Μέρες Του Φθινοπώρου 24

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Γουίλλιαμ κατέφτασε με έξι άνδρες και τον γιατρό του πλοίου. Εκείνος έσκυψε αμέσως πάνω από την κοπέλα, την εξέτασε γρήγορα χωρίς να την μετακινήσει ως που να είναι σίγουρος για το τι συμβαίνει.

-Δεν υπάρχει κάποιο τραύμα. Βρίσκεται σε κατάσταση σοκ από την υποθερμία αλλά δεν βλέπω κάτι άλλο. Στο πλοίο θα μπορώ να σας πω περισσότερα.

Οι άνδρες που είχαν έρθει με τον γιατρό έβαλαν την κοπέλα στο φορείο που είχαν μαζί τους και το σήκωσαν. Ήταν ένα από εκείνα που χρησιμοποιούσαν στο στρατό, πτυσσόμενο για εύκολη μεταφορά.

-Θα πάμε μαζί τους; ρώτησε η Κλερ.

-Ναι, αν δεν έχεις αντίρρηση. Θες να πας στο σπίτι; Είναι στο δρόμο μας για την παραλία, θες να σε αφήσουμε εκεί;

-Όχι, θα έρθω μαζί σου, είπε η Κλερ.

-Εντάξει, πάμε.

Διένυσαν γρήγορα την απόσταση ως την παραλία και επιβιβάστηκαν στο φουσκωτό όπου περίμεναν ακόμα δύο άνδρες. Επιβιβάστηκαν και έβαλαν πλώρη για το Βίκτορυ. Εκεί ανέβασαν πρώτα το φορείο με την ακόμα αναίσθητη κοπέλα και μετά ανέβηκαν οι υπόλοιποι.

Μόλις πέρασαν στο εσωτερικό του πλοίου, η Λιζ όρμησε και αγκάλιασε τον Μιχάλη. Ήταν φανερό ότι είχε σηκωθεί από το κρεβάτι, φορούσε μια φανέλα και ένα σορτσάκι και τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα.

-Είσαι καλά! Φοβήθηκα ότι ήταν για σένα η ιατρική βοήθεια.

-Γιατί;

-Είμασταν όλοι εδώ όσο αφορά στα μέλη της αποστολής, άρα για ποιον άλλο θα γινόταν τέτοια ετοιμασία;

-Μην ανησυχείς, είναι για την κοπέλα.

-Ποια είναι;

-Δεν ξέρω, είπε ο Μιχάλης αλλά εσύ μπορείς να μάθεις.

-Πώς;

-Μπες στα αρχεία της Aegean, ήταν επιβάτης της πρώτης θέσης την Πέμπτη που μας πέρασε στην μεσημεριανή πτήση.

-Έγινε, είπε η Λιζ και έφυγε βιαστικά.

-Πάμε στο ιατρείο, είπε ο γιατρός.

-Μιχάλη! είπε ο Ντάνιελ που πλησίασε εκείνη τη στιγμή. Μπορώ να σου πω;

Ο Μιχάλης έγνευσε καταφατικά και πήγαν λίγο πιο πέρα.

-Δεν θα σου πω γιατί έφερες την κοπέλα εδώ, είπε ο πρώην πεζοναύτης καθώς στέκονταν στο διάδρομο κοντά σε μια πόρτα που οδηγούσε στο κατάστρωμα. Δεν φοβάμαι ότι είναι κάποια παγίδα. Αλλά πρέπει να προσέχουμε.

-Λες για τον Βλέμμυ. Πού είναι τώρα;

-Έχει πιάσει λιμάνι στον Μόλυβο, φοβήθηκαν την θαλασσοταραχή φαίνεται.

-Θα έχουμε τον νου μας.

-Έχω και ένα άσχημο νέο από την Αμερική. Ο Ράινχαρτ έπεσε θύμα απόπειρας δολοφονίας. Είναι σε καταστολή αλλά πιστεύουν ότι θα τα καταφέρει, η πεταλουδίτσα της νύχτας που ήταν μαζί του δεν ήταν τόσο τυχερή. Έμεινε στον τόπο, πιστεύουν ότι ο Ράινχαρτ ζει ακόμα γιατί η σφαίρα πέρασε μέσα από το σώμα εκείνης.

-Ποιος θα ήθελε να σκοτώσει έναν συνταξιούχο καθηγητή; Είπε τίποτα;

-Από την αναφορά της αστυνομίας ξέρουμε ότι είπε σε έναν αστυνομικό κάτι. Εκείνος δεν το κατάλαβε και ο Ράινχαρτ είπε «όπως η επιδρομή του 413.»

-Επιδρομή του 413;

-Σου λέει κάτι;

-Σίγουρα δεν είπε 410;

-Γιατί;

-Το 410 οι Βάνδαλοι λεηλάτησαν την Ρώμη.

-Μπορεί και να μην σημαίνει κάτι, δεν ξέρουμε πόση διαύγεια είχε ο καθηγητής. Μπορεί να ήταν παραλήρημα, μπορεί να συνέχιζε κάτι που έλεγε στην κοπέλα.

-Δεν φανταζόμουν ότι είχε τέτοιες δραστηριότητες, ήταν πάντα αυστηρός και απότομος.

-Ή την αντοχή, είπε ο Ντάνιελ. Ελπίζω να τη γλιτώσει πάντως. Αυτό είχα κατά νου και είπα ότι πρέπει να προσέχουμε.

-Εντάξει.

Ο Ντάνιελ τον άφησε και ο Μιχάλης γύρισε κοντά στον γιατρό και την Κλερ.

-Ξεκουραστείτε, είπε εκείνος, θα σας ειδοποιήσω όταν συνέλθει αυτή η άτυχη κοπέλα.

Ο γιατρός προχώρησε προς το αναρρωτήριο και ο Μιχάλης στράφηκε στην αγαπημένη του:

-Θέλεις να επιστρέψουμε στο σπίτι ή να κοιμηθούμε εδώ;

-Καλύτερα να μην τους βάζουμε να μας πηγαίνουν πίσω, να κοιμηθούμε στην καμπίνα σου.

-Πάμε τότε.

Η Κλερ τον ακολούθησε στους διαδρόμους του πλοίου.

-Μ’ αρέσει που δεν χάνεσαι, του είπε.

-Έχω συνηθίσει, έχω μείνει αρκετά στο πλοίο.

Φτάσανε στην καμπίνα και ο Μιχάλης άνοιξε την πόρτα, παραμέρισε για να την αφήσει να περάσει και μετά ακολούθησε και έκλεισε την πόρτα. Η Κλερ κάθισε στην κουκέτα.

-Δεν θα ήθελα τίποτα περισσότερο από το να ξαπλώσω.

-Ελεύθερα, είπε ο Μιχάλης.

-Εσύ;

-Θα καθίσω…

-Δεν θα ξαπλώσεις;

-Να μην σε ξεβολέψω. Δεν είναι και κάνα μεγάλο κρεβάτι.

-Δεν με ξεβολεύεις, έλα να ξαπλώσουμε.

Η Κλερ σηκώθηκε και άρχισε να γδύνεται. Έμεινε με το εσώρουχο και ξάπλωσε. Ο Μιχάλης την ακολούθησε και εκείνη χώθηκε στην αγκαλιά του. Τον φίλησε με πάθος και όταν τραβήχτηκε είπε:

-Ήθελα από ώρα να το κάνω αλλά δεν ήταν σωστό μέσα στο εκκλησάκι και μετά βρήκαμε αυτήν την κοπέλα. Αλλά τώρα που είμαστε μόνοι μας…

Ο Μιχάλης την φίλησε και η Κλερ παραδόθηκε στο φιλί αυτό.

-Βλέπεις; είπε μετά. Δεν θα μπορούσα να το κάνω αυτό αν δεν είχες ξαπλώσει.

Τον φίλησε ξανά και ο ύπνος ξεχάστηκε για λίγο.

 

Η Νίκη βόγκηξε με απόλαυση καθώς έφτανε στην ολοκλήρωση με τον Δημήτρη. Έγειρε πίσω στα μαξιλάρια και άπλωσε το χέρι της στο κομοδίνο όπου το ποτήρι με το ποτό της την περίμενε. Ο Δημήτρης ξάπλωσε δίπλα της, και αυτός έπιασε το ποτό του.

-Στην υγειά μας, είπε η Νίκη, και κατέβασε μονοκοπανιά το κρασί της.

-Και κάθε κακό στους εχθρούς μας, είπε ο Δημήτρης.

Η Νίκη χαμογέλασε. Της άρεσε ο Δημήτρης, όχι μόνο γιατί ήταν αυτό που ζητούσε στο κρεβάτι αλλά ήταν και το ίδιο ανηλεής και αδίστακτος με την ίδια. Γι’ αυτό τον είχε καλέσει απόψε για μια οργιαστική νύχτα με σεξ και ποτό.

-Αύριο θα πάρουμε εκδίκηση.

-Πώς;

-Θα αρχίσω από τον Δελμάρ, θα διαδώσω πολύ πειστικά ότι είναι αδερφή. Θα πω ότι του έκατσα και δεν του σηκώθηκε καν. Ούτε λόγος για σεξ.

-Καλό, ξεφτίλα μεγάλη για τον μάγκα, είπε ο Δημήτρης.

-Και μετά έχει σειρά η άσπιλη παρθένα.

-Τη Στεφάνου λες;

-Ναι, θα πέσεις λίγο πάνω της και θα την γδάρεις με μια πρόκα.

-Σιγά τη ζημιά, είπε ο Δημήτρης, να τη ρίξω κάτω να σπάσει τίποτα;

-Αρκεί το γδάρσιμο, είπε η Νίκη χαιρέκακα, έχει λευχαιμία. Αυτό σημαίνει ότι έχει λευκοπενία, άρα το ανοσοποιητικό της είναι αδύναμο. Ακόμα και η πιο ελαφριά μόλυνση μπορεί να την στείλει στο νοσοκομείο.

-Όλα τα σκέφτεσαι, ε; είπε ο Δημήτρης απλώνοντας το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της.

Η Νίκη άφησε ένα βογκητό ευχαρίστησης και είπε:

-Συνέχισε, πολύ μου αρέσει αυτό. Άκου τι θα κάνουμε στα δίδυμα της συμφοράς τώρα….

 

Η Ελπίδα ξύπνησε νιώθοντας ξεκούραστη και γαλήνια. Είχε κοιμηθεί στην αγκαλιά του Ρωμανού τόσες ώρες χωρίς να ξυπνήσει καθόλου, χωρίς καν να αλλάξει θέση. Άνοιξε τα μάτια της και βρήκε τον αγαπημένο της να την κοιτάζει.

-Καλημέρα, του είπε.

-Καλημέρα, αγαπημένη μου, πώς κοιμήθηκες;

-Σαν ήμουν στον παράδεισο. Εσύ;

-Με εσένα στην αγκαλιά μου; Ήμουν πράγματι στον Παράδεισο!

Η Ελπίδα ανασηκώθηκε και τον φίλησε απαλά στα χείλη. Ο Ρωμανός την κράτησε έτσι πάνω του και το φιλί έγινε πιο θερμό, τα χείλη της μισάνοιξαν και η γλώσσα της έπαιξε με τη δική του. Η κοπέλα έγειρε και πάλι πίσω στο μαξιλάρι της και ο αγαπημένος της έσκυψε από πάνω της συνεχίζοντας το φιλί. Η Ελπίδα τον χάιδεψε στη γυμνή πλάτη του απαλά στην αρχή, πιο κτητικά μετά όπως ξεθάρρευε στην στενή αυτή επαφή.

Ο Ρωμανός την χάιδεψε στο μάγουλο, μετά στον λαιμό, στην συνέχεια κατηφόρισε στον γυμνό ώμο της και σταμάτησε στην κορδέλα του νυχτικού της.

-Ναι, ψιθύρισε η Ελπίδα, ναι, Ρωμανέ…

Έπιασε το χέρι του και το οδήγησε στο στήθος της. Ο Ρωμανός ένιωσε τη θηλή της να ερεθίζεται κάτω από το λεπτό ύφασμα και τη χάιδεψε. Η Ελπίδα πήρε μια βαθιά ανάσα καθώς η πρωτόγνωρη εμπειρία έστελνε ένα κύμα ευχάριστης διέγερσης σε όλο το κορμί της. Φίλησε τον αγαπημένο της με πάθος και κόλλησε το σώμα της στο δικό του. Ο Ρωμανός ανταποκρίθηκε στο φιλί ενώ ένιωθε τον ανδρισμό του να σκληραίνει. Συνέχισε να χαϊδεύει την κοπέλα του κατηφορίζοντας στο πλευρό της και φτάνοντας στο τέλος του νυχτικού της, τον γυμνό μηρό της.

Η Ελπίδα ένιωσε τη διέγερση του Ρωμανού και αυτό τη γέμισε με μια επίσης καινούρια αίσθηση, την ευχάριστη συνειδητοποίηση μιας γυναίκας ότι ο σύντροφός της τη θέλει, την ποθεί ερωτικά. Καθοδηγημένη από το ένστικτο λύγισε το πόδι της και αγκάλιασε την μέση του ανοίγοντάς του χώρο, καλώντας τον να την κάνει δική του. Καταλάβαινε τον ανδρισμό του να πιέζει την ήβη της, και μετά την αντίδρασή του σώματος της. Έσπρωξε τη λεκάνη της πάνω στον ανδρισμό του και ένιωσε τους χυμούς της να αναβλύζουν.

-Ρωμανέ… ψιθύρισε. Είμαι δική σου…

-Σε αγαπώ, σε αγαπώ πολύ.

Την κοίταξε στα μάτια και αυτό που έβλεπε εκεί ήταν η απόλυτη αγάπη. Η Ελπίδα έλυσε το νυχτικό της και το κατέβασε εκθέτοντας το σώμα της στο άγγιγμά του, στον έρωτά του. Μόνο τα εσώρουχά βρίσκονταν πια ανάμεσά τους. Η κοπέλα μετακίνησε και το άλλο πόδι της κάνοντας ακόμα πιο εύκολο το επόμενο βήμα. Ο Ρωμανός ήξερε ότι σε λίγο θα ήταν πια αργά να σταματήσουν.

-Ελπίδα, της είπε τρυφερά. Είναι νωρίς ακόμα… Σε αγαπώ πιο πολύ από τη ζωή μου αλλά δεν ξέρω αν πρέπει να ολοκληρώσουμε…

Η Ελπίδα έμεινε ακίνητη στην αγκαλιά του. Τον φίλησε απαλά.

-Έχεις δίκιο, Ρωμανέ, δεν είναι ακόμα η ώρα. Πρέπει να πάμε στο σχολείο εξάλλου. Αλλά θα έρθει σύντομα.

Με ένα βαθύ φιλί αποχωρίστηκαν. Ο Ρωμανός σηκώθηκε και η Ελπίδα τον κοίταξε με αγάπη. Το βλέμμα της περιπλανήθηκε στο σώμα του και πρόσεξε τον ερεθισμένο του ανδρισμό όπως τον περιέγραφε το εσώρουχό του. Απέστρεψε το βλέμμα ενώ ένα απαλό κόκκινο απλωνόταν στα μάγουλά της.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι και προχώρησε προς το μπάνιο.

-Θα κάνω πρώτη μπάνιο και μετά εσύ.

Κοίταξε τον αγαπημένο της στα μάτια.

-Θα έλεγα να το κάνουμε μαζί αλλά θα αργήσουμε για το σχολείο!

Μέρες Του Φθινοπώρου 23

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Εικοστό Τρίτο

 

-Λοιπόν; Πώς ήταν η μέρα σας; Εκτός από το μπάνιο που κάνατε! ρώτησε η Δωροθέα καθώς καθόταν με τα παιδιά της γύρω από το τραπέζι για το δείπνο. Ήταν εκείνη και τα τέσσερα παιδιά της μαζί με την Δέσποινα.

-Είχαμε πολλές περιπέτειες σήμερα, είπε ο Ρωμανός και διηγήθηκε τα όσα είχαν γίνει και είχε κινδυνεύσει με αποβολή.

-Παραλίγο να σε αποβάλουν για την άρρωστη; Τι δουλειά είχες να την προστατεύσεις και να την υπερασπιστείς; είπε η Δέσποινα άγρια.

-Ναι, γιατί η Ελπίδα είναι για εμένα το παν, η γυναίκα που αγαπώ.

-Καλά, εντάξει, είπε ειρωνικά η Δέσποινα. Ξέρεις πόσες φορές θα το πεις στη ζωή σου αυτό; Κάτσε να σου την πέσει μια κανονική γυναίκα και να δεις πόσο γρήγορα θα ξεχάσεις την αρρωστιάρα σου.

-Αν θες να ξέρεις, είπε ο Ρωμανός με μάτια που έβγαζαν φωτιές, το δοκίμασα και αυτό. Πήγα με μια γυναίκα πρόθυμη να μου τα προσφέρει όλα αλλά δεν κατάφερε να με κάνει να ξεχάσω την Ελπίδα.

-Ας μη μαλώνουμε, είπε η Δωροθέα σε μια προσπάθεια κατευνασμού. Χρωστάμε πολλά στον Μιχάλη.

-Μην αλλάζεις θέμα εσύ! Ξέρουμε δα γιατί στάζεις μέλι όταν μιλάς για αυτόν. Με τέτοιο παράδειγμα, τι να περιμένω από τον γιο σου; Προφανώς κι εκείνος με αρρωστιάρα θα τα βρει!

-Μας έβγαλε από την δύσκολη θέση με την τράπεζα, βοήθησε τον Ρωμανό… Θα έλεγα ότι του χρωστάμε.

-Έχει λόγο που βοηθάει, είπε δηκτικά η Δέσποινα.

-Μακάρι να είχε, θα του τον έδινα πρόθυμα, απάντησε η Δωροθέα.

Μάνα και κόρη αγριοκοιτάχτηκαν.

-Δεν χρωστάμε μόνο στον Μιχάλη, πήρε τον λόγο η Φωτεινή και διηγήθηκε τα δικά της παθήματα αποφεύγοντας μόνο το κομμάτι σχετικά με τη δική της αντίδραση.

-Έτσι γνωρίστηκες με τον Δελμάρ; Πολύ ωραία!

-Έχω μια ιδέα, είπε η Δωροθέα. Τώρα που έχουμε πράγματα να γιορτάσουμε, ας κάνουμε ένα τραπέζι το Σάββατο με την ευκαιρία της γιορτής μου την Κυριακή.

-Και να καλέσουμε εκείνους που θέλουμε να ευχαριστήσουμε;

-Ναι, Φωτεινή, και όποιον άλλο θέλετε.

-Καθόλου κακή ιδέα, είπε η Δέσποινα με το μυαλό της να καταστρώνει ήδη σχέδια.

 

Ο Μιχάλης έδειξε στην Κλερ ένα χαμηλό κτίσμα στα ριζά του υψώματος. Ήταν άσπρο με τοίχους φρεσκοασβεστωμένους, και με μια σκεπή με κοκκινωπά κεραμίδια. Από το μονοπάτι κατέβαιναν μερικά σκαλοπάτια στην πόρτα του.

-Έλα, της είπε και πλησίασε τα σκαλιά. Πρόσεξε μην σκοντάψεις στο τοιχάκι.

-Τι είναι αυτό; Παγίδα; αστειεύθηκε η Κλερ.

-Όχι, είναι για να μην μπαίνουν νερά στις πολλές βροχές.

Κατέβηκαν και ο Μιχάλης άνοιξε την πόρτα. Η Κλερ μπήκε και ανακάλυψε ότι ήταν ένα μικρό εκκλησάκι. Είχε δάπεδο από μεγάλες και φανερά παμπάλαιες πλάκες, ένα απλό ξύλινο τέμπλο και είχε μερικά καθίσματα. Ένα αναλόγιο βρισκόταν στην μια πλευρά και απέναντί του ένα παλιό μανουάλι με άμμο και δυο μικρά καντηλάκια στην άκρη.

-Είναι αφιερωμένο στον άγιο Γεώργιο, υπήρχε από παλιά και τη μορφή που έχει τώρα την πήρε κάπου το 1960 που το ανακαινίσανε.

-Χρησιμοποιείται;

-Κυρίως σαν ένα μικρό προσκύνημα. Έρχονται να προσκυνήσουν, ανάβουν και τα καντήλια. Σπάνια γίνεται λειτουργία, αλλά έχει τύχει να λειτουργηθώ εδώ.

Έξω ακούστηκε μια δυνατή βροντή και ξέσπασε η βροχή.

-Θα μείνουμε για λίγο εδώ φαίνεται, είπε η Κλερ.

Ο Μιχάλης κάθισε σε μια καρέκλα και η κοπέλα τον μιμήθηκε.

-Δεν μπαίνουν νερά; τον ρώτησε.

-Όχι.

-Τότε είναι μια χαρά αφού είμαι μαζί σου.

 

Ο Βασίλης ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι της Μάρθας. Ένιωθε χορτασμένος από σεξ και διέγερση. Σίγουρα είχε διαλέξει λάθος κυρία Κόρβου για να αρραβωνιαστεί, η Φοίβη ήταν γλυκιά, και υποταγμένη σε βαθμό αβουλίας, αλλά η Μάρθα ήταν το κάτι άλλο. Ήταν τελείως αχαλίνωτη στο σεξ, δεν υπήρχε κάτι που δεν θα έκανε.

Θα μπορούσε βέβαια να κρατήσει την Φοίβη σαν γυναίκα του και να την απατάει με την Μάρθα. Η Μάρθα δεν θα είχε αντίρρηση. Η Φοίβη θα είχε αλλά ακόμα και αν το ανακάλυπτε δεν θα έκανε τίποτα, η Μάρθα της είχε διαλύσει την αυτοπεποίθηση σε βαθμό που δεν θα σήκωνε κεφάλι ποτέ. Χώρια που χωρίς την μητέρα της δεν είχε τίποτα, δεν είχε που να πάει.

Αναρωτήθηκε τι να έκανε και αν κοιμόταν ακόμα η μνηστή του. Δεν είχε αντίρρηση να της κάνει σεξ και εκείνης. Ειδικά τώρα τελευταία που είχε αρχίσει να κάμπτει τις αντιρρήσεις της και να την αναγκάζει να δέχεται το πρωκτικό σεξ και να μην έχει καμία αντίσταση σε όποιες και αν ήταν οι ορέξεις του.

Ο ανδρισμός του σε πλήρη διέγερση τον έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι και να επιστρέψει στο δικό του υπνοδωμάτιο όπου διαπίστωσε ότι η Φοίβη δεν βρισκόταν εκεί. Προφανώς είχε βγει, ίσως τους αναζητούσε. Καλά που δεν τους είχε αναζητήσει πιο κοντά γιατί θα του είχε χαλάσει τα σχέδια.

Με ένα πρόστυχο χαμόγελο αναρωτήθηκε αν θα μπορούσαν να την πείσουν με την Μάρθα για μια τριπλέτα. Είχε ξαναπάει με δύο γυναίκες μαζί αλλά ποτέ με μάνα και κόρη μαζί. Στη σκέψη ένιωσε τον ερεθισμό του να αυξάνει και επέστρεψε κοντά στην Μάρθα που ήταν ακόμα στο μπάνιο.

Μπήκε και αυτός κάτω από το ζεστό νερό και αγκάλιασε την ερωμένη του από πίσω. Το ένα χέρι του έμεινε γύρω από τη μέση της και το άλλο γλίστρησε ανάμεσα στα πόδια της και στο κέντρο της γυναικείας φύσης της.

-Η Φοίβη έχει βγει, είπε ο Βασίλης πιέζοντας τον ανδρισμό του στο άνοιγμα των γοφών της.

-Τι περιμένεις; απάντησε η Μάρθα. Ιδιαίτερη πρόσκληση;

Ο Βασίλης βύθισε τον ανδρισμό του μέσα της και η Μάρθα βόγκηξε με ευχαρίστηση.

-Ναι… Ναι… είπε. Μη σταματάς.

Κανείς από τους δύο δεν αναρωτήθηκε τι γινόταν η Φοίβη.

 

Έτρεχε.

Έτρεχε σαν να μπορούσε με κάποιο τρόπο να αφήσει πίσω την εικόνα που είχε δει. Να την σβήσει από τη μνήμη της που της την έφερνε ξανά και ξανά μπροστά στα μάτια της. Η μητέρα της να απολαμβάνει την χυδαία σεξουαλική πράξη τελείως ξεδιάντροπα και όχι με έναν τυχαίο εραστή όπως είχε κάνει από όταν η ίδια ήταν ακόμα παιδί, αλλά με τον άντρα που θα παντρευόταν την κόρη της.

Τον Βασίλη που την είχε αρραβωνιαστεί και υποτίθεται ότι με το νέο έτος θα την παντρευόταν. Τον Βασίλη που από την αρχή της σχέσης τους μιλούσε ανοιχτά για τις σεξουαλικές πρακτικές και τι του άρεσε. Τον Βασίλη που είχε επιβληθεί στο κορμί της στην παραλία ενώ εκείνη δεν ένιωθε να έχει τη διάθεση για σεξ. Τον Βασίλη που της είχε πει ευθαρσώς ότι μετά το γάμο θα του άρεσε να την γλεντήσει από πίσω. Εκείνον που είχε πάντα την υποστήριξη της μητέρας της. Και τώρα είχε και την προτίμησή της.

Ας τον χαιρόταν λοιπόν…

Εκείνη είχε τελειώσει μαζί τους. Και με όλα τα άλλα. Δεν είχε βρει ευτυχία σε τίποτα, δεν είχε βρει γαλήνη. Ίσως ο θάνατος να της έδινε αυτό το τελευταίο. Άρχισε να ανεβαίνει το ύψωμα με το παράξενο όνομα. Θα πήγαινε στην άκρη και θα ριχνόταν στον γκρεμό.

Γλίστρησε στο μαλακωμένο από τη βροχή χώμα και έπεσε κάτω. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά γλίστρησε πάλι και έπεσε. Το νυχτικό της, καθώς είχε βγει έξω όπως ήταν την ώρα που είδε τον αρραβωνιαστικό της να κάνει σεξ με τη μάνα της δεν είχε ντυθεί, ήταν πλέον μούσκεμα και την πάγωνε. Μόνο τα πέδιλά της είχε φορέσει μιας και ήταν ξυπόλυτη όταν τους είχε δει στο δωμάτιο αλλά και αυτά είχαν φύγει από τα πόδια της με την πτώση.

Δεν πείραζε, μπορούσε να πεθάνει και εδώ. Το κρύο θα έκανε τη δουλειά. Ήδη ένιωθε παγωμένη.

Έκλεισε τα μάτια της.

 

-Ρωμανέ.

Η Φωτεινή είχε προφέρει το όνομα του αδερφού της λίγο πιο δυνατά από ψίθυρο αλλά εκείνος γύρισε αμέσως προς το μέρος της. Είχαν ξαπλώσει στα κρεβάτια τους όπως και οι υπόλοιποι μέσα στο σπίτι. Ο Ρωμανός είχε ξαπλώσει γυρισμένος προς το παράθυρο από το οποίο φαινόταν το στοιχειωμένο φως των αστραπών.

-Τι είναι;

-Γιατί δεν κοιμάσαι;

-Σκεφτόμουν, είπε ο Ρωμανός.

-Τι; Την Ελπίδα;

-Ναι, αλλά και εσένα.

-Γιατί εμένα; ξαφνιάστηκε η Φωτεινή. Ανακάθισε στο κρεβάτι της και κοίταξε τον αδερφό της.

-Γιατί βρέθηκες σε κίνδυνο σήμερα. Έγινε κάτι άσχημο που…

Η Φωτεινή σηκώθηκε από το κρεβάτι της και πήγε στου αδερφού της. Τον αγκάλιασε και του είπε:

-Ρωμανέ, είσαι ο αδερφός μου. Είμαστε μαζί από την αρχή της ύπαρξης μας, δεν θα σε αφήσω ποτέ μόνο σου να αντιμετωπίσεις οτιδήποτε. Είτε είναι ένας ηλίθιος καθηγητής είτε μια τσουλάρα που θέλει να πονέσει το κορίτσι που αγαπάς και που είναι η πιο στενή μου φίλη.

Ο Ρωμανός την αγκάλιασε και εκείνος. Χάιδεψε τα μαλλιά της.

-Οι δυο μας εναντίον του κόσμου; της είπε τρυφερά.

-Ναι, έτσι φαίνεται.

-Εσύ γιατί δεν κοιμάσαι;

-Σκεφτόμουν αυτό το τραπέζι το Σάββατο.

-Γιατί;

-Δεν κατάλαβες ότι η μητέρα μας έχει πάλι σχέδια να κοιμηθεί με τον Μιχάλη;

-Και γιατί ανησυχείς; Ο Μιχάλης δεν ενδιαφέρεται, και είναι προφανώς άνθρωπος του λόγου του. Δεν θα κάνει κάτι μαζί της.

-Είναι άνδρας, Ρωμανέ, μπορεί να λυγίσει αν η μητέρα του τα προσφέρει όλα στο πιάτο.

-Δεν θα λυγίσει, θα άφηνα εγώ την Ελπίδα για το σεξ οποιασδήποτε γυναίκας;

-Εκείνος όμως δεν έχει μια Ελπίδα. Ή δεν το ξέρουμε τουλάχιστον.

-Μην ανησυχείς, πήγαινε για ύπνο. Να ανησυχείς πιο πολύ για τη γιαγιά.

-Γιατί;

-Ο Μιχάλης της προκαλεί εκνευρισμό και εγώ θα καλέσω την Ελπίδα στο τραπέζι. Βάλε και το ότι θα αρνηθώ την όποια πρόταση για την κόρη του Αχλιόπτα… Θα της ανέβει το αίμα στο κεφάλι.

Η Φωτεινή γέλασε.

-Με εμένα δεν έχει τέτοιο πρόβλημα, κάθε άλλο. Μου έρχεται να μην καλέσω τον Αλέξη για να μην της κάνω το χατίρι και να το κάνω άλλη μέρα!

-Μην την αφήσεις να σου χαλάσει τη μέρα, ούτε και να σου αλλάξει τα σχέδια.

Η Φωτεινή έγνευσε και άφησε την αγκαλιά του Ρωμανού για να επιστρέψει στο κρεβάτι της.

-Καληνύχτα, του είπε, όνειρα γλυκά.

Ο Ρωμανός της το ανταπέδωσε και ξάπλωσε. Τα δικά του θα ήταν σίγουρα γλυκά, μετά τα όσα είχαν γίνει σήμερα δεν είχε αμφιβολία ότι θα ονειρευόταν την Ελπίδα. Αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι απόψε και οι σκέψεις της αδερφής του για πρώτη φορά στη ζωή της γύριζαν σε ένα αγόρι με ζεστό χαμόγελο και τόσο ασυνήθιστο επώνυμο.

 

Η βροχή σταμάτησε όταν είχε νυχτώσει για τα καλά. Ο Μιχάλης και η Κλερ είχαν περάσει την ώρα αυτή συζητώντας στο ημίφως, το σκοτάδι διέκοπτε μόνο το φως από τα δυο μικρά καντηλάκια που βρίσκονταν στο εκκλησάκι. Η κοπέλα είχε φέρει την καρέκλα της δίπλα στου αγαπημένου της και εκείνος την είχε αγκαλιάσει από τους ώμους. Έτσι είχαν περάσει όλη την ώρα και δεν θα τους ένοιαζε αν συνέχιζε να βρέχει ως το πρωί.

-Θα είναι δύσκολο να πάμε σπίτι; ρώτησε η Κλερ μόλις βγήκαν από το εκκλησάκι και ενώ ο Μιχάλης ασφάλιζε την πόρτα.

-Όχι, θέλει λίγο προσοχή αλλά δεν είναι πρόβλημα.

Ξεκίνησαν με το φως από τους φακούς των κινητών τους να επιστρέψουν. Δεν είχαν πάει ωστόσο πολύ μακριά όταν βρήκαν μπροστά τους κάτι τελείως αναπάντεχο. Ένα σώμα πεσμένο στο μονοπάτι.

Ο Μιχάλης πήγε κοντά στο πεσμένο σώμα και διαπίστωσε ότι ήταν μια κοπέλα με ελάχιστο ντύσιμο. Δεν φαινόταν να έχει χτυπήσει και δεν υπήρχαν ίχνη αίματος.

-Είναι…

-Όχι, είπε ο Μιχάλης ψάχνοντας τον σφυγμό της κοπέλας, είναι ζωντανή. Είναι παγωμένη και ο σφυγμός της αδύναμος. Χρειάζεται γιατρό.

-Έχει στο χωριό;

Ο Μιχάλης κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.

-Μόνο στο πλοίο μπορούμε να βρούμε γρήγορα γιατρό και βοήθεια, είπε ενώ πληκτρολογούσε έναν αριθμό. Μόλις του απάντησαν, άρχισε να δίνει οδηγίες για το πώς να τους βρουν και εξήγησε ποια κατάσταση αντιμετώπιζαν.

Έκλεισε το τηλέφωνο και άρχισε να τρίβει τους καρπούς της κοπέλας που δεν έδειχνε να καταλαβαίνει τίποτα και να μην αντιδρά. Η Κλερ γονάτισε δίπλα του και τον βοήθησε.

-Πρέπει να την κρατήσουμε ζεστή, είπε ο Μιχάλης, όσο είναι δυνατόν.

 

Η Έφη έβγαλε τη ρόμπα της και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού που μοιραζόταν με την Κατερίνα. Εκείνη ήταν γονατισμένη πάνω στο κρεβάτι και έβαλε τα χέρια της στους ώμους της μόλις κάθισε. Άρχισε να της κάνει ένα ελαφρύ μασάζ.

-Ωραίο είναι, αναστέναξε η Έφη.

Είχε πάψει να κοιμάται στην καμπίνα της, μοιραζόταν την καμπίνα και το κρεβάτι της Κατερίνας. Η Κατερίνα μετακινήθηκε πιο κοντά της και ένιωσε τα στήθη της να πιέζουν την πλάτη της ενώ κατέβαζε τα χέρια της στα στήθη της Έφης. Τα έκλεισε στις χούφτες της και η Έφη αναστέναξε με ευχαρίστηση.

-Χαρά, φώναξε η Κατερίνα και μια καμαριέρα μπήκε στην καμπίνα.

Η Έφη ντράπηκε που την έβλεπε έτσι αλλά η καμαριέρα δεν φαινόταν να το προσέχει. Κάτι περίεργο συνέβαινε, η έκφρασή της ήταν κάπως κενή, σαν να ονειροβατούσε.

-Γδύσου! πρόσταξε η Κατερίνα.

Η καμαριέρα υπάκουσε και έβγαλε τα ρούχα και τα εσώρουχά της με έναν αισθησιακό τρόπο που έκανε την Έφη να ερεθιστεί. Η Κατερίνα που είχε ακόμα τα χέρια της στα στήθη της, της είπε:

-Σου αρέσει, ε;

-Ναι, είπε η Έφη και η φωνή της βγήκε βραχνή.

-Χαρά, πρόσφερε στην φίλη μου την ηδονή που πρέπει.

Η καμαριέρα γονάτισε μπροστά στην Έφη και έβαλε τα χέρια της στους γυμνούς μηρούς της.

-Ό,τι θέλω; είπε η Έφη.

-Ναι!

-Κάνε μου στοματικό, είπε η Έφη και έγειρε στην αγκαλιά της Κατερίνας. Είναι λεσβία;

-Όχι, κάθε άλλο. Αλλά το φάρμακο που της έδωσα κατήργησε τη βούλησή της. Είναι αυτό που θα δώσουμε στον πρώην σου για να παίξει τον ρόλο που θέλουμε.

-Υπέροχα, είπε η Έφη, και έχω μια ιδέα για να τον ταπεινώσω ακόμα περισσότερο!

 

Ο Ρωμανός άνοιξε τα μάτια του. Για μια στιγμή δεν ήξερε τι ήταν που τον ξύπνησε αλλά μετά είδε το φωτάκι στο κινητό του και κατάλαβε. Είχε μήνυμα. Σηκώθηκε και το πήρε. Το μήνυμα ήταν από την Ελπίδα:

«Σε σκέφτομαι και σε αγαπώ. Τώρα και για πάντα.»

Κοίταξε την ώρα αποστολής και συνειδητοποίησε ότι το μήνυμα δεν είχε αργήσει να έρθει, είχε μόλις αποσταλεί. Η Ελπίδα ήταν ξύπνια τέτοια ώρα; Γιατί;

«Σε αγαπώ και εγώ. Γιατί δεν κοιμάσαι, αγάπη μου;»

«Αχ! Σε ξύπνησα, συγγνώμη. Σε σκεφτόμουν και δεν συγκρατήθηκα, σου έστειλα μήνυμα.»

«Καλά έκανες, γιατί δεν κοιμάσαι όμως;»

«Ξύπνησα και δεν μπορώ να ξανακοιμηθώ… Ξέρεις πώς είναι…»

Ήξερε πραγματικά. Του το είχε εκμυστηρευθεί την πρώτη φορά που είχε ολοκληρώσει έναν κύκλο θεραπείας και ήταν καλύτερα. Τη νύχτα που ήταν μόνη της ήταν πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπίσει τον φόβο ότι την επόμενη φορά δεν θα τα κατάφερνε, ότι η επόμενη επιδείνωση ίσως έφερνε το τέλος.

Της έστειλε ακόμα ένα μήνυμα.

«Είσαι μόνη;»

«Ναι, οι δικοί μου είναι στο Πλωμάρι στα άλλα χωράφια και δεν επέστρεψαν. Έπιασε η βροχή και είπαν να μην μετακινηθούν με αυτόν τον καιρό.»

Ο Ρωμανός καταλάβαινε τώρα τι συνέβαινε. Η Ελπίδα περνούσε μια ανήσυχη νύχτα μόνη με τον φόβο να τη στοιχειώνει. Δεν άργησε να λάβει την απόφασή του.

«Θέλεις να έρθω εκεί;»

Η απάντηση άργησε να έρθει. Ήξερε το γιατί. Η Ελπίδα ήθελε να πάει αλλά δεν ήθελε να τον ξεβολέψει μέσα στη νύχτα. Τελικά όμως ο φόβος ήταν πιο δυνατός και η απάντηση ήταν:

«Αν θέλεις.»

Ο Ρωμανός ντύθηκε και ξύπνησε την Φωτεινή. Της εξήγησε τι θα έκανε και εκείνη συμφώνησε.

Διένυσε την απόσταση ως το σπίτι της Ελπίδας γρήγορα. Φτάνοντας χτύπησε την πόρτα σιγανά και η κοπέλα τού άνοιξε αμέσως. Τον αγκάλιασε σφιχτά.

-Σε ευχαριστώ, του είπε.

Μπήκαν μέσα και η κοπέλα κλείδωσε. Μετά του ένευσε να την ακολουθήσει και πήγαν στο δωμάτιό της. Ήταν βαμμένο σε παλ χρώματα και επιπλωμένο με κρεβάτι και κομοδίνα, αλλά και ένα γραφείο με μια καρέκλα. Η Ελπίδα κάθισε στο κρεβάτι της και ο Ρωμανός στην καρέκλα του γραφείου της δίπλα της.

-Πέσε να μην κρυώνεις, είπε ο Ρωμανός.

-Εσύ;

-Είμαι εντάξει.

-Θα κρυώσεις, θα κάνει πιο πολύ κρύο όσο θα προχωράει η νύχτα.

-Μην ανησυχείς.

Η Ελπίδα ξάπλωσε αλλά τραβήχτηκε και χτύπησε με το χέρι της το στρώμα.

-Έλα, ξάπλωσε εδώ.

Ο Ρωμανός της έδειξε τα ρούχα του.

-Είμαι ντυμένος.

-Γδύσου, είπε η Ελπίδα.

Ο Ρωμανός την κοίταξε. Η κοπέλα τον κοιτούσε στα μάτια. Στο σχεδόν απόλυτο σκοτάδι του δωματίου έδειχναν πιο μεγάλα. Της χαμογέλασε και έκανε αυτό που του ζήτησε. Μετά ξάπλωσε στο κρεβάτι και η Ελπίδα τον κάλυψε με τα σκεπάσματά της. Τον αγκάλιασε και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.

-Σε ευχαριστώ που ήρθες. Δεν ήθελα να σε αναστατώσω τέτοια ώρα αλλά… μερικές φορές ο φόβος είναι αδυσώπητος εχθρός, ειδικά όταν είμαι μόνη.

-Δεν είσαι πια μόνη. Ποτέ δεν θα είσαι.

Ο Ρωμανός αγκάλιασε την Ελπίδα και εκείνη κόλλησε το σώμα της πάνω του σαν να ζητούσε προστασία και σιγουριά.

-Δεν θα σε αφήσω μόνη ποτέ, της υποσχέθηκε.

Μέρες Του Φθινοπώρου 22

Author: Νυχτερινή Πένα /

Κεφάλαιο Εικοστό Δεύτερο

 

Ο Ρωμανός κοντοστάθηκε φτάνοντας στην πόρτα της Ελπίδας. Στο σπίτι υπήρχε ησυχία καθώς οι γονείς της έλειπαν. Μόνο κάπου μακριά, στο κτήμα πίσω από το σπίτι της, ακούγονταν θόρυβοι από τα ζώα που διατηρούσαν.

-Θα έρθεις μέσα; πρότεινε η κοπέλα.

Ο Ρωμανός ένευσε και εκείνη άνοιξε την πόρτα. Μέσα στο σπίτι είχε δροσιά και ημίφως. Η Ελπίδα ακούμπησε την τσάντα με τα πράγματα για τη θάλασσα σε ένα τραπεζάκι, δίπλα στην πόρτα, και προχώρησε στο εσωτερικό του σπιτιού με τον Ρωμανό να την ακολουθεί. Έκανε να λύσει το μαντήλι της αλλά σταμάτησε.

-Η συνήθεια, είπε, μέσα στο σπίτι δεν το φοράω, με ζεσταίνει.

-Βγάλε το.

-Δεν θέλω να με βλέπεις έτσι, Ρωμανέ.

Ο Ρωμανός πήγε κοντά της.

-Το είπα και πριν και θέλω να με πιστέψεις. Είσαι η πιο όμορφη γυναίκα που υπάρχει, δεν θα αλλάξει αυτό για μένα ποτέ.

Άπλωσε το χέρι του και έλυσε το μαντήλι. Το άφησε στην πλάτη μια κοντινής καρέκλας και χάιδεψε απαλά το γυμνό δέρμα. Η Ελπίδα έκλεισε τα μάτια της και έγειρε το κεφάλι της στο χέρι του. Ο Ρωμανός την αγκάλιασε και εκείνη μαζεύτηκε εκεί. Ο Ρωμανός την χάιδεψε στην πλάτη και ένιωσε τα χέρια της να τυλίγονται γύρω από το λαιμό του. Η Ελπίδα είχε ανοίξει τα μάτια της, έδειχναν τόσο μεγάλα και λαμπερά στο σκοτάδι, και τον κοιτούσε κατάματα. Τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα, τον καλούσαν να τα φιλήσει.

Αυτό ακριβώς έκανε, έγειρε προς το μέρος της και άγγιξε τα χείλη της με τα δικά του. Ένιωσε την Ελπίδα να ριγεί στην αγκαλιά του αλλά η κοπέλα δεν τραβήχτηκε. Αντίθετα ένιωσε το σώμα της να πιέζει το δικό του και το χέρι της να χαϊδεύει τον λαιμό του όπως τον είχε αγκαλιάσει.

Όταν τελικά τραβήχτηκε, λίγο, ίσα να τον βλέπει στα μάτια και χωρίς να φύγει από την αγκαλιά του, της είπε:

-Σε αγαπώ, Ελπίδα.

-Είμαι δική σου για πάντα, σε αγαπώ, Ρωμανέ, του απάντησε και μετά πρόσθεσε απαλά: Φίλησέ με πάλι, σε παρακαλώ.

Ο Ρωμανός δεν θα της χάλαγε χατίρι ακόμα και αν θα του ζητούσε να τα βάλει με τον κόσμο ολόκληρο, πόσο δε που ζητούσε κάτι που τόσο ήθελε και ο ίδιος. Την φίλησε πάλι, ένιωσε τα χείλη της να ανοίγουν και τη γλώσσα της να τον αγγίζει δειλά. Της ανταπέδωσε το άγγιγμα, απαλά, διερευνητικά και ένιωσε την αντίδραση της κοπέλας όπως την είχε στην αγκαλιά του.

Όταν τελείωσε το φιλί αυτό και πάλι έμειναν αγκαλιασμένοι.

-Πίστευα ότι δεν θα γίνει ποτέ αυτό, είπε η κοπέλα. Ότι μια μέρα θα με φιλήσεις. Σε ευχαριστώ που το ζω αυτό μαζί σου.

Ο Ρωμανός την φίλησε πάλι απαλά, ένιωσε τα χείλη της να ανοίγουν και τη γλώσσα της να αγγίζει λίγο πιο τολμηρά τη δική του. Η Ελπίδα τον έσφιξε πάνω της. Εκείνος ένιωσε τον ανδρισμό του να σκληραίνει και μετατόπισε ελαφρά το σώμα του, δεν ήθελε να το καταλάβει η κοπέλα. Ένιωθε λίγο αμήχανα με αυτό παρότι δεν ήξερε το γιατί ακριβώς. Ίσως ήταν το ότι δεν ήθελε να νομίζει ότι την πίεζε για κάτι περισσότερο.

Ο Ρωμανός έκανε πίσω μετά από λίγο και κοίταξε την Ελπίδα, τα μάτια της κοπέλας ήταν στα δικά του. Τα μάγουλά της είχαν πάρει ένα γλυκό ροδαλό χρώμα και τα χείλη της τον καλούσαν να την φιλήσει ξανά. Τη χάιδεψε απαλά στο μάγουλο.

-Είσαι ό,τι πιο γλυκό και όμορφο έχει να μου προσφέρει ο κόσμος, της ψιθύρισε με τη φωνή του να έχει βαθύνει από τη συναισθηματική φόρτιση.

-Μακάρι να είμαι πάντα, είπε η κοπέλα.

 

-Πού θέλεις να πάμε βόλτα;

-Όπου θέλεις, μάτια μου.

Ο Μιχάλης και η Κλερ είχαν μόλις αφήσει το σπίτι του για να κάνουν έναν περίπατο μετά από έναν απογευματινό καφέ που είχαν πιει καθισμένοι στο τραπέζι έξω. Όπως της είχε πει το μεσημέρι, μετά από λίγη ξεκούραση ήταν και πάλι σε θέση να περπατήσει και αυτό έκανε κρατώντας την Κλερ από το χέρι.

-Μπορούμε να πάμε στο ύψωμα να δούμε τη θέα;

-Ναι, πάμε.

Το ύψωμα έκλεινε τον όρμο από τα νοτιοδυτικά και ήταν γυμνό από ιδιαίτερη βλάστηση. Αυτό οφειλόταν τόσο στα ζώα που το είχαν σαν βοσκότοπο αλλά και στο γεγονός ότι το πετρώδες έδαφος δεν ευνοούσε την επιβίωση πολλών φυτών. Δεν ήταν ψηλό αλλά δεν χρειαζόταν να ανέβουν στην κορυφή, πήραν ένα μονοπάτι που τους έφερε αρκετά ψηλά ώστε να βλέπουν απλωμένο μπροστά τους όλον τον οικισμό μέχρι την άλλη άκρη του όρμου.

Ήταν σαν ένας ζωντανός πίνακας καθώς ο ήλιος είχε δύσει και τα πρώτα φώτα είχαν αρχίσει να ανάβουν σε διάφορα σημεία. Φαίνονταν να τρεμοπαίζουν όπως τα έβλεπαν από απόσταση και λίγοι ήχοι έφταναν ως εκείνους. Κάπου παιδιά έπαιζαν και ακούγονταν γέλια και φωνές, μουσική από κάποια καφετέρια, το παραπονεμένο βέλασμα ενός μικρού προβάτου.

-Είναι πολύ όμορφα εδώ, έχει υπέροχη θέα, είπε η Κλερ.

-Ναι, πανοραμική.

Η Κλερ κοίταξε στο βάθος τον Μόλυβο. Εκεί φαίνονταν πιο πολλά φώτα να λαμπυρίζουν.

-Δεν έχω πάει ακόμα στο Μόλυβο. Είναι ωραία πόλη;

-Γραφική.

-Θα ήθελα να πάμε ένα βραδάκι.

-Εντάξει.

Η Κλερ κοίταξε γύρω της.

-Τι είναι πέρα από το ύψωμα αυτό;

-Αν περάσεις στο πλάι και πας πίσω, είναι η παραλία που κάναμε μπάνιο προχθές το βράδυ.

-Ήταν ωραίο κολύμπι αυτό, είπε η Κλερ.

Ο Μιχάλης την κοίταξε χαμογελώντας και εκείνη ξέσπασε σε γέλια.

-Όχι γιατί κολυμπήσαμε γυμνοί, είπε και μετά χαμήλωσε τη φωνή της αν και ήταν μόνοι τους, ούτε γιατί κάναμε έρωτα σαν να είμασταν έφηβοι. Γιατί το επόμενο πρωί πήρες από πάνω μου ένα μεγάλο βάρος. Ένα βάρος που με πλάκωνε από όταν άρχισα να σκέφτομαι τις προοπτικές μου μαζί σου.

Η Κλερ σταμάτησε για μια στιγμή και μετά συνέχισε κοιτώντας τον Μιχάλη στα μάτια.

-Το όνειρο που σε ξύπνησε το μεσημέρι ήταν για μένα. Φάνηκε ότι δεν ήταν απλά ένα όνειρο. Σε τάραξε.

Ο Μιχάλης κοίταξε κάτω και το πρόσωπό του συννέφιασε.

-Αυτό δεν είναι; είπε η Κλερ. Δεν μπορούμε να το αποφεύγουμε, αγάπη μου. Πες μου τι ήταν, μη με κρατάς έξω από τις σκέψεις σου. Το να είμαι μαζί σου σημαίνει να μοιράζομαι τις στενοχώριες σου, όχι μόνο εσύ τις δικές μου.

-Ναι, είπε ο Μιχάλης, αυτό σημαίνει αλλά δεν ήθελα να σε λυπήσω.

-Μιχάλη, σε αγαπώ. Αυτό σημαίνει να μοιράζομαι μαζί σου όλα όσα σε βαραίνουν. Ειδικά όταν το βάρος αυτό το επωμίστηκες εξαιτίας μου.

Ο Μιχάλης την κοίταξε στα μάτια.

-Μην το ξαναπείς αυτό! Σε αγαπώ…

-Και νομίζεις ότι εγώ σε αγαπώ λιγότερο; τον έκοψε η Κλερ. Τόσο λίγο ώστε να μην θέλω να σηκώσω το βάρος που σηκώνεις;

Ο Μιχάλης έβαλε τα χέρια του στους ώμους της.

-Ξέρω πόσο με αγαπάς, Κλερ και εγώ το ίδιο, γι’ αυτό και το όνειρο ήταν τόσο τρομακτικό.

-Τι είδες;

-Την Μαρία να πεθαίνει και μετά… μετά ήσουν εσύ, είπε ο Μιχάλης και η Κλερ τον αγκάλιασε και τον έσφιξε πάνω της.

-Δεν με νοιάζει να πεθάνω, είπε, αρκεί να ζήσω μαζί σου ως εκείνη τη στιγμή.

Ο Μιχάλης την έκλεισε στην αγκαλιά του και η Κλερ ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του.

-Σε αγαπώ πολύ, της είπε, δεν ήθελα να σε ταράξω.

-Ζω με αυτό, αγάπη μου, δεν θα με ταράξει το ότι είναι και στο δικό σου μυαλό. Αλλά είπαμε ότι θα κάνουμε κάθε στιγμή να μετράει ως που να έρθει εκείνη η ώρα.

Η Κλερ τον φίλησε απαλά.

-Δεν με προστατεύεις με το να μη μου λες τι είναι στο μυαλό σου, με ανησυχεί περισσότερο όταν καταλαβαίνω ότι κάτι μου κρύβεις. Έχουμε ανοίξει τα μύχια της ψυχής μας, έχουμε κάνει έρωτα… Είμαστε ένα, αγάπη μου, και έτσι θα αντιμετωπίσουμε όλα όσα έρθουν.

-Δεν έχεις άδικο, απλά δεν ήθελα να σε φοβίσω.

-Καταλαβαίνω, είπε η Κλερ, όπως και καταλαβαίνω τον πόνο που έχει αφήσει πίσω της η απώλεια της Μαρίας.

-Μετά από τόσα χρόνια έχει χαθεί ο πόνος, αλλά με άλλαξε σε πολλά πράγματα. Όχι η απώλεια, η Μαρία και η παρουσία της στη ζωή μου.

-Ο πρώτος έρωτας, ε;

-Ήταν η πρώτη κοπέλα που αγάπησα, η πρώτη που φίλησα και έκανα έρωτα μαζί της. Η πρώτη που… εκείνη άλλαξε ακόμα και τον τρόπο ζωής μου.

-Τι εννοείς; Δεν μπορώ να σε φανταστώ να είχες έναν άλλο τρόπο ζωής.

-Όχι, δεν είχα αλλά η Μαρία το έκανε εφικτό να ζήσω όπως θέλω.

-Πώς;

-Μερικούς μήνες μετά τον θάνατο της Μαρίας πέθανε και η μητέρα της. Ο πατέρας της έμεινε μόνος στον κόσμο και αποφάσισε να αποσυρθεί σε μοναστήρι. Πούλησε τα υπάρχοντά του, έδωσε μέρος της περιουσίας του σε κοινωφελείς σκοπούς και ένα άλλο το δώρισε στην μονή όπου πήγε, άφησε ποσά σε διάφορες αγαθοεργίες και ανακάλυψε ότι όσα ήταν πρώτα στο όνομα της Μαρίας μου ανήκαν. Χωρίς να το πει σε κανέναν, με είχε κάνει γενικό κληρονόμο της με διαθήκη που έφτιαξε κάποια στιγμή χωρίς να μας το πει.

-Γι’ αυτό έχεις χρήματα;

-Με τη συνετή διαχείριση του Αλέξανδρου στο χαρτοφυλάκιό μου έγιναν και περισσότερα.

-Κατάλαβα, είπε η Κλερ.

Φίλησε το Μιχάλη απαλά και θέλοντας να τον απομακρύνει από τις δυσάρεστες σκέψεις, τον τράβηξε από το χέρι και είπε παιχνιδιάρικα:

-Λοιπόν, αρκετά μείναμε εδώ. Που πάμε τώρα;

-Έχω κάτι ακόμα να σου δείξω εδώ. Ακολουθούμε αυτό το μονοπάτι.

 

Ο Νίκος Βλέμμυς άφησε ένα βογκητό ευχαρίστησης καθώς ολοκλήρωνε βυθισμένος στα καπούλια της πάντα πρόθυμης να τον ευχαριστήσει Έφης. Έριξε ένα χτύπημα στο γυμνό γλουτό της και είπε:

-Είσαι ωραία τσουλίτσα τελικά.

-Για σένα είμαι ό,τι θέλεις, απάντησε η Έφη, με έναν τρόπο που ήξερε ότι τον ερέθιζε.

-Αύριο θα ξεκινήσουμε την εφαρμογή του σχεδίου, είπε ο Βλέμμυς. Πρώτο βήμα, να απομακρύνουμε την αγαπημένη του από το πλάι του. Μετά θα πάμε στο επόμενο.

-Ναι, είπε με μια έκφραση απόλυτου μίσους η Έφη, και θα υποφέρει και αυτός και το σιχαμένο αλητάκι. Ξέσκισέ με όσο θα μου εξηγείς.

Ο Βλέμμυς δεν χρειαζόταν άλλη παρότρυνση.

 

Μόλις έφυγε ο Ρωμανός, η Ελπίδα μπήκε στο δωμάτιό της και άρχισε να γδύνεται. Ήθελε να κάνει ένα μπάνιο για να φύγει από πάνω της το αλάτι της θάλασσας και μετά να ξαπλώσει. Η μέρα ήταν γεμάτη με συγκινήσεις που θα την εξαντλούσαν ακόμα και αν δεν ήταν άρρωστη, πόσο δε τώρα.

Μόλις έβγαλε την μπλούζα της, ευχαρίστησε τον Θεό που τη φορούσε και δεν ήταν μόνο με τη φανέλα τόση ώρα. Η φανέλα της ήταν εφαρμοστή και οι θηλές του στήθους της διαγράφονταν ξεκάθαρα καθώς είχαν φουσκώσει ερεθισμένες. Έβγαλε και τη φανέλα και κοίταξε τα στήθη της, φυσικά και ήταν ερεθισμένη. Είχε φιληθεί ξανά με τον άνδρα που αγαπούσε και που την αγαπούσε. Αλλά δεν ήθελε ακόμα να το δει αυτό, δεν ήταν έτοιμη για το επόμενο βήμα. Όχι ακόμα.

Άγγιξε με τα χέρια της τα στήθη της και ένιωσε ένα ρίγος να την διαπερνά. Η σκέψη ότι θα την άγγιζε έτσι ο Ρωμανός τής έφερε ακόμα ένα ρίγος που δεν είχε καμία σχέση με αυτό του πυρετού,  ήταν γλυκό και ευχάριστο.

Μπήκε κάτω από το ζεστό νερό με τη σκέψη της στον αγαπημένο της, σκέψη που δεν άλλαξε πηγαίνοντας για ύπνο.

 

Η Ελπίδα πήγε για ύπνο με σκέψεις γεμάτες τρυφερότητα, η Φοίβη ξύπνησε νιώθοντας το μυαλό της εφιαλτικά θολωμένο χωρίς να ξέρει το γιατί. Ένιωθε παραζαλισμένη από τον ύπνο σαν να είχε κοιμηθεί μέρες και δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί σαν να είχε πιει πολύ.

Σκέφτηκε ότι ίσως έφταιγε το ότι είχε τελείως χάσει την λογική σειρά των ωρών που κοιμόταν και ξυπνούσε.

Δεν βρήκε κανέναν στη σουίτα αλλά είδε ότι η μητέρα της είχε φως και πήγε με αβέβαια βήματα εκεί. Άνοιξε την πόρτα και στάθηκε. Κοκκίνισε από ντροπή με το θέαμα που αντίκρισε. Η μητέρα της ήταν καθισμένη ολόγυμνη στην άκρη του κρεβατιού, ένας άντρας ήταν γονατισμένος ανάμεσα στα πόδια της και της πρόσφερε με προθυμία στοματικό σεξ. Η μητέρα της άφηνε κραυγές ηδονής ενώ ο άνδρας την περιποιόταν.

Την επόμενη στιγμή η ντροπή της μετατράπηκε σε τρόμο όταν είδε ποιος ήταν ο άνδρας. Με μια κραυγή φρίκης όρμησε έξω από το δωμάτιο και μετά από το ξενοδοχείο. Άρχισε να τρέχει στα δρομάκια του οικισμού ενώ πάνω από το κεφάλι της ο συννεφιασμένος ουρανός ξεσπούσε μια καταιγίδα.