Τα Χρονικά Της Εσπέρια ΙΙ - Η Πολιορκία Του Φαιού Κάστρου - 3

Author: Νυχτερινή Πένα /

 ΙΙ.

 

Βγήκαν από τον πύργο και πήραν το δρόμο για την Ατρέα που διέσχιζε το δάσος του Καρενός, αυτό ήταν το επικίνδυνο σημείο. Ο Νέφλιν έλπιζε να μην έχει πάθει τίποτα η Έλανεθ και ας ταξίδευε ως την Νούθια στην άλλη άκρη της Εσπέρια για να τη βρει. Δυστυχώς οι φόβοι του επαληθεύθηκαν σχεδόν αμέσως όταν μπήκαν στο δάσος. Άκουσαν μια γυναικεία φωνή να καλεί σε βοήθεια. Ο Νέφλιν την αναγνώρισε αμέσως και προέτρεψε το άλογο του να καλπάσει ακόμα πιο γρήγορα ενώ οι πολεμιστές τον ακολούθησαν.

Ένα ξέφωτο ανοίχτηκε μπροστά τους ξαφνικά και η σκηνή που αντίκρισαν έστειλε ένα ρίγος να διατρέξει την σπονδυλική στήλη του Νέφλιν. Στο κέντρο του, πάνω σε ένα παχύ στρώμα από χόρτο και πεσμένα φύλλα μια κοπέλα πάλευε με έναν πολύ πιο μεγαλόσωμο άνδρα. Ήταν με την πλάτη στο έδαφος και πάλευε να εμποδίσει τον άνδρα να παραμερίσει το μακρύ της φόρεμα, το μόνο πράγμα που τον εμπόδιζε να την κάνει με τη βία δική του.

-Άφησέ τη! κραύγασε ο Νέφλιν και ξεθηκάρωσε τη σπάθα του ορμώντας μπροστά χωρίς να δώσει καμία σημασία στους άνδρες που ένα γύρω ακουμπισμένοι στους κορμούς των αιωνόβιων δένδρων παρακολουθούσαν γελώντας τη σκηνή. Η φωνή του έκανε τον άνδρα να αφήσει την Έλανεθ και να τραβήξει ένα μεγάλο σπαθί. Ο Νέφλιν ξεπέζεψε και προχώρησε να τον αντιμετωπίσει ενώ οι υπόλοιποι πολεμιστές του εμπλέκονταν σε μάχη με τους ληστές.

Από τα πρώτα χτυπήματα που αντάλλαξε με τον αρχηγό της συμμορίας κατάλαβε πως είχε να κάνει με έναν καλό ξιφομάχο αλλά όχι τόσο καλό όσο ο ίδιος. Και αρκούσε ένα βλέμμα στην πεσμένη κάτω Έλανεθ, με το τρομαγμένο πρόσωπο και το σκισμένο φόρεμα για να τον κάνει να πολεμάει με μεγαλύτερη ακόμα ορμή.

Ο Νέφλιν είχε τη φήμη του καλύτερου μονομάχου μετά τον θρυλικό Ράουμας του Λορ και δεν την είχε χωρίς λόγο. Γρήγορα ο ληστής άρχισε να υποχωρεί και να απαντά σπασμωδικά στα χτυπήματά του. Τελικά σε ένα χτύπημα ο Νέφλιν παραμέρισε τη λάμα του σπαθιού του και τον χτύπησε στο στήθος σωριάζοντάς τον νεκρό.

Έτρεξε κοντά στην Έλανεθ ενώ οι υπόλοιποι ληστές τρέπονταν σε φυγή βλέποντας ότι ο αρχηγός τους ήταν νεκρός. Ο Νέφλιν φώναξε στους άνδρες του:

-Καταδιώξτε τους! Όσοι παραδοθούν θα μεταφερθούν στο Άκρεν για να δικαστούν.

Βοήθησε την κοπέλα να σηκωθεί και μετά να περπατήσουν ως το σημείο που περίμενε υπομονετικά το άλογό του. Η Έλανεθ είχε χάσει το δικό της, είχε τρομάξει και είχε φύγει καλπάζοντας και χλιμιντρίζοντας όταν έπεσε στην ενέδρα των ληστών. Ο Νέφλιν ανέβηκε στη σέλα και μετά τράβηξε την Έλανεθ να καθίσει πίσω του.

