Μυστικά 17

Author: Νυχτερινή Πένα /

Μόνο ένα μικρό βογκητό από τη μεριά της Χριστίνας πρόδιδε τι έκανε με τον Ρωμανό μέσα στο σκοτάδι. Μόνο η Αγγελική και ο Αλέξης που ήταν κοντά τους άκουσαν. Είχαν σβήσει τους φακούς τους και είχαν ξαπλώσει αλλά συνέχιζαν να μιλάνε. Φαινόταν ότι μόνο εκείνοι και το ερωτευμένο ζευγάρι ήταν ακόμα ξύπνιοι.
-Καλά σκέφτονται το σεξ τέτοια ώρα; Με αυτό το κρύο; Και’ μένα μου αρέσει δε λέω αλλά με τέτοιο κρύο; σχολίασε ο Αλέξης.
-Κρυώνεις ακόμα; ρώτησε η Αγγελική.
-Ναι, είπε ο Αλέξης.
-Έλα πιο κοντά, είπε η κοπέλα, θα σκεπαστείς και με το δικό μου μπουφάν και θα ρίξουμε και πιο πολλά άχυρα.
Ο Αλέξης άναψε το φακό του και έκανε όπως του είπε.
-Ήξερα ότι είσαι πανέμορφη, είπε όταν ξάπλωσε και πάλι, αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει ποτέ ως τα σήμερα ότι είσαι και το ίδιο ευγενική και γενναιόψυχη.
-Ευχαριστώ, είπε η Αγγελική κοκκινίζοντας. Είσαι ακόμα παγωμένος.
-Όχι εντάξει καλύτερα.
-Για δώσε μου το χέρι σου να δω.
Ο Αλέξης έκανε να δώσει το χέρι του αλλά μέσα στο σκοτάδι δεν υπολόγισε σωστά και βρέθηκε το χέρι του στο στήθος της. Από ένστικτο, όπως είχε κάνει τόσες φορές με γυναίκες που έκανε έρωτα, έκλεισε το χέρι του και με τον αντίχειρα χάιδευσε τη θηλή.
Το χάδι δεν είχε την ένταση που θα είχε αν δεν μεσολαβούσαν το πουλόβερ και ο στηθόδεσμός της αλλά η Αγγελική είχε πολύ καιρό που δεν είχε βρεθεί σε ανδρική αγκαλιά και το απροσδόκητο χάδι έστειλε ένα γλυκό ρίγος να τη διατρέξει.
Ο Αλέξης σταμάτησε συνειδητοποιώντας τι έκανε.
-Συγνώμη Αγγελική… Ε δεν.. ήταν εσκεμμένο…
Η κοπέλα δεν απάντησε.
-Αγγελική;
-Σκάσε και χάιδευε, είπε η κοπέλα με βραχνή φωνή.
Ο Αλέξης εκπλάγηκε αλλά το ξεπέρασε αμέσως και συνέχισε αυτό που έκανε. Η Αγγελική αφέθηκε στην αίσθηση που έστελνε ρίγη ηδονής σε όλο το σώμα της και την τύλιγε με μια υπέροχη ζεστασιά. Αλλά όσο αυτό το χάδι συνεχιζόταν άρχισε να θέλει να το νιώσει πληρέστερα. Έφερε τα χέρια της πίσω και ξεκούμπωσε το στηθόδεσμό της, μόλις χαλάρωσε ο Αλέξης τον παραμέρισε και συνέχισε να τη χαϊδεύει. Ο συνδυασμός του χαδιού και του μάλλινου πουλόβερ έκανε την αίσθηση ακόμα πιο έντονη. Η Αγγελική έφερε το σώμα της κοντά στου Αλέξη και μετά κόλλησε πάνω του. Ενώ το χέρι του κρατούσε το στήθος της με την ερεθισμένη θηλή στο κέντρο της παλάμης του ο Αλέξης τη φίλησε. Στην αρχή ήταν απλά μια δοκιμαστική επαφή των χειλών τους αλλά μετά τα χείλη της μισάνοιξαν και δέχθηκαν τη γλώσσα του σε ένα ερεθιστικό σμίξιμο με τη δική της. Ο Αλέξης την γύρισε αργά ανάσκελα και μετά έφερε το σώμα του πάνω από το δικό της, αυθόρμητα η Αγγελική άνοιξε τα πόδια της για να τον αφήσει να έρθει πιο κοντά της και μετά τα έσφιξε στα πλευρά του. Ο Αλέξης τη φίλησε στο λαιμό κατηφορίζοντας ως το πουλόβερ της.
-Μη σταματάς, του είπε.
Σήκωσε τα χέρια της πάνω από το κεφάλι της επιτρέποντάς του να της το βγάλει, αφήνοντας το στήθος της εκτεθειμένο στο βλέμμα του πέρα από το λίγο που έκρυβε ο μισός της στηθόδεσμος που ήταν ακόμα στη θέση του. Παραμέρισε και το τελευταίο αυτό εμπόδιο και επέστρεψε στο φίλημα στο λαιμό της κατηφορίζοντας προς το στήθος της. Τη στιγμή που τα χείλη του έκλεισαν πάνω στη θηλή της η Αγγελική βόγκηξε από ευχαρίστηση. Αγκάλιασε τον Αλέξη και ένιωσε το βάρος του σώματος του πάνω της, τον ερεθισμό του ανάμεσα στα πόδια της, βόγκηξε ξανά καθώς ενστικτωδώς ο Αλέξης έσπρωξε ακριβώς εκεί, κάνοντάς την να νιώσει ακόμα περισσότερο πόσο ήταν ερεθισμένος και πόσο ήταν και η ίδια. Το ένα χέρι του πέρασε κάτω από το σώμα της και την κράτησε καθώς έσπρωχνε άλλη μια φορά, τη φίλησε αχόρταγα.
-Μάλλον πρέπει να σταματήσουμε, της είπε λαχανιασμένα, αλλιώς σε λίγο δεν θα μπορούμε.
-Ναι… είπε ξέπνοα η κοπέλα.
Ο Αλέξης τραβήχτηκε και ξάπλωσε δίπλα της. Εκείνη χώθηκε στην αγκαλιά του. Τυλίχτηκαν με τα μπουφάν τους και μπόλικο άχυρο.
-Πρέπει να ξαναντυθείς, είπε ο Αλέξης, θα κρυώσεις.
-Τόσο ζεστή που είμαι τώρα θα λιώνω και το χιόνι αν βγω έξω, είπε η Αγγελική.
Δεν του είπε ότι ακόμα και αν ντυνόταν τόσο ερεθισμένη που ήταν αμφέβαλλε αν θα μπορούσε να βάλει και το στηθόδεσμό της. Ο Αλέξης πέρασε τα χέρια του γύρω από τη μέση της και τα ακούμπησε στην κοιλιά της, λίγο πιο πάνω από το σημείο που τελείωνε το τζιν της. Η Αγγελική αποκοιμήθηκε με τη σκέψη του τι θα γινόταν αν γλιστρούσε το χέρι του λίγο πιο κάτω.

Η Άννα ξύπνησε νιώθοντας καλά, σαν μην είχε προηγηθεί η προηγούμενη μέρα. Δεν πονούσε αν και ένιωθε άσχημα πιασμένη και έτσι σηκώθηκε από το κρεβάτι της. Ήταν με το νυχτικό αλλά το σπίτι ήταν ζεστό. Πήγε στο δωμάτιο της Αγγελικής όπου βρήκε τη μικρή της να μπογιατίζει σε ένα μπλοκ ζωγραφικής με θέμα τα πιο γνωστά ιστορικά μνημεία στην Ευρώπη.
-Που το βρήκες αυτό γλυκιά μου;
-Μου το έδωσε εκείνος ο φίλος σας, που είναι στο σαλόνι, απάντησε η Αγγελική χωρίς να σταματήσει να μπογιατίζει. Φτιάξαμε και ψωμάκια με τυρί και φάγαμε.
-Ψήσατε ψωμάκια με τυρί πάνω;
-Ναι στο τζάκι, είπε η Αγγελική, ήταν τέλεια.
Η Άννα την άφησε και προχώρησε στο σαλόνι. Βρήκε το τζάκι αναμμένο, μια τεράστια φωτιά έκαιγε και γι’ αυτό το σπίτι ήταν έτσι ζεστό. Μπροστά στο τζάκι καθόταν ο Κρίστιαν και διάβαζε ένα βιβλίο.
-Καλημέρα, είπε η Άννα.
-Καλημέρα, είπε ο Κρίστιαν σηκώνοντας το βλέμμα του.
-Ευχαριστώ που φρόντισες την Αγγελική. Που μας φρόντισες και τις δύο πρέπει να πω μάλλον.
-Παρακαλώ, ευχαρίστησή μου, η κόρη σου είναι πανέξυπνη.
-Έτσι λένε και οι δάσκαλοι στο σχολείο.
-Ευτυχώς που έχετε ξύλα, το χωριό δεν έχει ρεύμα από χθες το απόγευμα και έχουμε πρόβλημα με το κρύο.
-Χιονίζει ακόμα;
-Ναι για τα καλά.
Η Άννα προχώρησε και κάθισε κοντά στο τζάκι. Άπλωσε τα χέρια της κοντά στη φωτιά. Ο Κρίστιαν την κοίταζε.
-Είμαι αξιολύπητη ε;
-Δεν σκεφτόμουν αυτό. Κάθε άλλο.
-Δηλαδή;
-Ο σύζυγός σου θα σου φερόταν πολύ καλύτερα αν συνειδητοποιούσε τι θησαυρός έχει. Είσαι καλή σύζυγος και από την κόρη σου μπορώ να πω και καλή μητέρα. Και είσαι όμορφη γυναίκα ακόμα και τώρα που δεν είσαι στην πρώτη νεότητα και έχεις και μια γέννα πίσω σου. Αλλά δεν τα εκτιμάει. Ίσως το σημερινό ξύλο να τον συνετίσει.
-Τον χτύπησες πολύ;
-Όχι πολύ αλλά έφαγε μερικές καλές και ο Μιχάλης του έδωσε μια γερή. Αναμενόμενο. Έχει δύναμη στα χέρια.
-Πως αυτό; Δουλεύει μηχανήματα;
-Όχι, λόγω της καταστάσεώς του για να σηκωθεί από ένα κάθισμα πάντα στηρίζεται στα χέρια του και έτσι τα έχει δυναμώσει πολύ. Και κρατούσε και το μπαστούνι εκείνη την ώρα. Ελπίζω λοιπόν ότι θα μάθει να σε εκτιμάει μετά από αυτό.
Η Άννα κούνησε το κεφάλι της. Εκείνη αμφέβαλλε πολύ.
-Έχεις πάρει ποτέ γυναίκα από πίσω; ρώτησε τον άνδρα απέναντί της.
-Τι εννοείς; Να την ακολουθήσω; Συγνώμη τα Ελληνικά μου δεν είναι το ίδιο καλά με του Μαξιμίλιαν.
-Όχι, εννοούσα… η Άννα κοκκίνησε. Αν έχεις κάνει έρωτα σε γυναίκα από πίσω… παρά φύσιν.
-Α όχι, είπε ο Κρίστιαν, το θεωρώ υποτιμητικό. Χώρια που δε μου αρέσει να πονώ τη σύντροφό μου.
Η Άννα κούνησε το κεφάλι της.
-Αυτό έκανε; ρώτησε ο Κρίστιαν. Εκεί μέσα στο χωράφι ήθελε να σου κάνει τέτοιο πράγμα;
-Ναι, είπε η Άννα και κοκκίνισε. Σαν να ήμουν ζώο ή καμιά πόρνη.
-Δεν έφαγε αρκετές, είπε ο Κρίστιαν.
Η Άννα τον κοίταξε. Το εννοούσε αυτό που έλεγε, ήταν θυμωμένος για χάρη της. Αυτό της έφερε μια πρωτόγνωρη αίσθηση. Σηκώθηκε.
-Πρέπει να ντυθώ να πάω να δω και τα ζώα.
-Θες να έρθω μαζί σου;
-Αν δε σου κάνει κόπο.
-Εντάξει, θα σε περιμένω εδώ.
Η Άννα επέστρεψε στο δωμάτιό της. Ενώ ντυνόταν σκεφτόταν πως δεν της άξιζε αυτό που λάβαινε από τον Ανδρέα. Δεν τον είχε αγαπήσει ποτέ, δεν μπορούσε. Ο γάμος τους ήταν αποτέλεσμα προξενιού και δεν είχε κανέναν τρόπο να αντιδράσει. Στο χωριό ο γάμος της θεωρούνταν πετυχημένος εξαιτίας της περιουσίας του Ανδρέα σε γη και ζώα αλλά η Άννα είχε δει το πραγματικό του πρόσωπο από την αρχή. Ήταν σκληρός και βίαιος. Στο κρεβάτι δεν είχε καμία τρυφερότητα και την είχε κάνει να ουρλιάξει από τον πόνο όταν είχαν για πρώτη φορά συνευρεθεί μιας και εκείνη ήταν παρθένα κάτι που δεν είχε καθόλου λάβει υπόψιν. Αντίθετα ήταν περήφανος που την είχε κάνει γυναίκα.
Έπρεπε να πάρει διαζύγιο βέβαια και αυτό μόνο εύκολο δεν θα ήταν στο χωριό, όλοι θα την κατηγορούσαν και ο Ανδρέας θα μάνιαζε, και δεν θα ήταν στην φυλακή τότε. Αλλά δεν υπήρχε και γυρισμός. Δεν μπορούσε να ζήσει μέσα στον τρόμο και στο χειρότερο εξευτελισμό που ξαφνικά είχε βρει του γούστου του ο άνδρας της. Αναρωτήθηκε αν η αδερφή της και η δική της οικογένεια θα την στήριζαν ή αν θα μπορούσε να περιμένει βοήθεια από τον Κρίστιαν σε αυτό το θέμα. 

Μυστικά 16

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Ένατο

-Κρύο κάνει ε;
Η Ηρώ περπατούσε χέρι χέρι με τον Μαξιμίλιαν στο χωριό. Είχαν βγει για μια βόλτα στα χιονισμένα δρομάκια και είχαν παίξει σαν παιδιά χιονοπόλεμο στην πλατεία.
-Έχω δει και χειρότερα, είπε ο Μαξιμίλιαν. Θυμάμαι μια άσχημη καταιγίδα στη Γροιλανδία. Δυο μέρες δεν βγήκαμε από τα αντίσκηνά μας. Αλλά δεν περίμενα να βρούμε τέτοιο καιρό εδώ.
-Ήρθε πρώιμα, είπε η Ηρώ, και να σκεφθείς ότι το χωριό είναι μαθημένο σε τέτοια αλλά αυτή τη φορά μας έπιασε εξ απήνης. Δεν είχαμε ακόμα προετοιμαστεί για χειμώνα.
-Καλά θα τα βγάλουμε πέρα. Ο Μιχάλης είπε ότι ο ξενώνας είναι εντάξει. Εν ανάγκη θα κοιμηθούμε εκεί.
Η Ηρώ χαμογέλασε. Η φράση του αγαπημένου της αποκάλυπτε ότι είχε σκοπό να περάσει τη νύχτα μαζί της. Γύρισε και τον αγκάλιασε. Τον φίλησε παθιασμένα.
-Θα σοκάρεις τους χωριανούς σου! την πείραξε ο Μαξιμίλιαν.
-Δεν με νοιάζει, είπε η Ηρώ. Αρκεί που είμαι μαζί σου.
-Θα έρθεις μαζί μου;
-Που; ρώτησε η Ηρώ ενώ η καρδιά της είχε επιταχύνει και χτυπούσε δυνατά.
-Στην Αθήνα αρχικά και μετά στο Λονδίνο.
-Αλήθεια θες να έρθω;
-Φυσικά.
Η Ηρώ τον ξαναφίλησε με πάθος και όταν ο Μαξιμίλιαν την ανασήκωσε εκείνη τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του.
-Αν ήταν καλοκαίρι, θα με συλλάμβαναν για προσβολή δημοσίας αιδούς, Θα σου έκανα έρωτα εδώ και τώρα.
-Να ξανάρθουμε το καλοκαίρι τότε, την πείραξε ο Μαξιμίλιαν φιλώντας την.
Τη φίλησε ξανά και την άφησε κάτω.
-Που πάμε τώρα;
-Τι λες για το σπίτι; Να φάμε και κάτι;
-Ναι, πάμε.

Οι συζητήσεις είχαν λιγοστέψει μέσα στην αποθήκη. Οι μικρότεροι είχαν αποκοιμηθεί μετά από τόσο περπάτημα και κούραση μέσα στο κρύο. Η Οφήλια και ο Φίλιππος μιλούσαν καθισμένοι δίπλα δίπλα. Είχαν μοιραστεί ένα κουτί με κούκις που είχε ο Φίλιππος και μια σοκολάτα.
-Νομίζω θα κοιμηθώ και’ γω, είπε η κοκκινομάλλα κοπέλα, με βοηθάς λίγο να ξαπλώσω σε παρακαλώ;
Ο Φίλιππος σηκώθηκε πρόθυμα αλλά στάθηκε.
-Να ρίξω μια ματιά στο πόδι σου πρώτα, είπε.
Έσκυψε να εξετάσει το πόδι της. Η κατάσταση δεν είχε αλλάξει.
-Δεν έχει πρηστεί, καλό αυτό, είπε. Είσαι εντάξει, το πρωί άντε μεθαύριο θα περπατάς μια χαρά.
Την βοήθησε να ξαπλώσει και τη σκέπασε με το μπουφάν της και από πάνω λίγο άχυρο για μόνωση.
-Φίλιππε, είπε η Οφήλια. Με αγριεύει αυτό το μέρος, σε πειράζει να ξαπλώσεις εδώ να σε νιώθω κοντά μου;
-Κανένα πρόβλημα, είπε ο Φίλιππος και ξάπλωσε δίπλα της.
Είχαν σβήσει τους φακούς και το σκοτάδι ήταν απόλυτο. Η Οφήλια άπλωσε το χέρι της και άγγιξε το μπράτσο του.
-Ωραία, είπε.
Κατέβασε το χέρι της και βρήκε το δικό του και το κράτησε. Το άγγιγμά της ήταν πολύ τρυφερό. Και ο Φίλιππος την ερωτεύθηκε μια και για πάντα.

Ο Μιχάλης σηκώθηκε από το γραφείο του και έκανε μερικά βήματα να ξεμουδιάσει. Το μυαλό του γύριζε σε αυτά που είχε ανακαλύψει διαβάζοντας και μετά με μια γρήγορη έρευνα μέσω ίντερνετ. Αυτό που είχε δει αρχικά στα βιβλία της εκκλησίας με τις γεννήσεις και τους θανάτους του χωριού τον είχε κάνει να θέλει να το επιβεβαιώσει και με τη σειρά του αυτό του είχε αποκαλύψει ένα μυστήριο που είχε ξεδιαλύνει με την έρευνα και τις πηγές στις οποίες είχε πρόσβαση όχι μόνο επειδή ήξερε που να ψάξει αλλά και επειδή ήταν μέλος της ομάδας του Μαξιμίλιαν. Με το πρώτο φως θα έπρεπε να δει τον Σαμουήλ, ο ιερέας θα μπορούσε να του επιβεβαιώσει κάποια από τα συμπεράσματά του και, το κυριότερο, να τον συμβουλεύσει τι να κάνει με την ανακάλυψή του.
Κοίταξε έξω το χιόνι που έπεφτε. Αμφέβαλλε αν θα μπορούσαν να φύγουν έστω και αύριο. Αποφάσισε να βγει λίγο στο κρύο να σκεφθεί τι θα έπρεπε να κάνει να καθαρίσει το μυαλό του.
Κατεβαίνοντας στο ισόγειο διαπίστωσε ότι μπροστά στο τζάκι υπήρχαν δύο φιγούρες και δεν ήταν δύσκολο να μαντέψει τι έκαναν. Ο Μιχάλης χαμογέλασε, η Εύη δεν είχε μείνει μόνη. Όπως δεν είχε μείνει και το προηγούμενο βράδυ.
Καλά το προηγούμενο βράδυ δεν ήταν η μόνη που είχε περάσει καλά, από ολόκληρη την αποστολή μόνο εκείνος είχε μείνει που δεν είχε κάνει έρωτα τη νύχτα. Εκείνος που δεν θα έκανε όπως και να είχαν τα πράγματα. Όχι τώρα πια. Αλλά αυτή τη νύχτα ακόμα και αν το ήθελε δεν θα μπορούσε να βρεθεί με μια γυναίκα με το επεισόδιο που είχε. Αυτή ήταν η τύχη του, οι άλλοι έκαναν έρωτα και εκείνος κινδύνευε να πεθάνει. Τι ειρωνική σύμπτωση.
Στάθηκε στην πόρτα του ξενώνα. Και αν δεν ήταν τόσο σύμπτωση; Αν υπήρχε κάποιος κοινός παράγοντας; Όχι για τον έρωτα και τη δική του κατάσταση αλλά πως τόσοι άνθρωποι το ίδιο βράδυ είχαν σεξουαλικές ορέξεις… Και ίσως και με το δικό του θέμα τελικά.
Γύρισε πίσω στο δωμάτιό του. Στον εξοπλισμό της ομάδας υπήρχαν και μικρές γεννήτριες που έδιναν ρεύμα σε φορτιστές για τις μπαταρίες των λάπτοπ, και όχι μόνο, οπότε είχε τη δυνατότητα να δουλεύει με το λάπτοπ του. Αναζήτησε τις παρενέργειες ενός είδους φαρμάκων. Ενός που σε άλλους θα ήταν διεγερτικό αλλά με την δική του κατάσταση θα είχε επικίνδυνες συνέπειες.

Η Ηρώ βόγκηξε με ηδονή. Το σώμα της τεντώθηκε σε ένα τόξο γεμάτο ένταση καθώς με ένα μια τελευταία ώθηση ο Μαξιμίλιαν βυθιζόταν μέσα της και έφτανε σε οργασμό που ακολούθησε ο δικός της. Παρέμειναν ακίνητοι και αγκαλιασμένοι με τα πόδια της ακόμα τυλιγμένα στη μέση του. Με τα δικά του χέρια να χαϊδεύουν το κορμί της.
-Ξέρεις κάτι; είπε η κοπέλα.
-Τι;
-Κάναμε τόσες φορές έρωτα στις τελευταίες 24 ώρες και είμαι στις γόνιμες μέρες μου και δεν πήραμε καμία προφύλαξη.
-Ας ελπίσουμε ότι θα αποκτήσουμε έναν διάδοχο για το Γκρέηστοουκ.
Η απάντηση έφερε μια ζεστασιά στην Ηρώ που είχε πιστέψει ότι δεν θα έβρισκε ποτέ, είχε βρει τον άνθρωπό της και ήταν ευτυχισμένη.
-Θα είναι ο λόρδος; ρώτησε παιχνιδιάρικα. Και αν είναι κορίτσι;
-Θα είναι λαίδη. Αν και αυτόν τον τίτλο θα τον έχει η μαμά της.
-Α ναι;
-Βέβαια, θα είσαι η λαίδη του Γκρέηστοουκ. Αλλά αν είναι γιος θα έχει όντως τίτλο. Ο πρωτότοκος γιός του λόρδου του Γκρέηστοουκ έχει τον τίτλο του κόμη.
-Για σκέψου, είπε η Ηρώ και τον φίλησε, δεν θα το περίμενα ποτέ ότι θα μπω στην αριστοκρατία.
-Εγώ ποτέ δεν περίμενα ότι θα βρω αυτό, είπε ο Μαξιμίλιαν ακουμπώντας το κεφάλι του στο στήθος της. Την ηρεμία και την γλυκύτητα.
Εκείνη χάιδευσε τα μαλλιά του και μετά τα χέρια της κατέβηκαν στη γυμνή του πλάτη.
-Ελπίζω να τα βρίσκεις πάντα εδώ, κοντά μου, είπε απαλά.

Μυστικά 15

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Όγδοο

Ο Αλέξης που προπορευόταν στάθηκε. Το χιόνι έπεφτε πυκνό αλλοιώνοντας τα σχήματα και την προοπτική όσων έβλεπαν. Οι υπόλοιποι μαζεύτηκαν κοντά του.
-Τι είναι; ρώτησε η αδερφή του.
-Έπρεπε να βλέπουμε το χωριό, είπε ο Αλέξης, χάσαμε το δρόμο φοβάμαι.
-Που; ρώτησε ο Φίλιππος. Προσπεράσαμε λες τη διασταύρωση;
-Πιθανόν, και δεν ξέρω που είμαστε.
Μουρμουρητά ανησυχίας ακούστηκαν από τους μικρότερους της παρέας. Είχαν αναγκαστεί να βγουν από το δρόμο για να παρακάμψουν το εμπόδιο του στοιβαγμένου χιονιού και τώρα δεν ήταν σίγουροι που βρίσκονταν.
-Αν χάσαμε το δρόμο εκεί όντως τώρα πρέπει να είμαστε κάπου μέσα στα χωράφια στον άγιο Στέφανο.
-Δεν είναι απίθανο, είπε ο Αλέξης. Πρέπει να κόψουμε βόρεια.
-Δύσκολο μέσα στο σκοτάδι, και δεν είναι καλός ο δρόμος. Μήπως να πάμε πίσω;
-Αν χάσαμε την διασταύρωση μια φορά, είπε ήσυχα ο Ρωμανός, ποιος μας λέει ότι θα τη βρούμε αυτή τη φορά;
Ο Αλέξης κοίταξε γύρω.
-Αν δεν μπορούμε να πάμε στο χωριό από δω και δεν πάμε και πίσω, τι θα κάνουμε; Εδώ δεν μπορούμε να μείνουμε.
-Σίγουρα όχι, ο καιρός επιδεινώνεται και όσο περνάει η ώρα θα δυναμώνει το κρύο.
-Ας προχωρήσουμε, είπε η Αγγελική. Αν είμαστε στην περιοχή αγίου Στεφάνου θα βρω σύντομα κάποιο σημείο αναγνωρίσεως.
Μπήκε με τον Αλέξη μπροστά πιάσανε τη συζήτηση καθώς ξεκινούσαν και πάλι.
-Ηγέτης σαν τον αδερφό σου, είπε ο Αλέξης.
Η Αγγελική χαμογέλασε και παρά το κρύο κοκκίνισε.
-Μπα εκείνος είναι ο ηγέτης, απλά τώρα πρέπει να φροντίσει λίγο την Οφήλια, εγώ δεν είμαι τόσο δυνατή.
-Ε είσαι και κοπέλα, δεν θα ήταν καλό να έχεις τα μπράτσα του Φίλιππου.
-Δεν σου αρέσουν οι γυμνασμένες; τον πείραξε η Αγγελική.
-Άλλο γυμνασμένη άλλο σαν παλαιστής, είπε ο Αλέξης, να μη χάνει και τη θηλυκότητά της.
Η Αγγελική του έριξε μια ματιά και χαμογέλασε, το βλέμμα που της ανταπέδωσε έκανε φανερό ότι της άρεσε.

Ο Ντούντας μπήκε στο σπίτι του αρκετά νευριασμένος. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι όφελος είχε ο Μιχάλης να κάνει τέτοια δουλειά αλλά μελετούσε με ποιον τρόπο θα μπορούσε να τον εκδικηθεί. Το πιο απλό ήταν να βάλει να τον δείρουν αλλά αυτή η λύση δεν τον ικανοποιούσε καθόλου, επείχε κινδύνους. Ο Μιχάλης είχε έρθει με τον Μαξιμίλιαν και ο Άγγλος ευγενής είχε αποδείξει ότι δεν θα άφηνε κάτι τέτοιο να περάσει χωρίς να ερευνηθεί και αν δεν τον πετύχαιναν μόνο του τα πράγματα θα μπορούσαν να πάνε στραβά, οι άνθρωποι που ήταν μαζί του είχαν αποδείξει μόλις αυτό το πρωί ότι δεν φοβούνταν τους καυγάδες. Μπορούσε ίσως να κανονίσει ένα μικρό ατύχημα για εκείνον, αλλά θα έπρεπε να γίνει με τρόπο που τίποτα να μην οδηγεί σε αυτόν.
Στο εσωτερικό του σπιτιού τον περίμενε ένα σκηνικό με αναμμένα κεριά, παραξενευμένος προχώρησε μέσα. Ήξερε ότι δεν είχαν ρεύμα αλλά δεν όλα αυτά τα κεριά ήταν παραπάνω από προσπάθεια φωτισμού.
-Μαρίνα; φώναξε τη σύζυγό του.
-Εδώ.
Μπήκε στο δωμάτιο και τη βρήκε ντυμένη με εσώρουχα μόνο. Η ανάμνηση της προηγούμενης μέρας ήρθε να τον ερεθίσει και ξαφνικά ξέχασε τα νεύρα του, όχι ότι θα άφηνε αυτόν τον σακάτη ατιμώρητο, και επικεντρώθηκε σε πιο ευχάριστες σκέψεις.
-Περάσαμε καλά χθες, είπε η κυρία Ντούντα, είπα να το επαναλάβουμε.
-Πολύ καλά έκανες, απάντησε ο Ντούντας και την αγκάλιασε.
Θα περνούσαν ώρες ως που να συνειδητοποιήσουν ότι τα παιδιά τους δεν είχαν επιστρέψει.

Ο Μιχάλης μπήκε στον ξενώνα και ένιωσε έκπληκτος τη ζέστη. Ο χώρος ήταν σκοτεινός ωστόσο εκτός από τα φώτα ασφαλείας. Έκανε να προχωρήσει προς τη σκάλα όταν συνάντησε την Εύη.
-Έχει ρεύμα;
-Όχι, είπε η ξενοδόχος, αλλά έχω μια γεννήτρια που συντηρεί καλοριφέρ και κουζίνα.
-Μια χαρά, είπε ο Μιχάλης, δεν θα παγώσουμε αν μη τι άλλο.
-Θέλεις παρέα; είπε η Εύη με ένα πολλά υποσχόμενο χαμόγελο.
Ο Μιχάλης την κοίταξε. Η Εύη τον κοιτούσε στα μάτια, έπαιζε με ένα κολιέ που χανόταν μέσα στο μισάνοιχτό της πουκάμισο.
-Είναι κάποιο είδος παιχνιδιού; Κάποιο στοίχημα; είπε ατάραχος.
-Όχι, είπε η Εύη, σε διαβεβαιώ ότι οι προθέσεις μου είναι οι καλύτερες.
-Πως αυτό;
-Τα δουλικά μιλούν στα παντοπωλεία, και μιλάνε πολύ. Έτσι τα νέα μαθαίνονται και εγώ έμαθα ότι έχεις καθίσει στο στομάχι στη Σκληρού. Και όποιος μπορεί να το κάνει αυτό στη γριά καρακάξα είναι καλοδεχούμενος, στον ξενώνα και το κρεβάτι μου.
Ο Μιχάλης την κοίταξε πραγματικά ξαφνιασμένος. Μετά χαμογέλασε.
-Και έλεγα ότι τα έχω δει όλα. Όχι ευχαριστώ, είναι μια δελεαστική πρόταση αλλά δεν θα πάρω.
-Θα μπορούσες να περάσεις ωραία, είπε η Εύη.
-Δεν αμφιβάλλω, αλλά δεν λειτουργεί για εμένα έτσι αυτό.
Άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα αλλά σταμάτησε.
-Με τι φωτίζουμε τα δωμάτια τώρα που δεν έχει ρεύμα;
-Με κεριά ή λάμπες, είπε η ξενοδόχος.
Ο Μιχάλης συνέχισε την άνοδο.
-Υπάρχει κάποια; ρώτησε. Γι’ αυτό με απορρίπτεις;
-Υπήρχε, ήταν η απάντηση, και δεν μπορώ να της το κάνω αυτό.

Ο Αλέξης σταμάτησε και έτριψε τα χέρια του που είχαν ξυλιάσει. Κοίταξε γύρω του.
-Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε, είπε, πρέπει να βρούμε αμέσως καταφύγιο.
-Ναι, είπε η Αγγελική, αλλά που;
-Εκεί, είπε ο Ρωμανός, δείχνοντας έναν όγκο που ίσα που φαινόταν στο σκοτάδι, αν δεν κάνω λάθος είναι η παλιά αποθήκη του Κιδανίτη.
-Τότε είμαστε στα Παλιάλωνα, είπε ο Αλέξης. Αρκετά μακριά.
-Αν είναι η παλιά αποθήκη, είπε ο Φίλιππος, τουλάχιστον μπορούμε να μείνουμε μέσα.
Ο Ρωμανός δεν είχε κάνει λάθος και βρήκαν την αποθήκη όπως είχε πει. Μπήκαν μέσα από την ξεκλείδωτη όσο και πανάρχαια πόρτα που έτριξε εφιαλτικά καθώς την έσερναν στο πλάι. Ο θόρυβος ήταν ακόμα χειρότερος όταν έκλεισαν την πόρτα από μέσα. Η Αγγελική ανατρίχιασε και έσφιξε ενστικτωδώς το χέρι του Αλέξη που ήταν δίπλα της.
Επειδή νυχτώνονταν στους δρόμους είχαν συνηθίσει να έχουν όλοι φακό στην τσάντα τους και τώρα αρκετές φωτεινές δέσμες εξερευνούσαν το χώρο. Το κρύο ήταν έντονο αλλά όχι τόσο όσο έξω μιας και είχαν φύγει από την άμεση επαφή με τον παγωμένο άνεμο. Ο Φίλιππος είχε και μια λύση για να βελτιώσουν την κατάστασή τους.
-Σκεπαστείτε με άχυρο, είπε θα βοηθήσει να κρατήσετε τη θερμοκρασία του σώματός σας σαν μόνωση.
-Για τα χέρια μου πες τι να κάνω, είπε ο Αλέξης με ένα κωμικοτραγικό ύφος.
-Είσαι πραγματικά παγωμένος, είπε η Αγγελική που κρατούσε το χέρι του ακόμη. Κάτσε να σε ζεστάνω.
Έβαλε τα χέρια του μέσα από το μπουφάν στον κόρφο της. Η ζεστασιά ήταν ανακουφιστική μετά το κρύο αλλά μόνο για μια στιγμή στάθηκε το μυαλό του σε αυτό. Συνειδητοποίησε ότι όπως είχε κλείσει τα χέρια του ανάμεσα στα μπράτσα της και το σώμα της ένιωθε τα στήθη της στα χέρια του, μια αίσθηση τελείως διεγερτική. Την κοίταξε και του ανταπέδωσε αθώα το βλέμμα.
Αναρωτήθηκε πώς να ήταν αλήθεια μια κοπέλα που το πάθος της εκδηλώνεται μόνο στον έρωτα, και δεν την κυβερνάει, που δεν προκαλεί, που δεν έχει καν συναίσθηση μιας τέτοιας πρόκλησης ακούσιας όπως του πρόσφερε αυτή τη στιγμή. Και ήταν και τόσο όμορφη κοπέλα.
Ήταν ελεύθερη από όσο ήξερε. Είχε μια σχέση δύο χρόνια πριν με έναν συμμαθητή της ως που ανακάλυψε ότι είχε και μια ακόμα παράλληλη σχέση. Είχε διακόψει μαζί του και για ένα διάστημα ήταν πολύ καταπτοημένη από όλο αυτό. Η άλλη κοπέλα το είχε πάρει ακόμα χειρότερα, είχε κάνει μια, ευτυχώς αποτυχημένη, απόπειρα αυτοκτονίας και μετά είχε αλλάξει σχολείο. Όταν ο Φίλιππος είχε πάει να πει στο συμμαθητή τους ότι ήταν αχρείος να το κάνει αυτό σε δύο κοπέλες εκείνος του είχε επιτεθεί με την παρέα του. Είχε γίνει ένας γερός καυγάς στον οποίο είχε συμμετάσχει και ο ίδιος.
Την κοίταξε πάλι. Ναι του άρεσε η Αγγελική και όχι μόνο γιατί είχε ένα τέλειο σώμα και ένα αψεγάδιαστο πρόσωπο.

Η Άννα άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε γύρω της. Είδε τη Φωτεινή δίπλα της. Αργά αργά θυμήθηκε τι είχε συμβεί, οι ώρες που είχαν περάσει και είχε κοιμηθεί της είχαν κάνει καλό.
-Η Αγγελική; ρώτησε.
-Κοιμάται, ξύπνησε και την τάισα αλλά τώρα κοιμάται πάλι.
-Α ωραία, είπε η Άννα.
Μετά ένας τρόμος γέμισε τα μάτια της.
-Ο Ανδρέας;
-Είναι στο κρατητήριο και καλά να πάθει, είπε η Φωτεινή.
-Κρατητήριο; ρώτησε μπερδεμένη η Άννα. Τι συνέβη;
Η Φωτεινή της εξήγησε και τι είχε συμβεί και πως ο άνδρας της είχε συλληφθεί για την επίθεση εναντίον της αλλά και του ξένου.
-Φύγανε εκείνοι;
-Όχι, τους έκλεισε ο καιρός. Ο Κρίστιαν ήταν εδώ μέχρι πριν από λίγο.
-Του είμαι υπόχρεος.
Η Φωτεινή ένευσε. Πράγματι έτσι ήταν, το ήξερε και η ίδια. Κοίταξε το ρολόι της. Σκέφθηκε ότι τα παιδιά της θα είχαν γυρίσει και τηλεφώνησε σπίτι. Δεν το σήκωσε κανείς και τηλεφώνησε στον πατέρα της Οφήλιας που την ενημέρωσε ότι δεν είχε ακόμα γυρίσει. Δεν ήξερε το τηλέφωνο του Μεληδόνη και έτσι βρέθηκε στην ανάγκη να τηλεφωνήσει στον Ντούντα ελπίζοντας ότι θα το σηκώσει η γυναίκα του. Δεν ήταν τόσο τυχερή, το σήκωσε εκείνος.
-Ναι; είπε και η φωνή του φαινόταν περίεργη.
Η Φωτεινή δεν μπορούσε να ξέρει ότι εκείνη τη στιγμή ο πρόεδρος της κοινότητάς τους επιδιδόταν σε ερωτικά παιχνίδια με τη σύζυγό του.
-Είμαι η Φωτεινή. Δεν γύρισαν τα παιδιά μου, είπε βιαστικά για να μην προλάβει να πει τίποτα για τα όσα είχαν προηγηθεί, τα δικά σας;
-Όχι, θα τα έκλεισε ο καιρός και θα μείνανε κάτω στην πόλη, είπε ο Ντούντας ατάραχος.
Η Φωτεινή έκλεισε το τηλέφωνο. Απόψε θα ήταν μια στενόχωρη βραδιά, μόνη στο σπίτι. Δεν ανησυχούσε για τα παιδιά. Είχαν γνωστούς να μείνουν στην πόλη. Αποφάσισε να τους τηλεφωνήσει εκεί. Κάλεσε τον αριθμό αλλά διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να πιάσει, κάπου είχε κοπεί η γραμμή και δεν είχαν επικοινωνία έξω από το χωριό.

Ο Φίλιππος βοήθησε την Οφήλια να καθίσει. Την βοήθησε να βάλει την πλάτη της στον τοίχο και να βολευθεί στηριγμένη.
-Πάω να δω τι κάνει η Αγγελική, είπε στην κοκκινομάλλα κοπέλα, κι έρχομαι αμέσως.
-Εντάξει, κανένα πρόβλημα, δεν είσαι δα και υποχρεωμένος να προσέχεις εμένα.
-Δεν θα σε αφήσω μόνη, είπε ο Φίλιππος και πήγε να δει τι κάνει η Αγγελική.
Τη βρήκε να κρατάει τα χέρια του Αλέξη ακόμα μέσα από το μπουφάν της για να τα ζεστάνει.
-Είσαι εντάξει; της είπε.
-Μια χαρά, είπε η κοπέλα.
-Πάγωσες; έκανε στον Αλέξη.
-Άσε ρε φίλε, τι είναι αυτό; Ήρθε πρόωρα αυτός ο χειμώνας.
Ο Φίλιππος συμφώνησε και επέστρεψε κοντά στην Οφήλια. Κάθισε δίπλα της και πιάσανε τη συζήτηση.
Είχαν περάσει και όλο το απόγευμα μαζί κάνοντας βόλτα στο πάρκο και συζητώντας και διαπίστωναν συνέχεια πόσο παρόμοιες προτιμήσεις είχαν και πόσο ταίριαζαν σε πολλά πράγματα από εκείνα στα οποία διέφεραν, και είχαν έρθει πολύ πιο κοντά τώρα, ένιωθαν άνετα ο ένας στην παρουσία του άλλου.

Μυστικά 14

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Μαξιμίλιαν άνοιξε την πόρτα του δωματίου και παραμέρισε αφήνοντας την Ηρώ να περάσει πρώτη. Εκείνη μπήκε και έριξε μια ματιά περιέργειας στο δωμάτιο. Όντας ντόπια δεν είχε ποτέ φιλοξενηθεί σε δωμάτιο του ξενώνα. Κοίταξε το διπλό κρεβάτι και την ξύλινη ντουλάπα και μετά το βλέμμα της στάθηκε στο μικρό τραπεζάκι όπου βρίσκονταν μερικές εκτυπώσεις δεμένες σε σπιράλ.
-Τελειώσατε και με τη χαρτοδουλειά βλέπω, σχολίασε.
-Ναι, είπε ο Μαξιμίλιαν. Αν δεν ήταν ο καιρός θα είχαμε φύγει.
-Τώρα θα μείνετε και μάλλον για πάνω από μια μέρα.
-Κανένα πρόβλημα για’ μενα, είπε ο Μαξιμίλιαν. Σίγουρα έχω ένα πολύ καλό κίνητρο για να μείνω.
Πλησίασε την Ηρώ και τη φίλησε.
-Να πάρω το μπουφάν σου;
Η κοπέλα κατένευσε και ο Μαξιμίλιαν τη βοήθησε να το βγάλει και μετά το κρέμασε.
-Μόνο ο Μιχάλης θα μπορούσε ίσως να παραπονεθεί για την αλλαγή των σχεδίων μας, είπε καθώς επέστρεφε κοντά στην Ηρώ, αλλά κάτι βρήκε να μελετήσει στην εκκλησία.
-Δεν τελειώσατε;
-Όχι σε αυτήν την εκκλησία, στον ενοριακό ναό. Κάποιο βιβλίο.
-Δεν κάνει τίποτα άλλο ε;
-Συνήθως όχι, μόνο μελετάει και ασχολείται με ό,τι τον ενδιαφέρει.
-Γυναίκες; Τον ενδιαφέρουν ή είναι μισογύνης;
Ο Μαξιμίλιαν κάθισε σε έναν καναπέ και η Ηρώ βολεύτηκε στην αγκαλιά του. Την κοίταξε. Βυθίσθηκε για μια στιγμή στην ομορφιά της και μετά είπε:
-Δεν είναι μισογύνης, όχι. Απλά έχασε εκείνη που αγαπούσε και δεν έψαξε ξανά για άλλη.
-Ούτε για έρωτα; Εννοώ να κάνει έρωτα…
-Όχι, θεωρεί πως δεν είναι κάτι που πρέπει να υπάρχει χωρίς να υπάρχει και συναίσθημα.
-Περίεργος άνθρωπος, αλλά του είμαι ευγνώμων, στάθηκε στην αδερφή μου σαν να δικός της άνθρωπος και δεν πήρε τίποτα για αντάλλαγμα, ούτε εκείνο που θα ήθελε εκείνη να του προσφέρει. Και τη φρόντισε πολύ και νοιάζεται για το μέλλον της.
-Αυτό κάνει όταν δεν μελετάει, είπε ο Μαξιμίλιαν ήσυχα, βοηθάει εκείνους που το χρειάζονται.
-Και εσύ τι κάνεις όταν δεν μελετάς; ρώτησε η Ηρώ κοιτώντας τον στα μάτια.
-Ευχαριστώ το Θεό που μου χάρισε έναν από τους αγγέλους του, απάντησε ο Μαξιμίλιαν φιλώντας την.

Περπατούσαν στο δρόμο βυθιζόμενοι στο χιόνι που τον σκέπαζε. Στην αρχή ήταν αστείο, είχαν ρίξει και μερικές χιονόμπαλες ο ένας στον άλλο, αλλά όσο προχωρούσαν και η κοπιαστική πορεία είχε το τίμημά της δεν είχαν δυνάμεις για περισσότερα πειράγματα.
Με μια κραυγή η Οφήλια έχασε την ισορροπία της και έπεσε πάνω σε ένα σωρό χιόνι. Ο Φίλιππος την πλησίασε καθώς εκείνη ανακαθόταν και γονάτισε μπροστά της.
-Τι έγινε; Σκόνταψες;
-Παραπάτησα.
-Χτύπησες;
-Δεν ξέρω, πονάω στον αστράγαλο του αριστερού ποδιού.
Ο Φίλιππος σήκωσε το παντζάκι της λίγο και κοίταξε το πόδι της. Δεν έδειχνε να έχει χτυπηθεί τουλάχιστον εξωτερικά αλλά μόλις πίεσε τον αστράγαλο η κοπέλα έκανε να τραβήξει το πόδι της.
-Μάλλον κάποιο ελαφρύ διάστρεμμα, είπε ο Φίλιππος που η μακριά ενασχόληση με τον αθλητισμό τον είχε εξοικειώσει με τέτοιους τραυματισμούς.
Διέτρεξε με το δάκτυλό του την περίμετρο του αστραγάλου της και την είδε να κοκκινίζει. Για μια στιγμή νόμισε ότι την πόνεσε αλλά μετά κατάλαβε, αυτό που είχε κάνει δεν απείχε πολύ από χάδι και η Οφήλια δεν ήταν συνηθισμένη σε κάτι τέτοιο, την ήξερε αρκετά για να ξέρει ότι δεν είχε καν φλερτάρει με τον αθώο παιχνιδιάρικο τρόπο των εφήβων. Τράβηξε το χέρι του συνειδητοποιώντας ότι ήταν υπέροχη αίσθηση και ότι είχε απαλό δέρμα σαν βελούδο. Αναρωτήθηκε πως θα ήταν να χαϊδεύσει την πλάτη της ή το μάγουλό της.
Σηκώθηκε όρθιος έχοντας κοκκινίσει ο ίδιος τώρα. Έτεινε το χέρι του στην Οφήλια.
-Για να δούμε αν μπορείς να το πατήσεις.
Η Οφήλια έπιασε το χέρι του και σηκώθηκε αλλά αμέσως παραπάτησε. Ο Φίλιππος της έτεινε το μπράτσο του να κρατηθεί αλλά με τα πρώτα βήματα αποδείχθηκε ότι με τόσο χιόνι στο έδαφος δεν γινόταν να προχωρήσουν έτσι.
-Θα το κάνουμε αλλιώς, είπε ο Φίλιππος.
Πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της και τη συμβούλευσε να πιαστεί από τον ώμο του. Συνέχισαν να περπατάνε αλλά δεν άργησαν να σταματήσουν, μπροστά τους ο δρόμος είχε εξαλειφθεί τελείως από μια μικρή χιονοστιβάδα.

Ο Μιχάλης μπήκε στο γραφείο του Ντούντα κρατώντας την τσάντα με το λάπτοπ του. Ο Μαξιμίλιαν είχε ζητήσει από τον δεύτερο να χρησιμοποιήσουν τον υπολογιστή για να στείλουν τα σχετικά με τη δουλειά τους στην Αθήνα και φυσικά εκείνος δεν μπορούσε να αρνηθεί. Στάθηκε ακουμπώντας στο μπαστούνι του κάτω από το εχθρικό βλέμμα του κοινοτάρχη που είπε ξερά:
-Αφού έχεις λάπτοπ τι θες τον υπολογιστή μου;
-Δεν είπα ότι δεν έχουμε υπολογιστές, με τον καιρό αυτό δεν έχουμε ίντερνετ και είπα να ζητήσω το δικό σας ενσύρματο δίκτυο.
-Καλά, είπε ο Ντούντας, θα είμαι έξω.
-Δεν θα αργήσω.
Ο Ντούντας βγήκε στον προθάλαμο κακόκεφος ενώ ο Μιχάλης άνοιγε τον υπολογιστή του αλλά και αυτόν του Ντούντα. Άνοιξε τον περιηγητή του ίντερνετ, είχε τον κλασσικό εξπλόρερ, και αναζήτησε το ιστορικό, βρήκε εύκολα το σάιτ που τόσο πολύ ευχαριστούσε τον κοινοτάρχη και το επέλεξε. Σημείωσε την ηλεκτρονική διεύθυνση και την έστειλε με ένα μήνυμα. Μετά διέγραψε το ιστορικό και αναζήτησε στον σκληρό όλα τα βίντεο και τα διέγραψε. Τώρα η υπόληψη της Φωτεινής Φιούμη ήταν ασφαλής. Για να διατηρήσει τα προσχήματα έκανε τη δουλειά που είπαν. Μόλις τελείωσε αναζήτησε πάλι το σάιτ αλλά του εμφανίστηκε αδυναμία σύνδεσης. Χαμογέλασε, ήταν γρήγορος ο φίλος του, πολύ γρήγορος. Καθάρισε και πάλι το ιστορικό και έκλεισε τον υπολογιστή.
Ευχαρίστησε κεφάτα τον Ντούντα και βγήκε. Στάθηκε έξω στο χιόνι και κοίταξε τον συννεφιασμένο ουρανό. Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει πυκνό.
Προχώρησε στο δρόμο για τον ξενώνα. Μετά στάθηκε αναγκαστικά καθώς ο δρόμος βυθιζόταν στο σκοτάδι.

Ο Ντούντας άνοιξε το ιστορικό και το βρήκε κενό, προφανώς δεν είχε αφήσει ίχνη ο επισκέπτης του, ήταν πολύ προσεκτικός. Άνοιξε το πρόγραμμα περιήγησης και πληκτρολόγησε την διεύθυνση που ήθελε. Τώρα θα έβλεπε η Φωτεινή Φούμη για τι ήταν ικανός.
Το σάιτ δεν υπήρχε. Προφανώς το είχαν κατεβάσει. Χτύπησε το χέρι του στο γραφείο απογοητευμένος. Ευτυχώς είχε αρκετό υλικό μέχρι να ανέβει ξανά το σάιτ ή κάποιο άλλο ανάλογο. Εκεί ήταν και η εκδίκησή του. Πήγε στα βίντεο αλλά ο φάκελος ήταν κενός. Κατάλαβε τι είχε γίνει αν και δεν μπορούσε να φανταστεί το πώς και το γιατί, αλλά μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί.
Χτύπησε με βία το χέρι του στο γραφείο του και πρόφερε μια φοβερή βλαστήμια. Την επόμενη στιγμή κόπηκε το ρεύμα.

Μυστικά 13

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Έβδομο

Ο Ανδρέας Γαζής έλυσε ένα δεμάτι σανό και το άφησε μπροστά στα ζώα του που άρχισαν να τρώνε αμέσως. Βγήκε έξω στο χιονισμένο κτήμα. Λίγο πιο πέρα η γυναίκα του ήταν γονατιστή δίπλα στη γούρνα με το νερό και άνοιγε τη βρύση για να τρέξει νερό και να έχουν τα ζώα να πιούν.
Ήταν από τους πλούσιους του χωριού με πολλά ζώα και κτήματα και είχε μεγαλώσει από μικρός σε μια άνεση που άλλες οικογένειες δεν είχαν. Αυτό σε συνδυασμό με το φύλο του, και την διαπαιδαγώγηση των αγοριών στην επαρχία ότι ο άνδρας είναι άνδρας και απόλυτα κύριος στο σπίτι του, τον είχε κάνει πολύ σκληρό και δεσποτικό.
Κοίταξε τους γοφούς της γυναίκας του όπως περιγράφονταν από το παντελόνι που φορούσε και ένιωσε ερεθισμένος σχεδόν αμέσως. Την πλησίασε με δρασκελιές και καθώς εκείνη έκανε να σηκωθεί την έπιασε από τους ώμους σταματώντας την. Την έγειρε πάνω από τη γούρνα και κατέβασε το παντελόνι της. Εκείνη έκανε να διαμαρτυρηθεί αλλά ένα χτύπημα στην πίσω πλευρά του κεφαλιού τη σιώπησε.
Όχι για πολύ. Μόλις το χέρι του κατέβασε το εσώρουχό της η Άννα αντέδρασε.
-Όχι έτσι Ανδρέα! Δεν είμαι ζώο! Είμαι η…
Δεν πρόλαβε να πει άλλα. Ο Ανδρέας την έριξε κάτω και άρχισε να την χτυπάει και να την κλωτσάει. Η Άννα κουλουριάστηκε σε εμβρυακή στάση για να προστατευτεί από τα χτυπήματα.
-Για όνομα του Θεού, τι κάνεις εκεί άνθρωπέ μου;
Ο Ανδρέας σταμάτησε καθώς ένα εξαιρετικά δυνατό χέρι άρπαξε το δικό του και στράφηκε να δει ποιος ήταν που τον είχε σταματήσει. Βρέθηκε να αντικρίζει τον Κρίστιαν Κέυλαν.

Ο Μιχάλης μπήκε στον προθάλαμο του γραφείου του κοινοτάρχη και στάθηκε ακούγοντας τον Ντούντα να συνομιλεί με μια γυναίκα. Μιας και δεν υπήρχε κανένας άλλος, αφού είχε φύγει η Πηνελόπη, ο Μιχάλης αποφάσισε ότι έπρεπε να περιμένει. Ο Ντούντας και η συνομιλήτριά του μιλούσαν αρκετά δυνατά για να ακούει και είχε συναντήσει πολλούς παλιανθρώπους στη ζωή του για να καταλάβει τι συνέβαινε.
Αποφάσισε ότι αν μπορούσε θα σταματούσε τον εκβιασμό. Συνέχισε να ακούει μέχρι που άνοιξε η πόρτα και βγήκε η Φωτεινή Φούμη η οποία κοκκάλωσε βλέποντάς τον. Εκείνος τη χαιρέτησε με μια κίνηση του κεφαλιού και ρώτησε:
-Μπορώ να δω τον κύριο κοινοτάρχη;
-Να δείτε… ναι βέβαια, είπε η Φωτεινή ακόμα ξαφνιασμένη. Ναι βέβαια, μπορείτε.
-Ευχαριστώ.
Ο Μιχάλης προχώρησε και μετέφερε στον Ντούντα το μήνυμα του Μαξιμίλιαν. Ο Ντούντας το δέχτηκε μάλλον αδιάφορα και είπε ότι ήταν ευπρόσδεκτοι να μείνουν. Ο Μιχάλης τον χαιρέτησε και έφυγε. Δεν πήγε μακριά, έπεσε πάνω σε έναν καυγά.

Ο Ανδρέας Γαζής δεν θα ανεχόταν ποτέ να του πει ένας ξένος τι να κάνει με τη γυναίκα του. Μόλις πέρασε το πρώτο ξάφνιασμα γύρισε να επιτεθεί στον ενοχλητικό αλλά πήρε ένα μάθημα που δεν περίμενε. Ο Κρίστιαν τον άρπαξε και τον τίναξε στο έδαφος σαν σακί με πατάτες. Ο Ανδρέας βόγκηξε αν και το χιόνι έκανε την πτώση σχεδόν ανώδυνη. Σηκώθηκε όρθιος ακριβώς την στιγμή που ο αδερφός του περνούσε από το δρόμο.
Αν ο Ανδρέας ήταν επιθετικός, ο Αργύρης ήταν επικίνδυνος. Χωρίς να διστάσει τράβηξε ένα παλούκι από το φράχτη του κτήματος και προχώρησε στα νώτα του Κρίστιαν. Το σήκωσε με σκοπό να του καταφέρει ένα γερό χτύπημα αλλά δεν πρόλαβε. Ένα μπαστούνι προσγειώθηκε με βία πάνω στον καρπό του χεριού του κάνοντάς τον να ουρλιάξει. Ο Κρίστιαν τον άκουσε και γύρισε, τον είδε να κρατάει με το γερό χέρι το χτυπημένο και το παλούκι στα πόδια του και κατάλαβε. Του έριξε μια γροθιά που τον έστειλε να κυλιστεί στο χιόνι ενώ ο Μιχάλης παρακολουθούσε ατάραχος.
-Ευχαριστώ, φίλε, είπε ο Κρίστιαν.
Ο Μιχάλης του έδειξε να προσέχει πίσω του που είχε σηκωθεί ο Ανδρέας αλλά εκείνος δεν επιτέθηκε πάλι αλλά άρχισε να φωνάζει τραβώντας την προσοχή. Μαζεύτηκε γρήγορα ένα πλήθος γύρω τους. Οι περισσότεροι ήταν άνδρες του χωριού αλλά μαζεύτηκαν και μερικές γυναίκες και κατέφτασαν και οι δικοί τους. Ο Μαξιμίλιαν πλησίασε τον Κρίστιαν.
-Τι έγινε εδώ πέρα;
-Ο φίλος σου μου επιτέθηκε, είπε έξαλλος ο Ανδρέας.
-Δεν σου επιτέθηκα, εσύ μου επιτέθηκες, είπε ο Κρίστιαν. Απλά σε σταμάτησα.
-Επιτέθηκα γιατί ανακατεύτηκες στα οικογενειακά μου!
Ο Μαξιμίλιαν στράφηκε στον Κρίστιαν υψώνοντας ερωτηματικά ένα φρύδι και εκείνος του έδειξε την ακόμα κουλουριασμένη στο έδαφος Άννα.
-Χτυπούσε τη γυναίκα του.
Εκείνη τη στιγμή κατέφτασε ο Ντούντας και μαζί του ο χωροφύλακας.
-Τι έγινε εδώ, είπε ο υπαξιωματικός και το βλέμμα του σταμάτησε στην πεσμένη Άννα. Ποιος την χτύπησε;
-Ο κύριος από δω, είπε ο Κρίστιαν και διηγήθηκε τι είχε γίνει.
Ο χωροφύλακας έριξε μια ματιά στον Ντούντα περιμένοντας οδηγίες. Ο Ντούντας το σκέφθηκε. Δεν τον ένοιαζαν οι ξένοι και γι’ αυτόν ο άνδρας ήταν σίγουρα αφεντικό στο σπίτι αλλά το θέμα είχε πάρει διαστάσεις και ο Ανδρέας Γαζής το παράκανε.
-Πάρε τον στο κρατητήριο, και θα δούμε τι θα γίνει, εξαρτάται και από την Άννα μόλις συνέλθει.
-Κι’ αυτόν; ρώτησε ο χωροφύλακας δείχνοντας τον Αργύρη.
-Άσε ήσυχο τον αδερφό μου, δεν έκανε τίποτα! βρυχήθηκε ο Ανδρέας.
-Θα τον μηνήσετε; ρώτησε ο Ντούντας τον Κρίστιαν.
-Όχι, είπε εκείνος. Στο κάτω κάτω της γραφής αυτός έσπευσε να βοηθήσει τον αδερφό του.
Η Φωτεινή πλησίασε την Άννα και γονάτισε δίπλα της. Ο Κρίστιαν πλησίασε επίσης.
-Θα την πάω σπίτι, σας ευχαριστώ που την προστατέψατε, είπε η Φωτεινή.
-Παρακαλώ, δεν χρειάζεται, είπε ο Κρίστιαν και έσκυψε να σηκώσει την Άννα. Το έκανε με μεγάλη ευκολία και μετά ρώτησε:
-Που πάμε;
Καθώς διαλυόταν το πλήθος ο Μαξιμίλιαν πλησίασε τον Μιχάλη που κοιτούσε τη Φωτεινή.
-Είμαι σίγουρος ότι το καταδιασκέδασες όλο αυτό.
-Με ξέρεις αρκετά καλά, είπε ο Μιχάλης με ένα χαμόγελο. Αλλά είναι και άλλα πράγματα στα οποία πρέπει να βάλω το χέρι μου νομίζω.
-Κι άλλη κακοποιημένη σύζυγος;
-Όχι, άλλος παλιάνθρωπος όμως. Θα χρειαστεί να πω ψέματα αλλά χρειάζομαι και τη βοήθειά σου.
-Ό,τι θες, είμαι σίγουρος ότι αξίζει τον κόπο. Πάμε όμως μέσα γιατί το χιόνι πυκνώνει όπως βλέπεις.

Το λεωφορείο του ΚΤΕΛ πήγαινε αργά στην επαρχιακή οδό. Ο Αλέξης στεκόταν δίπλα στο δρόμο και κοίταζε το δρόμο όπως αποκαλυπτόταν στα φώτα του οχήματος. Το κρύο ήταν δριμύτατο τώρα και το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτει. Ο Αλέξης έριξε μια ματιά πίσω, οι φίλοι και οι συγχωριανοί του ήταν οι μόνοι επιβάτες στο λεωφορείο.
Ο Φίλιππος ήταν καθισμένος λίγο πιο πίσω σε ένα κάθισμα με την Οφήλια και μιλούσαν. Ο Αλέξης ύψωσε ένα φρύδι, συνήθως η Οφήλια καθόταν με την αδερφή του Φιλίππου. Η Αγγελική τώρα καθόταν πίσω από τον οδηγό και κοίταζε από το παράθυρό της έξω τη σκοτεινιά. Ωραία κοπέλα όπως την έβλεπε προφίλ.
Πιο πίσω κάθονταν οι δύο μαθητές γυμνασίου και πίσω πίσω στη γαλαρία η αδερφή του είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά του Ρωμανού. Σίγουρα ταίριαζαν, μακάρι να το έβλεπαν και οι γονείς τους. Όταν είχε ανακαλύψει αυτήν την σχέση είχε και ο ίδιος σταθεί αρνητικός αλλά είχε μετά συνειδητοποιήσει ότι δεν είχε καμία αξία μια έχθρα δεκαετιών που δεν τους άγγιζε – ή δεν θα τους άγγιζε αν δεν είχαν οι γονείς τους τέτοια έχθρα.
Ο Αλέξης το πρόσεξε πρώτος και αμέσως μετά και ο οδηγός, ο δρόμος είχε αρχίσει να αλλάζει χρώμα, από το μαύρο της ασφάλτου να γίνεται άσπρος, πρώτα άσπρες γραμμές, μετά άσπρα μπαλώματα και ύστερα όλο και μεγαλύτερη επιφάνεια να είναι άσπρη. Ο δρόμος είχε πιάσει χιόνι. Ο οδηγός σταμάτησε καθώς μπροστά τους ο δρόμος άρχισε να παρουσιάζει και μικρά βουναλάκια χιόνι.
-Πρέπει να σταματήσω, είπε ο οδηγός, θα ήταν επικίνδυνο να συνεχίσω. Και για’ μενα και για’ σας.
-Εντάξει μάγκες! φώναξε ο Αλέξης. Φαίνεται ότι θα κάνουμε τον υπόλοιπο δρόμο πεζοί.
Μαζεύτηκαν στην πόρτα του λεωφορείου.
-Μήπως να σας πάρω πίσω; είπε ο οδηγός. Κάτι θα κάνουμε για τη διαμονή σας.
-Μπα, είπε ο Φίλιππος, είναι Παρασκευή, δεν έχουμε σχολείο αύριο. Καλύτερα να πάμε σπίτι.
-Θα χρειαστεί να περπατήσετε.
-Μαθημένοι είμαστε, είπε ο Αλέξης και συμφώνησαν οι υπόλοιποι.
-Εντάξει παιδιά, καλό δρόμο και να προσέχετε, είπε ο οδηγός και άνοιξε την πόρτα του λεωφορείου.
Η διαφορά από τη σχετική ζέστη του λεωφορείου στην κρύα ατμόσφαιρα έξω τους έκανε όλους να κουκουλωθούν καλά με κασκόλ και κουκούλες πριν ξεκινήσουν το δρόμο για το χωριό. Πίσω τους το λεωφορείο έκανε με δυσκολία αναστροφή και έφυγε πίσω από το δρόμο που είχε έρθει.

Ο Μιχάλης σήκωσε το βλέμμα του από το βιβλίο που διάβαζε και κοίταξε έξω τις πυκνές νιφάδες του χιονιού που στροβιλίζονταν με το δυνατό αέρα. Ακούμπησε το βιβλίο στο τραπέζι και πήγε στο λάπτοπ του. Κοίταξε την πρόβλεψη του καιρού και συνοφρυώθηκε. Δεν ήταν απλή καταιγίδα, ήταν μια άγρια χιονοθύελλα και θα έμεναν περισσότερο από όσο υπολόγιζαν εδώ.
Δεν τον πείραζε, είχε πολλά να ασχοληθεί και εδώ όπως είχε και όπου και αν πήγαινε. Άσχετα αν τα περισσότερα βρίσκονταν μέσα σε ένα δωμάτιο και έναν υπολογιστή. Ακόμα και εδώ είχε βρει να ασχοληθεί με κάτι που του είχε τραβήξει την προσοχή και ας είχε γίνει πάνω από εβδομήντα χρόνια πριν. Επέστρεψε στο βιβλίο αλλά δεν πρόλαβε να ξαναρχίσει το διάβασμα. Τον διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα.
-Εμπρός, είπε και κάθισε σε μια καρέκλα.
Η πόρτα άνοιξε και μπήκε η Κλωντίν. Του χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο.
-Καλώς την, είπε ο Μιχάλης, πως από δω;
-Ήθελα να σου μιλήσω, είπε η Γαλλίδα.
-Ακούω.
Την κοίταξε προσεκτικά, η κοπέλα ακτινοβολούσε ευτυχία.
-Ήθελα να σε ευχαριστήσω που σύστησες στον Μαξιμίλιαν να έρθουμε στην αποστολή αυτή. Δεν ξέρω τι έγινε χθες αλλά έβγαλε το καλύτερο σε’ μενα και τον Έρικ, κάναμε έρωτα όλη νύχτα και επιτέλους ομολογήσαμε τι νιώθουμε. Και είναι και η Μαρία.
-Τι η Μαρία;
-Πέρασα σήμερα αρκετές ώρες μαζί της, είναι σαν να απέκτησα την αδερφή που ποτέ δεν είχα. Και τα δύο οφείλονται σε εσένα που μας έφερες εδώ.
-Δεν κάνει τίποτα, και χαίρομαι που συμπαθείς την Μαρία, είσαι το πρότυπο που χρειάζεται.
-Λες ε;
-Ναι, είσαι αυτό που θέλει να γίνει, μπορείς να την εμπνεύσεις σε πολλά πράγματα.
-Μου είπε ότι της υποσχέθηκες ότι θα τη βοηθήσεις και εσύ.
-Πράγματι.
-Θα είναι καλό να φύγει από’ δω και να ανοίξει τα φτερά της, είπε η Κλωντίν. Και γι’ αυτό ήθελα να σε δω, να σε ευχαριστήσω και να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για αυτήν την κοπέλα.