Το Μάτι Του Μάρνους 2

Author: Νυχτερινή Πένα /

ΙΙ

Ο Φένορ είχε σχεδόν μόλις ξαναβγεί στο δρόμο για να συνεχίσει το ταξίδι του μετά από μια μικρή στάση για φαγητό σε ένα πανδοχείο, όταν άκουσε κραυγές να καλούν σε βοήθεια. Φωνές από παιδιά τρομοκρατημένα και αλλόφρονες γυναίκες ακούγονταν μαζί με γρυλίσματα που και από την απόσταση αυτή αναγνώρισε ότι ανήκαν σίγουρα σε γκόμπλιν.
Χωρίς να διστάσει ο Ιππότης έστρεψε το άλογό του προς τα εκεί και αφήνοντας τον κύριο δρόμο κάλπασε προς τις φωνές. Ήταν ένας μικρός οικισμός που εκτεινόταν εκατέρωθεν του μικρού βοηθητικού δρόμου που οδηγούσε στα καλλιεργημένα κτήματα.
Μια συμμορία γκόμπλιν από αυτές που λυμαίνονταν την ύπαιθρο κάποιες φορές είχε επιτεθεί στο χωριό. Ξεθηκάρωσε τη σπάθα του και μπήκε στο κεντρικό δρομάκι όπου έπεσε πάνω σε μισή ντουζίνα από τα πλάσματα φορτωμένα με σακιά με λάφυρα, τρόφιμα κυρίως μιας και το χωριό δεν είχε τίποτα άλλο αξίας. Επιτέθηκε αμέσως θερίζοντας τρία γκόμπλιν πριν καταλάβουν καν τι είχε συμβεί. Τα άλλα τρία τράβηξαν κυρτά σπαθιά και επιτέθηκαν καλώντας τους συντρόφους τους σε βοήθεια. Ως που να καταφτάσουν αυτοί, ο Φένορ είχε εξοντώσει και τους άλλους τρεις της αρχικής εξάδας. Στράφηκε να αντιμετωπίσει τους καινούριους αντιπάλους. Τα γκόμπλιν δεν φημίζονταν για τη γενναιότητά τους, οι συνήθεις στόχοι τους ήταν ανυπεράσπιστοι, απέναντι σε οργανωμένο αντίπαλο δεν κρατούσαν τη θέση τους. Τώρα δεν είχαν τραπεί σε φυγή γιατί αντιμετώπιζαν έναν και μόνο αντίπαλο έστω και Ιππότη.
Ο Φένορ σίγουρος ότι μπορούσε να τα καταφέρει συνέχισε την επίθεσή του σκοτώνοντας ακόμα δύο γκόμπλιν που είχαν το θάρρος να σταθούν απέναντί του με δύο κοντές λόγχες. Μια κραυγή τράβηξε την προσοχή του και ύψωσε το βλέμμα του για να δει ένα γκόμπλιν να πηδάει από τη στέγη του κοντινότερου σπιτιού προς το μέρος του. Ύψωσε τη σπάθα και κατάφερε ένα θανάσιμο πλήγμα στο πλάσμα που τον έριξε όμως από τη σέλα εξ’ αιτίας της ορμής του.
Τα υπόλοιπα γκόμπλιν ξεχύθηκαν να τον σκοτώσουν αλλά κατάφερε να σηκωθεί εγκαίρως και να αποκρούσει την επίθεση του πρώτου σκοτώνοντάς το με ένα χτύπημα που έστειλε το κεφάλι του να κυλίσει μακριά. Αυτό ήταν και η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Τράπηκαν σε άτακτη φυγή ουρλιάζοντας. Με τη σπάθα του ακόμα έτοιμη στα χέρια, ο Φένορ έριξε μια ματιά για τυχόν κινδύνους και δεν είχε άδικο.
Πίσω από ένα μικρό χωριατόσπιτο ξεπρόβαλλε ένα τελευταίο γκόμπλιν σπρώχνοντας μπροστά του ένα αγοράκι. Στο χέρι του κρατούσε κάτι σαν μακρύ νύχι από κάποιο τεράστιο ζώο και είχε την αιχμή στο λαιμό του παιδιού.
-Κάνε πίσω αλλιώς θα τρυπήσω το μικρό.
Ο Φένορ πισωπάτησε αναζητώντας τρόπο να βοηθήσει το παιδάκι χωρίς να θέσει τη ζωή του σε κίνδυνο.
-Ρίξε το σπαθί σου, είπε το γκόμπλιν.
Ο Φένορ υπάκουσε, δεν είχε καμία αξία να διακινδυνεύσει τη ζωή του παιδιού για ένα γκόμπλιν. Το γκόμπλιν με μια θριαμβευτική κραυγή έσπρωξε το παιδί στο πλάι και εκτόξευσε εναντίον του Ιππότη το νύχι. Εκείνος βούτηξε στο έδαφος για να αποφύγει το περίεργο βλήμα αλλά είδε με έκπληξη να αλλάζει τροχιά και να κατευθύνεται προς αυτόν. Ήταν μαγεμένο!
Κύλισε στο χορταριασμένο έδαφος για να το αποφύγει αλλά δεν μπόρεσε. Το νύχι καρφώθηκε στο μηρό του με έναν ανατριχιαστικό υπόκωφο ήχο. Παραδόξως δεν πόνεσε περισσότερο από ότι αν θα είχε τρυπηθεί με μια βελόνα αλλά ένιωσε μια αίσθηση ναυτίας να τον κυριεύει και παρά την προσπάθειά του να σηκωθεί δεν μπόρεσε.
-Δηλητήριο γκαλάκ, κόμπασε το γκόμπλιν. Δεν υπάρχει θεραπεία, μόνο το μάτι! Το μάτι του Μάρνους αν μπορέσεις να το βρεις ως τη δύση του αυριανού ήλιου!
Το μάτι του Μάρνους, ο Φένορ είχε ακούσει γι’ αυτό. Ήταν ένα πανίσχυρο διαμάντι, κάποτε το μάτι του γιγαντιαίου αγάλματος του αρχαίου θεού των σπηλαίων Μάρνους. Η μαγική του δύναμη ήταν σχεδόν αστείρευτη και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από όλους του ισχυρούς μάγους άσχετα με το ποιον υπηρετούσαν. Αλλά μπορούσε να θεραπεύσει κάθε ασθένεια και κάθε δηλητήριο, αν το άγγιζες γινόσουν υγιής. Έπρεπε να το βρει πριν να είναι αργά. Τώρα έπρεπε να παρακούσει τις εντολές των ανωτέρων του και να μπει στα βαθύτερα σπήλαια όπου βρισκόταν το μάτι. Σύμφωνα με πολλούς ακόμα πάνω στο αρχαίο παγανιστικό άγαλμα.
Αλλά πρώτα έμενε μια λεπτομέρεια, ένας λογαριασμός να κλείσει. Ανακάθισε και τράβηξε το νύχι από το σώμα του. Το πέταξε πέρα και αρπάζοντας τη σπάθα του την πέταξε στο γκόμπλιν που αιφνιδιάσθηκε τελείως καθώς πίστευε ότι ο Ιππότης δεν μπορούσε να αντιδράσει. Η λάμα το διαπέρασε και το τίναξε πίσω.
Μετά από λίγο κατάφερε να σηκωθεί από το έδαφος. Ένιωθε καλά αλλά ήξερε ότι ήταν απατηλή αυτή η αίσθηση. Το δηλητήριο ήδη εγκαθιστούσε την θανατηφόρα κυριαρχία του. Ανέβαινε στο άλογό του όταν πλησίασαν δύο φτωχικά ντυμένοι άνθρωποι, οι γονείς του παιδιού. Ήθελαν να τον ευχαριστήσουν που το είχε σώσει. Ήταν αμήχανοι κάπως ντροπιασμένοι, όλοι είχαν καταλάβει τι τίμημα είχε απαιτήσει η σωτηρία του παιδιού.
-Δεν χρειάζεται να με ευχαριστείτε, είπε ο Ιππότης, το καθήκον μου έκανα, όσο για το δηλητήριο θα πρέπει να βρω το διαμάντι.
Έφυγε καλπάζοντας για τα όρη Ταμπόρα.

Ο Λουβίας Κοχ στάθηκε μπροστά στον φρεσκοσκαμμένο τάφο και ξεκούμπωσε το παντελόνι του. Μετά ούρησε πάνω στο χώμα που σκέπαζε τον νεκρό. Ήταν μέρος αυτού που ήθελε να κάνει. Για να μπορέσει να καλέσει ένα πνεύμα που αναπαυόταν χωρίς να είναι στην υπηρεσία κάποιου νεκρομάντη ή απέθαντου ή να βαρύνεται από κάποια κατάρα έπρεπε να βεβηλώσει τον τάφο. Με τα χρόνια είχε καταλήξει ότι αυτή ήταν η πιο εύκολη πράξη βεβήλωσης. Αν ήθελε περισσότερα από το να μιλήσει με το νεκρό χρειαζόταν άλλες πράξεις αλλά για τώρα θα του αρκούσε η βεβήλωση που είχε τελέσει. Κουμπώθηκε και μετά πρόφερε ένα ξόρκι.
Μια αχλή σηκώθηκε από τον τάφο και πήρε τη μορφή ενός άνδρα. Στάθηκε μπροστά στον νεκρομάντη μετεωριζόμενος πάνω από τον τάφο. Ο Λουβίας πρόφερε μια ακόμα μαγική επίκληση και πρόσταξε.
-Μίλα σε μένα, πέρα από τα σύνορα του τάφου.
-Τι θέλεις να μάθεις από τον κόσμο των σκιών;
-Θέλω να μάθω από εσένα τι είδες όσο ήσουν ζωντανός. Τι τρομοκρατεί τα βαθιά σπήλαια;
-Ένας απέθαντος, ένας άρχοντας του παγωμένου βασιλείου της φθοράς. Βρήκε το διαμάντι του Μάρνους και προσπαθεί να ενισχύσει τη δύναμή του για να καταλάβει τα σπήλαια. Σκοτώνει ανθρώπους γι’ αυτό.
-Το μάτι του Μάρνους! Ξέρεις που είναι;
Το πνεύμα του απάντησε. Ο Λουβίας χαμογέλασε. Ήξερε την θέση ενός πανίσχυρου αντικειμένου. Θα το έπαιρνε και θα μπορούσε να προωθήσει τα φιλόδοξά του σχέδια επιτέλους. Σχέδια που προφανώς είχε και ο απέθαντος, αλλά αυτόν θα τον τακτοποιούσε. Δεν θα ήταν εξάλλου ισχυρός αν προσπαθούσε να ενισχύσει το μάτι. Όχι αυτό ήταν αδύνατο… Κάτι άλλο θα σχεδίαζε αλλά δεν θα είχε υπολογίσει τον Λουβίας Κοχ στα σχέδιά του.
Άφησε το νεκρό να επιστρέψει στον αιώνιο ύπνο του και μετά ετοιμάστηκε για το ξόρκι που θα τον μετέφερε στο σημείο που του είχε υποδείξει.

Ο ένας μάγος πρόφερε ένα ξόρκι. Η Ρέιλα ήξερε τι ήταν, δέσμευε τις δυνάμεις της, δεν θα μπορούσε να εκτελέσει κανένα ξόρκι. Ο μάγος χαμογέλασε με κακία. Δεν υπήρχε τρόπος να λυθεί αυτό το ξόρκι παρά μόνο από ένα δυνατό μάγο ή ένα τεχνούργημα που… Υπήρχε ένα τέτοιο κάπου στα σπήλαια, είχε ακούσει…
-Γδύσου, είπε ο μάγος που είχε δεσμεύσει την μαγεία της διακόπτοντας τις σκέψεις της.
Η Ρέιλα του έριξε μια μάτια γεμάτη τρόμο.
-Ο μανδύας είναι παραπάνω από ύφασμα, είναι εμποτισμένος με ισχυρή μαγεία, με προστατεύει.
-Ακριβώς, απάντησε ξερά ο μάγος, το κονκλάβιο αποφάσισε να την στερηθείς, θα ντυθείς με έναν απλό μανδύα. Τώρα γδύσου.
Η Ρέιλα υπάκουσε μην έχοντας άλλη επιλογή, άφησε το μαύρο μανδύα να κυλίσει από πάνω της και να μαζευτεί σε πτυχές γύρω από τους αστραγάλους της. Ένιωσε ακόμα πιο γυμνή από ότι ήταν, φορώντας πια μόνο ένα εσώρουχο, έχοντας αποξενωθεί από την τελευταία της άμυνα. Στάθηκε εκεί μπροστά τους με τα μάτια της να κοιτάνε ευθεία μπροστά και τα χέρια της σφιγμένα σε γροθιές στα πλευρά της.
Οι δυο μάγοι την έπιασαν από τα χέρια και πρόφεραν ένα ξόρκι. Η αίθουσα άρχισε να στροβιλίζεται γύρω της ως που χάθηκε από τα μάτια της και αντικαταστάθηκε με ένα σπήλαιο. Το κρύο την έκανε να ριγήσει.
-Χρειάζομαι ρούχα, είπε. Δεν θα με αφήσετε έτσι.
Οι μάγοι την κοίταξαν και είδε τα μάτια του μάγου που την είχε προστάξει να γδυθεί να γεμίζουν πόθο και να απλώνει το χέρι του. Θα μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν για τα στήθη της, όπως πρόβαλλαν σφριγηλά διαθέσιμα στο άγγιγμά του αλλά ήξερε καλά τι είχε τραβήξει την προσοχή του, το μενταγιόν που φορούσε. Ήταν ένα ισχυρό τεχνούργημα, τη δύναμη του ακόμα και η ίδια δεν την ήξερε σε όλη της την έκταση, κληρονομιά από τη μητέρα της, μια από τις πιο ισχυρές μάγισσες της σκοτεινής πλευράς. Το χέρι του έκλεισε γύρω από το μενταγιόν και την επόμενη στιγμή ούρλιαξε από πόνο. Τράβηξε το χέρι του για να το δει να έχει μεταμορφωθεί σε μια καψαλισμένη μάζα κατεστραμμένο.
-Θα το πληρώσεις αυτό!
Όρμησε πάνω της και την χτύπησε ρίχνοντάς τη στο έδαφος. Την κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν προμήνυε τίποτα καλό. Ύστερα κοίταξε το σύντροφό του.
-Ποιος θα το μάθει; Δεν θα επιβιώσει εδώ κάτω αυτή για να γυρίσει πίσω.
Κατάλαβε τις προθέσεις τους και ούρλιαξε ενώ ο ένας την καθήλωνε στο έδαφος και ο άλλος την απάλλασσε και από το τελευταίο ρούχο της.

Ιστολόγιο του μήνα – Αύγουστος 2015

Author: Νυχτερινή Πένα /

Υπάρχουν λέξεις που για άλλους ανθρώπους είναι τελείως αδιάφορες για άλλους χτυπάνε καμπανάκια. Για εμένα η λέξη συγγραφέας και κάθε τι σχετικό χτυπάει όχι απλά καμπανάκια αλλά ολόκληρη κωδωνοκρουσία! Έτσι μόλις είδα ένα ιστολόγιο με το τίτλο ιστορίες συγγραφικής τρέλας δεν το άφησα να περάσει. Πήγα να το επισκεφθώ και να το ερευνήσω διεξοδικά.
Ανακάλυψα λοιπόν μια συνάδερφο με πάθος για το γράψιμο αλλά και για ό,τι άλλο σχετίζεται με αυτό, μεθοδολογία συγγραφής, στήσιμο χαρακτήρων, δημιουργία πλοκής και πάει λέγοντας. Παρότι δεν έχει πολύ καιρό στο χώρο, μόλις από πέρισυ, έχει ανεβάσει αρκετά κομμάτια που μπορεί να βρουν χρήσιμα όσοι ασχολούνται με τη συγγραφή. Αν θέλετε να την επισκεφθείτε δεν έχετε παρά να πάτε εδώ: https://siggrafikitrela.wordpress.com/

Το Μάτι Του Μάρνους Ι

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ι

-Σερ Φένορ το άλογό σας είναι έτοιμο.
Ο Ιππότης στράφηκε στον νεαρό σταβλίτη που είχε έρθει να του ανακοινώσει ότι μπορούσε να ξεκινήσει το ταξίδι του και τον ευχαρίστησε με ένα νεύμα και με ένα ατσάλινο νόμισμα που έριξε στον αέρα και αμέσως ο μικρός άρπαξε. Δεν είχε ανάγκη χρημάτων για την επιβίωση όντας στην υπηρεσία των βασιλικών στάβλων αλλά πάντα κάτι παραπάνω είναι καλοδεχούμενο.
Κοίταξε πέρα από τις πύλες του Στόρμγκαρντ, την πεδιάδα που έφτανε ως τους πρόποδες του όρους των Καταιγίδων ξεκινώντας από το Γνοφώδες Όρος και τον ποταμό Σίλβαν ανατολικά και τα όρη Ταμπόρα δυτικά. Προς τα εκεί θα έπρεπε να κατευθυνθεί. Ανέβηκε στη σέλα με άνεση και ξεκίνησε με ελαφρύ τροχασμό, ως που να απομακρυνθεί λίγο από την πρωτεύουσα δεν μπορούσε να αναπτύξει ταχύτητα με ταξιδιώτες και πραγματευτές να γεμίζουν το δρόμο.
Το όνομά του ήταν Φένορ του Άκρεν, ήταν ένας νέος γεροδεμένος άνδρας, αποτέλεσμα της εντατικής πολεμικής εκπαίδευσης στην Ιπποσύνη, με καστανά μαλλιά κοντοκομμένα και γαλανά σαν τον ανέφελο ουρανό μάτια. Είχε μόλις πάρει το χρίσμα της Ιπποσύνης και αυτή ήταν η πρώτη του επίσημη αποστολή. Καταγόταν από την βορειότερη επαρχία της Εσπέρια, το Άκρεν ήταν το βόρειο ακροσημείο του βασιλείου και είχε να το δει τρία χρόνια που διαρκούσε η εκπαίδευση στο κάστρο.
Καθώς ξεχυνόταν επιτέλους σε καλπασμό στο δρόμο μια λάμψη τράβηξε την προσοχή του. Μια αστραπή είχε φωτίσει τα μόνιμα σύννεφα του Γνοφώδους όρους, που του χάριζαν και το όνομά του. Χαμογέλασε στη σκέψη του μέρους που ήταν το σπίτι του τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα με την πρωτεύουσα, και έδρα του Υψηλού Βασιλιά, δεν τον συνέδεε τίποτα και χαιρόταν που την άφηνε. Έφτασε στη διασταύρωση με το δρόμο για την βαρονία του Έινουρ και τα όρη Ταμπόρα και έστριψε προς την κατεύθυνση αυτή.
Ήταν ένας μεγάλος δρόμος κατάλληλος για άλογα αλλά και άμαξες μέρος του κεντρικού οδικού δικτύου που ένωνε την πρωτεύουσα με τις μεγαλύτερες πόλεις. Περνούσε ανάμεσα σε καλλιεργημένες εκτάσεις και βοσκοτόπια και μπορούσε να δει αρκετά μακριά. Το μυαλό του γύρισε στην αποστολή του.
Ταξίδευε στα όρη Ταμπόρα αλλά δεν θα ανέβαινε ούτε λίγο σε αυτά, αντίθετα ο προορισμός του ήταν τα αχανή σπήλαια κάτω από τα βουνά, οι τεράστιες αποικίες των μεταλλωρύχων και τα βαθιά σπήλαια όπου ελάχιστοι είχαν πάει. Μια από τις βαθύτερες αποικίες, αυτή του Γκολντ Γκλόρυντιπ, είχε πάψει να στέλνει μεταλλεύματα, χρυσό και λευκόχρυσο, αλλά και οποιοδήποτε σημείο ζωής, ούτε μηνύματα, ούτε αγγελιοφόροι, τίποτα. Σαν να είχε ξαφνικά πάψει να υπάρχει! Αποστολή του ήταν να πάει να μάθει τι συμβαίνει και να επιστρέψει να το αναφέρει για να αντιμετωπιστεί ο όποιος κίνδυνος. Δεν ήταν δουλειά του να προσπαθήσει να τον αντιμετωπίσει μόνος του ή να εισέλθει στα βαθύτερα σπήλαια από όπου ήταν πιθανόν να είχε προέλθει το όποιο πρόβλημα αντιμετώπιζαν οι μεταλλωρύχοι.
Αναρωτώμενος τι συνέβαινε και τι επρόκειτο να βρει στα έγκατα της μεγαλύτερης οροσειράς της Εσπέρια, συνέχισε να καλπάζει προς αυτήν και το πεπρωμένο του.

Το ξόρκι συνέτριψε έναν μεγάλο βράχο στο πλάι του δρόμου και τον μετέτρεψε σε γκρίζα λεπτή σκόνη που παρέσυρε ο άνεμος. Ο νεαρός μάγος γέλασε με ένα δυνατό γέλιο που θύμιζε γάργαρο νερό. Αυτό ήταν το πρώτο για σήμερα. Καθημερινά ξεκινούσε την εξάσκησή του με το ξόρκι αυτό, τη γροθιά του Μακασόρ. Ετοιμάστηκε για ένα ακόμη ξόρκι που θα έκοβε στα δύο ένα μοναχικό κυπαρίσσι δίπλα στο δρόμο αλλά δεν πρόλαβε. Άκουσε φωνές από πιο κάτω στο δρόμο.
Αναθεμάτισε με μερικές πρωτότυπες κατάρες τους ταξιδιώτες που πλησίαζαν και κατεβάζοντας τα μανίκια του μανδύα του πήγε κοντά στο άλογό του. Πήρε μια μποτίλια από μια θήκη στη σέλα και κατέβασε μια γερή γουλιά από το κόκκινο σαν το αίμα κρασί.
Το όνομά του ήταν Λουβίας Κοχ, ήταν μάγος και – μυστικά μιας και στην Εσπέρια απαγορευόταν η νεκρομαντεία επί ποινή θανάτου στην πυρά – νεκρομάντης. Ήταν αρκετά δυνατός αλλά όχι τόσο δυνατός όσο οι φιλοδοξίες του θα ήθελαν. Διψούσε για εξουσία και έλεγχο, θα έκανε τα πάντα για να τα αποκτήσει. Τώρα κατευθυνόταν προς τα όρη Ταμπόρα με τη σκέψη ότι στις βαθιές σπηλιές μπορεί να έβρισκε αντικείμενα χρήσιμα. Κάποιος λαός ιδιαίτερα προικισμένος στη μαγεία ζούσε κάποτε εκεί. Το μαρτυρούσαν τα τεχνουργήματα που είχαν βρεθεί εκεί, μαγικά ή μη.
Στο δρόμο συνέχιζε να μελετά και εξασκείται, μόνος πάντα αφού δεν ήταν διατεθειμένος να μοιραστεί όσα γνώριζε ή επιτύγχανε με κανέναν. Διάλεγε ερημικές τοποθεσίες για να κάνει την εξάσκηση και να μελετά τα αποτελέσματα των μαγικών του πειραμάτων αλλά αυτή τη φορά κάποιοι είχαν εμφανιστεί στο δρόμο του για να τον διακόψουν. Ανέβηκε στο άλογό του και χτύπησε με τις φτέρνες του τα πλευρά του για να προχωρήσει. Δεν άργησε να διασταυρωθεί ο δρόμος του με τους κατόχους των φωνών, ένα καραβάνι που ερχόταν από τα δυτικά. Ήταν πολλοί άνδρες αλλά υπήρχαν και γυναίκες με παιδιά που ταξίδευαν σε μικρές άμαξες ή κάρα. Από τα ρούχα αλλά και τα εργαλεία που έβλεπε κρεμασμένα σε άλογα και κάρα μπορούσε να συμπεράνει ότι ήταν μεταλλωρύχοι από τα όρη Ταμπόρα. Ακριβώς προς τα εκεί που πήγαινε.
-Τι νέα από τα σπήλαια; ρώτησε.
-Μείνε μακριά ξένε, είπε ένας άνδρας, ένας κουρασμένος μεσήλικας με αξύριστο σαγόνι και λερωμένα ρούχα. Κάτι δαιμονικό συμβαίνει εκεί μέσα. Η κοινότητα του Γκολντ Γκλόρυντιπ έπαυσε να δίνει σημεία ζωής και πολλοί φύγανε από τις γειτονικές, και εμείς αφήσαμε το  Ντέρικ Ντηπ από φόβο για τις ζωές μας. Πολλοί είδανε περίεργα θεάματα και είπαν ότι οι νεκροί γυρίζουν στη ζωή και περπατάνε.
Ο Λουβίας άκουσε την τελευταία φράση με αγαλλίαση, ήταν σαν οιωνός, σαν κάλεσμα να πάει εκεί. Αν υπήρχαν νεκρομαντικές δυνάμεις θα μπορούσε να τις τιθασεύσει και να τις χρησιμοποιήσει.
-Εσείς τα είδατε; ρώτησε προσπαθώντας να κρύψει τη χαρά του.
-Ο γέρο Γκέηγκορ είδε, και τον στοίχειωναν μέχρι την τελευταία του αναπνοή. Σήμερα το πρωί τον θάψαμε. Θα δεις τον τάφο του αν πηγαίνεις δυτικά, όχι πολύ μακριά από δω.
-Σας εύχομαι καλή τύχη, είπε ο Λουβίας και ξεκίνησε πάλι καλπάζοντας. Τον περίμενε μια συζήτηση με έναν νεκρό.

-Η κατηγορούμενη να σηκωθεί όρθια.
Εν μέσω αποδοκιμασιών η νεαρή γυναίκα με το μαύρο μανδύα σηκώθηκε όρθια στο μικρό, υπερυψωμένο βήμα όπου βρισκόταν στο κέντρο του χώρου ακριβώς κάτω από το θόλο της αίθουσας που συνεδρίαζε το κονκλάβιο των σκοτεινών μάγων, το ανώτερό τους δικαστικό όργανο, μια αρχή που δεν τολμούσαν να αψηφήσουν. Απέναντί της και πιο ψηλά καθισμένοι σε επτά έδρες ήταν οι δικαστές της, άνδρες και γυναίκες. Πίσω της το κοινό παρακολουθούσε. Ένιωθε πάνω της τα βλέμματά τους, μίσους, αποστροφής, φόβου και ζήλειας ακόμα και πόθου από τους άνδρες. Ο μανδύας με το πλούσιό του ύφασμα δεν αποκάλυπτε τίποτα από το σώμα της αλλά αυτό δεν ήταν εμπόδιο για ανθρώπους που η μαγεία τους ήταν τόσο συνήθης όσο και η αναπνοή τους.
-Ρέιλα Γιαρόν Μαντοβάρ, κατηγορήθηκες για την χρήση μαγικών ξορκιών ανωτέρων από την τάξη σου για προσωπικό σου όφελος.
«Ενώ κανένας από εσάς δεν το έχει κάνει αυτό, ε υποκριτές;» σκέφθηκε η κοπέλα αλλά έπνιξε τη σκέψη. Μπροστά στους ισχυρότερους μάγους της σκοτεινής πλευράς και οι σκέψεις ήταν επικίνδυνες.
-Καταδικάζεσαι σε εξορία στα σπήλαια της Ταμπόρα. Θα μείνεις στην περιοχή της αποικίας του Γκολντ Γκλόρυντιπ, για τρία χρόνια, δεν θα απομακρυνθείς από εκεί και δεν θα επιχειρήσεις να μιλήσεις με κανέναν και δεν θα πλησιάσεις τα βαθύτερα σπήλαια.
Τρία χρόνια εξορία, σκέφθηκε με πικρία η Ρέιλα, για κάτι που όλοι έκαναν αλλά εκείνη είχε την ατυχία να πιαστεί. Βέβαια στη σκοτεινή πλευρά δεν περίμενε να βρει κανείς δικαιοσύνη ή φιλία, μόνο δύναμη. Και γι’ αυτήν διψούσε από παιδί. Για τη δύναμη της μαγείας, την ισχύ των ξορκιών και των φίλτρων, τη γητεία των μαγικών τεχνουργημάτων.
Είχε ασπαστεί την σκοτεινή πλευρά γιατί πάντα ήθελε να είναι ελεύθερη, ήθελε να χρησιμοποιεί τη δύναμή της για εκείνα που η ίδια επιθυμούσε χωρίς να νοιάζεται για κανόνες και δεσμεύσεις. Ήξερε ότι δεν υπήρχαν τέτοια πράγματα στη σκοτεινή πλευρά, και τώρα δεν θα δικαζόταν αν δεν ήταν χρήσιμο σε κάποιον. Ή κάποιον είχε ενοχλήσει;
Αυτό θα έπρεπε να το μάθει μετά την εξορία της, τώρα θα έπρεπε να φύγει από το κονκλάβιο ντροπιασμένη και θύμα του οποιουδήποτε θα επέλεγε να τη ληστέψει αν θεωρούσε ότι έχει κάτι που να θέλει ή όποιου θα αποφάσιζε να τη σκοτώσει.
-Η ποινή θα εκτελεστεί αμέσως!
Δύο μάγοι πλησίασαν και στάθηκαν δεξιά και αριστερά της, το κονκλάβιο σηκώθηκε από τις θέσεις του και όλοι υποκλίθηκαν. Εκείνη έμεινε όρθια, στητή και αλύγιστη σε μια τελευταία πράξη αψηφισιάς, δεν θα καταδεχόταν να δείξει φόβο, δεν θα ικέτευε για οίκτο.
Αφού το κονκλάβιο αποχώρησε, οι περισσότεροι με ξόρκι τηλεμεταφοράς, και οι θεατές ακολούθησαν οι δύο μάγοι της ένευσαν να προχωρήσει προς μια μικρή πλαϊνή πόρτα. Την πέρασαν και βρέθηκαν σε ένα στενό διάδρομο και από εκεί σε ένα δωμάτιο με  χαμηλή θολωτή οροφή χωρίς καμία άλλη πόρτα ή παράθυρο. Η Ρέιλα κατάλαβε, θα τη μετέφεραν από εδώ.

Οι Έμποροι των Θαλασσών - Καράβι της Μαγείας – Πρώτος Τόμος

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο πρώτος τόμος του πρώτου βιβλίου της τριλογίας των Εμπόρων των Θαλασσών της Robin Hobb μας εισάγει στην ιστορία με έναν στρωτό τρόπο και μας γνωρίζει το μέρος του κόσμου που θα εξελιχθεί, με τους κατοίκους, τα ήθη και τα έθιμα και τα ζωντανά καράβια όπως η Βιβάσια, που παίζουν κύριο ρόλο στην ιστορία μας. Η γλώσσα είναι πλούσια και περιγραφική, λυρική σε κάποια σημεία, αλλά και σκληρή και βάναυση όταν μας ταξιδεύει στη σκοτεινή πλευρά του κόσμου της. Ένα αξιόλογο βιβλίο για τους φίλους της φαντασίας.
Αν έχει ένα μειονέκτημα είναι ότι εξελίσσεται κάπως αργά η πλοκή ειδικά στα πρώτα κεφάλαια, πιθανώς για να αφομοιώσει ο αναγνώστης όσα χρειάζεται για την περεταίρω πλοκή της ιστορίας.

Η Κρύπτη Της Ναβίρα 7

Author: Νυχτερινή Πένα /

Χ

Με το πρώτο φως της ημέρας ετοιμάστηκαν να ξεκινήσουν, δεν θα μετέφεραν άλλα εφόδια ή εξοπλισμό πέρα από τα όπλα τους. Θα έφερναν εις πέρας την αποστολή τους και θα επέστρεφαν, δεν θα διανυκτέρευαν στο Ακροπύργιο.
Ο Βίλνους πέρασε από τη σκηνή των τραυματισμένων ανδρών του να δει πως τα πήγαιναν. Τους συνεχάρη για τη γενναιότητα που είχαν επιδείξει στην νυχτερινή μάχη και τους υποσχέθηκε μερίδιο από την αμοιβή και ας μην έπαιρναν μέρος σε όλη την επιχείρηση.
Αφήνοντας τη σκηνή πήγε να συναντήσει την Αδάρα. Η νομάδας πολεμίστρια ήταν με την Αχούκ στη μεγάλη σκηνή καθισμένες κοντά στη φωτιά. Μόλις τον είδε σηκώθηκε και πήγε κοντά του.
-Ξεκινάμε; ρώτησε.
-Εσύ θα μείνεις εδώ, είπε ο Βίλνους. Τώρα έχεις άλλα καθήκοντα και άλλες ευθύνες. Θα οδηγήσεις τον λαό αυτό, είναι μικρός αλλά σίγουρα υπό την ηγεσία σου θα γίνει μεγάλος και σημαντικός. Μόνο μια χάρη θέλω.
-Ποια είναι αυτή;
-Να προσέχεις τους δύο άνδρες που είναι τραυματίες και να τους πάρετε μαζί αν μετακινηθείτε μαζί και τον Σάι με την κοπέλα, την Αλόα, νομίζω ότι θα μείνουν μαζί αυτοί οι δύο. Όπως ξέρεις αφήσαμε τα άλογα στο Φιν, είναι δικά σας αν δεν επιστρέψουμε.
-Να προσέχετε, είπε η Αδάρα.
-Πάντα, της απάντησε ο Βίλνους και έφυγε.
Ξεκίνησαν για το Ακροπύργιο ο Βίλνους, ο Σοκάρ, ο Ντρέηκ και οι τέσσερις πολεμιστές που είχαν επιζήσει, ο Ράουμας και η Σέλμιορ. Ο Καλ Μάλγκοραν φυσικά ακολούθησε αν και φαινόταν να δίνει ελάχιστη σημασία σε όλους τους.
Δεν αντιμετώπισαν κανένα πρόβλημα για να φτάσουν στο άκρο της πεδιάδας και το Ακροπύργιο. Από κοντά έδειχνε ακόμα πιο επιβλητικό με την αψιδωτή πύλη που περίμενε ανοιχτή και τα ψηλά τείχη πίσω από τα οποία υψώνονταν τα μουντά κύρια οικοδομήματα του κάστρου με τις αιχμηρές στέγες σαν βέλη που προσπαθούσαν να τρυπήσουν τον ουρανό.
Άρχισαν να ανεβαίνουν την φαρδιά σκάλα που οδηγούσε στην πύλη με τα όπλα τους έτοιμα. Τα βήματά τους αντηχούσαν στην σιγαλιά. Πέρα από την πύλη το φως είχε μια κόκκινη απόχρωση σαν από φωτιά αλλά δεν υπήρχε κανένα ίχνος ζωής. Ο Σοκάρ είπε χαμηλόφωνα:
Απ’ την Πύλη της Μοίρας μην περάσεις καραβάνι
Και αν ο δρόμος σου εκεί σε φέρει
Μην περνάς τραγουδώντας
Ακούς; Στη νεκρή σιωπή τα πουλιά βουβάθηκαν
Κι όμως κάτι τρεμίζει στον αέρα
Σαν πένθιμη τρίλια πουλιού.
Έκανε μια προστατευτική χειρονομία πάνω του σαν για να διώξει το κακό και πρόσθεσε:
-Δεν μου αρέσει καθόλου αυτό το μέρος. Εδώ βασιλεύει η σιωπή και ο θάνατος.
-Δεν είναι μέρος που θέλουμε να καθυστερήσουμε, συμφώνησε ο Βίλνους και στράφηκε στον Καλ, ξέρεις το δρόμο για την κρύπτη που λες;
-Ναι, είπε εκείνος με μάτια που γυάλιζαν από προσμονή.
Πέρασαν την πύλη και ο Σοκάρ έκανε πάλι το σημάδι για να ξορκίσει το κακό. Η αυλή μετά την πύλη ήταν βυθισμένη στο ημίφως, τώρα που είχαν μπει δεν φαινόταν κοκκινωπό αλλά πιο πολύ προς κοκκινοκίτρινο των πυρσών. Ο Σοκάρ κοίταξε τους πυρσούς και δεν ήταν δύσκολο για τον Βίλνους να μαντέψει τι σκεφτόταν, το μέρος ήταν εγκαταλελειμμένο για αιώνες, πως μπορούσαν να καίνε ακόμα πυρσοί;
Αιωρούμενοι πολεμιστές άρχισαν να εμφανίζονται από τις εισόδους που ανοίγονταν στην αυλή. Πλησίαζαν αθόρυβα εφοδιασμένοι με μεγάλα πολεμικά τσεκούρια, έτοιμοι να προσφέρουν το θάνατο.
-Καλ, προχώρησε προς την κρύπτη, ας πάρουμε την πριγκίπισσά σου και να φύγουμε. Ντρέηκ και Σαλαχάρ μαζί του.
Ο Ντρέηκ και ακόμα ένας πολεμιστής ένευσαν και ακολούθησαν τον Καλ Μαλγκοράν που κινήθηκε προς μια είσοδο από την οποία φαινόταν μια σκάλα που οδηγούσε κάτω,. Δυο αιωρούμενοι πολεμιστές έκλειναν το δρόμο τους αλλά ο Ντρέηκ τους εξουδετέρωσε. Διαλύθηκαν αφήνοντας μια θρηνητική οιμωγή που πάγωνε το αίμα.
-Α γίνονται όλο και καλύτερα τα πράγματα… μουρμούρισε ο Ντρέηκ αλλά η φωνή του χάθηκε από μια κραυγή του Καλ:
-Έρχομαι αγαπημένη μου Ναβίρα! Έρχομαι να σε σώσω!
Ακολούθησε τον Ντρέηκ και τον άλλο μισθοφόρο στη σκάλα ενώ ο Βίλνους και οι υπόλοιποι κάλυπταν την είσοδο.
-Είπε Ναβίρα; έκανε ο Ράουμας και καθώς η αδερφή του το επιβεβαίωνε συνέχισε: Πρέπει να τον σταματήσεις Βίλνους, η Ναβίρα ήταν μια μοχθηρή μάγισσα που φυλακίστηκε για τα εγκλήματά της αιώνες πριν. Δεν ήξερα ότι είναι ακόμη ζωντανή. Πρέπει.
Ο Βιλνους μπλόκαρε με τη σπάθα του το όπλο ενός από τους απόκοσμους αντιπάλους τους και μετά τον έσπρωξε πάνω σε έναν άλλο επιτρέποντας στον Σοκάρ να τους αποκεφαλίσει με ένα χτύπημα. Κοίταξε τη σκάλα διστακτικός.
-Πήγαινε! τον προέτρεψε ο μάγος. Πρέπει να την σταματήσεις οπωσδήποτε.

Ο Ντρέηκ και ο Σαλαχάρ στάθηκαν μπροστά στο άνοιγμα της κρύπτης με τον μάγο να έρχεται ασθμαίνοντας λίγο πιο πίσω. Ο Ντρέηκ έβαλε το σπαθί του στο μαγικό πεδίο και μετά το τράβηξε πίσω. Είδε πως ήταν αλώβητο και κοίταξε τον συμπολεμιστή του που ανασήκωσε τους ώμους. Πέρασε το πεδίο και στάθηκε στην υγρή σπηλιά, τον ακολούθησε ο Σαλαχάρ βλέποντας ότι δεν είχε πάθει τίποτα. Η μάγισσα τους περίμενε χαμογελώντας γοητευτικά.
-Ελάτε κοντά μου, είπε με ένα σιροπιαστό τρόπο και εκείνοι δεν ήθελαν τίποτα άλλο όσο το να υπακούσουν.
-Κάνετε στην άκρη πληρωμένοι φονιάδες, είπε περιφρονητικά ο Καλ Μαλγκοράν ξυπνώντας τους από την ονειροπόληση και μπήκε στην κρύπτη. Πριγκίπισσά μου, δούλος σου.
Πλησίασε την μάγισσα μη χορταίνοντας να κοιτάει τα κάλλη της και εκείνη τον διευκόλυνε αφήνοντας το φόρεμα να κυλίσει από πάνω της. Την αγκάλιασε και την φίλησε στα χείλη, το φιλί της ήταν αισθησιακό, υποσχόμενο ηδονές. Η Ναβίρα έλυσε το παντελόνι του και ένιωσε το χέρι της να χαϊδεύει τη στύση του. Παραδόθηκε στο χάδι της, είχε ονειρευτεί αλλιώς την πρώτη φορά που θα τελείωνε μαζί της αλλά ήταν τόσο απολαυστικό το χάδι της που δεν τον πείραζε και έτσι. Τελείωσε με έναν σπασμό. Δεν ντράπηκε που τελείωνε στο χέρι της και αυτή δε φάνηκε να την ενοχλεί.
Ξαφνικά ένιωσε ότι και κάτι άλλο έφευγε από μέσα του, δεν ήταν μόνο το αποτέλεσμα της ερωτικής του διέγερσης, εξάλλου δεν μπορούσε να διαρκεί τόσο η εκσπερμάτωση. Κάτι άλλο συνέβαινε που τον άφηνε αδύναμο, εξασθενημένο. Με ένα βογγητό πόνου έπεσε στα γόνατα, για μια τρομερή στιγμή κατάλαβε την αλήθεια, πόσο λάθος είχε κάνει. Ύστερα διαλύθηκε σε στάχτες.
Η Ναβίρα στράφηκε στους πολεμιστές. Τώρα δεν ήταν δύο αλλά τρεις και της έφραζαν την έξοδο. Μπορούσε με ένα ξόρκι να τους εξοντώσει και να περάσει, τώρα τίποτα δεν την εμπόδιζε να φύγει, το μαγικό πεδίο είχε εξαφανιστεί για πάντα. Σήκωσε το χέρι της να εξαπολύσει μια κατάρα αλλά πρόσεξε τον άνδρα στη μέση.
-Βίλνους Ντρομέθια, είπε. Χαίρομαι που σε συναντώ από κοντά. Έλα σε’ μένα. Έλα και παραδώσου στην ηδονή μου, στάσου στο πλευρό μου και θα κυβερνήσουμε τον κόσμο με τη μαγεία μου και το σπαθί σου.
Ο Βίλνους την κοίταξε. Τον έλκυε το γυμνό χυμώδες σώμα της. Θα μπορούσε να σταθεί δίπλα της σαν βασιλιάς, οι μέρες τους γεμάτες δύναμη και οι νύχτες γεμάτες πάθος.
Την πλησίασε με το σπαθί χαμηλωμένο.
-Έλα, είπε η Ναβίρα. Έλα και λάτρεψέ με.
Ο Βίλνους έφτασε κοντά της. Έσκυψε προς το μέρος της.
-Σε βλέπω όπως είσαι, είπε ήσυχα, ένα σκεβρωμένο πλάσμα που η ζωή του παρατάθηκε αφύσικα για αιώνες αλλά όχι πια.
Την διαπέρασε με τη σπάθα. Δεν έτρεξε αίμα. Το σώμα της άρχισε να ρυτιδιάζει και να ζαρώνει και ύστερα διαλύθηκε, έγινε σκόνη και μαζεύτηκε σε ένα σωρό στα πόδια του πολεμιστή. Το Ακροπύργιο τραντάχτηκε συθέμελα. Ο Βίλνους ένευσε στους άνδρες, του που έμοιαζαν να ξυπνούν από όνειρο, να φύγουν.
Στην αυλή βρήκαν τον Ράουμας και τη Σελμιόρ μαζί με τους υπόλοιπους άνδρες να περιμένουν, τη στιγμή που η μάγισσα πέθανε οι φρουροί της χάθηκαν, δεν είχαν πια λόγο ύπαρξης. Ο Ράουμας είχε ρίξει μια ματιά στα δωμάτια γύρω από την αυλή και είχε επιστρέψει με έναν βαρύ δερματόδετο και εμφανώς αρχαίο τόμο ξορκιών που ανυπομονούσε να μελετήσει. Άφησαν αμέσως πίσω τους το Ακροπύργιο.
-Αρχηγέ, είπε ο Ντρέηκ, όταν πήγες κοντά της εκεί μέσα είπα τώρα είμαστε χαμένοι.
-Δεν μπήκα στον πειρασμό παρά για δευτερόλεπτα, μετά μια ανάμνηση από τη νύχτα τα έκανε όλα πολύ ξεκάθαρα.
Η απάντηση ήταν αινιγματική για όλους εκτός από την Σέλμιορ που χαμογέλασε και ένιωσε μια ζεστασιά να την πλημμυρίζει. Ο Βίλνους συνέχισε:
- Όσο για το ότι την έβλεπα, ήταν αλήθεια, το μενταγιόν έκανε τη δουλειά του.
-Κάναμε ένα καλό σήμερα, είπε ο Ράουμας, δεν χωράει αμφιβολία, κρίμα που είναι χωρίς αμοιβή. Πέρα από ένα σημαντικό εύρημα για εμένα δηλαδή.
-Δεν θα το έλεγα, είπε ο Βίλνους, το συμβόλαιο του Καλ προέβλεπε αμοιβή αν δεν βρίσκαμε τίποτα εδώ. Και τώρα που είναι νεκρός μένουμε εμείς κύριοι και νομείς της περιουσίας του.
Οι υπόλοιποι τον κοίταξαν έκπληκτοι και ο μάγος είπε:
-Ο Μαλγκοράν ήταν ζάμπλουτος, μήπως θα έπρεπε να σκεφθείς να αφήσεις τις περιπλανήσεις πλέον και να εγκατασταθείς στην πόλη; Θα γίνεις μεγάλος άρχοντας εδώ, θα αρχίσεις το δικό σου οίκο αν κάνεις οικογένεια.
-Οίκος της Ντρομέθια, είπε ο Ντρέηκ, μου αρέσει όπως ακούγεται. Ίσως βγουν και βασιλείς μια μέρα από αυτόν.
-Θα πιώ σ’ αυτό, είπε ο Βίλνους, και στους γενναίους άνδρες που έπεσαν για να τα καταφέρουμε.
Κοίταξε μπροστά προς τον καταυλισμό που είχαν ταφεί οι πεσόντες πολεμιστές του και… το μέλλον.



Τέλος

Η Κρύπτη Της Ναβίρα 6

Author: Νυχτερινή Πένα /

Ο Ράουμας άρχισε να απομακρύνεται από τους Εού προς την ανοιχτή έκταση που απλωνόταν ως το Ακροπύργιο. Μια άλως λευκού φωτός τον τύλιγε και τον έκανε να φεγγοβολάει στο σκοτάδι ενώ τα τέρατα και οι αιωρούμενοι πολεμιστές κινούνταν προς το μέρος του. Όταν απομακρύνθηκε αρκετά από τον καταυλισμό γύρισε αντικρίζοντας τον εχθρό. Το φως γύρω του έγινε πιο έντονο και τα τέρατα άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος του. Ο μάγος τέντωσε τα χέρια του μπροστά και η γη άρχισε να δονείται και ξαφνικά ένα χάσμα δημιουργήθηκε μπροστά στα πόδια του καταπίνοντας τους επιτιθέμενους. Το χάσμα συνέχισε να διευρύνεται μέχρι που δεν έμεινε κανένα από τα τέρατα. Ύστερα άρχισε να κλείνει, μόλις το έδαφος αποκαταστάθηκε ο μάγος έκανε να επιστρέψει. Σε λίγα βήματα τρέκλισε και έπεσε κάτω.
-Ράουμας!
Η Σέλμιορ έτρεξε κοντά του όπως και η Αχούκ. Ο Βίλνους στράφηκε στον Σοκάρ, παρά την κούρασή του είπε τυπικά:
-Αναφορά κατάστασης.
Ο Σοκάρ ένευσε και απομακρύνθηκε. Ο Βίλνους είδε τέσσερις άνδρες του να στέκονται εκεί κοντά, ήταν οι μόνοι που έβλεπε επιζώντες ένα γύρω και ο Σάι λίγο πιο πέρα που στεκόταν δίπλα στην Αλόα, φρουρός της όπως τον είχε διατάξει. Κάθισε σε ένα έλκηθρο που ήταν αναποδογυρισμένο εκεί δίπλα και κάρφωσε τη σπάθα στο έδαφος. Είδε τον Ράουμας να συνέρχεται και να επιστρέφει στον καταυλισμό στηριγμένος στην Αχούκ και την αδερφή του.
Ο Σοκάρ επέστρεψε και στάθηκε μπροστά στον Βίλνους.
-Ο Ντενάουμπις είναι νεκρός, έχουμε επτά επιζώντες, δύο είναι τραυματίες και δεν θα μπορέσουν να συνεχίσουν. Η Αδάρα είναι εντάξει και τα μαγικά παιδιά το ίδιο. Ο Ντρέηκ είναι τραυματισμένος αλλά θα συνεχίσει.
-Να θάψουμε τους νεκρούς μας και να ξεκουραστούμε λίγο και το πρωί θα συνεχίσουμε.
-Θα έχει νόημα; ρώτησε ο Σοκάρ. Είμαστε πολύ λίγοι τώρα.
-Πρέπει να προκαλέσαμε και στον εχθρό ανάλογη αιμορραγία, και έχουμε το πλεονέκτημα των μάγων μας. Αλήθεια που είναι αυτό το θρασύδειλο ον ο εργοδότης μας;
-Είχε κρυφτεί κάτω από μια πεσμένη σκηνή σε όλη τη μάχη. Οι υπηρέτες του δεν ήταν τόσο τυχεροί. Τους κατακρεούργησαν οι λύκοι.
Ο Βίλνους κούνησε το κεφάλι του και σηκώθηκε.
-Ας κάνουμε το καθήκον μας προς τους συντρόφους μας.
Μάζεψαν τα σώματα των νεκρών τους και τα έθαψαν με τα όπλα τους αγκαλιά όπως αρμόζει σε πολεμιστές. Το έδαφος ήταν πολύ παγωμένο για να σκαφτεί αλλά ο Ράουμας άνοιξε έναν μεγάλο λάκκο όπου έβαλαν δίπλα δίπλα τα σώματα και μετά τον σκέπασε. Εν τω μεταξύ Σοκάρ έγραψε τα ονόματά τους και η Σέλμιορ τα μετέφερε σε μια πλάκα που έστησαν για να θυμίζει τον τόπο της ύστατης μάχης και της ταφής τους μαγεύοντάς την να μείνει για πολλά χρόνια άφθαρτη και να κρατάει ζωντανή τη μνήμη.
Μαζεύτηκαν μετά όλοι οι επιζώντες και ο Βίλνους είπε μερικά λόγια για τους πεσόντες ευχόμενος να βρουν την ανάπαυση στον κόσμο μετά ετούτον εδώ.
Είχαν τελειώσει με όλα αυτά και συγκέντρωναν τα όπλα και τα εφόδια που θα τους ήταν ακόμα χρήσιμα όταν η Αχούκ πλησίασε τον Βίλνους.
-Η αυγή είναι ακόμη μακριά, πρέπει να ξεκουραστείτε. Καλύτερα να έρθετε στον καταυλισμό μας μην έρθουν ξανά αυτά τα πλάσματα της αβύσσου.
Δεν είχε άδικο, και ήταν λίγοι τώρα για να αμυνθούν, καλύτερα να βρίσκονταν ανάμεσα στους Εού. Μετέφεραν τα εφόδιά τους στη μεγάλη σκηνή όπου και θα φιλοξενούνταν. Εξαίρεση αποτελούσαν οι δύο τραυματίες και ο Ράουμας που πήραν μια άλλη σκηνή για να ξεκουραστούν και όπου θα παρέμεναν οι δύο τραυματίες. Ο μάγος είχε εξαντλήσει και την τελευταία ικμάδα της δυνάμεώς του και χρειαζόταν σίγουρα ανάπαυση.
Όταν τακτοποιήθηκαν όλα ο Βίλνους ξάπλωσε να κοιμηθεί και αυτός μιας και λίγο είχε προλάβει πριν αρχίσει η επίθεση. Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας και αφού μόνο η φωτιά σιγόκαιγε ο Βίλνιους ένιωσε κάποιον να τρυπώνει κάτω από τα δέρματα δίπλα του και δυο απαλά χείλη να χαϊδεύουν το λαιμό του.
Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε καμία παρέμβαση για να ονειρευτεί την Σέλμιορ γυμνή στην αγκαλιά του. Πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους της και η κοπέλα μαζεύτηκε στο πλευρό του ακουμπώντας το κεφάλι της στο στέρνο του.

Ο Σάι καθόταν ακουμπισμένος σε έναν από τους στύλους που στήριζαν τη σκηνή. Αφουγκραζόταν την ησυχία της νύχτα που έδειχνε τόσο αφύσικη μετά τη σφαγή που είχε προηγηθεί και αναρωτιόταν τι θα έφερνε το πρωινό.
-Πρέπει να ξεκουραστείς.
Ήταν η Αλόα που του είχε μιλήσει. Η κοπέλα είχε ξαπλώσει κοντά του αλλά νόμιζε ότι είχε αποκοιμηθεί. Διαπίστωνε τώρα ότι δεν κοιμόταν αλλά τον κοιτούσε με μάτια μέσα στα οποία μπορούσε να δει το καθρέφτισμα της φωτιάς που έκαιγε στο κέντρο της σκηνής.
-Δύσκολο πριν από μια μάχη, της είπε.
-Τώρα είμαστε μετά από μία.
-Θα έχουμε και άλλη το πρωί στο Ακροπύργιο.
-Οι Εού το φοβούνται αυτό το μέρος, άκουσα να λένε ότι δεν έχουμε ελπίδα.
-Δεν ξέρουν τον Βίλνους, και απόψε δεν θα είχαμε κινδυνεύσει αν δεν είμασταν τόσο λίγοι, βλέπεις η δουλειά παρουσιάστηκε όταν οι περισσότεροι είχαν φύγει από την πόλη και είμασταν λίγοι για να εκστρατεύσουμε.
-Είσαι περήφανος για τον αρχηγό σου, είπε με απορία εκείνη.
-Και εκείνος είναι για εμάς και νοιάζεται.
Ο Σάι έμεινε για λίγο σιωπηλός. Μετά την κοίταξε πάλι.
-Κοιμήσου εσύ όμως, δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι.
-Έλα, ξάπλωσε και εσύ, είπε η κοπέλα.
Μετακινήθηκε κάνοντάς του χώρο να ξαπλώσει και αυτός κάτω από τα δέρματα που τη σκέπαζαν. Ο Σάι το έκανε υπακούοντας στο παρακλητικό βλέμμα της. Ήταν ζεστά έτσι όπως είχε ξαπλώσει στα ήδη χρησιμοποιημένα δέρματα και το δικό της σώμα δίπλα του ήταν ακόμα πιο ζεστό. Ο νεαρός τοξότης γύρισε και την κοίταξε. Το πρόσωπό της ήταν σε απόσταση αναπνοής και δεν μπορούσε να μην προσέξει πόσο γλυκό ήταν, και εκείνος ο βάναυσος αφέντης της να την κακοποιεί έτσι! Ο ίδιος δεν θα άντεχε ούτε να τη δει να κλαίει. Ασυναίσθητα σχεδόν τη φίλησε απαλά στα χείλη απλώνοντας το χέρι του να χαϊδεύσει τα μαλλιά της και εκείνη χώθηκε στην αγκαλιά του.
Αυτή τη φορά δεν χρειαζόταν να φοβάται ή να έχει το νου του για δόλο και κρυμμένα μαχαίρια. Ήταν ξεκάθαρα όλα, και όλα όσα είχαν και οι δύο ανάγκη. Γεύθηκαν την χαρά και την απόλαυση της πρώτης φοράς με κάποιον που σημαίνει κάτι και κοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι. Δεν πήραν είδηση τους υπόλοιπους που ξύπνησαν για να ετοιμαστούν ούτε τον Βίλνους που στάθηκε για λίγο κοιτώντας τους με ένα χαμόγελο πριν βγει από τη σκηνή για την τελευταία μάχη αυτής της εκστρατείας. Για εκείνους όλα αυτά είχαν τελειώσει, ένα νέο κεφάλαιο άρχιζε.


ΙΧ

Η μάγισσα γέλασε ικανοποιημένη, αυτοί που είχαν επιζήσει θα ήταν ό,τι έπρεπε για να πετύχουν τα σχέδιά της. Λίγες ώρες ακόμη. Γέλασε ξανά.
Τα μαλλιά της είχαν αρχίσει να θαμπώνουν αλλά δεν πείραζε, σε λίγες ώρες θα είχε τη δύναμη που ήθελε, και τότε θα έφτιαχνε τα πάντα όπως εκείνη ήθελε και γνώριζε.
Έστειλε ακόμα ένα όνειρο στο μυαλό του Καλ Μαλγκοράν, ο μάγος ήταν πια δικός της, καμία σοφία ή σύνεση δεν θα μπορούσε να διαπεράσει την αχλή της τρέλας του και να τον λογικέψει. Σκέφθηκε να δοκιμάσει ξανά τον Βίλνους αλλά δεν το έκανε, εξακολουθούσε να υπάρχει κάτι που την εμπόδιζε. Δεν ήταν και απαραίτητο εξάλλου.
Στο Ακροπύργιο υπήρχαν ελάχιστοι πια αιωρούμενοι πολεμιστές, ακόμα και ο Καλ μόνος του θα κατάφερνε να φτάσει ως εκείνη. Από τέρατά της δεν είχε απομείνει κανένα αλλά αυτό επίσης δεν ήταν πρόβλημα, θα δημιουργούσε άλλα πιο φοβερά ακόμη.

Ναι, κέρδιζε σε αυτόν τον πόλεμο επιτέλους και η Συντεχνία των Μάγων θα πλήρωνε ακριβά την φυλάκισή της. Γέλασε για άλλη μια φορά.

Η Κρύπτη Της Ναβίρα 5

Author: Νυχτερινή Πένα /

VΙΙ

Με ένα χτύπημα των δακτύλων της η μάγισσα έκανε τη λαμπερή σφαίρα ενέργειας μου αιωρείτο μπροστά της να εξαφανισθεί και έμεινε να σκέπτεται. Είχε πείσει τον μάγο να έρθει σ’ αυτήν και έφερνε αρκετούς άνδρες για να είναι σίγουρο ότι θα φτάνανε ως εκείνη και επιτέλους το μαγικό πεδίο που την κρατούσε έγκλειστη θα κατέρρεε. Αυτά ήταν τα καλά νέα.
Δυστυχώς δεν ήταν μόνα, συνοδεύονταν από κακά νέα. Ανάμεσα στους άνδρες του Βίλνους ήταν και δύο μάγοι, κάτι που δεν είχε δει νωρίτερα παρά μόνο όταν έφτασαν τόσο κοντά ώστε να νιώσεις τις αύρες τους. Και ακόμα δεν μπορούσε να δει καλά τον Βίλνους, ήταν κάτι που την εμπόδιζε.
Έδιωξε τις απαισιόδοξες σκέψεις από το μυαλό της. Δεν θα πήγαινε τίποτα στραβά αυτή τη φορά. Απλά θα φρόντιζε για τους μάγους και την αρχηγό των Εού.
Συγκεντρώθηκε για να στείλει ένα ακόμα βασανιστικό όραμα στον Καλ Μαλγκοράν αλλά και ένα στον Βίλνους, ένα που μπορεί να έριχνε τις άμυνές του και να μάθαινε περισσότερα για αυτόν. Χαμογέλασε. Κάθε φορά που το έκανε αυτό οι φύλακές της ήθελαν να ακολουθήσουν και να βρουν τον παραλήπτη αλλά δεν μπορούσαν γιατί δεν έπρεπε να απομακρυνθούν πολύ από το κάστρο. Τώρα όμως θα μπορούσαν και μαζί θα έστελνε και τα δικά της όντα. Γέλασε.
Το γέλιο της κόπηκε απότομα από ένα βλέμμα στα χέρια της. Κηλίδες των γηρατειών είχαν αρχίσει να εμφανίζονται. Η χρήση των δυνάμεών της κατανάλωνε την ζωτική ενέργεια που είχε πάρει από τον τελευταίο πολεμιστή. Έπρεπε να βιαστεί, ο χρόνος περνούσε.
Ύφανε τη γητεία της. Πρώτα ο Καλ και μετά ο Βίλνους, ύστερα λίγο όλοι οι άνδρες για να είναι σε σύγχυση όταν θα γινόταν η επίθεση.



VΙΙΙ

Ο Βίλνους ξύπνησε από τον ύπνο και ανασηκώθηκε νιώθοντας ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Είχε δει ένα όνειρο άκρως ερωτικό και τελείως στερούμενου λογικής. Αν και είχε ιδιαίτερη αδυναμία στην Σέλμιορ, δεν είχε ποτέ ποθήσει την Αδάρα και όμως στο όνειρο είχε συνευρεθεί και με τις δύο με έναν σχεδόν μανιακό τρόπο. Ανακάθισε, είχε μια στύση που σχεδόν τον πονούσε και δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του το όνειρο. Το άρωμα του στήθους της νεαρής μάγισσας, την υφή των χειλιών της και την αίσθηση των γοφών της στα χέρια του καθώς την έκανε δική του.
Αυτό είναι το ζητούμενο, μια γητεία για να σε αποπροσανατολίσει! Η σκέψη δεν ήταν δική του, γεννήθηκε από το πουθενά στο μυαλό του σαν να την είχε ψιθυρίσει κάποιος στο αυτί του.
Ο Βίλνους δεν ξαφνιάστηκε από αυτό το γεγονός. Το προκαλούσε το μενταγιόν που φορούσε, δώρο ενός ερημίτη πριν από χρόνια, ήταν ευλογημένο να του αποκαλύπτει ποιες μαγικές ενέργειες υπήρχαν γύρω του και με ποιο σκοπό.
Αναρωτήθηκε ποιος το είχε κάνει αυτό. Και για ποιο λόγο ήθελε να τον αποπροσανατολίσει; Αυτό ήταν ένα ερώτημα που θα μπορούσε να το απαντήσει μόνο ένας μάγος. Βγήκε από τη σκηνή και πήγε σε αυτήν του Ράουμας αλλά την βρήκε άδεια. Σκέφθηκε ότι μπορεί να ήταν με την αδερφή του και έσπευσε στη δική της σκηνή. Άνοιξε το φύλλο που χρησίμευε ως πόρτα και μπήκε στην σκηνή. Στο φως ενός λυχναριού που έκαιγε είδε ότι κοιμόταν. Γονάτισε δίπλα της και ακούμπησε απαλά τον ώμο της.
-Σέλμιορ…
Η μάγισσα άνοιξε τα μάτια της και τεντώθηκε. Όπως την κοιτούσε, ακόμα γλαρωμένη από τον ύπνο, τα χείλη της μισάνοιχτα και τα στήθη της να προβάλλουν από τα σκεπάσματα καλυμμένα από το νυχτικό της μόνο, ένιωσε την επιθυμία του να φουντώνει και πάλι. Αλλά τώρα δεν μπορούσε να αφεθεί σε αυτήν, έπρεπε να μάθει ποιος είχε υφάνει τη γητεία και για ποιο λόγο.
Η Σέλμιορ ανακάθισε και εκείνος της εξήγησε τι είχε συμβεί χωρίς να της αποκαλύψει το όνειρο που είδε.
-Μπορώ να το ανιχνεύσω με μια γητεία, αλλά πρέπει να βγάλεις το μενταγιόν αλλιώς θα εμποδίσει και τη δική μου γητεία.
-Την άλλη δεν την εμπόδισε.
-Αν δεν την είχε εμποδίσει τώρα θα ήσουν σε πνευματική σύγχιση, το ότι κατάλαβες τι συνέβη είναι άμυνα.
Ο Βίλνους έβγαλε το μενταγιόν ενώ η Σέλμιορ έλεγε τα λόγια μιας γητείας. Ύστερα έμεινε σιωπηλή. Ένα χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της.
-Η γητεία υφάνθηκε από το Ακροπύργιο… Δεν είσαι ο μόνος στόχος… Σε εσένα στάλθηκε ένα όνειρο… Βίλνους! είπε και τον κοίταξε.
-Τι;
-Δεν φανταζόμουν…
Δεν πρόλαβε να του πει τι δε φανταζόταν. Ένα ουρλιαχτό έσκισε τη σιγαλιά της νύχτας και ύστερα οι κραυγές των φρουρών που καλούσαν στα όπλα.

-Ο Βίλνους είναι μια χαρά διοικητής, και γενναιόδωρος με τις αμοιβές, και πάντα σε καλές δουλειές. Έχει μόνο ένα ελάττωμα, που δεν αφήνει πόρνες στο στρατό του, είπε ο ένας φρουρός, το μόνο που θέλω μόλις τελειώσει η βάρδια είναι να πάρω μία. Λες να είναι πρόθυμη καμία νομάδα;
Ο συνάδερφός του γέλασε καθώς στέκονταν ανάμεσα σε δύο σκηνές κοιτώντας την σκοτεινή περιδινούμενη χιονοθύελλα που συνεχιζόταν.
-Αμφιβάλλω, άσε που είσαι κοντός γι’ αυτές.
Ο άλλος γέλασε αλλά σταμάτησε ξαφνικά.
-Τι είναι αυτό; είπε ανήσυχος κοιτώντας τις ριπές του χιονιού που χώριζαν καθώς έβρισκαν αντίσταση σε κάτι μεγάλο που πλησίαζε.
Την επόμενη στιγμή το είδαν, ένα ον σαν λύκος αλλά σε μέγεθος αλόγου, με τεράστιο κεφάλι και σπηλαιώδες στόμα γεμάτο με δόντια καθένα μεγάλο σαν σπαθί. Και δεν ήταν μόνο του, ακολουθούσαν και άλλα του είδους του και μαζί τους ένα ον σαν χταπόδι με τεράστιο κεφάλι και άκρα που το βοηθούσαν να σέρνεται στο χιόνι. Γύρω από τα τέρατα αυτά έρχονταν φιγούρες με μαύρες πανοπλίες και κράνη, έμοιαζαν με κανονικούς πολεμιστές μόνο που αιωρούνταν ένα μέτρο από το έδαφος και από τη μέση και κάτω δεν υπήρχε τίποτα.
Οι δυο σκοποί έμειναν άφωνοι. Ο απόκοσμος αυτός στρατός επιτέθηκε, ένας από τους αφύσικους αυτούς πολεμιστές έφτασε τον σκοπό που ονειρευόταν μια γυναίκα για μετά. Εκεί που θα έπρεπε να είναι το πρόσωπο ήταν ένα μαύρο αβυσσαλέο κενό. Την επόμενη στιγμή ο αιωρούμενος πολεμιστής βύθισε το χέρι του στο στήθος του σκοπού. Ένας αγωνιώδης πόνος τον κατέλαβε και ούρλιαξε ενώ ο σύντροφός του καλούσε στα όπλα.
Χάος ακολούθησε καθώς ο εχθρός από το πουθενά επιτιθόταν στον καταυλισμό.
-Μαμούκ! Μαμούκ! ακούστηκε από την πλευρά των Εού που είχαν αντιμετωπίσει ξανά τα μεγάλα αρπακτικά αλλά όχι και τους τρομακτικούς συντρόφους τους.
Ο απόκοσμος πολεμιστής τράβηξε το χέρι του μέσα από το στήθος του σκοπού και εκείνος σωριάστηκε νεκρός. Στράφηκε στον άλλο σκοπό που όρμησε μπροστά και διαπέρασε τον απόκοσμο πολεμιστή με το σπαθί του. Απτόητος εκείνος πλησίασε και βύθισε το χέρι στην κοιλιά του σκοπού που ένιωσε σαν ένα χέρι να του ξερίζωνε τα σωθικά, ένιωσε τη γεύση αίματος και χολής στο στόμα του και μετά τίποτα.

Ο Βίλνους αντίκρισε ένα χάος βγαίνοντας από τη σκηνή. Ο εχθρός βρισκόταν ανάμεσα στις σκηνές και έσφαζε αμείλικτα. Πολλοί ήταν ήδη νεκροί αλλά οι επιζώντες είχαν αρχίσει να οργανώνονται για άμυνα. Διέκρινε το Σοκάρ με μια ομάδα πολεμιστών ανάμεσά τους και ο Σάι να έχουν σχηματίσει κύκλο και να αμύνονται. Ο Σάι και άλλοι δύο τοξότες ήταν στο εσωτερικό του κύκλου για να μπορούν να τοξεύουν ενώ οι υπόλοιποι μάχονταν εκ του σύνεγγυς. Στα πόδια του Σάι μπορούσε να δει κουλουριασμένη την υπηρέτρια του Καλ.
Αναζήτησε το μάγο αλλά δεν τον διέκρινε πουθενά. Εντόπισε την Αδάρα να μάχεται. Η νομάδας ήταν ολόγυμνη και παρά την κρίσιμη κατάσταση το βλέμμα του σταμάτησε στην μορφή της, τα μυώδη μπράτσα της, το στιβαρό κορμί και τα στητά στήθη, τους σφικτούς της γλουτούς. Η Αδάρα κοιμόταν γυμνή και είχε περάσει κατευθείαν στη μάχη χωρίς να ντυθεί, παρά το κρύο ιδρώτας γυάλιζε στο κορμί της όπως με το μεγάλο τσεκούρι της πολεμούσε. Αποκεφάλισε έναν αιωρούμενο πολεμιστή που μεταμορφώθηκε σε μια τολύπη καπνού και εξαφανίσθηκε.
-Χτυπάτε τα κεφάλια! φώναξε ο Βίλνους πλησιάζοντας την οργανωμένη άμυνα με την Σέλμιορ. Η μάγισσα πέρασε στο εσωτερικό και εκεί στάθηκε, άρχισε να αυτοσυγκεντρώνεται.
Ο Βίλνους μπήκε στη μάχη. Αποκεφάλισε έναν αιωρούμενο πολεμιστή και μετά επιτέθηκε σε έναν λύκο βυθίζοντας την λάμα του στο λαιμό του τέρατος. Την τράβηξε και στράφηκε να πολεμήσει τον επόμενο εχθρό. Η Σέλμιορ του πέταξε το μενταγιόν και το φόρεσε. Η μάγισσα έδειξε με το δεξί της χέρι και με το δείκτη τεντωμένο δύο φασματικούς πολεμιστές και έμειναν τελείως ακίνητοι. Ο Βίλνους εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία από το ξόρκι ακινητοποίησης για να τους εξουδετερώσει.
Ένας λύκος έριξε κάτω έναν πολεμιστή και βύθισε τη μουσούδα στην κοιλιά του ξεσκίζοντας τα σωθικά του ενώ ήταν ακόμα ζωντανός, ο Σάι έστειλε ένα βέλος στο λαιμό του βάζοντας τέλος στο μαρτύριό του. Ύστερα τόξευσε τον λύκο που μούγκρισε καθώς το βέλος καρφώθηκε στο πλευρό του. Στράφηκε προς τον νεαρό πολεμιστή που διατήρησε την ψυχραιμία του και πέρασε ακόμα ένα βέλος στο τόξο και το έστειλε κατευθείαν στο μάτι του θηρίου που σωριάστηκε νεκρό.
Μια πορφυρή φλόγα έκαψε το χταποδόμορφο τέρας. Ο Βίλνους στράφηκε και εντόπισε την πηγή της. Οι Εού είχαν μαζευτεί όλοι γύρω από την κεντρική σκηνή του καταυλισμού όπου είχαν καταφύγει τα παιδιά και οι γυναίκες και αμύνονταν εναντίον των λύκων, οι αιωρούμενοι πολεμιστές δεν είχαν πάει εκεί, είχαν προτιμήσει τους άνδρες του Βίλνους. Δίπλα στην Αχούκ στεκόταν ο Ράουμας που ήταν ο αυτουργός της πύρινης επίθεσης. Σήκωσε το χέρι του και μια νέα πύρινη μπάλα εμφανίστηκε. Αυτή τη φορά ανέφλεξε δύο λύκους μαζί.
Από το σκοτάδι ξεπρόβαλλε ένα ον που έκανε την Αλόα να ουρλιάξει από φόβο. Έμοιαζε με εκείνα τα έντομα που έτρεχαν στα πατώματα των πιο βρώμικων πανδοχείων που είχαν δει οι πολεμιστές αλλά είχε το μέγεθος πόνυ.
-Μα τι τρώνε και γίνονται έτσι; αγανάκτησε ο Σάι στέλνοντας ένα βέλος στο ον αυτό που εξοστρακίστηκε πάνω στο σκληρό κέλυφός του.
-Εμάς θα φάει αυτό, μούγκρισε ο Σοκάρ και επιτέθηκε στο τεράστιο τέρας τσακίζοντας με το γιαταγάνι του τα μακριά πόδια ως που να το αναγκάσει να χαμηλώσει και να βυθίσει τη λάμα του στο μακρόστενο κεφάλι του.
Ο Βίλνους απέκρουσε την επίθεση ενός φασματικού πολεμιστή και ένας δεύτερος έσπευσε να επιτεθεί όσο ήταν μπλοκαρισμένη η σπάθα του αλλά καθώς το χέρι του άγγιζε το στέρνο του πάγωσε και διαλύθηκε σε καπνό όπως και οι άλλοι. Το μενταγιόν είχε δράσει και πάλι. Έριξε μια ματιά στο πεδίο της μάχης γύρω του, τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Παρά τις προσπάθειες του Ράουμας και των πολεμιστών η μάχη έβαινε κατά τους, ελάχιστοι άνδρες είχαν απομείνει όρθιοι να πολεμούν γύρω από τον Σοκάρ και δεν άντεχαν για πολύ ακόμα.

Νυχτερινή Πένα Ετών Έξι

Author: Νυχτερινή Πένα /

Έχουμε γενέθλια σήμερα!
Όχι τα δικά μου,  αυτά περάσανε πριν από λίγο καιρό. Σήμερα γιορτάζει τα γενέθλιά της η Νυχτερινή Πένα. Έκλεισε τα έξι!
Πριν έξι χρόνια σαν σήμερα ξεκίνησα δειλά - δειλά να κάνω τα πρώτα μου βήματα στον χώρο των ιστολογίων. Είχα πολλά να μάθω τεχνικά και μη μιας και ως τότε δεν είχα ιδέα.
Τώρα έχω ένα ιστολόγιο σε ηλικία παιδιού στο δημοτικό, ( ένα μικρό πρωτάκι! ) και έχω μάθει πολλά όχι μόνο για την τεχνολογία αλλά και για τους ανθρώπους. Μπορώ να πω περισσότερα για τους ανθρώπους. Γνώρισα τόσους πολλούς μέσα σε αυτά χρόνια, εύχομαι να γνωρίσω και άλλους ακόμα.

Χαίρομαι που σας γνώρισα όλους εκεί έξω, είναι ένα πολύ όμορφο συναίσθημα να ξέρεις την ώρα που γράφεις ότι κάποιος εκεί έξω σε διαβάζει. Να ξέρεις ότι επικοινωνείς με ανθρώπους που πιθανότατα δεν θα συναντήσεις ποτέ από κοντά αλλά αυτό δεν σε εμποδίζει να τους θεωρείς φίλους σου και να μοιράζεσαι μαζί τους πράγματα που δεν μοιράζεσαι με ανθρώπους γύρω σου. Σας ευχαριστώ που μου το δίνετε αυτό.

Η Κρύπτη Της Ναβίρα 4

Author: Νυχτερινή Πένα /

VΙ

Το πρωί ξεκίνησαν και πάλι κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό, παρότι πήγαιναν πεζοί τώρα οι άνδρες του Βίλνους είχαν καλό ηθικό και πάλι τραγουδούσαν κατά διαστήματα για να ζεσταθούν. Ο Βίλνους προπορευόταν με τον Σοκάρ μαζί του, τον μόνο που είχε ενημερώσει για το περιστατικό της νύχτας αν και κάποια πράγματα όλοι τα είχαν αντιληφθεί μιας και τα είχαν καταλάβει οι σκοποί.
Ο Καλ Μαλγκοράν περπατούσε με τους υπηρέτες του με καλή διάθεση. Κάθε βήμα τον έφερνε πιο κοντά στον στόχο του και είχε ήδη καταστρώσει το σχέδιό του για να στερήσει την αμοιβή από τον Βίλνους και τους άνδρες του. Όσο για την υπηρέτριά του, θα ξανάπεφτε στα χέρια του και τότε θα την πονούσε πολύ περισσότερο από αυτό το βράδυ που είχε περάσει.

Ήταν κοντά στην ώρα που ο Βίλνους θα διέταζε να σταματήσουν για ξεκούραση και να φάνε κάτι, όταν είδαν μπροστά τους ένα μικρό καταυλισμό από σκηνές. Σκυλιά άρχισαν να αλυχτούν καθώς ο μικρός στρατός του Βίλνους πλησίασε κάνοντας ένα πλήθος ανθρώπων ντυμένων με γούνες και οπλισμένων με κοντάρια ή καμάκια και τσεκούρια, να παραταχθεί στην είσοδο του οικισμού.
-Είναι Εού, είπε η Αδάρα ερχόμενη δίπλα στον Βίλνους, είναι μια φυλή αδερφική με τη δική μου αλλά δεν περίμενα να τους βρω τόσο βόρεια.
-Μιλάνε την κοινή;
-Θα πρέπει.
-Έλα μαζί μου για την περίπτωση που θα χρειαστώ βοήθεια. Σοκάρ, σε αναμονή και ετοιμότητα, δεν ξέρουμε ακόμα ποια θα είναι η συνέχεια.
Πλησίασε τον καταυλισμό με την Αδάρα δίπλα του και παρατήρησε ότι δεν ήταν πολλοί οι νομάδες εδώ. Πάνω κάτω σαράντα ψυχές, άνδρες γυναίκες και παιδιά. Μια γυναίκα έκανε μπροστά, ήταν μεσόκοπη αλλά στα μάτια της διέκρινε σοφία και δύναμη.
-Είμαι η Αχούκ, είπε η γυναίκα, η σαμάνος της φυλής αυτής. Ποιοι είστε και που πηγαίνετε σε αυτήν την καταραμένη γη;
-Είμαι ο Βίλνους Ντρομέθια, είπε ο πολεμιστής, και αυτοί είναι οι άνδρες μου. Πηγαίνουμε στο Ακροπύργιο Βάνγκαρντ για να αντιμετωπίσουμε το κακό που φωλιάζει εκεί και να σώσουμε μια αιχμάλωτη.
Τα μάτια της σαμάνου έλαμψαν ακούγοντας τα τελευταία λόγια του.
-Πρόσεχε πολεμιστή, πολλά δεν είναι αυτό που δείχνουν και ο τόπος αυτός έχει πολλούς τρόμους ακόμα και για τους πιο ατρόμητους. Ίσως όμως είσαι εσύ που θα δώσεις ένα τέλος.
-Εσείς πως βρεθήκατε εδώ Μεγάλη Μητέρα; ρώτησε η Αδάρα δίνοντας στη σαμάνο τον παραδοσιακό τίτλο των νομάδων.
Εκείνη την κοίταξε σαν να την πρόσεξε μόλις εκείνη τη στιγμή. Το πρόσωπό της φωτίστηκε.
-Μια κόρη των πεδιάδων. Χαίρομαι που σε βλέπω. Βρεθήκαμε στην περιοχή εξαιτίας μια θύελλας που μας έκανε να χάσουμε το δρόμο μας. Κατασκηνώσαμε εδώ για τη νύχτα και μας επιτέθηκαν τέρατα και ανείπωτοι τρόμοι, σε ετούτο το καταραμένο μέρος και οι νεκροί περπατάνε. Μας αποδεκάτισαν και σκότωσαν τα περισσότερα σκυλιά μας και κατέστρεψαν τα έλκηθρά μας. Δεν είχαμε πια τον τρόπο να φύγουμε. Μείναμε εδώ με την ελπίδα να επιβιώσουμε ως την άνοιξη και να φτιάξουμε νέα έλκηθρα για να μπορέσουμε να μετακινηθούμε.
Ο Βίλνους κοίταξε τον ορίζοντα, μπορούσε να δει το Ακροπύργιο τώρα τυλιγμένο σε μια καταιγίδα. Το ένιωθε πως κάτι κακό ελλόχευε εκεί μέσα, θα το ένιωθε ακόμα και αν το αντίκριζε για πρώτη φορά χωρίς να έχει ακούσει τίποτα για αυτό.
-Πόσο μακριά είναι; ρώτησε.
-Όχι πάνω από δύο ώρες, είπε η Αχούκ.
-Θα μας προλάβει η καταιγίδα. Πρέπει να μείνουμε εδώ και να κινηθούμε αμέσως μετά.
-Φτιάξτε τις σκηνές σας κοντά στις δικές μας, είπε η σαμάνος, αλλά να μην αφήσετε κενά ανάμεσά τους, προσέξτε την άμυνά σας, σίγουρα θα έρθουν την νύχτα. Και είναι πολύ επικίνδυνα αυτά τα όντα.
Ο Βίλνους ένευσε και γύρισε κοντά στον Σοκάρ να δώσει εντολές. Η Αδάρα έκανε να τον ακολουθήσει αλλά η Αχούκ την κράτησε.
-Θέλω να σου μιλήσω, είπε.

Έστησαν τις σκηνές τους μαζί με των νομάδων χωρίς να αφήσουν κενά και φροντίζοντας να κλείσουν τα όποια κενά δεν μπορούσαν να αποφύγουν με τοίχους από χιόνι στους οποίους κάρφωσαν λόγχες. Ο Βίλνους και ο Σοκάρ όρισαν βάρδιες φρουράς και τους άφησαν να ξεκουραστούν.
Είχαν μόλις ολοκληρώσει την εγκατάστασή τους όταν τους έφτασε η καταιγίδα και σκοτείνιασε το απόγευμα σαν να ήταν νύχτα. Ο αέρας λυσσομανούσε τραντάζοντας τις σκηνές και σηκώνοντας χιόνι από το έδαφος μειώνοντας την ορατότητα ενώ συνέχιζε να πέφτει και από τον ουρανό πυκνό με μεγάλες νιφάδες.
Έφαγαν στις σκηνές τους από τα εφόδια που είχαν, δεν ήταν δυνατόν να ανάψουν φωτιές. Ακόμα και οι Εού που ήταν προσαρμοσμένοι καλύτερα στο περιβάλλον είχαν φωτιά μόνο στην σκηνή που χρησίμευε ως κέντρο της μικρής του κοινότητας.

Ο Βίλνους ετοιμαζόταν για ύπνο όταν το φύλλο που κάλυπτε την είσοδο της σκηνής ανασηκώθηκε και μπήκε η Αχούκ. Ο πολεμιστής έκανε να σηκωθεί αλλά η αρχηγός των Εού του έκανε νόημα να μείνει καθισμένος και βολεύτηκε και εκείνη απέναντί του.
-Βίλνους Ντρομέθια, είπε, τα πνεύματα μου αποκάλυψαν ότι σύντομα θα αφήσω τον κόσμο αυτό. Χρειάζεται ένα πρόσωπο με δύναμη και χαρακτήρα για να οδηγήσει τους ανθρώπους μου.
-Πως μπορώ να βοηθήσω; Δεν ανήκω στο λαό σου.
-Το πρόσωπο που θα οδηγήσει τους ανθρώπους μου είναι η Αδάρα.
Ο Βίλνους δεν ξαφνιάστηκε από την επιλογή. Ήξερε πως η Αδάρα είχε αφήσει την φυλή της για να χαράξει δικό της πεπρωμένο, ήταν ανεξάρτητο πνεύμα και ηγετική φυσιογνωμία.
-Και πάλι δε βλέπω τι έχω να κάνω εγώ, με την Αδάρα πρέπει να μιλήσεις.
-Μίλησα, και είναι σύμφωνη. Αλλά χρειάζεται τη δική σου άδεια λέει, μιας και έχει μπει στην υπηρεσία σου.
-Δεν θα την εμποδίσω, έχεις το λόγο μου.
-Σε ευχαριστώ, είπε η Αχούκ, είθε κάθε σου βήμα να είναι ευλογημένο και μόνο νίκη να στέφει τα όπλα σου.
Βγήκε από τη σκηνή αφήνοντας τον Βίλνους σκεφτικό.