-Γιατί έφυγες; είπε αυστηρά. Δεν ήξερες ότι είναι επικίνδυνο;

-Δεν με ένοιαζε, ήθελα να είμαι μόνη.

-Παραλίγο να πέθαινες μόνη.

-Εσένα τι σε νοιάζει;

Η άφιξή τους στον πύργο καθυστέρησε την απάντηση που ήθελε να της δώσει. Πέρασε την πύλη και έφερε το άλογό του στους στάβλους. Ξεπέζεψε και κατέβασε από το άλογο την κοπέλα που τον κοίταζε με μάτια που πετούσαν φλόγες.

-Με νοιάζει Έλανεθ. Δεν θα ήθελα να πάθεις κακό. Θα ήταν...

-Τι θα ήταν; Αφού δε σε νοιάζει.

Την κοίταξε. Τα χλωμά συνήθως μάγουλά της ήταν τώρα κόκκινα από την ένταση, τα χείλη της μισάνοιχτα τον καλούσαν να τα φιλήσει. Και το έκανε. Είχε φοβηθεί τόσο πολύ ότι θα την έχανε που ξαφνικά δεν είχε τίποτα άλλο σημασία από το να τη διαβεβαιώσει ότι ήταν εδώ για εκείνη, δεν θα άφηνε να την βλάψει τίποτα και κανένας.

Τα χείλη της ήταν απαλά και ζεστά. Την έσφιξε στην αγκαλιά του και εκείνη κόλλησε το σώμα της στο δικό του ενώ ανταποκρινόταν στο φιλί του με πάθος. Την πήρε στα χέρια του και την ανέβασε στο δωμάτιό του. Εκεί την άφησε να πατήσει και πάλι κάτω ενώ έλυνε τη φαρδιά ζώνη που συγκρατούσε το φόρεμα. Την επόμενη στιγμή ήταν ολόγυμνη μπροστά του, η ματιά του ταξίδεψε στο λεπτό αέρινο σώμα της, στα σφιχτά σχεδόν εφηβικά ακόμα στήθη της, στην επίπεδη κοιλιά της και στα καλλίγραμμα πόδια της. Την τράβηξε στην αγκαλιά του και την φίλησε βαθιά, ερωτικά, σχεδόν άγρια. Τα συναισθήματα που και οι δυο ένιωθαν και η ερωτική επιθυμία τους συνεπήραν σε μια ένωση γεμάτη πάθος.

 

Το Φαιό Κάστρο είχε πάρει την ονομασία του από το χρώμα των μεγάλων τετραγωνισμένων λίθων που είχαν χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή των τειχών του. Με ύψος επτά μέτρων είχαν αντισταθεί αγέρωχα στο χρόνο και σε κάθε εχθρό που είχε αποπειραθεί να εκπορθήσει το κάστρο.

Όταν έγιναν τα σχέδια για το κάστρο, πριν αρχίσει η κατασκευή, οι εργάτες άνοιξαν ένα μεγάλο χαντάκι που έπαιρνε νερό από τον ποταμό Βόουρεν και κάνοντας τον κύκλο του χώρου των εργασιών το έφερνε πάλι στον ποταμό. Το κάστρο βρέθηκε έτσι πάνω σε ένα τεχνητά δημιουργημένο νησί με τον ποταμό να αποτελεί μια ασφαλή τάφρο που ήταν αδύνατο να ξεραθεί ή να αδειάσει.

Τα τείχη που χτίστηκαν κάθετα στο νερό χωρίς να αφήσουν ελεύθερο χώρο ήταν φαρδιά και ενισχυμένα για να αντέχουν χτυπήματα πολιορκητικών μηχανών ενώ σε κάθε μια από τις τέσσερεις γωνίες ορθωνόταν ένας ισχυρός πύργος καθώς και στην μέση της κάθε πλευράς με αυτόν στην εμπρόσθια πλευρά να είναι ο πλέον βαριά οχυρωμένος και εξοπλισμένος. Πάνω από την πύλη, που βρισκόταν μεταξύ του οχυρού πύργου και της μπροστά αριστερής γωνίας, υπήρχε ένα φυλάκιο για την υπεράσπισή της.

