Οι Φλόγες Της Ντομίνικα 2

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Χάρι Μπέρεμ κοίταξε το ρολόι του πριν φέρει την πορσελάνινη κούπα στα χείλη του. Ήπιε με απόλαυση από τον καφέ του και άφησε την κούπα πίσω στο τραπέζι. Είχε χρόνο ακόμα πριν ξεκινήσει για το γραφείο του στο Ρουσό, την πρωτεύουσα της Ντομίνικα. Πήρε από το τραπέζι το τάμπλετ του όπου η εφαρμογή που ήταν ανοιχτή του έδειχνε σε πραγματικό χρόνο την πορεία των μετοχών αλλά και των άλλων χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων του.

Παρότι οι επιχειρήσεις του είχαν να κάνουν κυρίως με τις φυτείες μπανάνας και την αγροτική παραγωγή της χώρας είχε επενδύσει από τα κέρδη του σε μετοχές και αμοιβαία κεφάλαια ενώ πρόσφατα είχε αρχίσει να επενδύει και στον αναπτυσσόμενο τουρισμό της Ντομίνικα. Καθώς το φυσικό περιβάλλον με τα δάση της βροχής και την σπάνια πανίδα είχε μείνει σχεδόν άθικτο, στο νησί είχε αρχίσει να αναπτύσσεται ο οικολογικός τουρισμός ενώ κατέφθαναν και πολλοί παραθεριστές για να παρατηρήσουν τις καμπούρες φάλαινες που συναντιόνταν πολύ στην περιοχή.

Ήταν πολύ πλούσιος και ακόμα περισσότερο για τα δεδομένα του νησιού. Σκόπευε να αυξήσει την οικονομική του επιφάνεια με ένα νέο τουριστικό θέρετρο που θα συνδύαζε την επαφή με το φυσικό περιβάλλον με την άνεση και την πολυτέλεια στην οποία ήταν συνηθισμένοι οι Ευρωπαίοι και Αμερικανοί που ταξίδευαν.

Άφησε την τραπεζαρία και πέρασε στο μικρό σαλόνι που έβλεπε στο μεγάλο κτήμα γύρω από το σπίτι. Βρήκε εκεί την γυναίκα του που, όπως έκανε κάθε πρωί, γυμναζόταν με ασκήσεις μια νέας μόδας που βρισκόταν κάπου ανάμεσα στη γυμναστική και την γιόγκα.

-Φεύγεις; τον ρώτησε.

-Ναι, τι θα κάνεις εσύ σήμερα;

-Έλεγα να πάω για ψώνια.

-Πολύ καλή ιδέα, αν θες μπορούμε να φάμε το μεσημέρι μαζί.

-Εντάξει, θα σε πάρω τηλέφωνο.

Ο Χάρι χαμογέλασε και βγήκε, η Λούπε ήταν η τέλεια σύζυγος για εκείνον. Μια γυναίκα απόλυτα προσαρμοσμένη στην καλή ζωή και με μόνα ενδιαφέροντα το ντύσιμό της και την καλοπέραση. Η τέλεια συνοδός για τις δεξιώσεις και το σωστό συμπλήρωμα για την εικόνα του.

Το ότι είχε καταφέρει να του χαρίσει και τέσσερα παιδιά ήταν κάτι που δεν το είχε υπολογίσει αλλά ήταν ικανοποιημένος που είχε γίνει. Βγήκε από το σπίτι και κάθισε στην αναπαυτική θέση της λιμουζίνας με την οποία μετακινείτο.

-Εντάξει, Στεφάν, είπε στον οδηγό, πάμε στα γραφεία της εταιρίας.

 

Η Λούπε Μολντιέ και νυν Μπέρεμ ήταν μια όμορφη γυναίκα ακόμα και στην πέμπτη δεκαετία της ζωής της. Ήταν μόλις δεκαοκτώ όταν είχε για πρώτη φορά συναντήσει τον Χάρι και είχε γοητευτεί από την αρρενωπή ομορφιά του αλλά και τα αμερικάνικα δολάρια που ξόδευε άφθονα για την καλοπέρασή του. Έγινε ερωμένη του και μετά γυναίκα του, είχε ζήσει στην αφθονία και δεν μετάνιωνε για τις επιλογές της.

Ως κυρία Μπέρεμ ήταν καλοδεχούμενη σε όλα τα σαλόνια του Ρουσό, σε κάθε καλό κλαμπ και μαγαζί ρούχων, ενώ οι υπάλληλοι σκοτώνονταν να την εξυπηρετήσουν και να την ευχαριστήσουν.

Τελείωσε την γιόγκα και σηκώθηκε από το παχύ, μαλακό χαλί. Πήρε μια πετσέτα από την πλάτη μιας πολυθρόνας και σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό της.

-Μαμά, φεύγω.

-Νωρίς δεν είναι; είπε στρεφόμενη να αντικρίσει τον μικρότερο από τα παιδιά της, τον Νίκολας.

Μπορεί να ήταν ο μικρότερος αλλά ήταν και αυτός πια ολόκληρος άνδρας, ένα κεφάλι πιο ψηλός από εκείνη με την διάπλαση αμυντικού του αμερικανικού ποδοσφαίρου, ενός αθλήματος που ποτέ δεν είχε παίξει μιας και δεν ήταν κάτι που συνηθιζόταν στην χώρα.

-Θα πάω πρώτα από τον Λουντοβίκ να δούμε τις σημειώσεις του και μετά θα πάμε για μάθημα.

-Εντάξει, είπε η Λούπε.

Συνέχισε να σφουγγίζει τον ιδρώτα της με το μυαλό της να τρέχει στο τι είχε να κάνει σήμερα. Θα περνούσε καλά.

 

Ο Νίκολας ήξερε ότι η μητέρα του δεν θα απασχολείτο με το ποιον δρόμο πήρε ή πού πήγε καν βγαίνοντας και έτσι δεν πήρε καμία προφύλαξη για να κρυφτεί. Αντί να βγει στον δρόμο που θα τον έφερνε στο σπίτι του φίλου του και συμμαθητή στο κολλέγιο «Ντελβιέ», πήρε τον δρόμο για το εσωτερικό του απέραντου κτήματος.

Διέσχισε την ανοιχτή έκταση γύρω από το σπίτι και μετά πέρασε ανάμεσα στις σειρές από τις ψηλές μπανανιές. Οι εργάτες που έσκαβαν εκεί το χώμα για να είναι αφράτο και πιο δεκτικό στο νερό τον χαιρέτησαν με χαμόγελα και εκείνος το ανταπέδωσε. Δεν είχε πρόβλημα να τους συναναστρέφεται και το ήξεραν.

Πίσω από τα κατάφορτα με καρπό δέντρα, εκεί που το έδαφος έπαιρνε να ανηφορίζει, βρισκόταν μια καλύβα. Δεν ήξερε πόσων ετών ήταν ή για ποιο λόγο είχε κατασκευαστεί αλλά την είχε ανακαλύψει όταν ήταν παιδί και ήταν η κρυψώνα του και το μυστικό του. Την είχε αφήσει για κάποια χρόνια αλλά τώρα ενήλικος είχε βρει μια άλλη χρήση για αυτήν.

Έφτασε στον προορισμό του και κοίταξε γύρω. Κανένας δεν βρισκόταν εκεί και κανένας δεν έδειχνε να ξέρει αυτό το μέρος. Απ’ έξω φαινόταν μια απλή τετράγωνη κατασκευή με μια πόρτα μόνο αλλά εκείνος την είχε φροντίσει. Είχε βρει μέσα ένα κρεβάτι και μια σόμπα με ξύλα για τις υγρές μέρες, μιας και το κρύο δεν ήταν ποτέ δριμύ σ’ αυτά τα μέρη, και εκείνος είχε αυξήσει τις ανέσεις της. Ένα τραπέζι και μια καρέκλα, μερικά σκεπάσματα και μερικά σκεύη, πράγματα που κανένας δεν θα αναζητούσε.

Στάθηκε στην πόρτα και χτύπησε συνθηματικά. Του άνοιξαν και μπήκε. Ένα από τα πράγματα που είχε φέρει εδώ ήταν μια λάμπα πετρελαίου, η καλύβα δεν είχε ρεύμα, που τώρα φώτιζε το δωμάτιο και τον λόγο που είχε ξαναθυμηθεί το παλιό του κρησφύγετο. Μια όμορφη κοπέλα στεκόταν στην μέση του δωματίου.

-Καλημέρα, γλυκιά μου Βίνα, είπε και άνοιξε τα χέρια του. Η κοπέλα έπεσε πάνω του και εκείνος την έσφιξε στην αγκαλιά του.

 

Ο Τζον Μπέρεμ έμοιαζε στον πατέρα του όχι μόνο στην κορμοστασιά αλλά και στην επιχειρηματική διάνοια και το ένστικτο για τις καλές συμφωνίες. Ήταν μάλιστα πολύ πιο αδίστακτος από εκείνον. Σαν τον πατέρα του δούλευε πολλές ώρες και εντατικά αλλά ήξερε και να απολαμβάνει την ζωή του.

Αυτό το τελευταίο ήταν ένα από τα λίγα πράγματα στα οποία διαφωνούσε με τον Χάρι. Παρότι και ο πατέρας του απολάμβανε την πολυτέλεια και είχε ακριβά γούστα, δεν επιδιδόταν σε κραιπάλες και ήταν εγκρατής. Αντίθετα ο Τζον ήταν πάντα της πληθωρικής απόλαυσης, από κρασιά και κουστούμια μέχρι γυναίκες και αυτοκίνητα.

Γι’ αυτό και τώρα βρισκόταν στο κρεββάτι με δύο γυναίκες, η μια ήταν λευκή σαν το γάλα και η άλλη μιγάδας, δεν έκανε διακρίσεις στις φυλές. Καυχιόταν στις ανδροπαρέες ότι είχε κοιμηθεί με γυναίκες από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.

Σηκώθηκε από το τεράστιο κρεββάτι με τα μεταξωτά σεντόνια και έριξε ένα παιχνιδιάρικο χτύπημα στον πισινό της λευκής γυναίκας.

-Ώρα να πηγαίνω, Μάγκι, και δεν θες και εσύ να αργήσεις.

Η γυναίκα, μια κοκκινομάλλα με φακίδες και πλούσιες καμπύλες, γύρισε ανάσκελα και τεντώθηκε. Ύστερα σηκώθηκε από το κρεββάτι και τον πλησίασε.

-Δεν θέλω να αργήσω, αλλά σίγουρα προλαβαίνουμε για ένα γρήγορο.

 

Η Βίνα ήταν κόρη ντόπιων εργατών, μάλιστα δεν ήταν μιγάδα αλλά απόγονη των γηγενών Καρίβων του νησιού. Αυτό δεν είχε καμία σημασία, όπως δεν είχε σημασία και η υπέροχη ομορφιά της με τα σπαστά μακριά μαύρα μαλλιά και τα ζεστά μαύρα μάτια της. Την αγαπούσε για τον γλυκό χαρακτήρα της, γιατί ταίριαζαν τόσο πολύ, γιατί ήταν το άλλο του μισό.

Την φίλησε, τα απαλά της χείλη άνοιξαν κάνοντας χώρο στη γλώσσα του για να βρει τη δική της. Είχε γεύση σοκολάτας, είχε προφανώς φάει πριν λίγο. Χάιδεψε την πλάτη της και τα χέρια του γλίστρησαν ως τους γοφούς της. Εκείνη δεν αντέδρασε. Μόνο συνέχισε να τον φιλάει. Ο Νίκολας την άφησε μια μόνο στιγμή, ίσα που να ακουμπήσει την τσάντα του στο τραπέζι και μετά συνέχισε να την φιλάει.

Η Βίνα άρχισε να του ξεκουμπώνει το πουκάμισο και μετά το παντελόνι. Φτάνοντας στον ανδρισμό του έκλεισε τα δάκτυλά της γύρω του κάνοντας τον Νίκολας να πάρει βαθιά ανάσα.

-Σου αρέσει; ψιθύρισε.

-Πολύ, όσο μου αρέσεις εσύ ολόκληρη.

Βρήκε τα κορδόνια του φορέματός της και τα έλυσε. Το φόρεμα κύλησε από πάνω της αποκαλύπτοντας το γυμνό της σώμα. Ο Νίκολας κοίταξε τα στητά στήθη της με τις σκούρες θηλές, ήδη ερεθισμένες, και την επίπεδη κοιλιά της, το λευκό εσώρουχο που έκανε αντίθεση με το σκούρο δέρμα της, τα λεπτά πόδια της. Πήρε βαθιά ανάσα.

Η Βίνα τον φίλησε και πάλι. Η γλώσσα της έπαιξε με τη δική του ενώ τα χέρια της ήταν απασχολημένα με το να τον γδύνει. Δεν σταμάτησε ούτε στο εσώρουχό του και τον άφησε τελείως γυμνό πριν κολλήσει το σώμα της και πάλι στο δικό του ενώ τον φιλούσε. Ο Νίκολας χάιδεψε την πλάτη της και κατέβασε τα χέρια του μέχρι το εσώρουχό της περνώντας τα από μέσα για να ακουμπήσει τους γλουτούς της. Την ανασήκωσε και εκείνη έδεσε τα πόδια της γύρω από τη μέση του.

Εκείνος την μετέφερε στο κρεββάτι και την ξάπλωσε. Έγειρε από πάνω της και τη φίλησε πάλι, πρώτα στα χείλη και μετά στο λαιμό της, κατεβαίνοντας προς τα στήθη της, τον τρέλαιναν τα στήθη της, ήταν μικρά και σφιχτά και δε χόρταινε να τα φιλάει και να παίζει με τη γλώσσα του με τις θηλές της. Άγγιξε τη θηλή της με την γλώσσα του πριν την κλείσει στα χείλη του και ένιωσε την Βίνα να ριγεί από την ευχαρίστηση. Άπλωσε το χέρι του στην κοιλιά της και κατηφόρισε στο σγουρό τρίχωμα της ήβης της, ύστερα έφερε το χέρι του στην απαλή σάρκα ανάμεσα στα πόδια της και την χάιδεψε απαλά. Η Βίνα τεντώθηκε γεμάτη ένταση και πήρε βαθιά ανάσα καθώς τα δάκτυλά του έπαιρναν λίγο από το νέκταρ της.

Επέστρεψε στα χείλη της νιώθοντας το σώμα της ζεστό κάτω από το δικό του και με την επιθυμία να τον βασανίζει. Ο ανδρισμός του, βαρύς και σκληρός τον καλούσε να προχωρήσει ζητώντας την λύτρωση αλλά ήξερε ότι έπρεπε να περιμένει.

Ήξερε τι έπρεπε να κάνει για να ανακουφιστεί. Ανακάθισε στο κρεββάτι αλλά δεν πρόλαβε, η Βίνα έπιασε το χέρι του.

-Έλα, του είπε, κάνε με δική σου.

Ο Νίκολας ανέβλεψε και η Βίνα χαμογέλασε. Τον τράβηξε και πάλι κοντά της να ξαπλώσει δίπλα της.

-Το θέλω του, είπε.

Είχαν πολλές φορές κάνει ερωτικά παιχνίδια, την είχε χαϊδέψει, φιλήσει και γλύψει αλλά δεν είχαν ολοκληρώσει. Η κοπέλα δεν ήταν ακόμα έτοιμη. Σήμερα όμως φαινόταν κάτι να έχει αλλάξει. Έφερε το σώμα του πάνω από το δικό της και έσκυψε και τη φίλησε. Ένιωσε τον ανδρισμό του να ακουμπάει στην ήβη της και δίστασε για μια στιγμή. Ήταν έτοιμοι να περάσουν το σημείο από το οποίο δεν θα υπήρχε γυρισμός. Αλλά δεν αμφέβαλλε για εκείνη ούτε και για το τι αισθανόταν ο ίδιος, γιατί να μην γινόταν λοιπόν η ένωσή τους;

Την έκλεισε στην αγκαλιά του και την φίλησε πάλι με τη γλώσσα του να βρίσκει τη δική της, έφερε το πόδι του ανάμεσα στα δικά της και εκείνη κατάλαβε, του έκανε χώρο, τον άφησε ανάμεσα στα μαζεμένα πόδια της και τα έσφιξε στα πλευρά του. Ήταν ζεστή σαν να είχε πυρετό, τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα, τα χείλη της τα τόσο απαλά, γεμάτα υποσχέσεις.

Ένιωσε το σώμα της να ριγεί καθώς για πρώτη φορά την έκανε δική του, και να τον καλεί να συνεχίσει. Τώρα ακόμα και να το ήθελε δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω. Τη φίλησε στο λαιμό και ξανά στα στήθη νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει τρελά.

-Ναι, ψιθύρισε η κοπέλα. Το θέλω…

Με αργές κινήσεις την έκανε δική του, κάθε κίνηση να φέρνει μια πρωτόγνωρη απόλαυση και ταυτόχρονα να τους κάνει να θέλουν την επόμενη τέτοια στιγμή. Για μια στιγμή η Βίνα ένιωσε έναν πόνο σαν να είχε κοπεί αλλά η δυσάρεστη αίσθηση χάθηκε στην ηδονή που την συνέπαιρνε.

Ο Νίκολας ένιωθε μέσα του μια δύναμη να συσσωρεύεται, μια δύναμη που ήθελε να απελευθερωθεί. Μια αίσθηση που ήταν τόσο καινούρια όσο και επιτακτική, να την ακολουθήσει στο τελικό της ξέσπασμα. Σαν το είναι του να μη χωρούσε στο σώμα του, σαν να ήθελε να επεκταθεί και στο σώμα της Βίνα, να γίνουν ένα, να είναι ένα.

Στο διάστημα που ήταν μαζί και όσο η κοπέλα δεν ήταν έτοιμη την ολοκλήρωση των σχέσεων τους είχαν εκφράσει αυτό που ένιωθαν με χάδια και φιλιά και όταν η επιθυμία γινόταν πολλή δυνατή κατέφευγε στην αυτοϊκανοποίηση. Κάποιες φορές του το είχε κάνει η Βίνα αυτό. Όλα αυτά έμοιαζαν όμως με παιχνιδάκια σε σχέση με αυτό που τώρα ζούσε.

Η Βίνα ένιωθε το αίμα της να σφυροκοπά τα μηνίγγια της αλλά όχι σαν να είχε πονοκέφαλο, ήταν μια αίσθηση γλυκιά, σαν όταν κάποιος έχει απλά πιει λίγο παραπάνω. Το σώμα της ήταν γεμάτο ένταση, σαν ένα ελατήριο που είχε πιεσθεί πολύ και τώρα ήθελε να ξετυλιχτεί απότομα. Τέντωσε το κορμί της σε ένα τόξο γεμάτο με αυτήν την ένταση και ένιωσε το χέρι του αγαπημένου της κάτω από την λεκάνη της να τη στηρίζει.

Ανέβασε τα πόδια της πιο ψηλά στα πλευρά του δίνοντάς του χώρο να βρεθεί περισσότερο μέσα της και καθώς γινόταν αυτό έσφιξε τα έσφιξε ενώ τη συνέπαιρνε το κύμα αυτό που λύτρωνε το σώμα της και έβαζε φωτιά στις αισθήσεις της. Τον φίλησε στο πιο βαθύ φιλί που του είχε δώσει ποτέ και μετά τον φίλησε στο λαιμό γλύφοντας μια αλμυρή σταγόνα ιδρώτα.

-Σε λατρεύω… ψιθύρισε εκείνος με φωνή που κόμπιαζε από την διέγερση και όλα όσα ένιωθε… Θέλω να είσαι…. μαζί μου…

Με μια τελευταία κίνηση έφτασε στην κορύφωση.

-Για πάντα… έβγαλε μια κραυγή αποτέλεσμα μιας απόλαυσης που πρώτη φορά ένιωθε.

Η Βίνα έκλεισε τα μάτια της και δάγκωσε τα χείλη της καθώς ένιωθε μέσα την δική της ολοκλήρωση να πλησιάζει επίσης.

-Νικ! φώναξε την επόμενη στιγμή καθώς βίωνε για πρώτη φορά την ερωτική κορύφωση και τα χέρια της άρπαξαν γερά τους ώμους του τόσο δυνατά που τα νύχια της χώθηκαν στο δέρμα του.

Έμειναν εκεί να βαριανασαίνουν για μια στιγμή και μετά ο Νίκολας ξάπλωσε στο κρεβάτι και την πήρε στην αγκαλιά του. Εκείνη έβαλε το κεφάλι της στο στέρνο του. Για λίγο δεν μίλησαν, απολάμβαναν την παρουσία ο ένας του άλλου αλλά και όλο αυτό που είχαν ζήσει.

-Είμαι ευτυχισμένος, είπε ο Νίκολας. έχω όλα όσα θα ήθελα.

Η Βίνα τον φίλησε στο πηγούνι.

-Και εγώ είμαι, του είπε. Και χαίρομαι που εσύ είσαι που με έκανες δική σου, θα είμαι πάντα και δεν θα ανήκω ποτέ σε κανέναν άλλο.

Τον φίλησε και πάλι, στο λαιμό αυτή τη φορά. Ήταν ένα σημείο που του άρεσε, το έβρισκε μάλιστα ιδιαίτερα διεγερτικό. Πράγμα που συνέβη και αυτή τη φορά. Έγειρε την Βίνα πίσω στο μαλακό στρώμα και άρχισε να τη φιλάει ενώ τα χέρια του χάραζαν μαγικές διαδρομές στο γυμνό και ερεθισμένο της κορμί.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου