Οι Επτά Στύλοι Της Σοφίας 21

Author: Νυχτερινή Πένα /

Από το αεροδρόμιο της Φλωρεντίας βρήκαν αμέσως πτήση για τη Ρώμη από εκεί για την πρωτεύουσα της Αιγύπτου ήταν κάπως πιο δύσκολο και περίμεναν λίγες ώρες που τις πέρασαν στην τεράστια αίθουσα του τέρμιναλ σε μερικά κάπως απομονωμένα καθίσματα μιλώντας λίγο μιας και ήταν κουρασμένοι όλοι από όσα είχαν ζήσει. Στο αεροπλάνο μετά ήταν σιωπηλοί χαμένοι στις σκέψεις τους.
Στο αεροδρόμιο του Καΐρου τους περίμενε ένα παλιό σεντάν που δούλευε σαν ταξί και τους μετέφερε στο ξενοδοχείο Μένα Χάους όπου ο Γουίλλιαμ είχε φροντίσει να τους έχουν κρατήσει δωμάτια. Στη σύντομη διαδρομή μέσα στους πολυσύχναστους δρόμους οι υπόλοιποι λαγοκοιμούνταν, μόνο ο ίδιος έμενε σε εγρήγορση αν και τώρα ήταν πιο ήσυχος.
Στο ξενοδοχείο τους υποδέκτηκε ένας κουστουμαρισμένος Άραβας με άψογη ωστόσο αγγλική προφορά. Εδώ δεν είχαν τη δυνατότητα να πάρουν μια σουίτα με πολλές κρεβατοκάμαρες και έτσι θα έπαιρναν ο καθένας το δικό του δωμάτιο.

Ο Γουίλλιαμ ξάπλωσε στο κρεβάτι του, είχε να κοιμηθεί πάνω από σαράντα οκτώ ώρες και πάνω από εβδομάδα που το είχε κάνει σε κρεβάτι. Παραδόξως ήταν πάλι σε αυτήν την χώρα που είχε αυτήν την πολυτέλεια τελευταία φορά. Άφησε το σώμα του να χαλαρώσει, δικαιούταν λίγη ξεκούραση, είχαν όλα πάει καλά και για πρώτη φορά εδώ και αιώνες είχε φτάσει τόσο κοντά στην αποκατάσταση των πραγμάτων όπως έπρεπε να είναι. Αυτό το έργο που του είχε αναθέσει Εκείνος.
Έκλεισε τα μάτια του αλλά την ίδια στιγμή το τρίξιμο της πόρτας που άνοιγε τον έκανε να περάσει και πάλι σε εγρήγορση. Κάποιος πλησίαζε στο κρεβάτι του, άπλωσε το χέρι του στη λαβή της σπάθας του αλλά δεν χρειαζόταν. Πριν κλείσει η πόρτα το λίγο φως απ' έξω διέγραψε τη μορφή της Ντιάνα. Ανακάθισε.
-Ντιάνα; Συμβαίνει κάτι;
-Ήθελα να σου μιλήσω, είπε η κοπέλα.
-Εντάξει, πες μου. Κάθισε.
Η Ντιάνα κάθισε κοντά του στο κρεβάτι. Τον κοίταξε και τα μάτια της έλαμπαν.
-Πριν σου πω αυτό που θέλω πρέπει να πω ότι ξέρω ποιος είσαι, ξέρω πόσο έχεις ζήσει και τα όσα έχουν δει τα μάτια σου. Σε ξέρω από τότε που γεννήθηκα. Ξέρεις το χάρισμά μου.
-Ναι.
-Από τότε που άρχισα να συνέρχομαι.....
-Ναι;
-Σε σκεφτόμουν, είπε η Ντιάνα. Ήξερα ότι εσύ ήσουν η μόνη μου ελπίδα για να βγω από' κει. Και έτσι έγινε. Πως θα μπορούσα να νιώθω διαφορετικά λοιπόν; Σε αγαπώ Γουίλλιαμ. Σε αγαπώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου.
Ο αιωνόβιος Φύλακας είχε αιφνιδιαστεί από τα λόγια της, κάτι που δεν του είχε συμβεί ποτέ στη νεώτερη ιστορία.
-Ντιάνα, είπε, είμαι.....
-Ξέρω τι είσαι, είπε απαλά η κοπέλα, και γι' αυτό ξεκίνησα από αυτό. Ξέρω και το δέχομαι, θέλω να ζήσω δίπλα σου. Μη με διώξεις.
Ο Γουίλλιαμ έκλεισε τα μάτια του. Ήταν σωστό; Έπρεπε να συνδέσει τη ζωή του με την κοπέλα αυτή παρότι τόσο το ήθελε; Άνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε βυθίζοντας το βλέμμα του στο δικό της. Η Ντιάνα το ανταπέδωσε με ανυπόκριτη αγάπη αλλά και αγωνία για την απόφασή του.
-Ντιάνα, είπε απαλά, καταλαβαίνεις ότι μια ζωή μαζί μου δεν θα είναι συνηθισμένη. Κάθε άλλο.
-Ούτε η δική μου ήταν.
-Ναι αυτό είναι αλήθεια, ψιθύρισε ο Γουίλλιαμ, αλλά και πάλι δεν συγκρίνεται. Ακόμα και με το παρόν έργο μου ολοκληρωμένο ποτέ δεν θα είμαι χωρίς έννοια ή και κάποια αποστολή.
-Τα σκέφτηκα όλα αυτά, το μόνο που με λυπεί είναι ότι δεν θα είμαι για πάντα μαζί σου. Ακόμα και σαν Φύλακας δεν θα ζήσω όσο εσύ.
Ο Γουίλλιαμ κοίταζε τα λαμπερά μάτια της Ντιάνα όσο εκείνη μιλούσε. Η πείρα αιώνων του αποκάλυπτε ότι ήταν ειλικρινής και εννοούσε όλα όσα έλεγε.
Την αγκάλιασε και την κράτησε. Ένιωσε την ένταση να φεύγει και το  σώμα της να χαλαρώνει. Ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του και πέρασε τα χέρια της γύρω από τη μέση του. Έκλεισε τα μάτια της και αφέθηκε.
-Δεν λέω ναι, είπε ήσυχα ο Γουίλλιαμ, δεν λέω όχι. Όταν ολοκληρώσουμε αυτό το έργο που αναλάβαμε θα είμαστε ελεύθεροι να αποφασίσουμε και γι' αυτό.
-Μπορώ να μείνω κοντά σου;
-Ναι, μπορείς.

Ο Γουίλλιαμ ξάπλωσε και πάλι και η Ντιάνα ξάπλωσε δίπλα του. Κοιμήθηκε πιο ήσυχα από όσο είχε κοιμηθεί ποτέ

Οι Επτά Στύλοι Της Σοφίας 20

Author: Νυχτερινή Πένα /

Η Πιστόια είναι πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας της Τοσκάνης και μια αρκετά μεγάλη πόλη βόρεια της Φλωρεντίας. Τα τριάντα χιλιόμετρα που την χωρίζουν από την πόλη των Μεδίκων θα τα διέσχιζαν με το αυτοκίνητο που είχαν νοικιάσει. Η εκκλησία ήταν έξω από την πόλη και δεν θα χρειαζόταν να μπουν σε αυτή. Όπως και τις προηγούμενες φορές που είχαν μπει σε αυτοκίνητο ο Άγγελος και η Νάντια είχαν καθίσει μπροστά και οι υπόλοιποι πίσω.
Ο Φύλακας ήταν σιωπηλός. Κοιτούσε έξω το τοπίο καθώς ο Άγγελος οδηγούσε γρήγορα στην ευθεία της autostrada. Είχε τυλιχτεί στο μανδύα του και παρακολουθούσε τις εναλλαγές στο τοπίο.
-Τι σε απασχολεί; ρώτησε η Αλεξία. Το επόμενο βήμα;
-Όχι, νομίζω ότι αυτό που θέλουμε θα το βρούμε.
-Τότε;
-Αυτή η περιοχή λεγόταν κάποτε Ετρουρία.
-Αναμνήσεις; ρώτησε απαλά η Ντιάνα.
-Ναι, είπε ο Γουίλλιαμ συνεχίζοντας να κοιτάει έξω. Πολλές.
Η Ντιάνα άπλωσε το χέρι της και έπιασε το δικό του.
-Δεν είσαι μόνος σου, είπε σιγανά και κοίταξε άβολα προς το μέρος της Αλεξίας που θα μπορούσε να την ακούσει. Εκείνη ωστόσο κοιτούσε έξω την Πιστόια που είχε αρχίσει να φαίνεται.
Η εκκλησία που ήθελαν ήταν σε ένα μικρό δρόμο έξω από την autostrada, βγήκαν στον μικρό δρόμο και προχώρησαν αργά ανάμεσα στα σπαρμένα χωράφια. Καθώς άφηναν πίσω τους την μεγάλη οδική αρτηρία και έσβηνε ο θόρυβος μια πρωτόγνωρη γαλήνη τους τύλιξε. Ο μόνος ήχος που ακουγότανε ήταν ο άνεμος και οι τρίλιες των πουλιών που βιαστικά περνούσαν πάνω από το κεφάλι τους. Σταμάτησαν στην άκρη του δρόμου.
Άφησαν το αυτοκίνητο και προχώρησαν στη μικρή εκκλησία που βρισκόταν στη μέση μιας μικρής έκτασης με φροντισμένο γκαζόν. Ο Γουίλλιαμ προχώρησε πρώτος και ακολούθησαν οι υπόλοιποι. Ο Φύλακας άνοιξε την πόρτα, που υποχώρησε με ένα τρίξιμο, και μπήκαν. Έκανε το σταυρό του.
-Πιστεύεις; ρώτησε ο Άγγελος.
-Φυσικά.
-Περίμενα ότι εσύ περισσότερο από κάθε άλλον δεν θα πίστευες, έχοντας ζήσει τόσο και έχοντας κάνει τόσα.
-Είδα πολλά που να με πείθουν ότι υπάρχει Θεός και τίποτα για το αντίθετο.
Ο Γουίλλιαμ πήγε στο δεξιό κλίτος της εκκλησίας όπου υπήρχε ένας τάφος.
-Εδώ αναπαύεται ο Τζιάκομο Άρνο σκοτωμένος από τον Τζιουζέπε Ταλαφέρο που έκτισε αυτήν την εκκλησία.
-Τον έθαψε στην εκκλησία που έκτισε; απόρησε η Νάντια.
-Ναι, ήταν βλέπεις φίλοι και συμπολεμιστές, τον σκότωσε άθελά του. Τον έθαψε εδώ λοιπόν.
-Και το κλειδί;
-Το πήρε εκείνος. Αν ήταν στον τάφο θα το είχα νιώσει.
-Γουίλλιαμ....
Ο Φύλακας γύρισε και κοίταξε την Ντιάνα που κάτι παρατηρούσε με δέος στον πρόναο. Η κοπέλα του έκανε νόημα να πλησιάσει. Το έκανε και οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν. Αυτό που έδειχνε η Ντιάνα ήταν μια τοιχογραφία που εικόνιζε έναν άνδρα και μετά έναν δεύτερο με πολεμική αμφίεση, πανοπλία, κράνος, όπλα, και το αντικείμενο της αναζήτησής τους στο στήθος.
-Ο Τζιουζέπε, είπε ο Γουίλλιαμ, και αυτός είναι ο γιος του Γκουίτο, και αυτός είναι ο εγγονός του επίσης Τζιουζέπε, αλλά δεν φοράει το κλειδί σαν κόσμημα.
-Σε αυτό μπορώ να σας βοηθήσω εγώ.
Στράφηκαν για να αντικρίσουν έναν ηλικιωμένο άνδρα με το μαύρο ράσο ιερέα που μόλις είχε μπει στην εκκλησία με τον κρύσταλο να κρέμεται από μια αλυσίδα στο στήθος του.
Ο Γουίλλιαμ παραμέρισε λίγο το μανδύα του για να είναι έτοιμος να τραβήξει τη σπάθα του αλλά όχι τόσο ώστε να μπορεί να δει ο άλλος ότι είναι οπλισμένος.
-Και εσείς είστε..... άφησε την πρόταση μετέωρη.
-Ονομάζομαι Πιερ – Λουίτζι Ταλαφέρο.
-Ταλαφέρο; Ενδιαφέρον, μολις κοιτάζαμε  τις τοιχογραφίες των προγόνων σας.
-Ναι το αντιλήφθηκα, όπως και ότι προφανώς παρατηρήσατε την παρουσία αυτού του κοσμήματος σ' αυτές όπως και ότι δεν το φοράνε όλοι.
-Ναι έτσι είναι.
-Η εξήγηση είναι απλή. Το κομψοτέχνημα αυτό πέρασε στο μικρότερο γιο, τον Αλεσάντρο που είχε αφοσιωθεί στον Κύριό μας.
-Ιερέας;
-Έχετε σίγουρα διαβάσει το Κόκκινο και το Μαύρο.
-Ναι, βέβαια.
-Είναι αλήθεια πως εκείνη την εποχή οι δυο δρόμοι που μπορούσε εύκολα να πάρει ένας άνδρας ήταν με τον κλήρο ή με το στρατό. Η οικογένειά μου διακρινόταν με την αφοσίωση των αγοριών της και στους δυο κλάδους και όταν μετά τον Αλεσάντρο πέρασε το αντικείμενο αυτό στον ανιψιό του τον Βαλέριο που ήταν επίσης ιερέας έγινε παράδοση να περνάει από χέρια ιερέων σε χέρια ιερέων μέχρι που το πήρα εγώ κάπου μισό αιώνα πριν.
-Οικογενειακό κειμήλιο, λοιπόν, είπε ο Γουίλλιαμ αναρωτώμενος αν θα μπορούσε να πείσει αυτόν τον άνδρα να τους δώσει αυτό το κλειδί.
-Πράγματι, αλλά μόνο αυτό. Ένα κομψοτέχνημα από το παρελθόν. Εσείς γιατί ενδιαφέρεστε γι' αυτό;
-Αν σας έλεγα ότι δεν είναι μόνο αυτό;
-Τι εννοείτε;
-Υπάρχουν άλλα έξι.
-Άλλα έξι; Εκπληκτικό. Όμοια με αυτό;
-Σε σημείο που μόνο εγώ να μπορώ να πω ποιο είναι ποιο, απάντησε ο Γουίλλιαμ.
Οι υπόλοιποι στέκονταν γύρω και παρακολουθούσαν τη συζήτηση που είχε γίνει στα Αγγλικά. Όταν τους πρωτομίλησε ο ιερέας το είχε κάνει στα Αγγλικά καταλαβαίνοντας πως είναι ξένοι και έτσι είχε συνεχιστεί η συζήτηση.
-Υποθέτω ότι θα θέλετε να το αποκτήσετε, είπε ο ιερέας κοιτώντας τον αιωνόβιο Φύλακα εξεταστικά. Είστε συλλέκτης;
-Όχι, είπε ο Γουίλλιαμ. Είναι κάτι πολύ πιο σημαντικό από απλά μια συλλογή και ακριβώς για το λόγο αυτό δεν μπορώ να σας πω περισσότερα.
-Δεν χρειάζεται.
-Όχι;
Ο ιερέας χαμογέλασε. Κοίταξε την τοιχογραφία του Τζιουζέπε Ταλαφέρο.
-Ο Άρνο και ο Τζιουζέπε πολέμησαν σε πολλές μάχες μαζί, όπως και στην Ορλεάνη στη μάχη που η Ζαν Ντ' Άρκ έλυσε την πολιορκία. Σύμφωνα με την παράδοση της οικογενείας μου σχετικά με το τεχνούργημα ο άνδρας από τον οποίο το πήρε ο Άρνο είπε πεθαίνοντας ότι μια μέρα θα έρθουν γι' αυτό. Αυτή η μέρα λοιπόν ήρθε.
-Πραγματικά.
Ο ιερέας έβγαλε την αλυσίδα από το λαιμό του και έτεινε τον κρύσταλλο στον Γουίλλιαμ που δεν άπλωσε το χέρι του να το πάρει. Αντίθετα στράφηκε στην Αλεξία και της είπε:
-Αλεξία, φύλαξέ το με τα άλλα.
Η Αλεξία πήρε το κλειδί και το έβαλε βιαστικά στο σακίδιό της.
-Ευχαριστώ, είπε ο Γουίλλιαμ στον ιερέα, πως θα μπορούσα να σας το ανταποδώσω;
-Δεν χρειάζεται. Έτσι έπρεπε να γίνει.
Ευχαρίστησαν ξανά τον ευγενικό και γενναιόδωρο ιερέα και βγήκαν από την εκκλησία.
-Και τώρα; ρώτησε η Νάντια κοιτώντας τον συννεφιασμένο ουρανό.
-Τώρα θα πάμε σε ένα μέρος με ήλιο, είπε ο Φύλακας.
-Που;
-Στην Αίγυπτο.
-Γιατί;
-Γιατί εκεί βρίσκεται το τελευταίο κλειδί που έμεινε να βρούμε.
-Στην Αίγυπτο βρίσκεται; Ξέρεις που; είπε η Αλεξία έκπληκτη,
-Ναι, εδώ και δυο αιώνες, απάντησε ο Γουίλλιαμ, αλλά ως τώρα δεν ήξερα πως να το πάρω.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο και ο Άγγελος έβαλε μπρος.
-Που πάμε;
-Πίσω στο αεροδρόμιο, πετάμε για Ρώμη και από' κει για Κάιρο.
-Τι θα βρούμε εκεί; ρώτησε η Αλεξία καθώς ξεκινούσαν για το αεροδρόμιο.
Ο Γουίλλιαμ δεν απάντησε αμέσως κοιτώντας έξω. Η Ντιάνα τον κοίταξε ανήσυχη όπως καθόταν δίπλα του. Το χέρι της γλύστρισε στο δικό του. Ο Φύλακας χαμογέλασε αχνά.
-Μην ανησυχείς, απλά χάθηκα για λίγο στις αναμνήσεις. Το κλειδί αυτό το είχε ο Αιγύπτιος Φθανχούρ. Παρέμεινε στην κατοχή του ως την υποταγή της χώρας στους Ρωμαίους. Τότε ο Φθανχούρ οργάνωσε μια μυστική αδερφότητα για να φυλάξει το κλειδί κρυμμένο σε έναν τάφο κοντά στο Λούξορ . Η αδερφότητα ονομάστηκε Αδερφότητα των Ιερών Πολεμιστών και από τότε φρόντιζε να παραμένει μυστική η τοποθεσία του τάφου και να σιωπά όποιος τον ανακάλυπτε. Φυσικά έχουν την αποστολή να φυλάξουν και από οποιονδήποτε σφετεριστή το κλειδί.
-Και θα το δώσουν σε εσένα; ρώτησε ο Άγγελος χωρίς να πάρει τα μάτια του από τον δρόμο μπροστά του. Δεν θα σε θεωρήσουν σφετεριστή;
-Όχι.
-Γιατί όχι;
-Αυτό θα ήθελα να μην το αποκαλύψω. Δεν θα μας εμποδίσουν να το πάρουμε πάντως.
-Και τι θα γίνει μέσα στον τάφο; Έχει παγίδες όπως στη Ρώμη; ρώτησε η Αλεξία και ανατρίχιασε καθώς θυμήθηκε τα βέλη που εκτοξεύτηκαν από τις οπές στους τοίχους στο διάδρομο κάτω από την εκκλησία του αγίου Σεβαστιανού.
-Τις περισσότερες από κάθε άλλο μέρος που είδα στη ζωή μου.
-Και πως θα πάρουμε το κλειδί; ρώτησε έντρομη τώρα η Αλεξία.
-Όταν βρήκα τον τάφο δεν τον πείραξα, ήταν αμέσως μετά τη ναυμαχία του Αμπουκίρ.
-Το 1798, είπε η Αλεξία ενθυμούμενη μια λεπτομέρεια από την ιστορία που διδασκόταν στο σχολείο.
-Σωστά, όπως είπα περίπου πριν δυο αιώνες έμαθα που είναι αυτό το κλειδί. Όμως δεν υπήρχε λόγος να το πάρω. το άφησα στη φύλαξη εκείνων που είχαν ταχθεί να υπηρετούν αυτόν τον σκοπό. Όταν εκδηλώθηκε η προδοσία του Γκράιτς και άρχισα να αναζητώ τα κλειδιά ήξερα που ήταν αυτό αλλά δεν ήθελα να διακινδυνεύσω στον τάφο, ο Φθανχούρ ήταν Αιγύπτιος και δεν υπήρξε ποτέ λαός πιο επιτήδειος στο να φυλάει με παγίδες τα ταφικά του μνημεία. Τώρα όμως ξέρω τι να περιμένω. Στο Λούξορ ήμουν όταν έλαβα μήνυμα από τον παππού σου ότι δεν είναι καλά. Άφησα το έργο μου και ταξίδεψα στην Ελλάδα.
-Πως ξέρεις τώρα τι να περιμένεις;
-Είχε βρει ο παππούς σου την άκρη σε ένα παλιό χειρόγραφο. Εγώ εν τω μεταξύ εξουδετέρωνα τις εξωτερικές παγίδες. Τώρα είμαι έτοιμος να μπω στον τάφο.

-Ας ελπίσουμε ότι όλα θα πάνε καλά, είπε η Αλεξία.

Οι Επτά Στύλοι Της Σοφίας 19

Author: Νυχτερινή Πένα /

10.
Φλωρεντία

Το Airbus 320 της Alitalia προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο της πρωτεύουσας της Τοσκάνης με τα λάστιχα να στριγκλίζουν και να σηκώνουν υδρατμούς από το βρεγμένο διάδρομο. Καθόλου περίεργο αν αναλογιζόταν κανείς ότι έβρεχε ασταμάτητα τα τελευταία εικοσιτετράωρα.
Καθώς το αεροπλάνο τροχοδρομούσε ο Γουίλλιαμ κοίταξε τους υπόλοιπους. Ο Άγγελος ήταν σκεφτικός, η Νάντια είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στον ώμο του και είχε κλείσει τα μάτια της αν και δεν κοιμόταν. Η Αλεξία κοιτούσε έξω μιας και εκείνη ήταν που καθόταν στο παράθυρο. Οι τρεις τους κάθονταν στην μια πλευρά της τελευταίας σειράς καθισμάτων ενώ ο Γουίλλιαμ και η Ντιάνα είχαν πιάσει τα δυο στην άλλη πλευρά. Κοίταξε την κοπέλα δίπλα του. Εκείνη του ανταπέδωσε το βλέμμα με μάτια που έλαμπαν, ένα βλέμμα γεμάτο λατρεία, και ο Φύλακας θυμήθηκε τη στιγμή που μιλήσανε στο αεροδρόμιο ενώ οι άλλοι λαγοκοιμούνταν.
-Έχουμε μια τεράστια διαφορά, της είχε πει.
-Αλλά δεν αναφέρεσαι στην ηλικία σωστά; Κάθε γυναίκα σήμερα θα είναι πολύ νέα για' σενα.
-Αναφέρομαι σε αυτό που πρέπει να κάνω.
-Ξέρουμε και οι δυο ότι είναι γραφτό μου να γίνω Φύλακας. Άσε με να είμαι μαζί σου.
Δεν είχαν προλάβει να πουν άλλα, η Αλεξία είχε ξυπνήσει και η Ντιάνα είχε βιαστεί να τραβηκτεί από κοντά του.
Καθώς το αεροπλάνο έφτανε στο τέρμιναλ ένιωσε το χέρι της πάνω στο δικό του, ένα απαλό χάδι. Η επικεφαλής του πληρώματος τους καλωσόρισε στην Φλωρεντία και τους έδωσε τις τελευταίες οδηγίες για την αποβίβαση. Άφησαν το αεροπλάνο και ο Άγγελος προηγήθηκε για να νοικιάσει και πάλι ένα αυτοκίνητο ενώ οι υπόλοιποι έπαιρναν τις αποσκευές τους.
Πηγαίνοντας για την έξοδο του τέρμιναλ ο Γουίλλιαμ σταμάτησε σε μια καφετέρια που διέθετε τηλεόραση και κοίταξε με ενδιαφέρον το πρωινό δελτίο ειδήσεων της RAI 1. Μετά στράφηκε στους υπόλοιπους.
-Οι δραστηριότητες μας ως τώρα δεν έχουν συνέπειες. Τα γεγονότα του ξενοδοχείου αποδόθηκαν σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Καλό αυτό.
Απομακρύνθηκαν από την καφετέρια και η Αλεξία στράφηκε στον Γουίλλιαμ:
-Στο δωμάτιο κινδύνευσες επειδή δεν θέλησες να σκοτώσεις τη Γερμανίδα που ήταν άοπλη. Δεν θα έπρεπε να δείχνεις τέτοια ανωτερότητα.
-Δεν μπορούσα να τη σκοτώσω άοπλη. Γι' αυτό της έδωσα την ευκαιρία να φύγει, αφού συνέχισε....
-Ήξερες ότι τα χαρτιά θα έκαναν κρότο έτσι;
-Ναι ήταν αποτέλεσμα της μελάνης που χρησιμοποίησα, περιέχει μια εύφλεκτη ρητίνη.
Φτάσανε στο αυτοκίνητο και ο Άγγελος ρώτησε:
-Πάμε για το μουσείο;
-Ναι, είπε ο Γουίλλιαμ.
-Θα μας αφήσουν να δούμε αυτό που θέλουμε;
Ο Γουίλλιαμ χαμογέλασε.
-Χωρίς να το θέλει ο Γκράιτς μας βοήθησε σε αυτό. Μας έστειλε τη Ντιάνα. Έφορος του μουσείου είναι ένας φίλος των γονιών σου Ντιάνα. Χωρίς εσένα δεν θα μπορούσαμε να τα καταφέρουμε να τον πείσουμε να μας επιτρέψει να μελετήσουμε το χειρόγραφο που θέλουμε.
-Όταν μας είπες να φύγουμε από το δωμάτιο στο ξενοδοχείο, μας είπες να πάμε στην Πιστόια, παρατήρησε ο Άγγελος. Όχι εδώ.
-Δεν περίμενα να βρω τη Ντιάνα μπροστά μου, απάντησε ο Γουίλλιαμ, και έτσι σας κατεύθυνα εκεί που με οδηγούσαν οι συλλογισμοί μου.
-Ποιο το όφελος να πηγαίναμε αν εσύ σκοτωνόσουν; ρώτησε η Νάντια. Μόνοι μας λίγα πράγματα μπορούμε να κάνουμε.
-Δεν θα σκοτωνόμουν, να έπεφτα στα χέρια τους ναι. Αλλά δεν θα με σκοτώσουν ως που να βάλει στο χέρι τα κλειδιά. Ξέρει ότι είμαι ο μόνος που μπορεί να το κάνει, να τα βρει.
Φτάσανε στο μουσείο και αφού παρκάρανε προχώρησαν στην κεντρική είσοδο του μουσείου όπου ο Γουίλλιαμ ζήτησε από έναν φύλακα να τους οδηγήσει στον κύριο Λουίτζι Ντ' Αλίνκολο. Ο φύλακας το έκανε και τους οδήγησε σε ένα μάλλον μεγάλο γραφείο γεμάτο με βιβλιοθήκες κατάφορτες από βιβλία και ένα μεγάλο τραπέζι χαμένο κάτω από στοίβες εγγράφων και φακέλων.
Ο Λουίτζι Ντ' Αλίνκολο ήταν ένας λεπτός άνδρας με καράφλα και γυαλιά.
-Τι μπορώ να κάνω για' σας; ρώτησε.
-Θέλουμε την άδεια να μελετήσουμε τον κώδικα με τον αριθμό 5456.
-Για ποιο λόγο;
-Περιέχει ενδεχομένως την απάντηση σε ένα ερώτημα για το οποίο δολοφονήθηκαν δυο άνθρωποι.
-Ποιο; Το κείμενο αυτό; Είναι πάνω από 900 ετών.
-Ναι, αλλά γι' αυτό βασανίστηκαν οι γονείς μου, είπε η Ντιάνα κάνοντας ένα βήμα μπροστά.
-Οι γονείς σου; Ποια είσαι;
-Η Ντιάνα Δάμη - Γκλεμπ, είπε η κοπέλα και ο Ιταλός χλώμιασε.

Ο Γουίλλιαμ σήκωσε το βλέμμα του από τις κιτρινισμένες σελίδες του παλιού χειρόγραφου. Η ταυτότητα της Ντιάνα είχε πείσει τον Λουίτζι Ντ' Αλίνκολο να τους αφήσει να μελετήσουν τον κώδικα που περιείχε τη διήγηση του σταυροφόρου και ο Φύλακας, που ήταν ο μόνος από την ομάδα που μπορούσε να διαβάσει ολόκληρο βιβλίο στα λατινικά, έψαξε για τα στοιχεία που ήθελε.
-Μάλιστα, είπε στο τέλος και άφησε το αναλόγιο όπου ήταν τοποθετημένο το χειρόγραφο.
Τους είχαν επιτρέψει τη χρήση ενός μικρού μελετητηρίου, ενός μικρού δωματίου με το αναλόγιο όπου βρισκόταν το χειρόγραφο, ένα τραπέζι εργασίας και μερικές καρέκλες. Ο Γουίλλιαμ άφησε τους υπόλοιπους και πήγε κοντά στο παράθυρο όπου έμπαινε το δυνατό φως της ηλιόλουστης μέρας. Απ' αυτό μπορούσε να δει την όμορφη εκκλησία της Σάντα Μαρία Ντελ Φιόρε και το λιθόστρωτο δρόμο που οδηγούσε εκεί. Οι υπόλοιποι καθισμένοι στις καρέκλες γύρω από το τραπέζι τον κοίταξαν.
-Τι έμαθες; ρώτησε η Αλεξία.
-Επιβεβαίωσα τους συλλογισμούς μου. Ο σταυροφόρος που απέκτησε το κλειδί στην Ιερουσαλήμ ονομαζόταν Ρογήρος Ανζόν, ένας Νορμανδός πολεμιστής που πήγε στη σταυροφορία ακολουθώντας τον Τανκρέδο. Μετά την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων επέστρεψε στην Σικελία.
-Μαζί με το κλειδί;
-Το κλειδί τον είχε εντυπωσιάσει. Το θεώρησε σπάνιο σαν κομψοτέχνημα, είναι το μόνο αντικείμενο που αναφέρει στο κείμενό του.
-Το είχε όμως όταν γύρισε στη Σικελία;
-Ναι. Και όταν ξανάφυγε.
-Ξανάφυγε;
-Ναι, είπε ο Φύλακας επιστρέφοντας στο χειρόγραφο, είχε περάσει πολλά χρόνια στην σταυροφορία και τους Αγίους Τόπους και τώρα η γενέτειρά του του φαινόταν ξένος τόπος. Είχε αλλάξει πολύ. Ταξίδεψε πίσω στους Αγίους Τόπους όπου και έζησε ως το θάνατό του. Το κλειδί παρέμενε στην κατοχή του ως το θάνατό του.
-Και αφού δεν ήταν Φύλακας και δεν ήξερε το μυστικό δεν μερίμνησε να περάσει το κλειδί στα χέρια κάποιου άλλου, σωστά; είπε η Αλεξία.
-Περίπου, είπε ο Γουίλλιαμ. Δεν ήξερε ότι έχει κάποια άλλη αξία αλλά σαν αντικείμενο τέχνης δεν άφησε να χαθεί. Το κληροδότησε στο γιό του. Εκείνος έμεινε σε όλη του τη ζωή στην Αγία Πόλη και πολέμησε πολλές φορές εναντίον των Αράβων. Δεν πληγώθηκε ποτέ σοβαρά και άρχισε να θεωρεί ότι ήταν το κληρονομημένο φυλακτό που τον προστάτευε. Έτσι και εκείνος το άφησε στο δικό του γιο. Εκείνος σκοτώθηκε στην πτώση της Ιερουσαλήμ στα χέρια του Σαλαντίν. Ο Άραβας που τον σκότωσε το πήρε και το φόρεσε σαν κόσμημα. Το έχασε στην Τρίτη Σταυροφορία από έναν ακόλουθο του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου ονόματι Μάικλ Γκόρντον.
-Γκόρντον; Είσασταν συγγενείς;
-Ναι, είπε ο Γουίλλιαμ, ήταν απόγονός μου. Έτσι ξέρω τι απέγινε το κλειδί αυτό που τόσο καιρό περιπλανιόταν σε χέρια ανθρώπων που δεν ήξεραν την πραγματική του αξία.
-Δεν ήταν επικίνδυνο όμως να έχει ο ίδιος λαός δυο κλειδιά; παρατήρησε η Ντιάνα, είχες πει ότι ήταν επικίνδυνο όταν.....
-Ναι, την έκοψε ο Γουίλλιαμ, κανονικά θα ήταν αλλά εγώ δεν είμαι Βρετανός. Το κλειδί έμεινε στους απογόνους μου ως το θάνατο του τελευταίου στη μάχη της Ορλεάνης, το 1429. Το μάζεψε από το πεδίο της μάχης ένας μισθοφόρος με το όνομα Τζιάκομο Άρνο.
-Άρνο; Όπως ο ποταμός που διασχίζει την Φλωρεντία;

-Ακριβώς, σκοτώθηκε το 1447 με την κατάλυση της Αμβροσιανής δημοκρατίας και είναι θαμμένος στην Πιστόια. Εκεί θα πάμε.

Οι Επτά Στύλοι Της Σοφίας 18

Author: Νυχτερινή Πένα /

9.
Αποκαλύψεις

Φτάσανε στο αεροδρόμιο και ο Άγγελος πήγε να παραδώσει το αυτοκίνητο και να τακτοποιήσει το λογαριασμό. Η Νάντια ανέλαβε να βγάλει εισιτήρια για το νέο τους προορισμό. Η Αλεξία πήρε την Ντιάνα και πήγαν στις τουαλέτες, η κοπέλα ήθελε να ντυθεί μιας και ήταν ακόμα με τις πυτζάμες της αλλά και να φροντίσει την νέα της φίλη. Ο Γουίλλιαμ είχε ένα πιο δύσκολο έργο, να βρει νομιμοποιητικά έγγραφα για να ταξιδέψει η Ντιάνα.
Η Αλεξία έκλεισε την πόρτα πίσω της και ακούμπησε το σακίδιό της πάνω σε έναν νιπτήρα. Το άνοιξε και έβγαλε ρούχα. Ντύθηκε γρήγορα και μετά στράφηκε στην Ντιάνα. Τη βοήθησε να καθαρίσει από πάνω της τη σκόνη και μετά να ντυθεί. Είχαν περίπου το ίδιο σώμα και έτσι τα ρούχα της έκαναν για τη δουλειά.
-Ευχαριστώ, είπε η Νάντια καθώς φορούσε ένα μπλε φούτερ της Αλεξίας και μετά το βλέμμα της στάθηκε στο σακίδιο. Η Αλεξία κοίταξε και εκείνη το σακίδιο και κατάλαβε πως ήταν το βιβλίο του παππού της που είχε τραβήξει την προσοχή.
-Το θυμάμαι αυτό το βιβλίο, μονολόγησε και η φωνή της χρωματίστηκε από νοσταλγία. Το είδα ξανά πριν από χρόνια. Πριν πεθάνουν οι γονείς μου.
-Ήσουν μόνο έξι τότε.
-Θυμάμαι κάθε στιγμή της ύπαρξής μου, είπε η Ντιάνα. Από τη στιγμή της γέννησής μου. Έχω και μια αόριστη αίσθηση ζεστασιάς και ασφάλειας που νομίζω ότι είναι από τη μήτρα. Πολλές αναμνήσεις μου δεν τις κατάλαβα παρά αργότερα αφού όταν συνέβησαν δεν ήξερα τι σήμαιναν αλλά τις έχω, όλες.
-Θυμάσαι τον Γουίλλιαμ από τότε;
-Ναι. Ήταν όταν ήμουν μερικών μηνών. Ήρθε σπίτι μας, με πήρε στα χέρια του και με τύλιξε με τον μανδύα του. Ευχήθηκε να περπατήσω σε κάθε μονοπάτι της γνώσης, να αγαπήσω και να αγαπηθώ.
-Ήταν όπως είναι και τώρα;
-Ναι. Δεν θα τον άλλαζαν λίγα χρόνια αφού δεν το έκαναν αιώνες.
-Αιώ...... η λέξη της έμεινε στη μέση από μια αναπάντεχη ερώτηση της Ντιάνα.
-Είσαι ερωτευμένη μαζί του;
Η Αλεξία έμεινε άφωνη. Ύστερα το σκέφθηκε.
-Όχι, είπε αργά. Δεν είμαι, δεν θα μπορούσα να τον αγαπήσω. Όχι ότι δεν είναι ένας καλός και ευγενικός άνδρας. Αλλά είναι αφοσιωμένος σε έναν αγώνα στον οποίο εγώ μπλέκτηκα άθελά μου και συνεχίζω γιατί δεν θέλω να επωφεληθεί αυτό το κάθαρμα ο Γερμανός από το θάνατο του παππού μου.
-Ναι, καταλαβαίνω.
-Εξ' άλλου υπάρχει πάντα η πιθανότητα να μην είναι μόνος. Να υπάρχει κάποια στη ζωή του, είπε η Αλεξία.
Βγήκαν από τις τουαλέτες και προχώρησαν στο σημείο που είχαν εκ των προτέρων συνεννοηθεί να βρεθούν. Ο Άγγελος και η Νάντια βρίσκονταν ήδη εκεί έχοντας ολοκληρώσει την δουλειά τους ο καθένας. Πλησίασαν τη στιγμή που κατέφτανε ο Γουίλλιαμ. Φαινόταν ευχαριστημένος από κάτι και τους είπε τι ήταν αυτό.
-Σε μια ώρα περίπου θα έχουμε ένα διαβατήριο και για' σενα. Θα έρθει από την Αθήνα. Ως τότε ας ξεκουραστούμε λίγο.
-Τι μας περιμένει στη Φλωρεντία; ρώτησε ο Άγγελος καθώς κάθονταν σε μια σειρά από καθίσματα κοντά στο γυάλινο τοίχο του τέρμιναλ. Πάλι κάποια κατακόμβη;
-Δεν ξέρω, είπε ο Γουίλλιαμ κοιτώντας έξω την πίστα του αεροδρομίου όπου ένα τεράστιο Boeing 777 απογειωνόταν με θόρυβο προς τον γεμάτο μολυβένια σύννεφα ουρανό. Το κλειδί που τώρα ψάχνουμε ανήκε στον Ορμίσδα γιο του Αρταφέρνη. Έμεινε για αιώνες στην κατοχή της οικογενείας του.  Στις 26 Ιουνίου του 363 ωστόσο ο τελευταίος απόγονός του σκοτώθηκε στην ίδια μάχη που κόστισε τη ζωή στον αυτοκράτορα Ιουλιανό, τον επονομαζόμενο Παραβάτη. Το κλειδί πέρασε στην κατοχή ενός άλλου Πέρση, του Αχαιμενίδη πρίγκηπα Οσρόη. Η οικογένειά του το κράτησε ως την πτώση της Νινευή το 627 στα Βυζαντινά στρατεύματα και τότε πέρασε στα χέρια του Αρκάδιου Μελιχρού, τουρμάρχη του στρατού του Ηράκλειου.
-Σε ελληνικά χέρια λοιπόν.
-Ναι, θεωρούσαμε πολύ επικίνδυνο κάτι τέτοιο αλλά δεν κράτησε για πολύ. Ο Αρκάδιος σκοτώθηκε στην Ιερουσαλήμ δέκα χρόνια αργότερα όταν πέρασε στα χέρια των Αράβων.
-Και το κλειδί;
-Το κλειδί πέρασε στα χέρια ενός Άραβα, του εμίρη Χαλίλ Αζίζ Ιμπν Μανσούρ. Έμεινε στην κατοχή της οικογένειάς του ως την πρώτη σταυροφορία.
-Μετά τι απέγινε;
-Αυτό πάμε να μάθουμε στην Φλωρεντία. Στο μουσείο Ουφίτσι υπάρχει ένα χειρόγραφο που έγραψε ένας πολεμιστής που πήρε μέρος στην πρώτη σταυροφορία. Η σταυροφορία ήταν επιτυχής και οδήγησε στην ανάκτηση της Ιερουσαλήμ. Ίσως βρούμε τα ίχνη του κλειδιού εκεί.
-Άρα δεν είναι επικίνδυνο το ταξίδι στη Φλωρεντία, είπε διστακτικά η Νάντια.
-Ειδικά αν μας έχει χάσει ο Γκράιτς δεν θα είναι.
-Πως κατάφερες να μου βρεις διαβατήριο; ρώτησε η Αλεξία. Και τώρα στη Ντιάνα;
-Στη μακρά μου πορεία σαν Φύλακας έκανα πολλές γνωριμίες και σε πολλά και διαφορετικά μέρη, είπε ο Γουίλλιαμ.
-Πόσο μακρά; ρώτησε η Αλεξία. Πριν είπες "θεωρούσαμε πολύ επικίνδυνο κάτι τέτοιο" και όταν μας είπες για τους Φύλακες είπες κάτι για την εποχή σου. Πόσο καιρό είσαι Φύλακας; Αιώνες σίγουρα. Αλλά πόσους;
-Σου είπα και στο ξενοδοχείο, είμαι πιο μεγάλος από όσο φαντάζεσαι.
-Πόσο είσαι;
Ο Γουίλλιαμ κοίταξε πάλι έξω και μετά τους ξανακοίταξε. Το βλέμμα του σταμάτησε στα γαλανά μάτια της Ντιάνα. Ύστερα κοίταξε την Αλεξία.
-Είμαι κάτι παραπάνω από είκοσι επτά αιώνων, είπε απλά.
Ο Άγγελος, η Νάντια και η Αλεξία τον κοιτούσαν με έκπληξη, μόνο η Ντιάνα δεν έδειχνε να εκπλήσσεται. Ο Γουίλλιαμ ήρθε κοντά τους και κάθισε σε ένα κάθισμα.
-2700 ετών; είπε η Αλεξία αδυνατώντας να το πιστέψει.
-Και κάτι παραπάνω, αν και με τις αλλαγές στη χρονολόγηση και την ανακρίβεια που υπήρχε εκείνη την εποχή στις μεθόδους χρονολόγησης δεν είμαι σίγουρος για το πόσο είναι αυτό το παραπάνω.
-Είσαι αθάνατος;
-Όχι Αλεξία, ο χρόνος δεν επιδρά πάνω μου για κάποιο λόγο. Συμβαίνει σε όλους τους Φύλακες αλλά σε' μενα πολύ περισσότερο. Δεν είμαι όμως αθάνατος, είναι αλήθεια ότι έχω πολύ μεγαλύτερη αντοχή από άλλους σε αρρώστιες και τραυματισμούς αλλά είμαι θνητός.
-Και είσαι Φύλακας τόσους αιώνες;
-Σχεδόν. Γεννήθηκα στο λαό των Ρας, αυτόν που η ιστορία γνωρίζει ως Ετρούσκους επειδή έτσι μας αποκαλούσαν οι Ρωμαίοι που μας εξόντωσαν. Ήμουν ένας νεαρός πολεμιστής  όταν το μεγαλύτερο μέρος του λαού μου εξοντώθηκε και όσοι επέζησαν έγιναν σκλάβοι και  σιγά σιγά αφομοιώθηκαν με τους υπόλοιπους και χαθήκαμε από την ιστορία. Στην αρχή ζούσα με την ελπίδα ότι θα μπορούσα να τους ξεσηκώσω και να κερδίσουμε πάλι την ελευθερία μας αλλά κατάλαβα γρήγορα ότι δεν μπορούσε να γίνει αυτό. Τότε αποφάσισα να εκδικηθώ τους Ρωμαίους. Άρχισα να δολοφονώ αξιωματικούς και στρατιώτες, περίπολοι ολόκληροι εξαφανίζονταν. Μια νύχτα μπήκα στην έπαυλη ενός συγκλητικού με σκοπό να τον στείλω στον άλλο κόσμο αλλά έπεσα πάνω στην κόρη του, ένα κοριτσάκι πέντε ετών που με κοίταζε αθώα και μου πρόσφερε μάλιστα το μέλι που είχε στα χέρια της. Δεν μπορούσα να σκοτώσω ποτέ παιδιά και αν δεν το έκανα πάλευα μάταια. Έτσι παραιτήθηκα από την προσπάθεια και έφυγα όσο πιο μακριά από τη Ρώμη μπορούσα. Πέρασα τα επόμενα χρόνια μελετώντας και φροντίζοντας τη μόρφωσή μου. Ταυτόχρονα έγινα ένας τρομερός πολεμιστής μιας και για να ζήσω πολεμούσα σαν μισθοφόρος. Ειδικά αν ήταν εναντίον της Ρώμης, είχα την ελπίδα ότι όπως μας εξόντωσαν οι Ρωμαίοι κάποιοι θα το έκαναν σε εκείνους.
-Αλλά η Ρώμη δεν έπεσε για αιώνες.
-Δεν πέρασα όλους αυτούς τους αιώνες με το μίσος θα με είχε καταβροχθίσει εκ των έσω σαν σαράκι αν το είχα κάνει.
-Αλλά;
-Τότε έγινα Φύλακας. Έμαθα να βλέπω τα γεγονότα με την προοπτική της ιστορίας και επιτέλους είχα έναν σκοπό να υπηρετήσω. Συνέχισα να πολεμώ για να σταματήσω την επέκταση της αυτοκρατορίας αλλά πρώτα από όλα ήμουν Φύλακας. Πολέμησα ωστόσο με τους Καρχηδόνιους και τον Πύρρο κατά των Ρωμαίων. Βλέποντας ότι δεν μπορούσε τίποτα να σταματήσει την επέκταση της Ρώμης έφυγα στο βορρά, βρήκα καταφύγιο ανάμεσα στους Κέλτες, σε μια περιοχή που οι Ρωμαίοι ονόμαζαν Καληδονία και εσείς ξέρετε ως Σκωτία, εκεί δεν έφτασε ποτέ η εξουσία της Ρώμης. Πολέμησα με τους Γαλάτες και μετά με τους Βρετανούς κατά του Καίσαρα. Μετά ήρθε η Pax Romana, για μια φορά ο κόσμος ήταν ειρηνικός, το μυστικό μας κρυμμένο καλά. Η αυτοκρατορία εκχριστιανίστηκε και τότε ήρθαν οι βαρβαρικές επιδρομές. Ο κόσμος που ήξερα διαλύθηκε. Για πολλά χρόνια έμεινα με τη φαμίλια που με υιοθέτησε στις τάξεις της αν και κατά διαστήματα έφευγα για να μην παρατηρήσει κάποιος ότι δεν γερνώ. Πολέμησα σε αναρίθμητους πολέμους και ήμουν παρών σε γεγονότα που έμειναν στην ιστορία.
Ο Γουίλλιαμ σταμάτησε να μιλάει και κοίταξε έξω στο σκοτάδι αφήνοντάς τους χρόνο να αφομοιώσουν όλα όσα τους είχε πει.
-Έζησες μόνος όλους αυτούς τους αιώνες; ρώτησε η Νάντια.
-Μόνος; Όχι, ποτέ, πέρα από μερικούς μήνες που έζησα ναυαγός στον τότε νέο κόσμο.
-Εννοούσα αν είχες οικογένεια.
-Τους τελευταίους αιώνες όχι. Αλλά στο παρελθόν είχα πολλές φορές σύζυγο, κάποιες και παιδιά.
-Δεν νιώθεις μόνος; ρώτησε η Αλεξία.
-Δεν θα προσποιηθώ ότι είναι εύκολο, αλλά ούτε και τόσο δύσκολο όσο νομίζεις. Είχα πολλά να κάνω.
-Θα έχεις προσωπική άποψη για πολλά γεγονότα, είπε ο Άγγελος. Αυτό θα σε διευκολύνει στο έργο σου.
-Ναι, και αυτό που ψάχνουμε τώρα ξέρω ότι υπάρχει γιατί πολέμησα μαζί με το συγγραφέα του στις Σταυροφορίες.
Μια γυναικεία φωνή ανήγγειλε από τα μεγάφωνα την άφιξη της πτήσης από Αθήνα και ο Γουίλλιαμ χαμογέλασε.
-Ώρα να πάω για το διαβατήριο σου Ντιάνα. Περιμένετέ με εδώ.
Επέστρεψε μετά από λίγα λεπτά και έδωσε στην Ντιάνα ένα διαβατήριο.
-Τώρα δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα για να ταξιδέψεις.
Κάθισε και πάλι κοντά τους μιας και η πτήση τους για την πάλαι ποτέ πρωτεύουσα των Μεδίκων αργούσε ακόμα. Χάθηκε στις σκέψεις του. Η αναφορά του στα γεγονότα της μακράς ζωής του είχε ξυπνήσει αναμνήσεις. Αναρωτήθηκε πως θα ήταν η ζωή του αν δεν είχε συναντηθεί με εκείνον που είχε αλλάξει το ρουν της, τον όγδοο Φύλακα, εκείνον που δεν εγκατέλειπε ποτέ το θησαυρό γνώσεως που προστατεύανε.
Ένα χέρι που ακούμπησε στον ώμο του τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Κοίταξε τη Ντιάνα που είχε έρθει δίπλα του. Οι υπόλοιποι είχαν αποκοιμηθεί στα καθίσματά τους.
-Νιώθεις μόνος;ρώτησε απαλά η κοπέλα.
-Μερικές φορές.
-Τώρα δεν θα είσαι μόνος.
Ο Γουίλλιαμ σηκώθηκε όρθιος.
-Τι εννοείς;

-Δεν θα είσαι ποτέ μόνος. Θα είμαι εγώ μαζί σου, είπε η Ντιάνα και τον αγκάλιασε. Τα χείλη της χάιδεψαν τα δικά του. Πάντα θα είμαι.

Οι Επτά Στύλοι Της Σοφία 17

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Άγγελος και η Νάντια αιφνιδιάστηκαν απόλυτα από την κίνηση της Αλεξίας και ως που να βγουν από το αυτοκίνητο εκείνοι η κοπέλα είχε χαθεί στο πλήθος. Έτρεξαν στο κτίριο που βρισκόταν το δωμάτιό τους αλλά στην είσοδο τους σταμάτησαν δυο άνδρες της ασφάλειας του ξενοδοχείου.
-Συγνώμη αλλά δεν μπορείτε να επιστρέψετε στο δωμάτιό σας, είπε ο ένας ευγενικά αλλά σε τόνο που έδειχνε ότι δεν θα δεχόταν αντιρρήσεις. Μέχρι να βεβαιωθούμε αν είναι ασφαλής η επιστροφή των ενοίκων στα δωμάτια θα μείνουν όλοι εδώ ή αν προτιμάτε στο σαλόνι και την τραπεζαρία στο κτίριο της υποδοχής.
-Φοβόμαστε πως η ξαδέρφη μου είναι ακόμα μέσα, είπε η Νάντια.
-Λυπάμαι, είπε ο ένας από τους άνδρες. Αλλά δεν μπορείτε να μπείτε.
-Τι θα κάνουμε τώρα; ψιθύρισε η Νάντια στον Άγγελο.
-Πάμε.
Επέστρεψαν στο αυτοκίνητο και μπήκαν αφού έκλεισαν την πόρτα που η Αλεξία είχε αφήσει ανοιχτή ορμώντας έξω. Μετά ο Άγγελος έβαλε μπρος και οδήγησε το αυτοκίνητο στη λεωφόρο που είχε το ίδιο όνομα με το ξενοδοχείο. Η Νάντια κοιτούσε ακόμα στο κτίριο που έμενε πίσω.
-Που πάμε; ρώτησε αδύναμα.
-Θα κάνουμε κύκλο και θα έρθουμε στην πίσω πλευρά του κτιρίου. Θα διασχίσουμε το λιβάδι και μετά θα μπούμε από κάποια πόρτα.
Οδήγησε το αυτοκίνητο στον πρώτο παράδρομο που άφηνε τη λεωφόρο Χριστόφορου Κολόμβου και πάρκαρε το αυτοκίνητο σε ένα σημείο που θα ήταν δύσκολο να εντοπιστεί στο σκοτάδι. Μετά μαζί με την Νάντια μπήκαν στο λιβάδι και διέσχισαν γρήγορα την επίπεδη γεμάτη κοντό χόρτο έκταση.
Πλησίασαν τον περίπου δυο μέτρα ψηλό τοίχο και ετοιμάστηκαν να σκαρφαλώσουν όταν δυο σκιές εμφανίστηκαν από το σκοτάδι με προτεταμένα όπλα.
-Μείνετε ακίνητοι, είπε ο ένας. Γιόχαν ενημέρωσε τη φροϊλάιν Βορφ ότι έχουμε ανεπιθύμητους επισκέπτες.

Οι δυο άνδρες είχαν πλέον φτάσει σ' αυτόν όταν ο Γουίλλιαμ τίναξε τα χέρια του εμφανίζοντας σ' αυτά δυο καλογυαλισμένα εγχειρίδια. Οι δυο λάμες άστραψαν στο φως καθώς ο Γουίλλιαμ τις εκτόξευε. Η μια καρφώθηκε με έναν ανατριχιαστικό υγρό ήχο στο λαιμό του πιο κοντινού αντιπάλου του η δεύτερη έσκισε το χέρι της Χέλγκα Βορφ κάνοντας τη να ρίξει το όπλο της. Ο Γουίλλιαμ με μια κίνηση του ποδιού του τίναξε από το δάπεδο προς τα πάνω τη σπάθα του και την έπιασε. Χτύπησε γρήγορα διαδοχικά δυο αντιπάλους και μετά έκανε ένα άλμα μπροστά. Πρόλαβε και τράβηξε την κοπέλα με τις αλυσίδες μακριά από την Χέλγκα που επιχειρούσε με ένα στιλέτο να τη χτυπήσει. Μπλόκαρε το χτύπημα και αντεπιτέθηκε. Το στιλέτο τσακίστηκε από την κατά πολύ βαρύτερη λάμα της σπάθας και ο Γουίλλιαμ την ακούμπησε στο λαιμό της Γερμανίδας.
-Θα μπορούσα να σε σκοτώσω, είπε, αλλά δεν το συνηθίζω όταν ο άλλος είναι άοπλος και ανυπεράσπιστος.
Θηκάρωσε τη σπάθα και βοήθησε την κοπέλα να σηκωθεί από το δάπεδο. Την οδήγησε προς την πόρτα έχοντας γυρίσει την πλάτη στην Χέλγκα. Εκείνη έκανε έναν μορφασμό λύσσας και μάζεψε από το πάτωμα το πιστόλι της. Το σήκωσε και σημάδεψε.
-Δεν τελειώσαμε, είπε με φωνή που έτρεμε από οργή.
Ο Γουίλλιαμ στράφηκε αργά και την κοίταξε.
-Εντάξει, κέρδισες, είπε και έκανε μια κίνηση παραίτησης με τα χέρια του. Φαντάζομαι ότι μπορώ να κάψω τα χαρτιά. Ο αφέντης σου δεν θα ήθελε να αφήσω ίχνη για την αστυνομία.
-Ρίξε τα στο τζάκι.
Ο Γουίλλιαμ μάζεψε τα χαρτιά και μετά τα έριξε στο τζάκι. Οι φλόγες τρίζοντας άρχισαν να τα καταβροχθίζουν με όρεξη. Ο Γουίλλιαμ επέστρεψε κοντά στην κοπέλα με τις αλυσίδες.
-Λύσε την, είπε κοφτά, δεν είναι ζώο.
-Είναι ζώο, είπε η Χέλγκα Βολφ. Και λυσσασμένο μάλιστα. Εξ' άλλου μόλις ολοκλήρωσε την αποστολή της.
Έστρεψε την κάννη του πιστολιού στην κοπέλα. Δεν πρόλαβε όμως να πατήσει τη σκανδάλη. Μια έκρηξη συγκλόνισε το δωμάτιο.
Η Γερμανίδα στράφηκε ενστικτωδώς προς το τζάκι όπου είχε σημειωθεί η έκρηξη και χαμήλωσε το όπλο άθελά της. Ο Γουίλλιαμ διέσχισε τη μικρή απόσταση που τους χώριζε με ταχύτητα και παραμερίζοντας το χέρι της χτύπησε. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε περίπτωση χάρης. Η Χέλγκα Βολφ σωριάστηκε στο πάτωμα με τσακισμένο το λαιμό. Ο Γουίλλιαμ ξεθηκάρωσε τη σπάθα του και με μερικά καίρια χτυπήματα απελευθέρωσε την κοπέλα από τις αλυσίδες και τη σήκωσε όρθια.
-Με θυμάσαι Ντιάνα; ρώτησε απαλά.
Η κοπέλα έκανε ένα νόημα με το κεφάλι της. Ύστερα το βλέμμα της καρφώθηκε πίσω από εκείνον στην Αλεξία.
-Έχει το κλειδί, ψιθύρισε.
Ο Γουίλλιαμ στράφηκε και αντίκρισε την Αλεξία.
-Είπα να φύγετε, της είπε αυστηρά, γιατί δεν με ακούσατε;
-Εγώ φταίω, ομολόγησε κοκκινίζοντας η Αλεξία, ξεκινήσαμε να φύγουμε αλλά επέμεινα να γυρίσουμε να σε βοηθήσουμε. Όχι ότι κατάφερα και τίποτα κατέληξε η κοπέλα.
-Δεν πειράζει, είπε ο Γουίλλιαμ. Τώρα όλα πήγαν καλά.
Ο μικρός φορητός ασύρματος που είχε στη μέση της η Γερμανίδα έτριξε και ακούστηκε μια φωνή που μιλούσε στα Γερμανικά. Ο Φύλακας άκουσε προσεκτικά.
-Βοήθησε την Ντιάνα να έρθετε στην πίσω πλευρά του ξενοδοχείου στον τοίχο. Είναι πολύ αδύναμη, χρειάζεται βοήθεια.
Η Αλεξία το έκανε και η Ντιάνα στηρίχθηκε πάνω της.
-Μη φοβάσαι, ψιθύρισε στην συνομήλική της και εκείνη ένευσε.

Ο Γουίλλιαμ βρέθηκε με μια δυνατή έλξη στον τοίχο και από εκεί  πήδηξε κατευθείαν ανάμεσα στους δυο τελευταίους άνδρες που είχαν μείνει να φυλάνε τα νώτα των υπόλοιπων επιδρομέων. Η σπάθα χτύπησε δυο φορές και δυο ακόμα νεκροί αντίπαλοι προστέθηκαν στο ενεργητικό του τελευταίου Φύλακα. Εκείνος επέστρεψε να βοηθήσει την Αλεξία και τη Ντιάνα να περάσουν τον τοίχο.
-Πάμε στο αεροδρόμιο, θα πετάξουμε για Φλωρεντία.
Ξεκίνησαν για το αυτοκίνητο. Η Ντιάνα έδειχνε πολύ εξαντλημένη για να κάνει έστω και ένα βήμα ακόμα και ο Γουίλλιαμ την πήρε στα χέρια του.
-Σε αρπάξανε από το ίδρυμα Ντιάνα; ρώτησε απαλά.
Το κορίτσι ένευσε καταφατικά.
-Πότε;
-Χθες, ψιθύρισε η Ντιάνα.
-Σε χτυπήσανε;
-Η γυναίκα έλεγε ότι θα με βασανίσει όπως ο εραστής της τη μητέρα μου.
-Είναι νεκρή, δεν θα την ξαναδείς, είπε ο Γουίλλιαμ. Ησύχασε τώρα.
Στο αυτοκίνητο ο Άγγελος και η Νάντια κάθισαν μπροστά και οι υπόλοιποι πίσω. Καθώς ξεκινούσαν η Ντιάνα χώθηκε στην αγκαλιά του Γουίλλιαμ φοβισμένη.
-Δείχνει να σε εμπιστεύεται, είπε η Αλεξία. Γιατί;
-Γιατί παρά τον ταραγμένο ψυχισμό της θυμάται και ξέρει ποιος είμαι. Βοηθάει και το ότι δεν άλλαξα από τότε.
-Αντιλαμβάνεται ότι κάποιος έχει ένα κλειδί;
-Ναι, είπε ο Γουίλλιαμ. Θα γινόταν Φύλακας βλέπεις.
-Φύλακας; Είναι.....

-Ναι, η Ντιάνα Δάμη - Γκλεμπ, κόρη του Νίκου και της Δάφνης.