Από την πύλη κατέβαινε μια κινητή γέφυρα η οποία έφερνε σε ένα μικρό πύργο στην άλλη πλευρά της τάφρου. Μια λεπτή λωρίδα γης, που χρησιμοποιείτο για κάποιες χρήσιμες για το κάστρο καλλιέργειες, και η είσοδος στο μικρό πύργο καλύπτονταν από έναν απλό ξύλινο φράκτη.

Πρώτα οι ιππείς και μετά η άμαξα πέρασαν τη γέφυρα και ακολούθησε το κάρο με τα παιδιά να σχολιάζουν ξεσηκωμένα το κάστρο που κανένα δεν είχε ξαναδεί. Τη στιγμή που περνούσαν την πύλη ακούστηκαν σάλπιγγες να αναγγέλλουν την άφιξη του άρχοντα Αράνους.

Σταμάτησαν σε μια εσωτερική αυλή. Εκεί ο μοναχός ξεπέζευσε και πλησίασε το κάρο για να βοηθήσει τα παιδιά και την Αλένια να κατέβουν, ενώ το ίδιο έκαναν και οι άνδρες με τον Ίριαν. Ένας άνδρας πλησίασε με γοργά βήματα, φορούσε και αυτός το λευκό θώρακα και ήταν οπλισμένος αλλά δεν έφερε το κράνος. Η Αλένια χαμογέλασε μόλις τον είδε, ήταν ένα γνώριμο πρόσωπο, συμπολεμιστής του πατέρα της και, το πιο σημαντικό, ανάδοχός της. Ο Σίντρεκ δεν την είχε δει ακόμα καθώς η προσοχή του ήταν στραμμένη στον Ίριαν.

-Ποια είναι η κατάσταση; ρώτησε εκείνος.

-Αυτή τη στιγμή έχουμε εδώ τους τρεις από τους λόχους μας, επέστρεψαν και οι μισοί από τους αγγελιοφόρους μαζί με τους άνδρες από τα αντίστοιχα φυλάκια.

-Ωραία, είπε ο Ίριαν κοιτώντας τα τείχη. Από προμήθειες;

-Έχουμε τρόφιμα, τα κελάρια είναι γεμάτα, και οι κάτοικοι της περιοχής φέρανε επίσης προμήθειες ερχόμενοι. Το νερό δε μας λείπει ποτέ. Έχουμε φάρμακα και επιδέσμους, μολύβι για τους λέβητες και άμμο για τις φωτιές. Έβαλα τον ξυλουργό και τον σιδερά μας να κάνουν μια επιθεώρηση για οτιδήποτε μπορεί να χρειάζεται επισκευή ή ενίσχυση. Έχουμε ακόμα ζωντανά, διέταξα να τα περιορίσουν στους στάβλους και ο μυλωνάς αλέθει το τελευταίο σιτάρι οπότε θα έχουμε αλεύρι.

-Με αλεύρι και λάδι έχουμε τη δυνατότητα να αντέξουμε αρκετά, δε θα πεινάσουμε, είπε ο Ίριαν. Συγκέντρωσε τους άνδρες, θέλω να τους μιλήσω.

-Αμέσως.

-Πριν από αυτό, είπε ο Ίριαν, θέλω να φροντίσεις ένα θέμα. Φέραμε μαζί μας μια ομάδα παιδιών. Να τακτοποιηθούν στον άδειο θάλαμο δίπλα στο παρεκκλήσιο, θα έχει το νου του ο αδερφός Φένορ και η κοπέλα που ήταν μαζί τους και…

-Αλένια! αναφώνησε ο Σίντρεκ που ακολουθούσε το νεύμα του ανώτερου του. Χαίρομαι που σε βλέπω, από την ώρα που έφτασε ο αγγελιοφόρος με τα άσχημα νέα αναρωτιόμουν που να ήσουν και αν θα ήσουν ασφαλής.

-Είμαι καλά, και πιστεύω και ασφαλής τώρα.

-Αυτό θα το προσπαθήσουμε, δεσποσύνη, είπε ο Ίριαν ευγενικά. Για εσάς και τα παιδιά αλλά και όλους τους αμάχους που ζήτησαν καταφύγιο κοντά μας. Σίντρεκ, οι άμαχοι να τακτοποιηθούν στα πίσω κτίσματα του κάστρου, μακριά από τη μάχη και τον κίνδυνο.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου