήσει άσχημα για σένα. Όποιος και αν είναι. Μην σκέφτεσαι ότι φταις. Η Υακίνθου φταίει και θα τα πούμε ένα χεράκι μόλις τελειώσουμε από’ δω.

-Αυτή η παλιοαρρώστια φταίει, είπε η κοπέλα. Μου παίρνει μια – μια όλες τις χαρές που έχω στη ζωή μου.

-Θα τη νικήσεις και θα τις πάρεις πίσω, είπε ο Ρωμανός τρυφερά. Δεν θα το βάλεις κάτω, δεν είπαμε;

Η Ελπίδα έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του. Εκείνος την έσφιξε πάνω του και η κοπέλα πήρε βαθιά ανάσα.

Βήματα ακούστηκαν απ’ έξω και η Ελπίδα έκανε να τραβηχτεί αλλά ο Ρωμανός την κράτησε. Δεν θα έκρυβε τι ένιωθε και ίσως να καταλάβαιναν και οι καθηγητές γιατί είχε αντιδράσει έτσι και είχε χαστουκίσει την Νίκη.

Αλλά δεν ήταν ο λυκειάρχης, ούτε κάποιος καθηγητής που ερχόταν. Ήταν ένας τελείως άγνωστος στην Ελπίδα αλλά όχι και σε εκείνον. Γιατί ο νεοφερμένος δεν ήταν άλλος από τον Μιχάλη. Κάθισε σε μια πολυθρόνα απέναντι στο ζευγάρι και ακούμπησε τα χέρια του στην σκαλιστή κορυφή του μπαστουνιού του.

-Καλημέρα, Ρωμανέ, είπε ο Μιχάλης.

-Καλημέρα, είπε ο Ρωμανός σαστισμένος. Δεν περίμενα να σας δω εδώ.

Η Ελπίδα παραξενεμένη που ο αγαπημένος της ήξερε τον ξένο, γύρισε και τον κοίταξε.

-Ο κύριος Μιχάλης βοήθησε τον δικηγόρο μας στην υπόθεση της μητέρας μου. Εκείνος βρήκε τη λύση και το δικαστήριο δέχτηκε την προσφυγή.

-Α, τη δέχτηκε; Χαίρομαι, είπε ο Μιχάλης. Θα ξεμπλέξετε λοιπόν.

-Δεν το ξέρατε;

-Δεν μίλησα με τον Γιώργο αυτές τις μέρες και φυσικά δεν έχω δει τη μητέρα σου ή τη γιαγιά σου.

-Εδώ πώς βρεθήκατε; Έχει να κάνει με εμένα;

-Όχι, ήρθα να δω τον Ιερεμία.

Για μια στιγμή ο Ρωμανός δεν κατάλαβε σε ποιον αναφερόταν μιας και κανένας μαθητής δεν αναφέρεται στο λυκειάρχη του με το βαπτιστικό του όνομα. Μετά θυμήθηκε όμως τα επίσημα χαρτιά από το σχολείο, όπως ο έλεγχος προόδου, και συνειδητοποίησε ότι ο Μιχάλης αναφερόταν στον Αθάνατο.

-Γνωρίζετε τον λυκειάρχη μας;

-Τον είχα κάποτε φοιτητή.

Ο Ρωμανός κοίταξε τον Μιχάλη. Θυμόταν με πόση κατανόηση είχε αντιμετωπίσει το θέμα που είχε τρομάξει τόσο πολύ τη Φωτεινή και σκέφτηκε ότι ίσως και να μπορούσε να τους βοηθήσει. Δίστασε ωστόσο να το πει. Εκείνο το θέμα αφορούσε και τον ίδιο τον Μιχάλη, το τωρινό καθόλου.

-Έχετε ραντεβού; Γιατί δεν είναι εδώ, απ’ όσο ξέρω.

-Τον συνάντησα στον δρόμο και με κάλεσε να πιούμε έναν καφέ. Έχει σταματήσει στο κυλικείο για να κάνει την παραγγελία.

Η Ελπίδα ρίγησε. Σε λίγο θα ερχόταν ο λυκειάρχης και θα τελείωναν όλα, θα απέβαλλε τον Ρωμανό. Εκείνος το ένιωσε όπως την κρατούσε ακόμα αγκαλιά. Γύρισε και την κοίταξε.

-Δεν έχεις κάτι τίποτα κακό, δεν φταις εσύ.

-Γιατί είσαστε εσείς εδώ; Τιμωρία;

-Ναι, είπε ο Ρωμανός και εξήγησε τι είχε συμβεί.

Ο Μιχάλης κοίταξε την Ελπίδα.

-Αλωπεκίαση; ρώτησε.

-Λευχαιμία, είπε η κοπέλα απαλά.

-Λυπάμαι, είπε ο Μιχάλης. Ο Ιερεμίας δεν θα σε τιμωρήσει πάντως, Ρωμανέ.

-Γιατί;

-Έχει ξαναδεί καθίκια σαν την συμμαθήτριά σας.

-Αλήθεια;

-Ναι, τον Κόλιν Πάνκχερστ, ας πούμε.

-Ποιον;

-Έναν φοιτητή στη Βοστώνη. Είχε την ευγένεια αυτής της Νίκης μόνο που καταφερόταν και εναντίον και εκείνων με τους οποίους δεν είχε τίποτα. Θα σας πω μια ιστορία.

 

-Κάνε στην άκρη μπόγε!

Η προσβολή ακούστηκε ολοκάθαρα στο αμφιθέατρο παρά τις συζητήσεις των φοιτητών που περίμεναν να αρχίσει το μάθημα. Ο Μιχάλης ήξερε ποιος την είχε προφέρει πριν ακόμα σηκώσει το κεφάλι του. Και όταν το έκανε, διαπίστωσε πως είχε δίκιο. Ο Πάνκχερστ στεκόταν σε μια από τις σκάλες που οδηγούσαν στις ψηλότερες θέσεις του αμφιθεάτρου, μπροστά του στεκόταν μια μάλλον χοντρούλα κοπέλα, που δεν τον είχε ξανασυναντήσει από κοντά για να ξέρει με τι άνθρωπο είχε να κάνει, και έδειχνε τώρα πληγωμένη από την απρόκλητη λεκτική βία.

-Κοίτα ρε! Θίχτηκε κιόλας. Στην άκρη, τόφαλε!

Ο Μιχάλης προσπάθησε να συγκρατήσει την οργή του αλλά δεν μπόρεσε. Δεν μπορούσε ο Πάνκχερστ να περιφέρεται κάνοντας θύμα του όποιον έβρισκε αρκετά αδύναμο να του αντισταθεί.

-Κύριε Πάνκχερστ, είπε με μια φωνή ψυχρή σαν χειμωνιάτικη νύχτα και στο αμφιθέατρο έπεσε σιωπή, ζητείστε συγνώμη από τη δεσποινίδα πριν κατέβω από την έδρα και χώσω το μπαστούνι μου στα ρουθούνια σας κάνοντας στο κεφάλι σας - τέτοιο που είναι - την καθαριότητα που αποζητάει από καιρό.

Ο Πάνκχερστ κοκκίνησε από την προσβολή ενώ γύρω του οι υπόλοιποι ξεσπούσαν σε τρανταχτά γέλια. Είπε ένα βιαστικό συγγνώμη στην κοπέλα που είχε προσβάλει και βιάστηκε να πάει σε μια κενή θέση.

 

-Ο Ιερεμίας τον ήξερε αυτόν τον τύπο. Δεν θα επιτρέψει σε οποιονδήποτε τέτοια συμπεριφορά.

-Πού βρίσκεται αυτός ο τύπος τώρα; είπε ο Ρωμανός. Μήπως είναι ο πατέρας της δικιάς μας;

-Ο Πάνκχερστ είναι στη φυλακή και εκεί θα μείνει για μια ακόμα δεκαετία τουλάχιστον, είπε ο Μιχάλης με ένα χαμόγελο. Αποκλείεται να είναι ο πατέρας της συμμαθήτριάς σας, θα έπρεπε να την είχε κάνει στα 14. Ο Ιερεμίας δεν πρόκειται να σε αποβάλει αλλά θα του δώσω και εγώ τη συμβουλή μου.

Ο διευθυντής κατέφτασε εκείνη τη στιγμή.

-Βρήκες παρέα βλέπω, είπε στον Μιχάλη και μετά στράφηκε στα παιδιά, τι κάνετε εσείς εδώ;

-Είμαι εδώ επειδή με έστειλε η κυρία Ράλλη, είπε ο Ρωμανός. Η Ελπίδα ήρθε μαζί μου, δεν έχει κάνει κάτι.

-Μόνο κοπάνα από αυτήν την ώρα, είπε ο Αθάνατος αλλά στη φωνή του υπήρχε ένα ίχνος θυμηδίας.

-Ναι, είπε η Ελπίδα κοκκινίζοντας, αλλά…

-Θα μου τα πείτε όταν έρθει η κυρία Ράλλη. Μιχάλη, έλα στα ενδότερα.

Το γραφείο του διευθυντή ήταν ένας τετράγωνος χώρος με ένα μεγάλο παράθυρο στη μια πλευρά, αρχειοθήκες μαζί με μια μικρή βιβλιοθήκη στην άλλη και ένα έπιπλο στο κέντρο περίπου. Ο Ιερεμίας κάθισε στην θέση πίσω από αυτό και ο Μιχάλης σε μια από τις δύο πολυθρόνες μπροστά του.

-Πόσο καιρό θα μείνεις στο νησί;

-Δεν ξέρω ακριβώς αλλά δεν βιάζομαι να φύγω.

-Ωραία, ενδιαφέρεσαι να διδάξεις;

-Σου λείπουν καθηγητές;

-Όχι, αλλά σκέφτηκα ότι σίγουρα μπορείς να δώσεις στους μαθητές μας να δουν με άλλο μάτι την ιστορία ας πούμε.

-Οι επισκέπτες καθηγητές συνηθίζονται στα πανεπιστήμια μόνο, όχι στα σχολεία.

-Αν σε ενδιαφέρει, μπορώ να το κάνω πάντως. Και από ό,τι βλέπω έχεις ακόμα πολύ καλή επαφή με τους μαθητές.

-Ίσως μετά την καραβέλα των Γατελούζων.

-Ποια;

-Ένας από τους λόγους που βρίσκομαι εδώ είναι η συμμετοχή μου σε μια ομάδα που αναζητεί μια γαλέρα που βυθίστηκε στην περιοχή το 1453.

-Δεν έχεις αλλάξει καθόλου, είπε ο Αθάνατος, χαίρομαι όμως που βλέπω ότι έχεις κάποια στη ζωή σου.

-Αυτή είναι μια πολύ πρόσφατη εξέλιξη πρέπει να σου πω. Ημερών μόλις.

-Εύχομαι το καλύτερο.

-Ευχαριστώ.

Το κουδούνι για το διάλειμμα ακούστηκε δυνατό μέσα στο γραφείο.

-Τώρα θα μάθουμε τι έγινε και η Ράλλη έστειλε τον Στασινό εδώ πέρα.

-Εγώ ξέρω, θες να σε ενημερώσω;